Τετάρτη 23 Μαρτίου 2022

ΟΨΕΙΣ ΙΔΙΟΥ ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΣ

Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία έχει προκαλέσει μια ταχεία καταδίκη από το σύνολο των δυτικών δημοκρατιών, με άμεσες κυρώσεις που στοχεύουν ρωσικές τράπεζες και  στρατιωτικές εξαγωγές, χωρίς να υπολείπεται και ο αποκλεισμός της Ρωσίας από πολιτιστικές  και αθλητικές εκδηλώσεις. Η ταχύτητα μιας τέτοιας διεθνούς,  που σημαίνει δυτικής αμερικανοκαθοδηγούμενης,  ανταπόκρισης δεν μπορεί παρά να προβληματίσει σχετικά με την έλλειψη μιας τέτοιας αντίδρασης  σε άλλες συγκρούσεις σε όλον τον κόσμο. Γι’ αυτό και μοιάζει αυτονόητο ειδήμονες των μέσων ενημέρωσης, δημοσιογράφοι και πολιτικές προσωπικότητες, να κατηγορούνται για διπλά κριτήρια, καθώς χρησιμοποιούν τα μέσα ενημέρωσης για να εγκωμιάζουν την ένοπλή αντίσταση της Ουκρανία στα ρωσικά στρατεύματα, αλλά και να  καλλιεργούν τον αποτροπιασμό για το πώς μια τέτοια σύγκρουση είναι δυνατό να συμβεί σε ένα πολιτισμένο έθνος. Είναι που η ευαισθησία μας δεν ενεργοποιείται για χώρες όπως το Ιράκ, το Αφγανιστάν ή η Συρία, όπου οι πόλεμοι, που τους  εξάγει η Δύση,  μαίνονται για δεκαετίες. Γιατί αυτοί  δεν αφορούν ούτε επηρεάζουν άμεσα τις δυτικές δημοκρατίες του καπιταλισμού και τους λευκούς Ευρωπαίους, προς δόξαν του ρατσισμού που η Δύση αποκηρύσσει λεκτικά. Η Ουκρανία όμως θεωρείται μια σχετικά πολιτισμένη, σχετικά ευρωπαϊκή χώρα, ακριβώς γιατί θα πρέπει να διαχωριστεί από τη Ρωσία, που θεωρείται πια το διαφορετικό και ξένο. Οι αντίπαλοι συνασπισμοί πρέπει να οριοθετηθούν για να στοιχηθούν και οι λαοί από πίσω τους δίνοντας το αίμα και τις σάρκες τους. 
        Και καθώς οι πόλεμοι, οι τρομοκρατικές επιθέσεις, οι εξεγέρσεις και οι αντιλήψεις μας για όλα τα μεγάλα παγκόσμια γεγονότα επηρεάζονται έντονα από τις εικόνες που βλέπουμε γι’ αυτά, η επιρροή των μέσων ενημέρωσης είναι καθοριστική για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος ήταν η πρώτη μεγάλη σύγκρουση που φωτογραφήθηκε και παρουσιάστηκε σε εφημερίδες, ενώ το φωτορεπορτάζ και η κινηματογράφηση διαδόθηκαν ευρέως κατά τη διάρκεια του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου. Μερικές δεκαετίες αργότερα ο πόλεμος του Κόλπου ήταν ο πρώτος που μεταδόθηκε ζωντανά από την τηλεόραση,  εστιάζοντας μόνο στο τεχνικό μέρος της διεξαγωγής του, σαν ένα βιντεοπαιχνίδι, όπου οι απώλειες και η οδύνη των ανθρώπων  στον πόλεμο διαγράφονται σαν να μην υπάρχουν. Και μετά από μια δεκαετία στη συλλογική μνήμη καταγράφηκαν ζωντανά τα πλάνα του αεροπλάνου που χτυπά τον πύργο του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου. Οι εικόνες λοιπόν δεν μας πληροφορούν  απλώς για παγκόσμια γεγονότα που δεν μπορούμε να δούμε άμεσα, αλλά διαμορφώνουν επίσης την κατανόηση και την εμπλοκή μας με τον ανθρώπινο πόνο που απεικονίζουν.                                                                                  Γι’ αυτό και σ’ αυτόν τον πόλεμο της Ουκρανίας έχει οργανωθεί μια τεράστια επιχείρηση των μέσων ενημέρωσης για να κατασκευαστεί η πραγματικότητα που θα μας πείσει για το δίκιο της πολιτικής των ΗΠΑ και της ΕΕ. Κι επειδή τις τελευταίες δεκαετίες η πλειοψηφία των μέσων ενημέρωσης ξανοίγονται σε μεγάλες δουλειές στα χέρια ολιγαρχών επενδυτών, η εξουσία πια δεν χρειάζεται να εισβάλει στα περισσότερα δημοσιογραφικά γραφεία, αφού τα τελευταία ταυτίζονται με  τα γραφεία της κυρίαρχης εξουσίας των καπιταλιστών που κατέχουν τα μέσα ενημέρωσης. Και οι πιο πολλοί δημοσιογράφοι χωρίς καν ηθικό έρεισμα, έχοντας αναγνωρίσει ό,τι αξίζει να πουληθεί, συμπεριφέρονται σαν υπάλληλοι που ακολουθούν οδηγίες των εργοδοτών τους, καταρρίπτοντας τον μύθο για την ανεξαρτησία της τέταρτης εξουσίας που ελέγχει την εκτελεστική. Κι επειδή η κοινή γνώμη αποδεικνύεται εξαιρετικά ασταθής, η χειραγώγησή της μπορεί να είναι αποτελεσματική ιδιαίτερα όταν χρησιμοποιείται από κυβερνώντες που ενσωματώνουν την ισχύ της κυρίαρχης τάξης στη δράση τους.  Με τον ουκρανικό λοιπόν πόλεμο αποκαλύπτεται  πως τα μέσα ενημέρωσης λιγότερο ενημερώνουν για τις εξελίξεις και περισσότερο ανακυκλώνουν εικόνες και πληροφορίες που αντιστοιχούν σε προπαγανδιστικές επιχειρήσεις και αντανακλούν πολύ αμυδρά την πραγματικότητα.
       Σ’ αυτήν την πραγματικότητα, η προοπτική ενός εξαιρετικά επικίνδυνου και καταστροφικού πολέμου για όλους τους λαούς της περιοχής είναι εξαιρετικά υψηλή και ανησυχητική. Η επιθυμία  των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, που ήταν εχθρικά σε διεκδικήσεις των ανθρώπων για βελτίωση της ζωής τους για περισσότερο από εβδομήντα χρόνια και πρωταγωνιστούσαν στη διάλυση χωρών  και στην καταστροφή τους, για να περικυκλώσουν τη Ρωσία, άνοιξαν το δρόμο για τις σημερινές συγκρούσεις. Από την άλλη, ως ένα βαθμό, ο λόγος του Πούτιν  συναντά ευκαιριακά τις ανησυχίες που βιώνουν οι δυτικές κοινωνίες. Ανησυχίες που ξεπηδούν από το φόβο, που δεν βλέπει τις αιτίες στον καπιταλιστικό τρόπο οργάνωσης της παραγωγής, τον οποίο ενεργοποιεί η παγκοσμιοποίηση για τυποποίηση  και έλεγχο της κοινωνίας, ομογενοποίηση  και φτωχοποίηση του τρόπου ζωής. Και αναζητείται  η αιτία στη  λήθη των παραδόσεων και στον κίνδυνο για  την εύρυθμη λειτουργία της δημοκρατίας. Τα λαϊκιστικά κόμματα, που αλληθωρίζουν προς το φασισμό, και όλο και περισσότεροι διανοούμενοι επικρίνουν την αδυναμία ή τη διαφθορά των ηγετών, την ανοχή που έχει γίνει εφησυχασμός απέναντι στις μειονότητες, τη λήθη των χριστιανικών ριζών της ηπείρου, την πτώση του πατριωτικού πνεύματος, την αποσύνθεση της εθνικής ταυτότητας. Ο λόγος λοιπόν του Πούτιν, όπως και αυτός του Τραμπ, παρουσιάζεται ως αυτός που αντιτίθεται στην πολιτική ορθότητα, ως  αυτός που εκφράζει τον άνθρωπο του λαού που «λέει τα πράγματα με το όνομά τους». Παρουσιάζει τη Ρωσία ως το προπύργιο ενάντια στην αμερικανικού τύπου τυποποίηση του κόσμου.
        Μόνο που  η πολιτική του ΝΑΤΟ κι εκείνη της Ρωσίας είναι οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος, που δεν ξεπερνά τις καπιταλιστικές αντιθέσεις και τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς.  Για το σκοπό αυτό ενεργοποιείται ξανά η ευρωπαϊκή ενότητα ενάντια στη ρωσική ετερότητα. Η Ρωσία του Β. Πούτιν προσφέρει μια εναλλακτική στον άγριο καπιταλιστικό φιλελευθερισμό  εν μέσω κρίσης, χωρίς αυτός να απειλείται.  Και η Δύση τον ονοματίζει εχθρό της και οι ελεύθεροι αστοί πλειοδοτούν σε χαρακτηρισμούς εναντίον του, απαιτώντας από όλους δηλώσεις νομιμοφροσύνης, ότι καταδικάζουν την εισβολή,  για να έχουν το δικαίωμα εκφοράς γνώμης για τον Ουκρανικό πόλεμο. Κι έτσι η σύγκρουση μετατοπίζεται στο πεδίο που επιθυμούν οι ιμπεριαλιστές, με τους λαούς να βρίσκονται με την πλάτη στον τοίχο, καθώς σταδιακά μορφοποιείται  ο εχθρός και καλλιεργείται το μίσος που θα κάνει πρόθυμους τους λαούς να σκοτωθούν για τα συμφέροντα των ιμπεριαλιστών, αλλά εν ονόματι της δημοκρατίας και της ελευθερίας.

                

 

Πέμπτη 17 Μαρτίου 2022

ΑΠΗΧΗΣΕΙΣ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ


Από την Ουκρανία, τρεις εβδομάδες μετά τη ρωσική εισβολή  συγκεχυμένες είναι  οι  πληροφορίες για τα τεκταινόμενα στο μέτωπο του πολέμου και συνεχείς οι αλληλοκατηγορίες μεταξύ Ρώσων και Ουκρανών για επιθέσεις σε αμάχους, των οποίων η δραματική κατάσταση κορυφώνεται. Στην πολιορκούμενη Μαριούπολη το δημοτικό συμβούλιο ανακοίνωσε βομβαρδισμό του θεάτρου, όπου είχαν βρει καταφύγιο άμαχοι, ενώ η Ρωσία με ανακοίνωσή της διέψευσε πως βομβάρδισε το κτίριο. Ο Πρόεδρος Μπάιντεν ανακοίνωσε επιπλέον 800 εκατομμύρια δολάρια σε βοήθεια για την ασφάλεια, για να βοηθήσει την Ουκρανία να αμυνθεί κατά της εισβολής της Ρωσίας, λίγες ώρες αφότου ο Πρόεδρος Β. Ζαλέσκι έκανε μια ακόμα έκκληση για βοήθεια στο Κογκρέσο των ΗΠΑ, μια από τις δεκάδες παθιασμένες που επαναλαμβάνει τακτικά. Παρόμοια μίλησε την επόμενη μέρα  και στη Γερμανική Βουλή, κατηγορώντας τους Γερμανούς για τις οικονομικές σχέσεις με το Ρώσο πρόεδρο και απαιτώντας στρατιωτική υποστήριξη, εν μέσω χειροκροτημάτων. Συμβολικά γεγονότα που αξιοποιούνται  ως αφηγήσεις πάνω στις οποίες οικοδομείται η κυρίαρχη  ιδεολογία.
          Εν τω μεταξύ οι εχθροπραξίες συνεχίζονται, οι κυρώσεις εις βάρος της Ρωσίας χρεώνονται όλα τα προβλήματα που προκύπτουν από την ενεργειακή κρίση, η οποία είχε ξεκινήσει πολύ πριν τις  ρωσικές στρατιωτικές επιχειρήσεις, και οι φωνές της προπαγάνδας αυξάνουν την ένταση τους σε βαθμό κώφωσης. Η ρητορική περί του διεθνούς δικαίου χρησιμοποιείται από τη Δύση ως ένα βολικό ιδεολογικό όργανο δικαίωσης της δικής της πολιτικής και καταδίκης των αντιπάλων της. Οι κατηγορίες για την περιφρόνηση της Ρωσίας προς τη διεθνή τάξη βασίζεται εν πολλοίς στην επιλεκτική ανάγνωση των διεθνών κανόνων από τη Δύση. Η επίκληση του δικαίου προσπαθεί να κρύψει επιμελώς ότι οι ίδιες οι ΗΠΑ έχουν φτωχό ιστορικό στην τήρηση ακριβώς αυτής της διεθνούς τάξης, που μετά τον πόλεμο βοήθησαν κι αυτές  να δημιουργηθεί. Η προώθηση της δυτικής δημοκρατίας, στα πλαίσια πάντα του διεθνούς δικαίου,  έχει χρησιμοποιηθεί πολύ επιλεκτικά σε Μ. Ανατολή ή Β. Αφρική, απλά ακολουθώντας ένα ρεαλιστικό σενάριο, με φιλελεύθερη γλώσσα, υποστήριξης των δυτικών συμφερόντων, που επιδιώκει την αλλαγή καθεστώτος προς το φιλικότερο στις δυτικές δημοκρατίες. Εξάλλου το έχουμε διαπιστώσει πως τα κράτη, ιδιαίτερα τα ισχυρά, σπάνια τηρούν τις περιοριστικές έννοιες του διεθνούς δικαίου, επειδή ακριβώς έχουν τη δύναμη να το παραβιάζουν, ιδίως όταν αντιμετωπίζουν εμπόδια στην  γεωπολιτική σφαίρα συμφερόντων τους. Η Ρωσία λοιπόν, ένα ισχυρό καπιταλιστικό κράτος, έχει παραβιάσει για άλλη μια φορά την καθιερωμένη αρχή της εδαφικής κυριαρχίας, ακριβώς λόγο των άμεσων συμφερόντων στην γειτονιά της.
         Καθώς εκτυλίσσεται ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής και στις δυο πλευρές σπεύδουν να κατηγορήσουν την άλλη πλευρά ότι είχε υποθάλψει την επιθετικότητα. Η Δύση ενεργεί σαν η προστασία της κρατικής κυριαρχίας να ήταν πάντα η μόνη πιο σημαντική κινητήρια δύναμη των δυτικών πολιτικών, υποβαθμίζοντας τη σημασία της εμφάνισης νεοφασιστών στην Ουκρανία, ενώ η Ρωσία αντιμετωπίζοντας τη νατοϊκή εξάπλωση ως άμεση απειλή  εφάρμοζε εκβιαστικές πολιτικές έναντι της Ουκρανίας. Από τη Δύση η ώθηση  προς μια μεγαλύτερη στρατιωτική παρουσία του ΝΑΤΟ στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες παρουσιάζεται ως ένδειξη ενότητας του ΝΑΤΟ απέναντι σε μια εξωτερική απειλή, που δεν κατανομάζεται.  Από κοντά και οι δυτικοί διαμορφωτές κοινής γνώμης και πολιτικοί επικροτούν την επέκταση ενός καθεστώτος κυρώσεων στη Ρωσία που σε συνδυασμό με την προώθηση της ενότητας του στρατιωτικού μπλοκ του ΝΑΤΟ τροφοδοτεί την απομόνωση της Ρωσίας ως ξένου.   
        Στις διεθνείς σχέσεις  το παιχνίδι ευθυνών βασίζεται σε επιλεκτικές ερμηνείες του σωστού και του λάθος που αδυνατεί να διακρίνει μακροπρόθεσμα αποτελέσματα αυτών των στρατηγικών. Εξάλλου τα μέσα ενημέρωσης και στις δυο πλευρές αυξάνουν τις εχθρικές συμπεριφορές μεταξύ των πληθυσμών της Δύση και Ρωσίας, με τους δυτικούς μάλιστα να στενεύουν τη βάση των συζητήσεων συγκρίνοντας Πούτιν και Χίτλερ. Όσο για το Διεθνές Δίκαιο, είναι ένα ιδιαίτερα χρήσιμο ιδεολογικό όργανο ιμπεριαλιστικής επέκτασης, που της δίνει ηθική κάλυψη.   
        Στην Ουκρανία οι ΗΠΑ, αλλά και η Ρωσία, έχουν υποστηρίξει σιωπηρά ομάδες και άτομα με αμφισβητούμενο υπόβαθρο κι αυτή η  αδιαφανής υποστήριξη προς διχαστικές  πολιτικές δυνάμεις μπορεί να οδηγήσει  σε απώλεια ελέγχου. Γίνονται αναφορές για βοήθεια της Ρωσίας σε αντάρτες στην Ανατολική Ουκρανία, ενώ η Δύση δεν δίστασε να προσφέρει  υποστήριξη σε προσωπικότητες και δίκτυα που κάθε άλλο παρά μοιράζονται τις περιβόητες αξίες των δυτικών θεσμών και κατηγορούνται για φασιστικό πραξικόπημα το 2014. Παρέχοντας υποστήριξη και υποθάλποντας διχαστικές πολιτικές στην Ουκρανία, ιδίως υπερεθνικιστές και από τις δυο πλευρές, τόσο η Ρωσία όσο και η Δύση κλιμάκωσαν αντί να περιορίσουν τη σύγκρουση.
         Το τελικό ερώτημα είναι τι θα συμβεί στην παγκόσμια τάξη πραγμάτων εάν ο πόλεμος λήξει με τη νίκη της Ρωσίας και πόσο μεγάλος είναι ο κίνδυνος οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν σε αυτήν από τον δυτικό κόσμο να αυξήσουν απότομα τον παγκόσμιο  οικονομικό κίνδυνο. Γιατί οι αντιδράσεις σε κρίσεις πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις πιθανές μακροπρόθεσμες επιπτώσεις και τους συγκεκριμένους στόχους σχετικά με την κατάσταση μετά την κρίση. Κι αν φαίνεται αυτό να μην ενδιαφέρει τους άμεσα ή έμμεσα εμπλεκομένους, είναι γιατί αυτό για το οποίο αδιαφορούν είναι η τύχη των λαών, οι οποίοι μοιάζουν να άγονται και να φέρονται κατά τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης. Τα γεγονότα έχουν παρουσιαστεί με υπεραπλουστευμένο τρόπο από τη δυτική προπαγάνδα, ξανά το μανιχαϊστικό σχήμα της πάλης του καλού με το κακό,  που πασχίζει να αναδείξει τον Ζελένσκι σε ήρωα και τον Πούτιν σε τύραννο. Και φυσικά οι ανθρωπιστικές αξίες και το διεθνές δίκαιο χρησιμοποιούνται κατά κόρον ως ρητορικά εργαλεία, συμβάλλοντας στην αύξηση παρά στη μείωση των εντάσεων, καθώς η υποκρισία είναι διάχυτη από όλες τις πλευρές, χωρίς να γίνεται λόγος για τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα που κατευθύνουν τις επιλογές των κυβερνώντων.   
       Αν κάτι αποκαλύπτει η ουκρανική κρίση είναι  ότι θεμελιώδεις μηχανισμοί στις διεθνείς κρίσεις παραμένουν όπως ήταν πριν από εκατό χρόνια. Η τρέχουσα μάλιστα έκτακτη ανάγκη στην Ουκρανία είναι πλούσια σε ιστορικές απηχήσεις. Αν ψάχνουμε λοιπόν  για χρήσιμες ιστορικές αναλογίες που μπορεί να βοηθήσουν στην κατανόηση της παρούσας κρίσης, ίσως ο μήνας που ακολούθησε τη δολοφονία του διαδόχου του θρόνου της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, Αρχιδούκα Φραντς Φερδινάνδου, στο Σεράγεβο, τον Ιούνιο του 1914, να προσφέρεται για ιστορικές συγκρίσεις, με το κουβάρι των συμμαχιών που προέκυψαν και την αδυναμία των πολιτικών της εποχής να επικεντρωθούν στον αυξανόμενο κίνδυνο από τις απαιτήσεις των συμφερόντων, τις δεσμεύσεις των  συμμαχιών και  τις απειλές που οδήγησαν την Ευρώπη στο γκρεμό.
        Η κρίσιμη διαφορά με τώρα δεν είναι τόσο ότι  δεν υπάρχουν δύο ανταγωνιστικές συμμαχίες, κι ας στοιχήθηκε όλη η Δύση πίσω από το ΝΑΤΟ, αλλά κυρίως η χρήση πυρηνικών όπλων και από τις δυο πλευρές  που καθιστά  απίθανη μια άμεση σύγκρουση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας,  ενώ συγχρόνως σε καμιά περίπτωση δεν φαίνεται να υπάρχει  προθυμία μεταξύ των δυτικών πολιτών να πεθάνουν για την ανεξαρτησία της Ουκρανίας. 
     Όσον αφορά και  στις συγκρίσεις με το β΄ παγκόσμιο πόλεμο, όπως με τη συμφωνία του Μονάχου το 1938, που Αγγλία και Γαλλία πρόσφεραν στον Χίτλερ το τμήμα της Τσεχοσλοβακίας στη Σουδητία, μάλλον αποβλέπουν να ενισχύσουν την ταύτιση Πούτιν με Χίτλερ, που η δυτική προπαγάνδα καλλιεργεί. Γιατί η τραγωδία των δημοκρατιών της πρώην Σοβιετικής Ένωσης ξεκίνησε αμέσως μετά τη διάλυσή της και καμιά δυτική δημοκρατία δεν δίστασε να τις λεηλατήσει με κάθε τρόπο. Το όψιμο ενδιαφέρον της για την ανεξαρτησία της Ουκρανίας, στην οποία η αναβίωση του  φασιστικού  κινδύνου έγινε με τις ευλογίες της Δύσης,  συμπίπτει με την προώθηση των συμφερόντων της, με την ενσωμάτωση της Ουκρανίας περαιτέρω  στις δομές της Δυτικής Ευρώπης, με όλες τις συνέπειες, που η Ρωσία θεωρεί επικίνδυνη για τη δική της ύπαρξη.  
       Κι αν η σύγκριση  γίνεται  χρήσιμη είναι  όχι μόνο ως υπενθύμιση του πόσο τρομερό μπορεί να είναι το κόστος όταν η πολιτική αποτυγχάνει, η συζήτηση σταματά και ο συμβιβασμός γίνεται αδύνατος για τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα, αλλά και για να ξυπνήσει η συλλογική μνήμη για τη δύναμη του λαϊκού παράγοντα, που στα χρόνια του β΄ παγκοσμίου πολέμου ήταν τόσο καθοριστικός.

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2022

ΑΠΟ ΠΑΝΙΚΟ ΣΕ ΠΑΝΙΚΟ

 Ο πόλεμος, η φτώχεια μέχρι πλήρους εξαθλίωσης δεν είχαν κάνει την εμφάνισή τους σε μια ολόκληρη γενιά, παρά μόνο από μακριά, τις περισσότερες φορές μάλιστα ιχνογραφημένα κάτω από ωραία σκηνικά ή από ιδέες, κατέληγαν σε θέαμα ρομαντικό ή θέμα για συζήτηση ηθικής ή μεταφυσικής και σπανιότερα πολιτικής. Ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία, ο πιο κοντινός μας, σε μερικούς μήνες διευθετήθηκε στην σκακιέρα της πολιτικής και ύστερα ξεχάστηκαν οι πληγές που άνοιξε, αφού δεν αφορούσαν τα δικά μας σώματα. Κι ύστερα ήρθαν τα μνημόνια και ψάχναμε τον οφειλέτη για τη διάψευση των προσδοκιών μας, γεμάτοι πίκρα και παράπονα. Κι αφού δεν τολμήσαμε να παλέψουμε,  συνηθίσαμε να δεχόμαστε τα πράγματα σαν μια τάξη φαινομένων που ρυθμίστηκαν από νόμους, μια φορά και για πάντα, και πήραν τη θέση τους στη ζωή. Και η πλειοψηφία με σκυμμένο κεφάλι άρχισε πάλι να μαζεύει ψίχουλο το ψίχουλο  από τα αποφάγια προνομιούχων και των παρατρεχάμενών τους που παραπλανούν με ψεύτικες υποσχέσεις στο διηνεκές. 
      Μετά λοιπόν από τα μνημόνια της φτωχοποίησής μας, την πανδημία με την κατάρρευση του συστήματος υγείας και τις απαγορεύσεις, έρχεται και ο πόλεμος με τις  πρώτες συνέπειές του που χρησιμοποιούνται για να τσακιστεί κάθε αντίδραση και διαμαρτυρία. Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει μετατοπίσει δραματικά και βαθιά το επίκεντρο της κύριας πολιτικής και μονοπωλεί την  προσοχή των μέσων ενημέρωσης. Και όπως είναι αποδεδειγμένο οι πολεμικές καταστάσεις συνοδεύονται από τεράστια επίπεδα προπαγάνδας και λογοκρισίας, διογκωμένα συναισθήματα και μια σχετική ευκολία με την οποία η κυρίαρχη εξουσία  μπορεί να υπαγορεύει τα περιγράμματα του δημόσιου και πολιτικού διαλόγου. Και η αναζήτηση της αλήθειας, ακόμα και στην απλή περιγραφή της πραγματικότητας μοιάζει με σισύφειο έργο. Η προπαγάνδα των μέσων ενημέρωσης έχει φτάσει σε επίπεδα στα οποία η πραγματικότητα μοιάζει να έχει εξαφανιστεί πίσω από αλλεπάλληλες εκδοχές της που δικαιολογούν με μυθεύματα  επιλογές των εμπλεκομένων. Ακόμα και ο πόνος και η απόγνωση των ανθρώπων του πολέμου μοιάζει να τα αφορά στο βαθμό μόνο που δικαιώνουν τις πολιτικές επιλογές που θέλουν να προωθήσουν.  Αντί  να στοχεύουν στην ενημέρωση του κοινού για την περίπλοκη εικόνα στην Ουκρανία και τις αποτυχίες της μεταψυχροπολεμικής τάξης στην Ευρώπη μ’ ένα ΝΑΤΟ που προσπαθεί να δικαιολογήσει την ύπαρξή του, τα μέσα ενημέρωσης έχουν αυξήσει τις εχθρικές συμπεριφορές μεταξύ των πληθυσμών στη Δύση και στη Ρωσία.  Οι καθοδηγητές  της κοινής γνώμης που γνωρίζουν τις περιπλοκές των διεθνών σχέσεων ρίχνουν λάδι στη φωτιά, και χρησιμοποιούν γι' αυτό το σκοπό και τη φρίκη του πολέμου προετοιμάζοντας, σε τί , την κοινή γνώμη;                                                          Ο λόγος που αρθρώνεται τόσο από την Νατοϊκή Δύση όσο και από τη Ρωσία για τον πόλεμο στην Ουκρανία θέλει να οδηγήσει στην αυτοδικαίωση των ενεργειών τους. Η κάθε πλευρά έσπευσε να κατηγορήσει την άλλη ότι υπέθαλπε την επιθετικότητα. Το ΝΑΤΟ των ΗΠΑ κατηγορεί τη Ρωσία ότι υπονόμευε την ανεξαρτησία της Ουκρανίας αρνούμενη να αποδεχτεί  το δικαίωμά της να συνάψει τις συμμαχίες που η ίδια η Ουκρανία δηλώνει ότι θέλει. Από την άλλη η Ρωσία αντιμετώπιζε την πρόθεση της  νατοϊκής επέκτασης προς ανατολάς ως κάτι που απειλεί την ίδια. Και η απόδειξη της είναι το πραξικόπημα του 2014 που ενορχηστρώθηκε από την πρεσβεία των ΗΠΑ με τον Τζ. Πράιατ και τη Β. Νούλαντ, όπως αποκαλύφθηκε σε κλήσεις που διέρρευσαν. Το πραξικόπημα, οι παραστρατικοποιημένες οργανώσεις, η σφαγή του Ντόνετσκ και του Λουγκάνσκ, η καταπάτηση των συμφωνιών του Μινσκ και η απειλή  ανάπτυξης του ΝΑΤΟ,  κατά τη Ρωσία, την ανάγκασαν να επέμβει. Συγχρόνως, ο αντιφασισμός και αποναζισμός ως δικαιολογίες για τον πόλεμο προωθούνται από τη Ρωσία, ένα καπιταλιστικό κράτος που αποκηρύττει τον κομμουνισμό, ενώ η Δύση έχει υποβαθμίσει, ενώ υποθάλπει,  τη σημασία των νεοφασιστικών ομάδων.
         Κι έτσι χειραγωγημένοι, βρισκόμαστε σε μια συνεχή κατάσταση πανικού, από τον πανικό της πανδημίας στον πανικό του πολέμου,  για να μην ξεχάσουμε στα καθ’ ημάς και τον πανικό της χρεοκοπίας, ώστε να  είμαστε ανίκανοι να αντισταθούμε σε αυταρχικές πολιτικές και  σε προώθηση πολιτικών και οικονομικών επιλογών που στρέφονται εναντίον μας. Η αποδυνάμωση της παγκόσμιας οικονομίας θα δικαιολογήσει τη μείωση έως εξαφανίσεως των κρατικών δαπανών από την πρόνοια και την κοινωνική ασφάλεια που θα επικεντρωθούν στους στρατιωτικούς εξοπλισμούς, ενώ η άρχουσα τάξη δεν θα παραλείψει να …απαλλοτριώσει όλες τις αποταμιεύσεις των εργαζομένων και τα περιουσιακά τους στοιχεία. Τα τελευταία χρόνια με την μνημονιακή πολιτική και την πανδημία  έχουμε γνωρίσει πολλά για την προπαγάνδα, τη σύγκρουση συμφερόντων, τα επίπεδα διαφθοράς που υπάρχουν τόσο σε εθνικούς όσο και παγκόσμιους θεσμούς και τους στόχους της κυρίαρχης οικονομικής πολιτικής. Γι’ αυτό δεν έχουμε την πολυτέλεια να συνεχίζουμε να υποχωρούμε από τη μια κρίση στην άλλη, έρμαιοι της προπαγάνδας, και να επιτρέπουμε να αξιοποιούνται τα συναισθήματά μας, στα πλαίσια της μοδάτης ενσυναίσθησης,  από εκείνους που κατέχουν την πολιτική και οικονομική εξουσία.                                                                    Σήμερα υπάρχει σύγχυση σχετικά με το τι θα σημάνουν οι κυρώσεις στη Ρωσία στο μέλλον της Ε.Ε, ιδιαίτερα στο ενεργειακό ζήτημα, όπως και αν ο πόλεμος της Μόσχας στην Ουκρανία θα εξυπηρετήσει τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά της. Φαίνεται πως δεν είναι ξεκάθαρο εάν οι πολιτικές στην τρέχουσα κρίση βασίζονται σε μια ευρύτερη άποψη για τις πιθανές επιπτώσεις, αφού  τα θεμελιώδη ερωτήματα, όπως φαίνεται, παραμένουν αναπάντητα. Έτσι π.χ ποιο στρατηγικό σκοπό εξυπηρετούν οι οικονομικές κυρώσεις και ο εμπορικός πόλεμος  κατά της Ρωσίας, από δυτική σκοπιά, ή  αυτό το καθεστώς των κυρώσεων δεν ενδιαφέρει τη Δύση μήπως προωθήσει μια κινεζορωσική προσέγγιση; Το να υποστηρίζεται από τους δυτικούς τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής ότι δεν μπορούν να αποδεχτούν, κι εμείς να το πιστεύουμε, τη ρωσική εισβολή ως θέμα αρχής, κι επομένως αψηφούν τις μακροπρόθεσμες  επιπτώσεις των μέτρων είναι τελείως απλοϊκό κι έξω από την πραγματικότητα.  Οι απλοϊκές αναγνώσεις της πραγματικότητας που διοχετεύονται από τα ΜΜΕ αποκοιμίζουν οδηγώντας μας ή σε έναν  ανεξέλεγκτο πανικό ή σε έναν επικίνδυνο εφησυχασμό. Για να μένει στο περιθώριο ο λαϊκός παράγοντας.