Σάββατο 11 Μαΐου 2013

ΑΠΕΡΓΙΑ ΤΗΣ Ο.Λ.Μ.Ε



           Περισσότερα από είκοσι χρόνια έχουν περάσει από τις τελευταίες κινητοποιήσεις των καθηγητών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σε καιρό εξετάσεων, με τον κυρίαρχο λόγο να τις καταδικάζει γιατί αψηφούν την αγωνία των μαθητών και την εκτελεστική εξουσία να δίνει τα Φύλλα Ατομικής Πρόσκλησης στους καθηγητές που υποχρέωναν να συμμετάσχουν στις εξετάσεις με παρουσία αστυνομικών δυνάμεων. Κι εδώ τελειώνουν οι ομοιότητες των απεργιακών κινητοποιήσεων του ’90 με τις επικείμενες απεργιακές κινητοποιήσεις την επόμενη εβδομάδα.
           Με ένα πολιτικό σύστημα απαξιωμένο αλλά όχι ανίσχυρο, με μια κυβέρνηση που δεν διστάζει να επιδεικνύει την αυταρχικότητά της σ’ ένα οικονομικό περιβάλλον πλήρους εργασιακής ανασφάλειας, με το σύνολο των εργαζομένων με την πλάτη στον τοίχο οι αγωνιστικές διεκδικήσεις όλο και περιορίζονται ή διαλύονται μέσα στην απομόνωση και πολλές φορές και στην αντιπαλότητα επιμέρους κοινωνικών ομάδων. Οι κυβερνώντες στην πράξη έχουν επιδείξει την αυθαιρεσία τους και την αποτελεσματικότητα των αυταρχικών επιλογών τους. Χωρίς  τυπικά να καταργηθεί το δικαίωμα στην απεργία καταφέρνουν και  εξουδετερώνουν τα αποτελέσματά της, είτε με τον κοινωνικό αυτοματισμό είτε με την επιστράτευση.
            Σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον η  ΟΛΜΕ, η μεγαλύτερη σχεδόν ομοσπονδία εργαζομένων στο δημόσιο, με την ανακοίνωση της αύξησης του ωραρίου και των επιπτώσεων που αυτό θα έχει στις εργασιακές συνθήκες των μελών της εισηγείται στις γενικές συνελεύσεις των εκπαιδευτικών απεργία στις εξετάσεις, ελάχιστες μέρες πριν αυτές ξεκινήσουν. Και η κυβέρνηση, ακόμα και πριν ληφθεί η απόφαση για απεργία, δηλώνει την αποφασιστικότητά της για την ομαλή διεξαγωγή τους κάνοντας πράξη την πρόθεσή της  για επιστράτευση με την κήρυξη της απεργίας. Κι έτσι, και μόνο με την κήρυξη της απεργίας, οι μεν εκπαιδευτικοί θα έχουν δηλώσει απλώς τη διάθεσή τους για απεργία οι δε κυβερνώντες θα εφαρμόσουν και πάλι τρόπους αυταρχικής αντιμετώπισης των κοινωνικών προβλημάτων, έχοντας όμως τώρα και μια πειστική ιδεολογική κάλυψη των ενεργειών τους, το ενδιαφέρον και τη φροντίδα για τους μαθητές.
          Δεν είναι καινούργια η στάση που θέλει την καταδίκη των εκπαιδευτικών, γιατί δεν λογαριάζουν το άγχος των μαθητών τους, ανάγοντας σε κυρίαρχο ζήτημα τις εξετάσεις και μόνο αυτές. Και παλιότερα η επιλογή της στάσης αυτής προσφερόταν για αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης και για την μετατόπιση προβλημάτων και ευθυνών εκ μέρους των κυβερνώντων, που ξαφνικά συμμετείχαν στην αγωνία των μαθητών, ενώ αυτοί τη δημιουργούσαν και τη συντηρούσαν καταλογίζοντας όμως την  ευθύνη στους καθηγητές  που τη βιώνουν σε όλο το εργασιακό τους βίο. Η αναγωγή του εξεταστικού ζητήματος σε κυρίαρχο θέμα της εκπαιδευτικής διαδικασίας προδίδει τους στόχους του εκπαιδευτικού συστήματος, αποπροσανατολίζει την κοινή γνώμη και υποδηλώνει την αδιαφορία για την αντιμετώπιση των πραγματικών προβλημάτων της παιδείας.
             Και τώρα πάλι μιλούν για τα θύματα, τους μαθητές και τους γονείς. Μόνο που οι μαθητές και οι γονείς τους δεν είναι θύματα της απεργίας, είναι θύματα όλης αυτής της  πολιτικής χρόνων που τους διαμόρφωσε και μας διαμόρφωσε και τους εμποδίζει να διαμαρτυρηθούν και να  απαιτήσουν τα δικαιώματά τους. Οι εκπαιδευτικοί είναι υπόλογοι, γιατί αυτό που τώρα με αφορμή τις τελευταίες επιλογές της κυβέρνησης απαιτούν δεν το απαίτησαν νωρίτερα, δεν αγωνίστηκαν εδώ και τρία χρόνια, όταν  με τα μνημόνια απαξιώθηκε ολότελα η δημόσια εκπαίδευση κι αμφισβητήθηκαν  ιστορικά κατοχυρωμένα δικαιώματα και  έμειναν χωρίς όραμα και προοπτική οι ίδιοι και οι μαθητές τους.
            Τρία χρόνια τώρα ούτε οι εκπαιδευτικοί ούτε γενικότερα το σύνολο των  δημοσίων υπαλλήλων συμμετείχαν σε μια διαρκή διαδικασία κινητοποιήσεων κι έτσι τώρα η απεργία που αποφασίστηκε από το συνδικαλιστικό όργανο των καθηγητών μοιάζει χωρίς σχέδιο και  οργάνωση, μια απεργία που δεν συνδέεται με καμιά προετοιμασία ενός παρατεταμένου αγώνα, για ένα κλαδικό αίτημα που προβάλλεται σχεδόν αποκομμένα από τις κοινωνικές συγκρούσεις των τελευταίων χρόνων.  Και το σοβαρότερο, κοντεύουμε να καταλήξουμε σε προσομοίωση απεργιακού αγώνα.  Πριν ακόμα ξεκινήσει η απεργία υπογράφεται η επιστράτευση, πριν γίνει η επιστράτευση έχει γίνει αποδεκτή  ως η κατάληξη ενός αγώνα που δεν δόθηκε ποτέ  και μάλιστα ο πρόεδρος της ΟΛΜΕ δηλώνει πως «σε μια τέτοια περίπτωση μπορεί να γυρίσουμε με το κεφάλι ψηλά και να δούμε τους απολυμένους συναδέλφους μας στα μάτια». Αρκούν όμως μόνο να εκφράζονται  καλές προθέσεις για τη διεξαγωγή  του αγώνα; Αρκούν οι λεκτικές και μόνο κορώνες περί αξιοπρέπειας;
                Η δύναμη των εργαζομένων είναι η συλλογική στάση και δράση κι αυτό που μπορεί να κρίνει την έκβαση ενός αγώνα, την αντιστροφή αρνητικού κλίματος δεν είναι παρά η θέληση της βάσης των εργαζομένων να αντιδράσει. Για να συμβεί όμως αυτό πρέπει να έχει διασφαλιστεί η ενότητα όλων των εκπαιδευτικών, πρωτοβάθμιας-δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, να συνειδητοποιηθεί ότι δεν υπάρχουν  περιθώρια  ολιγωρίας και εφησυχασμού για αφύπνιση και  αγωνιστική δράση από την πλειοψηφία της βάσης των εκπαιδευτικών, να κατανικηθεί η ηττοπάθεια και η μοιρολατρία. Είναι γεγονός ότι υπήρχαν και υπάρχουν αγκυλώσεις, καχυποψίες, άγονες αντιπαραθέσεις, που το κράτος και ο εξαρτημένος συνδικαλισμός (ιδιαίτερα από τα κόμματα εξουσίας) εδώ και χρόνια εξέθρεψε και συνεχίζει ακόμα και τώρα,  που ανάγκασαν ή και διευκόλυναν τους εργαζόμενους εκπαιδευτικούς να στρέφονται στην απογοήτευση, την ιδιώτευση, την παραίτηση. Χρόνια  τώρα η επίθεση ενάντια στα εργασιακά δικαιώματα συμβαδίζει με αυτήν ενάντια στις δημοκρατικές και λαϊκές ελευθερίες. Η σοσιαλδημοκρατική διακυβέρνηση  τόσων χρόνων κατάφερε να εκμαυλίσει συνδικάτα, να προωθήσει τις θεωρίες της κοινωνικής συναίνεσης  οξειδώνοντας τις συνειδήσεις των εργαζομένων, απογυμνώνοντάς τους από κάθε πίστη σε οράματα  και αγωνιστικές διεκδικήσεις.
          Και ξαφνικά τώρα πώς  να τα υπερβούν όλα αυτά οι εργαζόμενοι εκπαιδευτικοί  χωρίς συμπαράσταση έμπρακτη  από συλλόγους γονέων, μαθητές, άλλους εργαζόμενους, χωρίς πίστη σε προοπτικές που ανοίγονται  και αποφασιστικότητα για αγώνα; Δεν αρκεί να αποφασίζεται μια απεργία ή όποια μορφή αγώνα, χωρίς να ερμηνεύεται  και να προσεγγίζεται  σωστά η πραγματικότητα. Δεν αρκεί μόνο  ο λόγος για να πραγματοποιηθεί ένας αγώνας.  Δεν αρκεί το κονταροχτύπημα με φράσεις, γιατί οι λέξεις αποκτούν το νόημά που τους δίνουν οι πράξεις. Κάθε εργαζόμενος   μαθαίνει στον αγώνα, η διδασκαλία του αγώνα γίνεται στην πράξη, η ηγεμονία της πρωτοπορίας  αποδεικνύεται, και δεν επιδεικνύεται, στην πράξη. Κι εξάλλου οι αγωνιστικές κινητοποιήσεις αποκτούν δυναμική  που δεν μπορεί να προβλεφθεί, όταν μάλιστα η κοινωνία είναι ένα εύφλεκτο υλικό. Μόνο που και στον κλάδο των εκπαιδευτικών όπως και σε όλη την κοινωνία ακόμα  δύσκολα μετασχηματίζεται η οργή, ο θυμός, η αγανάκτηση σε δράση.
             Τίποτε πια δεν είναι ακίνδυνο. Αυτή η απεργία είναι κίνδυνος, στο βαθμό που ακόμα και τώρα συνδέεται με μικροπολιτικές σκοπιμότητες, που δεν υπήρξαν απεργιακά βήματα, σχεδιασμένος αγώνας με διάρκεια, διακλαδικός συντονισμός και πανεργατική  συμπαράσταση,   αλλά είναι και ευκαιρία για  να δημιουργηθούν συλλογικότητες, για να διαλυθούν οι φόβοι, ν’ ανοίξει ο δρόμος για ν’ αποκοπούμε από θεωρίες και πρακτικές που λειτουργούν ως απορροφητικοί μηχανισμοί των κοινωνικών κραδασμών,  για να κινητοποιηθεί η συντριπτική πλειοψηφία των εκπαιδευτικών και να θέσει, πρωτοπόρα αυτή,  το δίλημμα για όλους τους εργαζόμενους: αγώνας ή παραίτηση.
            Το τι θα γίνει τελικά θα είναι και αποτέλεσμα του τι οι εκπαιδευτικοί αποδέχονται και τι όχι. Μπορεί μια προσομοίωση απεργίας, όπως μάλλον ξεκίνησε, να μετασχηματιστεί σε πραγματικό αγώνα;

Πέμπτη 9 Μαΐου 2013

ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗ ΠΟΙΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ



         Ο υπουργός Δικαιοσύνης  Α. Ρουπακιώτης δήλωσε ότι νομοσχέδιο που επιβάλει ποινικές κυρώσεις εναντίον εκείνων που δημόσια προκαλούν ρατσιστικού χαρακτήρα βιαιοπραγίες θα έχει κατατεθεί στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής ως την Παρασκευή.
       Ένας ακόμα νόμος που μάλλον θα συντελέσει στην παρεμπόδιση της  κατανόησης  γεγονότων της κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας, όπως είναι το μέγα πρόβλημα του ρατσισμού  και κατ’ επέκταση του  φασισμού,  από την πλειοψηφία των εργαζομένων και όχι στην παρεμπόδιση της ανάπτυξής τους. Έχοντας δώσει ιδιαίτερη βαρύτητα στην επικοινωνιακή πολιτική, αυτός ο νόμος θα αποτελέσει για τους κυβερνώντες ισχυρό επιχείρημα για απόδειξη  των αντιρατσιστικών και αντιφασιστικών φρονημάτων τους, αφήνοντας όμως αναπάντητο το ερώτημα ποιος δημιουργεί τις συνθήκες και ποιος προκαλεί την εκκόλαψη του φασισμού.
              Μετά την εκλογική άνοδο της Χρυσής Αυγής  θεώρησαν όλοι οι πολιτικοί, οι καλλιτέχνες, οι τεχνοκράτες κλπ.  σχεδόν υποχρέωσή τους να εκφράζουν τη φρίκη τους για  τα κακουργήματα των μελών του φασιστικού μορφώματος με την καθαρή ρατσιστική φρασεολογία.  Υπάρχει οργή, θυμός, αποτροπιασμός για τη ρατσιστική συμπεριφορά και οι κυβερνώντες μ’  αυτό το νομοσχέδιο θέλουν να δείξουν την αποφασιστικότητά τους, να μη μείνουν στην καταγγελία, αλλά να προχωρήσουν σε πράξεις περιορισμού του φασισμού. Κι εφόσον η πλειοψηφία διψά για χονδροειδείς απλουστεύσεις  της προσφέρουν τις «ποινικές κυρώσεις εναντίον εκείνων που προκαλούν δημόσια ρατσιστικού χαρακτήρα βιαιοπραγίες», ώστε η κυριαρχούσα γνώμη να μη καταρρεύσει, όταν η οργή και ο θυμός αυξηθούν εξαιτίας της οικονομικής εξαθλίωσης και κοινωνικής απαξίωσής μας, αλλά   να επικεντρωθεί στον σωστό αντίπαλο που το ίδιο το νομοσχέδιο προσδιορίζει –τους φασίστες τύπου Χ.Α. Κι έτσι θα αναπαράγονται οι  κατευθυνόμενες αντιδράσεις και  θα ενισχύονται και από τα αισθήματα ανθρωπισμού  που πρέπει να έχουμε ιδιαίτερα για κάθε άτομο που είναι διαφορετικό,  αποκομμένα όμως από το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται. Αφού καλλιεργήθηκε  η ενοχή στο μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού, μη μπορώντας πια η συνεχιζόμενη πολιτική αναλγησία των κυβερνώντων να αποδοθεί  μόνο σε λανθασμένες δικές μας συμπεριφορές υποδεικνύουν σαν αντίπαλο, που είναι βέβαια, το φασίστα της Χ.Α, όχι όμως  της Νέας Δημοκρατίας, τον Κασιδιάρη, όχι όμως τον Βορίδη.
         Τρία χρόνια απ’ όταν άρχισε η οικονομική μας εξαθλίωση να εξαπλώνεται, μοιάζει οι κραυγές οργής  και διαμαρτυρίας να καταλαγιάζουν, παρόλο που η εξαθλίωση σχεδόν γίνεται καθολική, σαν όσο πιο μεγάλη γίνεται να καταντά αθέατη, γιατί ακριβώς αποστρέφουμε από κει το βλέμμα μας. Ίσως γιατί πιστέψαμε στον κυρίαρχο λόγο  πως δεν υπάρχει  καμιά δυνατότητα επέμβασής μας, νομίζουμε πως ζούμε ένα φριχτό φαινόμενο χωρίς διαπιστώσιμες αιτίες, που παρουσιάστηκε ξαφνικά κι ελπίζουμε πως πάλι ξαφνικά θα εξαφανιστεί. Αυτή όμως η βεβαιότητα, να κατατάσσουμε την πολιτική αναλγησία και οικονομική επιλογή στα φυσικά φαινόμενα,  δεν μπορεί να μας πάει πιο μακριά από το να αναπαράγουμε κατευθυνόμενες αντιδράσεις. Κι αυτό το νομοσχέδιο ενάντια στη ρατσιστική βία συντελεί σ’ αυτό. Περισσότερο χρησιμοποιείται σαν ένα οδόσημο στην  πορεία που θα πρέπει να ακολουθήσει η διαμαρτυρία μας  για να στοχεύσει στο στόχο που μας υποδεικνύουν, τους φασίστες της Χ.Α, που η αντιμετώπισή τους είναι κυρίως ζήτημα νομικό, παρόλες τις περι αντιθέτου διακηρύξεις του υπουργού Δικαιοσύνης.
          Εφόσον πια  οι κυβερνώντες δεν έχουν να μας προσφέρουν πολλά, μας διαπαιδαγωγούν έτσι ώστε να αποτραπεί ο κίνδυνος της ανατροπής και της προκλήσεως μιας καταστροφικής απορρύθμισης για την κοινωνική συναίνεση. Αναμένονται πολλά από τον επηρεασμό της σκέψης προς την επιθυμητή κατεύθυνση και την εμπέδωση συγκεκριμένων αισθημάτων. Δεν μπορούν λοιπόν να μας προσφέρουν αξιοπρεπή διαβίωση και  μας καλλιεργούν την ανταγωνιστικότητα, προκαλούνται  θύματα από την ασκούμενη πολιτική τους  και πρέπει να καλλιεργήσουν  το πνεύμα της θυσίας, οι αποφάσεις τους καταστρέφουν τον κοινωνικό ιστό και  μιλάνε για αλληλεγγύη. Η κρίση  δεν θα πρέπει σε καμιά περίπτωση να θεωρηθεί ότι δεν μπορεί να επιλυθεί παρά μόνο με τη ριζική μεταμόρφωση της κοινωνίας, ότι δηλ. ο ίδιος ο καπιταλισμός είναι υπεύθυνος για τις αθλιότητες και το οικονομικό χάος. Γι' αυτό και  ο αποτροπιασμός των κυβερνώντων  για τα κακουργήματα των μελών της Χ.Α δεν οδηγεί σε προβληματισμό και αναζήτηση για τις ρίζες του κακού, που βρίσκονται στις καπιταλιστικές σχέσεις  και τις βάρβαρες μεθόδους  με τις οποίες οι σχέσεις αυτές προασπίζονται.    Ψηφίζοντας λοιπόν νόμους ενάντια στο ρατσισμό και των φορέων που απροκάλυπτα τις υπερασπίζονται, το κυρίαρχο σύστημα όχι μόνο κρατά αποστάσεις απο τους φασιστες, αλλά, αθωώνοντας τον καπιταλισμό,  θέλει να αναδειχτεί και ο βασικός πολέμιός τους, την ίδια στιγμή που στρατόπεδα συγκέντρωσης γεμίζουν την Ευρώπη και τα μεροκάματα συμπιέζονται έως εξαφανίσεως, εξαθλιώνοντας μετανάστες και… ιθαγενείς. Το κυρίαρχο σύστημα προς το παρόν έχει την πολυτέλεια να αγανακτεί για τα κακουργήματα των φασιστών, εξασφαλίζοντας ένα ατράνταχτο άλλοθι απέναντι σε κατηγορίες ότι δεν αντιτίθεται, αλλά συμμετέχει στην επικράτηση εκείνων των συνθηκών  που καθιστούν αναγκαία για το καθεστώς τη ρατσιστική βαρβαρότητα.
         Οι  κυρίαρχες τάξεις θα αποστρέφονται  τις  θηριωδίες του φασισμού όσο αυτές  δεν είναι απαραίτητες για την υπεράσπιση του  καπιταλιστικού συστήματος. Όταν όμως οι εργατικές μάζες μέσα από την εξαθλίωση ορθώσουν το ανάστημά τους  εναντίον του οικονομικού συστήματος, τα δημαγωγικά και συγκεχυμένα προγράμματα των φασιστών, δήθεν αντικαπιταλιστικά, που ή ίδια η άρχουσα τάξη με νομοσχέδια έχει  στραφεί εναντίον τους, άρα δίνουν την εντύπωση των αντισυστημικών, θα κερδίσουν, όπως ήδη άρχισε να γίνεται, μεγάλο μέρος αυτών των μαζών. Μ’ αυτόν τον τρόπο ανακόπτεται σε ένα μεγάλο ποσοστό  η μετατόπιση και ο προσανατολισμός σε σοσιαλιστικές και κομμουνιστικές ιδέες, ενώ η αντιμετώπιση  με ποινικά μέσα πολιτικών αντιλήψεων, ακόμα κι αν είναι ρατσιστικές, ανοίγει επικίνδυνα μονοπάτια ποινικοποίησης πολιτικών ιδεών που στρέφονται εναντίον του ισχύοντος συστήματος. Μετά έρχεται η σειρά των κομμουνιστικών;
       Υπάρχει πάντα η υποψία  ότι, όπως στη δεκαετία του ’90 η έννοια της τρομοκρατίας χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογήσει κάθε είδους ιμπεριαλιστικές ενέργειες, στα χρόνια της ύφεσης, ο κατάλληλος χειρισμός  των φασιστικών ιδεών μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη διάσωση του καπιταλισμού χωρίς μάλιστα να καταφύγει το κυρίαρχο σύστημα απροκάλυπτα στην υιοθέτησή τους.  
      Χωρίς αγώνα  για να φραχτεί και να στερέψει η πηγή της βαρβαρότητας, δηλ. το καπιταλιστικό σύστημα, κανείς δεν μπορεί σήμερα να είναι συνεπής αγωνιστής κατά του φασισμού χωρίς να ταλαντεύεται στο μέτρο που ξεθωριάζει η ελπίδα ότι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής μπορεί να διασωθεί χωρίς βαρβαρότητες.

Τρίτη 7 Μαΐου 2013

ΘΕΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΙΣΙΟΔΟΞΑ

            Η κατανόηση,  από την πλευρά μας, της ίδιας της φύσης των συμφερόντων των πολιτικών σχημάτων  που υποστήριξαν και προώθησαν την πολιτική της οικονομικής μας εξαθλίωσης, εκπορευόμενης από  ευρωπαϊκά και διεθνή κέντρα, δείχνει να περνάει μέσα από την άνοδό τους στην εξουσία. Εκεί, στη συνάντηση με την ταξική πραγματικότητα  από τη σκοπιά της διαχείρισης του καθεστώτος, αυτά αποκαλύπτουν ξανά  τα ταξικά χαρακτηριστικά τους  και τις αντιδραστικές καταβολές τους και εμείς βιώνουμε για πολλοστή φορά διάλυση των ψευδαισθήσεων και της ζωής μας. Είναι μια επώδυνη επανάληψη,  εκεί, στην πράξη να ανακαλύπτουν πάλι και πάλι  πως οι επενδύσεις  χρειάζονται κίνητρα –και η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων θεωρείται ένα από τα βασικά-, η εργατική δύναμη έλεγχο και πειθαρχία –οι νόμοι για εξουδετέρωση των αντιδράσεων προσφέρουν τη δημοκρατική κάλυψη- και γενικά πως ασκούν την εξουσία για να χρησιμοποιήσουν τη δύναμη του κράτους προς όφελος του κεφαλαίου.
           Και μοιάζει σαν εμείς  να χρειάζεται κάθε φορά να μαθαίνουμε από την αρχή, συνέχεια να παγιδευόμαστε από την προπαγάνδα  της εξουσίας σ’  ένα συντηρητισμό που  μας γεμίζει φόβο και δέος μπροστά στις συγκρούσεις που θα προκύψουν αναπόδραστα, παρόλο που η   κρίση της οικονομίας  με την ανατροπή του πολιτικού σκηνικού οδήγησε σε νέες συναινετικές διαδικασίες στα αστικά κόμματα, -και  τα αυτοδιαφημιζόμενα  αριστερά δεν εξαιρούνται. Και μένει το κομμουνιστικό κόμμα, για το οποίο προέχει  μέσα σε όλη τη διαδικασία των ανακατατάξεων η σύνδεσή του με τους εργαζόμενους και τους αγώνες τους, η απόρριψη του συναινετικού πλαισίου, δηλ. μια πολιτική που αποσκοπεί στο να το καταστήσει αντίπαλο  στις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που έχουν ευθύνη της εξουσίας και της εξαθλίωσής μας.
           Η πολιτική πραγματικότητα στην Ελλάδα του  2013 είναι ιδιαίτερα σκληρή.  Το ΠΑΣΟΚ με το μεταπολιτευτικό προσωπείο του σοσιαλιστικού κόμματος  πέτυχε τη συναίνεση στην έναρξη της πολιτικής της αποδόμησης κάθε κατάκτησης των εργαζομένων τα τελευταία σαράντα χρόνια, η Νέα Δημοκρατία με τη βοήθειά του και την έγκριση του πολιτικού μορφώματος υπό του Κ. Κουβέλη (που σφετερίζεται το όνομα αριστερά) διαλύει κάθε ψευδαίσθηση που μπορεί ακόμα να είχαμε για έστω και υποτυπώδη  ασφάλεια και σιγουριά για την αντιμετώπιση του αβέβαιου   παρόντος και του άγνωστου μέλλοντος. Στην αντιπολίτευση κυριαρχεί ένας συνασπισμός  της αριστεράς, ο ΣΥΡΙΖΑ, που με τις ιδεολογικές και πολιτικές πιρουέτες του φροντίζει να απαξιώνει όσα επαγγέλλονται οι αριστεροί κι έτοιμος να συμπράξει με ένα παρακλάδι της δεξιάς, ενώ καραδοκεί ένα φασιστικό μόρφωμα, που απειλεί, προς το παρόν, τους πιο αδύναμους. Και όλοι, του κομμουνιστικού κόμματος εξαιρουμένου, θεωρούν τον καπιταλισμό ανίκητο, αφού στη μακραίωνη ιστορία του όχι μόνο μπόρεσε να αντισταθεί στις επιθέσεις σοσιαλιστών και κομμουνιστών αλλά κατάφερε  πολλούς να τους ενσωματώσει, να τους μετατρέψει σε ιδεολογικά στοιχεία  της αναπαραγωγής του. Εξάλλου σοσιαλιστικά κόμματα διαχειρίστηκαν για χρόνια και διεύρυναν τις καπιταλιστικές σχέσεις  παραγωγής στην Ευρώπη και στη χώρα μας. Και τώρα  ακόμα συνεχίζονται τα παραπλανητικά συνθήματα για ανάπτυξη, εξυγίανση, αναδιάρθρωση κλπ.  που συγκαλύπτουν προθέσεις  τόσο για την καταβαράθρωση όλων των κατακτήσεων των εργαζομένων όσο και  για  την οργάνωση αυταρχικού κράτους με αναγόρευση του τεκμηρίου ενοχής  σε πάγιο ρυθμιστή των κοινωνικοοικονομικών προβλημάτων (η έναρξη, νομοθετημένα,  γίνεται από τους δημοσίους υπαλλήλους)
         Οι ίδιοι οι ασκούντες βέβαια την εξουσία συνεχίζουν τα σχέδια επί χάρτου και με μια εξοργιστική πια …αφέλεια κάνουν μια εντελώς ειδική ανάγνωση της πραγματικότητας, η οποία δικαιώνει τις  επιλογές τους. Χωρίς να πτοούνται από τις αλλεπάλληλες διαψεύσεις τους για την επερχόμενη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης  των …υπηκόων τους εκφράζουν την ικανοποίησή τους για τη θετική έκθεση του ΔΝΤ αλλά δεν εφησυχάζουν γιατί έχουμε  μεγάλη απόσταση να διανύσουμε, κατά Γ. Στουρνάρα, ο οποίος   συν τοις άλλοις δηλώνει ότι «ελληνικός λαός αναγνωρίζει πως υπάρχει "φως στην άκρη του τούνελ" και για το λόγο αυτό έχει σταματήσει να διαμαρτύρεται και να διαδηλώνει».  Όμως  ακόμα κι αν η όποια αντίδρασή μας δεν ακολουθεί τις φαρδιές λεωφόρους των επιθυμιών μας, αυτό σίγουρα  δεν γίνεται για τους λόγους που δικαιώνουν το Γ. Στουρνάρα.
             Αντίθετα, η ταξική πάλη συνεχίζει να διεξάγεται παντού, ακόμα κι αν αλλάζει μορφές, βαθμίδες, πρόσωπα κλπ. Αρκεί να μην  ξεχάσουμε ότι για  να είναι η όποια αντίστασή μας αποτελεσματική, για να διαμορφωθεί ένα επαναστατικό κίνημα χρειάζεται η επαναστατική θεωρία,  για   να βαθαίνουμε τις αναλύσεις μας  μέσα από την καθημερινή δράση. Γι’  αυτό, όσο πιο επιθετικό γίνεται το καπιταλιστικό σύστημα  το κομμουνιστικό κόμμα που θα επιμένει στη θεωρία του, θα μοχθεί για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα εκεί που ανακύπτουν με τα μέσα τα οποία τα ίδια τα προβλήματα απαιτούν μπορεί να ωθήσει με τη δράση του τις μάζες να αγωνιστούν, αλλά και να κατανοήσουν αυτό που κάνουν, αναγνωρίζοντας την αλληλεπίδραση των αντικειμενικών περιστάσεων  και της ανθρώπινης δραστηριότητας. Αλλιώς, υπάρχει ο κίνδυνος να  εξαφανιστούμε πάλι μέσα σ’ ένα μεσσιανισμό αναζητώντας σωτήρες εκεί ακριβώς που εδραιώνεται η καθεστηκυία τάξη του καπιταλιστικού συστήματος.
         Ο συνδυασμός του «Χριστός Ανέστη» με τον εθνικό ύμνο τη βραδιά της ανάστασης  στην Αθήνα και τα συγχαρητήρια του αρχηγού ΓΕΕΘΑ στα τμήματα των Στρατιωτικών Σχολών που έψαλλαν λεβέντικα (χαρακτηρισμός του ίδιου) τον Εθνικό Υμνο το βράδυ στην Ανάσταση δείχνει τις πολλές εναλλακτικές που το ίδιο το σύστημα μπορεί να προτείνει, για να παραμείνει αλώβητο.

Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑ



               Τρία χρόνια μετά το μνημόνιο οι συγκεντρώσεις για την εργατική πρωτομαγιά δεν ήταν σε όγκο και παλμό αντίστοιχες του μεγέθους την καπιταλιστικής επίθεσης που δεχόμαστε.
            Φαίνεται  σαν η εργατική τάξη, παραιτημένη από μια  προσπάθεια χωρίς απτά αποτελέσματα, να αφήνεται να χρησιμοποιηθεί  για την αναδιάρθρωση που χρειάζεται και επιβάλλει το κυρίαρχο σύστημα. Φαίνεται σαν ο περιορισμός, σχεδόν μέχρι εξαφανίσεως,  της εργασίας  πλήρους απασχόλησης να προσδιορίζει τη φύση της  οργάνωσης, τα επίπεδα  και τη μαζικότητα της συλλογικής δράσης.   Φαίνεται σαν η ανεργία μη έχοντας ακόμα  ως συνέπεια πολιτικές και κοινωνικές αναταραχές ν’ αφήνει τους καπιταλιστές σχεδόν αδιάφορους. Κι όλοι οι απελπισμένοι να γαντζώνονται από όποια σανίδα σωτηρίας τους πετά κάθε φορά το κυρίαρχο σύστημα. Κι είναι εδώ η καταλυτική συμβολή της μαρξιστκής σκέψης για γνώση της εργατικής πραγματικότητας, που ερμηνεύει  τη συμπεριφορά των τάξεων με βάση τελικά τη υλική τους υπόσταση.
    « Ο εργάτης είναι η υποκειμενική εκδήλωση του γεγονότος ότι το κεφάλαιο είναι ο άνθρωπος ολοκληρωτικά  χαμένος για τον εαυτό του, όπως το κεφάλαιο είναι η αντικειμενική εκδήλωση του γεγονότος ότι η εργασία είναι ο άνθρωπος χαμένος για τον εαυτό του. Ο εργάτης όμως έχει το μειονέκτημα  να είναι ζωντανό  κεφάλαιο, κι επομένως  κεφάλαιο με ανάγκες- κεφάλαιο που χάνει τον τόκο του, άρα και τη ζωντάνια τους, κάθε στιγμή που δεν εργάζεται. Η αξία του εργάτη σαν κεφάλαιο αυξάνεται σύμφωνα με την προσφορά  και τη ζήτηση. Ακόμα και υλικά η ύπαρξή  του, η ζωή του εθεωρείτο και θεωρείται προσφορά ενός εμπορεύματος όπως κάθε άλλου.  Ο εργάτης παράγει το κεφάλαιο, το κεφάλαιο παράγει αυτόν- κι επομένως αυτό παράγει τον εαυτό του, κι ο  άνθρωπος σαν εργάτης, σαν εμπόρευμα, είναι το προϊόν όλου αυτού του κύκλου. Για τον άνθρωπο που δεν είναι τίποτα παραπάνω από εργάτης –για τον άνθρωπο σαν εργάτη- οι ανθρώπινες ιδιότητές του υπάρχουν μόνο στο βαθμό που υπάρχουν για κεφάλαιο αλλότριο προς αυτόν. Επειδή όμως  ο άνθρωπος και το κεφάλαιο  είναι ξένα μεταξύ τους, κι έτσι διατηρούν μιαν αμοιβαία  αδιάφορη, εξωτερική και τυχαία σχέση, είναι αναπόφευκτο  ότι αυτή η αλλοτριότητα θα πρέπει επίσης να εμφανίζεται  σαν κάτι πραγματικό. Από τη στιγμή  λοιπόν που το κεφάλαιο (από ανάγκη ή  καπρίτσιο) πάψει πια να υπάρχει  για τον εργάτη, αυτός καθαυτός δεν υπάρχει πια για τον εαυτό του: δεν έχει  καμιά εργασία, άρα κανένα μισθό, και καθώς δεν υπάρχει σαν ανθρώπινο όν παρά μόνο σαν εργάτης, μπορεί να σκάψει τον τάφο του και να θάψει τον εαυτό του, να πεινάσει  μέχρι θανάτου κλπ. Ο εργάτης  υπάρχει σαν  εργάτης  μόνο όταν υπάρχει  για τον εαυτό του σαν κεφάλαιο. Και υπάρχει σαν κεφάλαιο μόνο όταν  κάποιο κεφάλαιο υπάρχει  γι’  αυτόν. Η ύπαρξη του κεφαλαίου είναι η ύπαρξή του, η ζωή του. Μια και καθορίζει το περιεχόμενο της ζωής του με τρόπο αδιάφορο σ’  αυτόν.
     Η πολιτική οικονομία λοιπόν δεν αναγνωρίζει το μη απασχολούμενο εργάτη, την εργαζόμενο, όσο αυτός τυχαίνει να βρίσκεται  έξω από τούτη την εργασιακή σχέση. Ο κλέφτης, ο απατεώνας, ο μπαγαμπόντης, ο ζητιάνος κι ο άνεργος, ο πεινασμένος, εξαθλιωμένος κι εγκληματίας εργαζόμενο- πρόκειται για μορφές που δεν υπάρχουν για την πολιτική οικονομία, αλλά μονάχα για τα μάτια του γιατρού, του δικαστή, του νεκροθάφτη, του   δικαστικού κλητήρα κλπ. οι μορφές αυτές είναι φαντάσματα έξω από το χώρο  της πολιτικής οικονομίας. Γι’  αυτήν λοιπόν, οι ανάγκες του εργάτη είναι μοναχά μια ανάγκη- να συντηρηθεί ενώ εργάζεται όσο μάλιστα είναι απαραίτητο για να εμποδιστεί η εξαφάνιση της ράτσας των εργατών. Οι μισθοί της εργασίας έχουν επομένως ακριβώς την ίδια σημασία με την διατήρηση και τη συντήρηση κάθε άλλου  παραγωγικού οργάνου ή με την κατανάλωση κεφαλαίου γενικά, που απαιτείται για την αναπαραγωγή  του με τόκο. Η με το γράσσο που λαδώνουνε τους τροχούς  για να εξακολουθούν  να γυρίζουν. Οι μισθοί επομένως ανήκουν στις αναγκαίες δαπάνες του κεφαλαίου και του καπιταλιστή κα δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα όρια αυτής της αναγκαιότητας…
 Η παραγωγή δεν παράγει απλώς τον άνθρωπο σαν εμπόρευμα, το ανθρώπινο εμπόρευμα, τον άνθρωπο στο ρόλο του εμπορεύματος. Τον παράγει προσαρμοσμένο σ’ αυτόν τον ρόλο σαν πνευματικά και φυσικά απανθρωποιημένο όν. – ανηθικότητα, παραμόρφωση και αποβλάκωση των εργατών  και των καπιταλιστών.- το προϊόν της είναι το αυτό-συνείδητο και αυτενεργό εμπόρευμα… το ανθρώπινο εμπόρευμα.
                                             (  Κ. Μαρξ: «Χειρόγραφα 1844», Διεθνής Βιβλιοθήκη)