Δευτέρα 12 Αυγούστου 2013

ΥΠΟΓΕΙΩΣ ΚΑΙ ΑΝΕΠΑΙΣΘΗΤΩΣ

            Η πολιτική που ασκείται τρία και βάλε χρόνια  διαμορφώνει μια κατάσταση που ενώ τον πρώτο καιρό τροφοδοτούσε με οργή, θυμό κι αγανάκτηση τη διάθεσή μας, φαίνεται πως τελικά  ελάχιστα μετέβαλε, τουλάχιστον εμφανώς,  τις απόψεις μας, έτσι που να απελευθερωθούμε από τις στρατηγικές  καταπίεσης και ελέγχου  από την κυρίαρχη τάξη. Ισως γιατί συνεχίζουμε, ανεπαισθήτως, να ενστερνιζόμαστε τις ιδεολογικές  αρχές που επικαλείται για να στηρίζει την εξουσία της και να δικαιολογεί τις πολιτικές της επιλογές.  
           Η κριτική μας στις πολιτικές επιλογές που μας εξαθλιώνουν επαναλαμβάνουν επιχειρήματα του κυρίαρχου λόγου, περί αξιοκρατίας, ελευθερίας, διαφάνειας, αντικειμενικότητας κλπ. που επιστρατεύονται για να  οριοθετήσουν  δήθεν νέες κατευθύνσεις στις πολιτικοκοινωνικές  εξελίξεις για επανακαθορισμό και ρύθμιση των όρων λειτουργίας  του πολιτεύματος, για τα όρια των δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων και του εκσυγχρονισμού του κράτους. Σ’  αυτή τη λογική αναπτύσσεται και η επιχειρηματολογία για τη  μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων που ακυρώνει την ανταγωνιστικότητα, για τις  κοινωνικές παροχές που υπονομεύουν την παραγωγικότητα, για τις διαδηλώσεις που εμποδίζουν την ομαλή λειτουργία της αγοράς κλπ. Κλειδί για τέτοιες μεταρρυθμίσεις είναι η εγκατάλειψη κάθε αντιπαλότητας με το σύστημα και η αποφασιστική συμμετοχή στη στήριξη της ομαλής λειτουργίας του.  
            Κι ενώ όλες αυτές οι αλλαγές δρομολογούνται από την κυρίαρχη πολιτική, στην πραγματικότητα για να αποδυναμωθεί η όποια πολιτική δύναμη των λαϊκών ρισζοσπαστικών κοιωνικά στρωμάτων που δημιουργούν προβλήματα στις επιλογές  της,  μια μεγάλη πλειοψηφία μοιάζει να συντάσσεται μ’ αυτές.    Σιγά σιγά μάλιστα αποδέχεται ακόμα και την αφαίρεση εκείνων  των  ελευθεριών έκφρασης και οργάνωσης των καταπιεσμένων στρωμάτων που επέτρεπαν  τη χειραγώγηση της συναίνεσης δίχως την ανάγκη καταφυγής πάντοτε στην ανοιχτή βία. Σαν να είμαστε μια κοινωνία εξαθλιωμένη κι αλλοτριωμένη πέρα από κάθε ιστορικό όριο, σαν να ξαναγυρνάμε στις δεκατίες εκείνες του αγώνα για την ελευθερία ν’ αγωνιζόμαστε.
               Η κρίση της ελληνικής κοινωνίας είναι αναμφισβήτητη. Όμως δεν είναι μια κρίση που παρουσιάστηκε έτσι ξαφνικά. Είναι ενδημική και αποτέλεσμα του συστήματος που ζούμε, χρωματισμένη με τις ιδιομορφίες της ελληνικής κοινωνίας.  Βέβαια η κρίση και στη χώρα μας υπήρχε πάντα, ίσως γιατί  η κρίση είναι χαρακτηριστικό των συστημάτων  κοινωνικής οργάνωσης που βασίζονται στις ιεραρχημένς κοινωνικές δομές.  Δεν είναι κρίση που μπορεί να χρεώνεται μόνο στον α ή β πολιτικό. Αν θέλουμε να την κατανοήσουμε, με στόχο να προχωρήσουμε σε αποφάσεις  και δράση για να την αντιμετωπίσουμε, πρέπει να την τοποθετήσουμε στην εποχή μας, να βρούμε τα κύρια χαρακτηριστικά της και τις κυρίαρχες τάσεις της. Θα πρέπει να μην παρασυρθούμε από τις προσπάθειες εκείνων που χρησιμοποιούν ποικίλα ιδεολογήματα για να ανοίξουν δήθεν  νέους δρόμους «υπέρβασης» του αδιεξόδου, που δεν είναι παρά  φαύλος κύκλος, επιτείνοντας την σύγχυση που υπάρχει στην αγορά των ιδεών μεταμφιέζοντας  τους θεούς σε δαίμονες και το αντίστροφο
             Βρισκόμαστε μπροστά στο φαινόμενο της ανάπτυξης  υπερεθνικών κέντρων αποφάσεων στον καπιταλιστικό κόσμο που αντιμετωπίζει θέματα  που αφορούν στο σύνολο του συστήματος, επιδρώντας καταλυτικά στους εργαζόμενους, όχι μόνο στη θέση τους στην παραγωγή και στη διαμόρφωση της συνείδησης αλλά και στους όρους διεξαγωγής της ταξικής πάλης.  Φαίνεται πως τώρα η καπιταλιστική κρίση είναι πια πολύ βαθιά για να ξεπεραστεί  με ανανεώσεις του καπιταλισμού μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες που ακουμπώντας  σε ιδιότυπες σοσιαλιστικές μεταρρυθμίσεις θα καταφέρουν να απαλύνουν  τις κοινωνικές αντιθέσεις και να διοχετεύσουν  την  κοινωνική σύγκρουση σε ακίνδυνες για το σύστημα κατευθύνσεις.
        Η αγριότητα της καπιταλιστικής επίθεσης καταφέρνει βέβαια ακόμα και καμουφλάρεται  εκτροχιάζοντας την κοινωνική σύγκρουση σε διεκδικητικούς αγώνες, οι οποίοι παίρνουν ηθικά χαρακτηριστικά  Ετσι η αποφασιστική μάχη μετατίθεται στα οχυρά της εντιμότητας των δημόσιων λειτουργών, του ύφους των πολιτικών, του ήθους της εξουσίας,  περιορίζεται στην καταγγελία φιλοδοξιών, προσωπικών στάσεων κλπ.  Ο ίδιος ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής όμως μένει στο απυρόβλητο.
        Για να δικαιολογηθούν λοιπόν οι απολύσεις στο δημόσιο, η επικείμενη άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπάλληλων ο κυρίαρχος λόγος δεν κουράζεται να επαναλαμβάνει για το πόσο άρρωστη και διεφθαρμένη είναι η κρατική μηχανή.  Μόνο που ξεχνά  ότι ιστορικά έχει φτιαχτεί με τέτοιο τρόπο ο δημόσιος  τομέας ώστε  να εξυπηρετεί το μεγάλο κεφάλαιο και όχι το κοινωνικό συμφέρον,  ότι έχει φτιαχτεί  για τη δημιουργία των μεσαίων  τάξεων μέσα στην ελληνική κοινωνία, που θα συμμαχούν για τη διατήρησή του και για να διευκολύνει την αναπαραγωγή των τάξεων. Και τελικά  ότι λειτουργεί  με στόχο  να εξυπηρετήσει το πελατειακό  σύστημα των αστικών  κομμάτων, τη ρουσφετολογική τακτική τους, που ήταν ένα τρόπος για να αποσπάται  η συναίνεση  στον τρόπο διακυβέρνησης από μεγάλα στρώματα του πληθυσμού.
           Γι’  αυτό και  πάλι   οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι πολύ εύκολο να χρησιμοποιηθούν  από κυβερνώντες και παρατρεχάμενους σαν στόχος  για να εισπράξουν την οργή μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού που η καπιταλιστική επίθεση εξαθλιώνει. Ζώντας  το σύνολο των εργαζομένων αυτά τα τελευταία χρόνια σε καθεστώς πλήρους ανασφάλειας, οι δημόσιοι υπάλληλοι με τις παθογένειές τους αλλά και το ασφαλές καθεστώς εργασίας τους μπορούν να υποδειχτούν ως μια από τις βασικές αιτίες της κρίσης, παραβλέποντας την πραγματική.
Κι έτσι διαμορφώνεται μια κατάσταση αντιφατική, αν όχι κι επικίνδυνη, που έχει ως αποτέλεσμα  ανούσιες κορόνες  και σχηματικές επαναλήψεις,  κοινοτοπιών του στυλ: τα μέτρα εξαγγέλλονται  χωρίς κανένα  διάλογο,  οι εργαζόμενοι να αγωνιστούν για τη διαφάνεια και αξιοκρατία  στη διοίκηση,  να διεκδικήσουν μια οικονομική πολιτική  που θα οδηγεί στην ανάπτυξη και  θα διευρύνει τις δημοκρατικές τους κατακτήσεις και τα λοιπά συναφή, αφήνοντας στο απυρόβλητο το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα.
           Κι όλα αυτά υπογείως κι ανεπαισθήτως συντελούν για να επιβραδυνθεί η δημιουργία ενός   κινήματος  που να αντιπαλεύει την καπιταλιστική αναδιάρθρωση, την επίθεση στους εργαζόμενους,  για να μην ενδυναμώσουν οι εστίες αντίστασης και αγώνα κι ούτε να ενισχυθούν τα ρεύματα αντίστασης που υπάρχουν στην κοινωνία.

Τετάρτη 7 Αυγούστου 2013

«902 ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΣΤΑ FM»


           Η ΚΕ του ΚΚΕ σε ανακοίνωσή της  για την πώληση του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης του 902 γνωστοποιεί ανάμεσα στα άλλα  ότι «Η σημερινή οικονομική κατάσταση της «Ραδιοτηλεοπτικής» δεν μπορεί να εξασφαλίσει πλέον τη λειτουργία του σταθμού και την αντιμετώπιση συσσωρευμένων οικονομικών προβλημάτων. Δεν είναι σε θέση και δεν μπορεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της στους εργαζόμενους και τα ασφαλιστικά Ταμεία. Υπήρξε τελικά δυνατότητα πώλησης και καταλήξαμε να δοθεί αυτή η λύση, ώστε να αντιμετωπιστούν οι υποχρεώσεις του σταθμού. Η πώληση αφορά υποδομές, μηχανήματα και αυτοκίνητα της εταιρείας. Ο διακριτικός τίτλος και τα σήματα, λεκτικά και ηχητικά, παραμένουν στο Κόμμα».
              Κι ύστερα άρχισαν επιθέσεις, κριτικές κλπ.  στο ΚΚΕ από τον αστικό τύπο, ΣΥΡΙΖΑ, ΕΣΗΕΑ, εργαζόμενους, δημοσιογράφους  κλπ. για την ίδια την πώληση,  για τον τρόπο που έγινε, για τη μυστική ταυτότητα του αγοραστή, για τις απολύσεις των εργαζομένων,  κλπ.
             Οι ανακοινώσεις, απαντήσεις κι εξηγήσεις του ΚΚΕ προσπαθούν να αποφύγουν κάποιους σκοπέλους στην κριτική χωρίς όμως να τους κονιορτοποιούν, με αποτέλεσμα   για πολλούς  και πολύ περισσότερο για κακόπιστους επικριτές του να μένει ηθικά και στην  παρούσα συγκυρία  και πολιτικά ευάλωτο. Κι έτσι να μπαίνει ακόμα ένα λιθαράκι στην εκστρατεία απαξίωσης  του ΚΚΕ. Κι ένα καινούργιο ανάγνωσμα για την ασυνέπεια του ΚΚΕ άρχισε να κυκλοφορεί… για να  αποδυναμωθεί, για να μην είναι στη συνείδηση των εργαζομένων ο συνεπέστερος εκφραστής των συμφερόντων τους, η  οργανωτική και καθοδηγητική  τους δύναμη στην πάλη τους για μετασχηματισμό της κοινωνίας.
         Η κομμουνιστική αριστερά όμως που θέλει να αλλάξει την κοινωνία ανατρέποντας τον καπιταλισμό δεν έχει την πολυτέλεια ούτε τα χρονικά περιθώρια  να αυτοεμπλέκεται σε επικίνδυνους ακροβατισμούς, να περιπλέκει τα πράγματα, ενώ θα έπρεπε να συγκεντρώνει όλες τις προσπάθειες της στο αληθινό, από τη σκοπιά του προλεταριάτου, πρόβλημα: τη ρήξη της με τη λογική  του υπάρχοντος συστήματος, την υπεράσπιση  της ταυτότητας της και τη ριζική απόρριψη των όρων με τους οποίους τίθεται η κρίση και  την αναμέτρηση  μαζί της σύμφωνα με τους δικούς της όρους, που προϋποθέτουν την αμφισβήτηση της λογικής του καπιταλισμού. Μακριά από κάθε είδους ενοχές για λάθη επιλογών και τακτικής δεν έχει άλλο δρόμο από το να προσπαθήσει  με όλα τα θεωρητικά και πρακτικά  μέσα να διεκδικήσει ξεκάθαρα το σοσιαλισμό της εργατικής τάξης και να αποκτήσει τους αριστερούς που θα αμφισβητήσουν την καπιταλιστική λογική. Προϋπόθεση είναι βέβαια η κάθετη, ριζική κριτική αντιπαράθεση με το ίδιο το σύστημα και κόψιμο ριζικό κάθε υλικής και πνευματικής γέφυρας με ένα σύστημα που προσπαθεί να  διασώζεται με τη θυσία της ζωής των εργαζομένων, για να πείσει ότι η επικαιρότητα του κομμουνισμού, άρα  και του κινήματος που τον επικαλείται και αγωνίζεται για αυτόν, δεν είναι μια ουτοπία.
             Μόνο που ήταν πολλά τα χρόνια μετά την ήττα που η ηττημένη αριστερά σε ένα περιβάλλον ανελέητων διώξεων αγωνιζόταν για την επιβίωσή της, και βέβαια έκανε συμβιβασμούς,  πασχίζοντας ακόμα για την νομιμοποίηση της, αναζητώντας συμμαχίες με πτέρυγες της αστικής τάξης που πρόβαλλαν πρόγραμμα δημοκρατικής αλλαγής, στηρίζοντας τη λεγόμενη δημοκρατική παράταξη για εδραίωση της αστικής δημοκρατίας και του κοινοβουλευτισμού.  Κι όταν ήρθε η νομιμοποίηση κι εκσυγχρονιζόταν ο καπιταλισμός μας όλο και περισσότερο αποσιωπούταν ο ταξικός χαρακτήρας του κομμουνιστικού κόμματος σε αναζήτηση μάλιστα  της εργατικής τάξης, που ο κυρίαρχος λόγος ήθελε να την πείσει ότι μεταλλασσόταν  σε αστική. Κι ενώ η αριστερά διαδήλωνε ενάντια στη μονόπλευρη λιτότητα θεωρούσε χρέος να αναλάβει  και τη σωτηρία του ελληνικού καπιταλισμού με την κατάθεση εποικοδομητικών προτάσεων για μια αριστερή διέξοδο από προβλήματά του.
               Κι ύστερα, στο τέλος της δεκαετίας του ‘80 ήρθαν  τα γεγονότα με τη μορφή χιονοστιβάδας, τόσες εναλλαγές, κατακρημνίσεις σταθερών σημείων, τόσα απρόοπτα αλλά και τόσες ενοχές για την πρωτύτερη στάση. Κι απόμεινε χωρίς συμμάχους το ΚΚΕ κι έπρεπε να βαδίσει μόνο με τους λίγους φίλους και μέλη που απέμειναν σε ένα περιβάλλον αποθέωσης του καπιταλισμού που ήταν πια αδιαφιλονίκητος νικητής. Κι ενώ μέχρι και  τη δεκαετία του ’80  υπήρξε μια σχετική αναβάθμιση και ενσωμάτωση κάποιων πολιτικών φορέων της επίσημης αριστεράς σε πολλά κέντρα, οικονομικά, κρατικά και πολιτικά της ζωής της χώρας, στελέχωση κάποιων γραφειοκρατικών  συνδικαλιστικών πόστων και επαγγελματοποίηση στελεχών  που αποκλειστική τους λειτουργία κατέληγε να είναι η διατήρηση της εκλογικής δύναμης, μετά τη συγκυβέρνηση του ’89 ήρθε η απομόνωση.
             Η εκμετάλλευση λοιπόν όλων των μέσων από το ΚΚΕ που οι αντιφάσεις του καπιταλισμού επέτρεπαν να χρησιμοποιήσει ήταν ένας τρόπος να σπάσει την απομόνωση.  Να έχει τα δικά του μέσα επικοινωνίας για την προπαγάνδα, να αποκτήσει οικονομικούς πόρους για την κομματική επιβίωση κλπ.  Κι έγινε εργοδότης το ΚΚΕ σ’ ένα καπιταλιστικό περιβάλλον που δεν ήλεγχε. Κι ήταν επόμενο να φανεί στα μάτια μιας κοινωνίας που είναι γεμάτη καχυποψία με μηδενική σχεδόν πολιτική συνείδηση ότι και το κόμμα, στο βαθμό που συμμετέχει σε μια επιχείρηση μέσα στα καπιταλιστικά πλαίσια με  αξιακούς όρους που χρησιμοποιούν  ο καπιταλιστές εργοδότες που απολύουν, πτωχεύουν, πωλούν, είναι  τμήμα του καπιταλιστικού συστήματος το οποίο καταγγέλλει.
           Το εγχείρημα αυτό απέδειξε ότι μια διαφορετική  διαχείριση λειτουργιών του κεφαλαίου,  μεμονωμένος και διαφορετικός  έλεγχος λειτουργιών της αγοράς είναι ανέφικτος αν δεν επικυρώνονται από την κεφαλαιοκρατική εξουσία. Και φυσικά ότι  δεν μπορούν να υπάρχουν σοσιαλιστικές νησίδες. Το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα, που επέτρεπε όσο δεν απειλούνταν να χρησιμοποιούν ακόμα και εναντίον του δικαιώματα που παραχωρούσε, δείχνει πως έχει τον τρόπο τελικά να τα χρησιμοποιεί προς όφελός του. Γιατί με όλη αυτή την εξέλιξη που πήρε η  διαχείριση από το ΚΚΕ των επιχειρήσεών του τροφοδοτήθηκε και πάλι η  κρίση εμπιστοσύνης με μεγάλες ομάδες πληθυσμού. Ομάδες πληθυσμού που ομνύουν στο καπιταλιστικό σύστημα, αλλά  απαιτούν από ένα κομμουνιστικό κόμμα να διαχειριστεί τις επιχειρήσεις του αν όχι με σοσιαλιστικούς όρους τουλάχιστον με ανθρωπιστικούς.  Κι ενώ έχουν αναγορεύσει στην πράξη σε οικουμενικές αξίες το κέρδος, την επιχειρηματικότητα, την παραγωγικότητα αδυνατούν να αντιληφθούν το  πρόβλημα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής  και περιορίζουν το πρόβλημα σε καλούς και κακούς εργοδότες. Και το ΚΚΕ αποδεικνύεται κακός εργοδότης. Κι έρχονται όλοι αυτοί που δεκαετίες τώρα επεδίωκαν την εξαφάνισή του να το καταγγέλλουν για άθλιες συναλλαγές, υποχωρήσεις,  συμβιβασμούς κλπ. σαν όλοι αυτοί να ήθελαν ένα επαναστατικό  λαϊκό κίνημα κόντρα στο μεγάλο κεφάλαιο και τους  ιμπεριαλιστές, ασυμβίβαστο με τους πολιτικούς εκφραστές τους κλπ.
            Καιρός  πια να θάψουμε τον άταφο νεκρό της  ταξικής συναίνεσης, τα απόνερά της είναι όσα συμβαίνουν με τον 902,  που ακόμα περιφέρεται για να  συσκοτίζει τις συνειδήσεις, να αμβλύνει την ιστορική  μνήμη μας. Η ρήξη πια δεν μπορεί παρά να είναι οριστική.
            Μια μεγάλη σε στόχους, οράματα, απήχηση κι επιρροή κομμουνιστική αριστερά οφείλει να είναι αυτοδύναμη  από ουσιαστική άποψη, δηλ. να μην  έχει ανάγκη από την αστική τάξη, τα προγράμματά της, τη δικαιοσύνη της, την ηθική της, το κράτος της, την οικονομία της, τους μηχανισμούς καταστολής της.  Τότε και για τους εργαζόμενους θα είναι  αναγκαία αν πληροί την προϋπόθεση της αυτοδυναμίας της, δηλ. της ανεξαρτησίας από οικονομικά και κρατικά κέντρα, της αντιπαλότητας της προς την καπιταλιστική λογική που επικρατεί παντού.  Κι ίσως έτσι  θα έσπαγαν οι αντικομμουνιστικές προκαταλήψεις αν μάλιστα συνοδεύονται από το ξεδίπλωμα μιας επίθεσης κομμουνισμού σε όλα τα επίπεδα, στάσεις ζωής, ιδέες, πολιτική πραχτική. Γιατί  αυτό που είναι το κόμμα είναι αυτό που είναι στελέχη, μέλη,  φίλοι, κλπ. Και  η εμπιστοσύνη που το ΚΚΕ πρέπει να απολαμβάνει από τους εργαζόμενους και  η δυνατότητα να ακολουθεί και να επηρεάζει τη διάθεση των εργαζομένων χτίζονται  μέρα τη μέρα, αγώνα τον αγώνα …

Κυριακή 4 Αυγούστου 2013

ΟΥΣΙΩΔΗ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΝΑΖΙΣΤΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ

            Κι επειδή τα τελευταία χρόνια η επανεξέταση κάποιων ιστορικών περιόδων προσπαθεί να δικαιώσει επιλογές και επιδιώξεις του παρόντος, προτείνοντας μια συγκεκριμένη εικόνα ερμηνείας για το παρελθόν, μέρα που είναι –4η Αυγούστου, επιβολή δικτατορίας του Μεταξά το ’36, – δίνεται  ευκαιρία για άλλη μια φορά να σκεφτούμε τη βαρβαρότητα, που στηρίζεται στη φασιστική ιδεολογία,  την  οποία   χρησιμοποιεί το καπιταλιστικό καθεστώς όταν απειλούνται τα συμφέροντά του.  
       Στο άρθρο του για την «Ταξική φύση του ναζιστικού κόμματος»  ο Θ. Παπαρήγας αναλύει αυτά που ονομάζει ουσιώδη χαρακτηριστικά του ναζιστικού κόμματος «που καθορίζουν την πραγματική ουσία του κόμματος, την πραγματική του, ας πούμε “ψυχή”», όπου θ’ αναγνωρίσουμε χαρακτηριστικά, έστω και σε κακέκτυπη συσκευασία προς το παρόν, του φασιστικού μορφώματος της Χρυσής Αυγής.
«… α. Ο φασιστικός, εθνικισμός ρατσιστικού τύπου. Η εθνικιστική μυθολογία χρησίμευε για τη νοητική δημιουργία της «λαϊκής κοινότητας», δηλ. μιας εθνικά και πολιτιστικά ομοιογενούς κοινωνίας όπου δεν υπάρχουν ταξικές αντιθέσεις. Η μη ύπαρξη ταξικών αντιθέσεων, δεν σημαίνει καθόλου κατάργηση των τάξεων.  Σημαίνει, αντίθετα,  αποδοχή της διαφορετικής ταξικής τοποθέτησης. Στη ναζιστική «λαϊκή κοινότητα» όλοι έχουν «ίση» θέση, απλώς η θέση τους «διαφέρει». Στην ουσία πρόκειται για μια κοινωνία αυστηρά ιεραρχημένη και πειθαρχημένη στην υπηρεσία του μονοπωλιακού κεφαλαίου.
Πολύ ενδιαφέρουσα κατά τη γνώμη μας, είναι μια άποψη που εξέφρασε γι’ αυτό το θέμα ό ίδιος το Α. Χίτλερ: «Πρέπει, λοιπόν, να προβλέψουμε τα πλαίσια μέσα στα οποία θα μπει ολόκληρη η ζωή του κάθε ατόμου. Αυτό σημαίνει σοσιαλισμός και όχι η οργάνωση δευτερευόντων πραγμάτων, όπως το πρόβλημα της ατομικής ιδιοκτησίας ή των μέσων παραγωγής».
β. Ο αντικομμουνισμός και ο αντιμπολσεβικισμός. Στις γραμμές του NSDAP κυριαρχεί από την αρχή ως το τέλος ένα φανατικός μέχρι αρρωστημένου βαθμού, αντικομμουνισμός. Ο αντικομμουνισμός αυτός φτάνει ως το σημείο της ήρεμης αντιμετώπισης του κομμουνισμού  –με την εξής έννοια: γιατί να λογοφέρει κανείς με ένα εχθρό apriori καταδικασμένο; Στη διάρκεια της δημοκρατίας της Βαϊμάρης η αντικομμουνιστική  μάνία παίρνει μια ιδιόμορφη αλλά χαρακτηριστική  έκφραση: συχνά οι κομμουνιστές κατηγορούνται ότι δεν είναι αρκετά αδιάλλακτοι, ότι έχουν «ξεπουληθεί στο μεγάλο κεφάλαιο» κλπ.!
Ο μανιακός αντικομμουνισμός του NSPAD  εκφράζει φυσικά τον πανικό της αστικής τάξης. Το ότι όμως γίνεται λόγος για «μπολσεβικισμό» και όχι για κομμουνισμό δεν είναι τυχαίο. Αποτελεί προσπάθεια «ιδεολογικοποίησης»  δυο ζωτικής σημασίας σχεδίων  της αστικής τάξης.
                            – Κατάληψη της ΕΣΣΔ  και αξιοποίησή της
        – Εξόντωση του σοσιαλισμού σαν κρατικής οντότητας και στεθεροποίηση του ιμπεριαλισμού κάτω από γερμανική ηγεσία.
γ. Η έμμονη ιδέα του κινδύνου της επανάστασης και της ανάγκης να προληφθεί  ή να καταπνιγεί.  Οι ηγέτες του NSDAP δεν δίσταζαν να κάνουν επαναστατικά κηρύγματα και να αποκαλούν  την κατάληψη της εξουσίας από τους ίδιους «Εθνικοσοσιαλιστική Επανάσταση». Στην πραγματικότητα όμως ο αντι-επαναστατισμός κυριαρχούσε στις γραμμές του μέχρι σημείου  έμμονης ιδέας. … Στα τέλη Ιούνη 1944, ενώ η στρατιωτική ήττα είναι πια φανερή σε κάθε αμερόληπτο  παρατηρητή, ό ίδιος ο Α. Χίτλερ, μιλώντας σε ομάδα βιομηχάνων και στρατηγών αισθάνεται την ανάγκη να τους διαβεβαιώσει ότι «στη σημερινή  Γερμανία δεν μπορεί να γίνει καμιά επανάσταση». Ενδιαφέρον έχει  να παρατηρηθεί ότι  ο αντι-επαναστατισμός φαίνεται να αποτελεί το υπόβαθρο και άλλων ιδεών των ηγετών του NSDAP, όπως π.χ  του αντισημιτισμού. Η αντίληψη της έννοιας του «εβραιο-μπολσεβικισμού» δεν μας φαίνεται τυχαία.  Και άλλωστε ο Heinrich Himmler τονίζει: « Η περιοχή του κόσμου που δεν έχει  κανένα εβραίο είναι άτρωτη απέναντι σε κάθε επανάσταση»
         Ο αντι-επαναστατισμός  του NSDAP ακολουθεί κατά πόδας τις διαθέσεις της μεγάλης αστικής τάξης, η οποία, όπως δείχνει καθαρά ο λόγος του Χίτλερ του Ιούνη 1944, φοβάται όχι τόσο την  ήττα όσο την επανάσταση.
Φυσικά εδώ παραλείπουμε την εκτενή αναφορά σε μια σειρά ουσιώδη χαρακτηριστικά του NSDAP  που βρίσκονται έξω από το άμεσο ενδιαφέρον του  θέματός μας.
             – Ο πλήρης ανορθολογισμός, αντανάκλαση της προσπάθειας της αστικής τάξης να ξεφύγει από μια πραγματικότητα που της ξεφεύγει, του φόβου της  απέναντι  στο μαζικό κίνημα, καθώς και προσπάθεια «δικαιολόγησης» της ωμής βίας ενάντια στις μάζες.
            – Η λατρεία του αρχηγού, αντανάκλαση των βλέψεων της μεγαλοαστικής κορυφής για μια «ισχυρή εξουσία»
           – Το μίσος ενάντια στην εργατική τάξη σαν «προλεταριάτο», έκφραση  του φόβου της μεγάλης αστικής  τάξης απέναντι στο προλεταριάτο
Στα κόμματα υπάρχουν και τα μη ουσιώδη χαρακτηριστικά. Είναι τα χαρακτηριστικά εκείνα που ανάγονται στη σφαίρα της «τεχνικής» της εξυπηρέτησης των «ουσιωδών».
 Στο NSDAP τέτοια χαρακτηριστικά είναι ιδιαίτερα η «σοσιαλιστική» και «εργατική» του εμφάνιση, που έφθασε ως και στην ονομασία του. Αυτή η πλευρά του NSDAP δεν  αντανακλούσε  τον πραγματικό  του χαρακτήρα και απλώς υπηρετούσε τα «ουσιώδη» χαρακτηριστικά του. …
… Πηγές αυτών των αντιλήψεων ήταν οι ιδέες της ίδιας της αστικής τάξης στην περίοδο του ιμπεριαλισμού, οι ιδέες που εκφράζουν την αντίδραση σ’ όλη τη γραμμή των μονοπωλίων.
Παράλληλα προκειμένου να ενσωματώσει και υποτάξει τις μικροαστικές μάζες, το πρόγραμμα και η ιδεολογία  του ναζισμού περιείχε και μη – ουσιώδη χαρακτηριστικά: εκφυλισμένες, διαστρεβλωμένες μορφές ιδεών που προέρχονται από  τις λαϊκές μάζες, όπως είναι  δημαγωγικός αντικαπιταλισμός, μια αντιμονοπωλιακή φρασεολογία κλπ. Οι ιδέες αυτές, που ουδέποτε εφαρμόστηκαν  στην πράξη ήταν απαραίτητες –σαν τεχνική– για να λειτουργήσει το NSDAP σαν πολιτικό κόμμα της μονοπωλιακής αστικής τάξης, για να υποτάξει και ενσωματώσει τις μάζες στην ανοιχτή δικτατορία της πιο αντιδραστικής μερίδας του μονοπωλιακού κεφαλαίου.
Η πηγή  λοιπόν του φασισμού είναι το ίδιο το μονοπωλιακό κεφάλαιο – και όχι κάποιες έμφυτες βιολογικές ή ψυχολογικές ορμές του  ανθρώπου, όπως ισχυρίζονται διάφοροι αστοί και μικροαστοί ιδεολόγοι. Και η γνώση αυτή της πηγής και το κυριότερο, η πάλη εναντίον της μέχρι την οριστική συντριβή της αποτελεί τον μοναδικό τρόπο για να μην ξαναεμφανιστεί η τραγωδία του ναζισμού»
                            Του   Θ. ΠΑΠΑΡΗΓΑ στο  περιοδικό   «Επιστημονική Σκέψη» τ.23,1985
                         

Τετάρτη 31 Ιουλίου 2013

ΛΟΓΙΚΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗ


         Επιμένουν οι κυβερνώντες στις μεταρρυθμίσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται περικοπές μισθών και  συντάξεων, απολύσεις, περικοπές παροχών υγείας κλπ., υποστηρίζοντας ότι θα μπουν έτσι τα θεμέλια για να ανταποκριθεί η οικονομία μας στις απαιτήσεις των αγορών, ώστε να ξεκινήσει ο κύκλος της ανάπτυξης. Συγχρόνως ομολογείται από τους σχεδιαστές του πακέτου οικονομικών μέτρων που εφαρμόζεται στη χώρα μας και αλλαχού ότι ο σχεδιασμός τους είναι λανθασμένος, αλλά  επιμένουν στην απαρέγκλιτη εφαρμογή τους από τους λαούς. Ο ορθολογισμός στα όριά του ή απλώς η καταστρατήγησή του;
          Με τον ορθό λόγο θεωρείται  ότι εξηγούμε αναζητώντας τις αιτίες ενός φαινομένου, υποστηρίζουμε τις προτάσεις μας με αποδείξεις, αποκρούοντας και ελέγχοντας την αυθαιρεσία κι επιτρέποντας να οργανώσουμε τη δράση μας, για να προβούμε σε κάποια πράξη, με βάση ένα προδιαγεγραμμένο  σχέδιο ή μια  αρχή. Κι αυτό είναι το κομβικό σημείο. Ο ορθός λόγος δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς τη θεμελίωσή του σε μια σταθερή και αδιαμφισβήτητη αρχή, που εξασφαλίζει τη βεβαιότητα απαλλάσσοντάς μας από την αμφιβολία. Το πρόβλημα είναι ποιο είναι το ύστατο θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίζουμε όλο το λογικό μας οικοδόμημα. Υπάρχει το πρόβλημα ότι το θεμέλιο στην περιοχή της καθαρής νόησης μπορεί να παράγει προτάσεις λογικά επαρκείς αλλά κενές, ενώ η εμπειρία μάς παρέχει θεμέλια ασταθή γιατί δεν μπορεί να διατυπώσει προτάσεις καθολικής ισχύος που φαίνεται να χρειαζόμαστε όχι μόνο στην επιστήμη αλλά και στη ζωή.
      Όταν  λοιπόν οι αποφάσεις των κυβερνώντων επικαλούνται  τον ορθό λόγο θέτουν  τον καπιταλισμό ως άρρητο θεμέλιο για όλα τα επιχειρήματα που δικαιώνουν  την κυρίαρχη πολιτική ακόμα κι όταν καταλήγουν οι προτάσεις τους να μην  έχουν  τη λογική επάρκεια για να πείθουν κι ούτε, ακόμα κι όταν  επικαλούνται  την ιστορική εμπειρία, να αποκτούν, όπως θα ήθελαν, καθολική ισχύ.
          Χρόνια τώρα ενστερνιστήκαμε την αντίληψη ότι η πολιτική εξουσία αντλεί την νομιμότητά της  όχι μόνο από το ότι είναι αντιπροσωπευτική αλλά και από την ορθολογικότητά της, που ταυτίζεται  με  την αποτελεσματικότητά της. Αυτός ο ορθολογισμός που απαιτείται επιτρέπει την υιοθέτηση των πιο αποτελεσματικών μέσων για την πραγματοποίηση των όποιων σκοπών. Κατά πόσο αυτοί οι σκοποί θα ικανοποιούν τα βασικά αιτήματα των μαζών είναι αποτέλεσμα ή συνάρτηση των αγώνων των λαϊκών τάξεων. Κι είναι αυτή η αποτελεσματικότητα της εξουσίας που εξασφάλιζε σε μεγάλο βαθμό την κοινωνική συναίνεση που απολαμβάνουν οι σύγχρονες δημοκρατικές κυβερνήσεις, οι οποίες βέβαια δεν αμφισβητούν τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.
           Και ήρθε η κρίση, που αντιμετωπίζεται  σαν κάποια ατυχή στιγμή για την καπιταλιστική διαδικασία, για την οποία πρέπει να αισθανθούν υπεύθυνοι οι εργαζόμενοι που αναπτύσσουν διεκδικητικούς αγώνες και δεν αναλαμβάνουν την ευθύνη για την πορεία της οικονομίας.
          Ο ορθολογισμός  λοιπόν της εξουσίας συνεχίζει να θεμελιώνεται στην αδιαμφισβήτητη αρχή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, θεωρώντας πως η κρίση δεν είναι συστατικό στοιχείο της παραγωγικής διαδικασίας  κι  αδιαφορώντας ακόμα κι αν τα επιχειρήματά της καταλήγουν σε αντιφάσεις. Ο ορθολογισμός της εξουσίας  συσκοτίζει την πηγή της δυστυχίας μας δεν την κάνει αναγνωρίσιμη και δικαιώνει την εφιαλτική πραγματικότητα που γίνεται αποδεκτή σαν υπέρτερη μοίρα. Μια αίσθηση μηδαμινότητας της ανθρώπινης ύπαρξης, μια αργή αλλοίωση  της ανθρώπινης συμπεριφοράς διαμορφώνεται  από την κυρίαρχη εξουσία. Η λογική φαίνεται να  ηττάται πάλι όχι πια με συνεργό την άμεση φυσική  βία αλλά έμμεσα με την οικονομική εξαθλίωση. Κι όμως  αν  αυτοαναιρείται η λογική και  ταπεινώνεται, είναι γιατί  αποκρύβεται το θεμέλιο πάνω στο οποίο οικοδομείται ο λόγος και η πράξη της άρχουσας τάξης, που είναι η κερδοφορία της κι η εξασφάλιση της κυριαρχίας της. Τίποτε που να τα εξασφαλίζει δεν θεωρείται αφύσικο,  αντιτιθέμενο στη λογική, διεστραμμένο ή απάνθρωπο. Ο ορθολογισμός της διαμορφώνει έναν κόσμο που κινείται  με την ποσοτική αντίληψη, ότι κάθε τι που τείνει στο υπερθετικό είναι και καλύτερο και επιδιωκόμενο, εις βάρος και αυτής της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης των υποτελών τάξεων  που την μετατρέπει σε αντικαταστατό εξάρτημα στην παντοδύναμη μηχανή των πάσης φύσεως εκμεταλλευτών  της.
         Η παγκόσμια οικονομία φτάνει σε ένα οριακό σημείο. Η έλλογη σκέψη μας κατανοεί ότι  όπως λειτουργεί μέχρι τώρα δεν μπορεί  να προχωρήσει παρακάτω. Αυτό δεν συνεπάγεται βέβαια ότι κάποια επανάσταση είναι αναπόφευκτη. Κάλλιστα μπορεί  να παραμείνει σαπίζοντας ή να βρει  η κοινωνία νέους τρόπους διαφυγής ή να καταστρέψει μέρος των παραγωγικών δυνάμεων ή…  Το σίγουρο είναι ότι η καπιταλιστική οικονομία έχει φτάσει σε οριακό σημείο και στρατολογούνται κυβερνήσεις ανάλογα με τις συνθήκες να το ξεπεράσουν –προκρίνεται προς το παρόν η λιτότητα. Το φαινόμενο είναι συνολικό κοινωνικό και όχι απλά  οικονομίστικο. Στην τελική είναι πρόβλημα εκλογής τρόπου ζωής, που βάζει πρόβλημα καθεστώτος. Γιατί η χρησιμοποίηση από τον κυρίαρχο λόγο της πείνας, ανέχειας, εξαθλίωσης κλπ. για τη διατήρησή του σημαδεύει την εγκατάλειψη της έλλογης τάξης του ανθρώπου ακόμα κι αν την επικαλείται για να  εκλαμβάνουμε αυτή την εκδοχή ζωής ως αναπόφευκτη και αδιαμαρτύρητα να την αποδεχόμαστε.