Πέμπτη 5 Μαΐου 2016

ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ, ΕΚΤΟΣ ΚΙ ΑΝ…



Εσπευσμένα το Σαββατοκύριακο διεξάγεται συζήτηση για ψήφιση του ασφαλιστικού νομοσχεδίου στη Βουλή, στην οποία σ’ ένα ρεσιτάλ υποκρισίας ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ λογοφέρουν σχετικά με τον εμπρησμό της Μαρφιν με την τραγική κατάληξη, που χρησιμοποιήθηκε τα μάλα όλα αυτά τα χρόνια για εκφοβισμό, συκοφάντηση και απαξίωση των μαζικών κινητοποιήσεων. Ο βουλευτής της Ν.Δ Γ. Βρούτσης ανερυθριάστως μιλά για ευαισθησία προς τους εργαζόμενους που κάηκαν και θρασύτατα ο υπουργός Γ.Κατρούγκαλος απαιτεί να αποδίδεται τιμή στους αγώνες. Αμφότεροι βέβαια επι του πρακτέου ταυτίζονται –ανηλεής η επίθεσή τους  στους εργαζόμενους.
Έξι χρόνια τώρα με τα μνημόνια και τα αντίστοιχα οικονομικά μέτρα λιτότητας που εφαρμόζονται περίσσεψαν οι οικονομικές αναλύσεις που καλύπτουν όλες τις πτυχές των μέτρων, ενώ υποβαθμίζονται ή και διαστρεβλώνονται οι  πρακτικές συνέπειές τους, οι  οποίες επειδή εξαρτώνται  από την τροπή που μπορεί να πάρει στο άμεσο μέλλον η ταξική πάλη στη χώρα μας, καταβάλλονται προσπάθειες   να μην μπορέσει το εργατικό κίνημα να γίνει μαζικό, να  ορθώσει το δικό του λόγο, να συγκρουστεί και να δώσει τις δικές του λύσεις στο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό πεδίο.  
               Έτσι, σε μια στιγμή που η επονομαζόμενη αριστερά κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ οχυρωμένη στο αλαζονικό κυβερνητικό της οικοδόμημα ακολουθεί την ίδια πολιτική των προηγούμενων κυβερνήσεων που εκβάλλει στις σκολιές ατραπούς μιας αέναης φτωχοποίησης, με φραστικούς εξωραϊσμούς των πολιτικών της αποφάσεων, με ρητορικά επιχειρήματα συγκάλυψης της αντιλαϊκής πολιτικής της, συνεχίζει τις άοκνες προσπάθειες για εγκλωβισμό του μεγάλου όγκου των ενεργών δυνάμεων της εργασίας σ’ ένα κοινωνικό και πολιτικό συμβιβασμό που θα εξουδετερώνει κάθε αντίδρασή τους. Κι ενώ φαινόταν πως  βρισκόμαστε σε φάση ύφεσης του εργατικού κινήματος, ώστε να κοντεύουν και οι μικρές και σύντομες εκρήξεις του να είναι όλο και πιο σπάνιες, η απεργία της 4ης Φλεβάρη έδειξε κάποια στοιχεία ανάκαμψης, ενδείξεις πως ίσως αρχίζει να οικοδομείται ταξική συνείδηση.
               Και δεν είναι μόνο που οι επιπτώσεις της εφαρμογής του ασφαλιστικού δεν αφήνουν καμιά κατηγορία εργαζομένων άτρωτη αυτό που φοβίζει την κυρίαρχη εξουσία για τις αντιδράσεις τους, αλλά περισσότερο ότι υπάρχουν ακόμα πρωτοπορίες σε ετοιμότητα που εντείνουν την επαφή με το χωρίς ταξική συνείδηση και  φοβισμένο κομμάτι της εργατικής τάξης  που βρίσκεται σε κάθε τόπο δουλειάς, και οι οποίες  δουλεύοντας αργά αλλά σταθερά υπονομεύουν,  για να ανατραπεί, τη διάχυτη αντίληψη της κυρίαρχης εξουσίας για την ματαιοπονία κάθε αντίδρασης. Κι αυτό είναι δυνατό, γιατί υπάρχει η πολιτική δύναμη, το ΚΚΕ,  που είναι ικανή να ερμηνεύσει τα πολιτικά και κοινωνικά φαινόμενα, να τα συνθέσει και να συγκρουστεί για να υπερασπιστεί τα συμφέροντα των εργαζομένων και τα δικαιώματά τους.
           Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, με την αριστερή φρασεολογία και την δικαιολογία του εξαναγκασμού για τις πολιτικές της αποφάσεις που προβάλλονται σαν υποχρεωτικές χωρίς εναλλακτική, αποβλέπει στο να   συντηρούνται επιφυλάξεις, φόβοι και αμφισβητήσεις των εργαζομένων, που χρόνια παρέμεναν στη γωνία αναθέτοντας σε άλλους διαπραγματεύσεις και συμβιβασμούς,  ώστε, σε συνδυασμό με την αντίληψη ότι οι πολιτικοί και κοινωνικοί αγώνες που ακολουθούν είναι μια σισύφεια πορεία, να υπονομεύονται οι κινητοποιήσεις τους. Κι όμως  μέσα από όλες αυτές τις κινητοποιήσεις, από ταξικές δυνάμεις του ΚΚΕ που δεν απογοητεύονται  και ακολουθούν με πείσμα κάθε αγωνιστική προοπτική που διανοίγεται έστω και με αμφίβολα αποτελέσματα, ακόμα κι αν η μαζικότητα κι η ένταση τους δεν είναι αντίστοιχη αυτών που διακυβεύονται,  γίνεται η ταξική συνειδητοποίηση, έστω αργά και βασανιστικά, οργανώνεται το κίνημα για να   είναι  μαζικό και ταξικό, μακριά από  τον εργατοπατερισμό, τον ασφυκτικό εναγκαλισμό του κράτους και του κυβερνητικού συνδικαλισμού.
Και είναι κρίσιμη η  απόφαση για το χαρακτήρα των κινητοποιήσεων, γιατί  από το είδος της απάντησης  που θα δοθεί από διάφορους κλάδους εργαζομένων  θα εξαρτηθεί το αν και κατά πόσο στις μάχες που έρχονται, θα συνδεθούν η όχι με το ταξικό  κίνημα, με την κίνηση των λαϊκών τάξεων. Το τελευταίο παράδειγμα με τις απεργίες  των δημοσιογράφων είναι εύλογο για την τύχη που μπορεί να έχουν μεμονωμένες κινητοποιήσεις περιχαρακωμένες σε συντεχνιακά αιτήματα κι εγκλωβισμένες σε μια πολύμορφη χειραγώγηση.
Άλλωστε,  για χρόνια, αυτό που βλέπαμε στην πραγματικότητα  των λαϊκών μαζών δεν ήταν άλλη από την εικόνα μιας κατακερματισμένης κοινωνίας. Εργαζόμενοι, κλάδοι εργαζομένων κατέχονταν από κυρίαρχες ιδεολογίες, περιορίζονταν στα συντεχνιακά  συμφέροντα χωρίς πολιτική αναφορά κι εγκλωβίζονταν  με ευκολία σε κόμματα και κινήματα που συντηρούσαν και αναπαρήγαγαν αυτές τις ιδεολογίες και τις αντίστοιχες τους πολιτικές και κοινωνικές πρακτικές. Το δύσκολο δηλ. είναι ότι ο καπιταλισμός, ειδικά σε περιόδους  ύφεσης, επιβάλλει διασπάσεις πάνω στην εργατική τάξη που εκφράζεται με την αποσπασματικότητα στις όποιες αντιδράσεις, που μπορεί να περιοριστεί στα όρια της συντεχνίας.  Οι διασπάσεις που επιβάλλονται οδηγούν τους εργαζόμενους να βλέπουν τα συμφέροντά τους αντιθετικά με εκείνα άλλων κλάδων εργαζομένων. Κι ίσως γι’ αυτό λειτούργησε όλα αυτά τα χρόνια ο κοινωνικός αυτοματισμός,  κλάδοι εργαζομένων εναντίον αλλήλων. Και γι’  αυτό αποθεώθηκε η αμφισβήτηση  κάθε μορφής οργάνωσης και το αυθόρμητο, ώστε να μην υπάρξει εκείνη η πολιτική δύναμη που θα οργανώσει και θα συσπειρώσει.
Όσο υπάρχουν όμως οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής  και το πολιτικό σύστημα που τις αντιστοιχεί, η εργατική τάξη, με όλες τις μορφές της, δεν θα πάψει να αποτελεί τον αποφασιστικό και αναντικατάστατο αντίπαλο του κεφαλαίου. Και είναι το κόμμα της, το ΚΚΕ, που έχει αναλάβει το βάρος του αντικαπιταλιστικού αγώνα. Γι’ αυτό και τις επόμενες μέρες πρέπει να είναι μαζική η συμμετοχή των εργαζομένων στο κάλεσμά του για αντίδραση στο ασφαλιστικό …εκτός κι αν θεωρείται ότι ο αντικαπιταλιστικός αγώνας δεν  έχει νόημα, η κυριαρχία του κεφαλαίου είναι αιώνια και η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο πεπρωμένο.

Τετάρτη 27 Απριλίου 2016

ΕΠΕΤΕΙΟΙ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ

Κλείνοντας έξι χρόνια από την προσφυγή της Ελλάδας, με κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου, στο μηχανισμό στήριξης, με τις συνέπειες που όλοι βιώνουμε, για άλλη μια φορά διλήμματα, εκβιασμοί, λεονταρισμοί, απειλές ένθεν κακείθεν –από κυβέρνηση και δανειστές- προηγούνται της συμφωνίας που απαιτείται να υπογραφεί, ώστε να μην περιλαμβάνει μόνο ένα συνολικό πακέτο μέτρων που αφορά και το ασφαλιστικό και το φορολογικό και αντιστοιχεί στο 3% του ΑΕΠ αλλά και ένα πακέτο προληπτικών, όπως χαρακτηρίζονται,  μέτρων, που θ’ αντιστοιχεί στο 2% του ΑΕΠ, σε περίπτωση που δεν επιτευχθούν οι στόχοι. Μια ατέλειωτη επανάληψη λόγων και ενεργειών που κι αν διαπιστώνουμε τον κυνισμό και τη βαρβαρότητά τους ο φόβος μας τ’ ανέχεται. Και τόσα χρόνια ακολουθούμε τις κυβερνήσεις μας στην αναζήτηση των ενόχων – δημόσιοι υπάλληλοι, δάνεια νοικοκυριών, κατανάλωση κλπ –ξεπλένοντας από τις ευθύνες τους όλους αυτούς που είναι κρεμασμένοι από την εξουσία και αγνοώντας τον καπιταλιστικό τρόπο οργάνωσης που τα προκαλεί. 
        Και μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια ξαναθυμόμαστε και επετείους –είτε πραξικοπημάτων, όπως αυτό της 21ης Απριλίου είτε πυρηνικών καταστροφών, όπως αυτό του Τσερνομπιλ – περισσότερο σαν ευκαιρία για αναπαράσταση και ανασυγκρότηση του παρελθόντος με την εμπειρία και την σκοπιμότητα του παρόντος. Έτσι για τον κυρίαρχο λόγο η επταετία της χούντας αναδεικνύει την αντιστασιακή ενότητα αστών και κομμουνιστών και την άμβλυνση έως εξαφανίσεως της ταξικής πάλης που ο κυρίαρχος λόγος βρίσκει να δικαιώνονται και τα δυο στην μεταμνημονιακή συναίνεση των πάλαι ποτε αντίπαλων στην εξουσία κομμάτων και των κλώνων τους. Η κατάργηση των τάξεων είχε ξεκινήσει από τότε, και οι συνταγματάρχες ήταν οι κακοί που κανείς δεν θέλησε. Κατασκευάζοντας λοιπόν τεχνητά μια ιδιαίτερη κατηγορία καθεστώτων με ιδιάζοντα χαρακτηριστικά, τα δικτατορικά λεγόμενα, δεν εστιάζεται το ενδιαφέρον στο γεγονός ότι αυτά είχαν βάση καπιταλιστική κι επικεντρωνόμαστε στις αυθαιρεσίες και αντισυνταγματικότητα του χουντικού καθεστώτος εξαιτίας της δραστηριότητας επίορκων αξιωματικών κι ελάχιστα στη σύνδεση με τα ντόπια και διεθνή καπιταλιστικά συμφέροντα. 
           Από την άλλη, το πυρηνικό ατύχημα του Τσερνομπιλ την εποχή που έγινε αποτέλεσε στη Δύση αφορμή τόσο για σφοδρή κριτική στη Σοβιετική Ένωση για μυστικοπάθεια, που για τους δυτικούς έδειχνε μάλλον το φόβο της για τις αντιδράσεις των πολιτών της με την εξάντληση της ανοχής τους παρά το φόβο της να μη δοθούν όπλα στη δυτική προπαγάνδα εναντίον της, όσο και για υποσχέσεις για βελτίωση των συνθηκών ασφαλείας των πυρηνικών σταθμών, ενώ τα οικολογικά κινήματα της Δύσης βρήκαν λαμπρό πεδίο για δικαίωση της δράσης τους. Τριάντα χρόνια μετά τα οικολογικά κινήματα μετά βίας φυτοζωούν και το γεγονός ότι θέμα της πυρηνικής ενέργειας περισσότερο χρόνο έμεινε στο προσκήνιο μέσα από τη διαμάχη για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν παρά πριν πέντε χρόνια από το πυρηνικό δυστύχημα της Φουκουσίμα, μεγαλύτερου ίσως και από του Τσερνομπιλ, καταδεικνύει τις πολιτικές σκοπιμότητες γύρω από την πυρηνική ενέργεια και τότε και τώρα.
          Στα χρόνια μας,  όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε χώρες της Ευρώπης (π.χ. Αυστρία) όλο και υποχωρούν οι αναστολές για υπερψήφιση ακροδεξιών ή και φασιστικών κομμάτων από απογοητευμένους από την αστική δημοκρατία και χωρίς ταξική συνείδηση πολίτες που η σαγήνη της βίας, της υπεροχής και της δύναμης που φαντασιώνονται στα ακροδεξιά ή φασιστικά κόμματα τους οδηγεί σε δράσεις όπου ισχύουν οι νόμοι του Δαρβίνου, πιστεύοντας πως λειτουργούν υπέρ τους. Μόνο που όλα τα φασιστικά κόμματα όταν έφθασαν στην εξουσία πρόδωσαν την αρχική αντιαστική και αντικαταπιταλιστική ρητορική τους και στράφηκαν εναντίον των εργαζομένων, σε αγαστή συνεργασία με την άρχουσα τάξη. Κι αν ακόμα η κυρίαρχη τάξη της Ευρώπη μέσω των πολιτικών της εκπροσώπων δείχνει να αποστρέφεται το φασισμό στα λόγια, με τις δράσεις της δείχνει να τον εκκολάπτει, ώστε σε περίπτωση απειλής της να ζητήσει τη βοήθειά του. Κι αυτό δείχνει την κρισιμότητα των περιστάσεων. Δεν εξυπηρετούν πια τα υποκατάστατα, όπως στα χρόνια της «ευμάρειας» όταν οι μηχανισμοί αφομοίωσης μέσω του θεάματος και του καταναλωτισμού λειτουργούσαν αποτελεσματικά ως βαλβίδες ασφαλείας στις αστικές δημοκρατίες, ενώ μέσα από κινήματα όπως φεμινιστικό, οικολογικό κλπ. που υπόσχονταν αλλαγές σε καταστάσεις που αναφέρονταν περισσότερο στη σφαίρα του ιδιωτικού διοχετεύονταν οι κοινωνικές αντιδράσεις χωρίς ενδιαφέρον για το γενικό δηλ. για τον τρόπο οργάνωσης της παραγωγής και τις συνέπειές της. Την εποχή του δυστυχήματος του Τσερνομπιλ τα οικολογικά κινήματα με άλλοθι την ουδετερότητα τους ανάμεσα στις υπερδυνάμεις προσπαθούσαν να υποκαταστήσουν ή και να υπερκεράσουν τα οργανωμένα κομμουνιστικά κόμματα με τον συγκεκριμένο προσανατολισμό για μετασχηματισμό της κοινωνίας ασκώντας κριτική στον καπιταλισμό ώστε να διορθώσει κάποιες στρεβλώσεις του και όχι να ανατραπεί. 
            Στην εποχή της οικονομικής κρίσης αποδεικνύεται πια από τη μια πως τα κινήματα που στόχευαν σε αλλαγές στο εποικοδόμημα ή στη σφαίρα του ιδιωτικού ήταν παραπλανητικά και ατελέσφορα, κι από την άλλη πως η αστική δημοκρατία της Δύσης που περιφρονούσε τους συνταγματάρχες και περιέθαλπε τους αντιφρονούντες υπάρχει η πιθανότητα να μπει στο πειρασμό να ζητήσει τη βοήθεια των "σκληρών", των φασιστών, σε περίπτωση ισχυρής λαϊκής κινητοποίησης.

Τετάρτη 20 Απριλίου 2016

ΣΤΟ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ



Και στο περιθώριο του προσφυγικού και της τελευταίας άγριας  επίθεσης του κεφαλαίου στους εργαζόμενους με το ασφαλιστικό και φορολογικό, οι εικόνες που μέσα  από φωτογραφίες και βίντεο κατακλύζουν το δημόσιο βίο μας βάζουν το λιθαράκι τους στην τελική αποδοχή της υπάρχουσας κοινωνικής τάξης με τη δεδομένη κατανομή των πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων.
               Έτσι με το βραβείο Pulitzer τιμάται ο φωτογράφος του Reuters Γιάννης Μπεχράκης, επικεφαλής του φωτογραφικού τμήματος για την Ελλάδα και την Κύπρο, και η  ομάδα του για την κάλυψη της προσφυγικής κρίση στην Ευρώπη, με  τις αποκαλυπτικές εικόνες με τις βάρκες στο Αιγαίο και τους ανθρώπους που πνίγονται, με τις πεζοπορίες των προσφύγων στα σύνορα προς Β. Ευρώπη κλπ. δείχνοντας μ’ αυτές «στον κόσμο τι συμβαίνει»,  Συγχρόνως εκτός από φωτογραφίες και βίντεο από επισκέψεις σε προσφυγικούς καταυλισμούς φιλεύσπλαχνων ηθοποιών και ποικιλώνυμων πλουσίων τις τελευταίες μέρες   κυκλοφορούν και  από την επίσκεψη του πάπα Φραγκίσκου στη Λέσβο με άντρα που κλαίγοντας ζητά την ευλογία του, με γυναίκα να γονατίζει εκλιπαρώντας τη βοήθειά του, με τον ίδιο τον πάπα να υποδέχεται, αφού έχει κατέβει πρώτος από το αεροπλάνο, τις οικογένειες  προσφύγων που πήρε συνταξιδιώτες του για την Ευρώπη, φιλοτεχνώντας ο ίδιος το φιλεύσπλαχνο προφίλ του καλού χριστιανού. Και κάπου στις υποσημειώσεις του περιθωρίου των  εικόνων που κυκλοφορούν  στο διαδίκτυο οι  φωτογραφίες της βουλευτού του ΣΥΡΙΖΑ Α. Βαγενά και του αναπληρωτή υπουργού Υγείας Π. Πολάκη σε χαλαρές στάσεις (απλωμένα πόδια σε καρέκλες, ξάπλωμα σε καναπέ κλπ.)  σε διάφορους χώρους της Βουλής γίνονται αντικείμενο χλευασμού από χρήστες του διαδικτύου που αδημονούν ν’ αποδείξουν τις αντιεξουσιαστικές τάσεις  τους.
               Φωτογραφίες και βίντεο που δημιουργούν εικόνες κι επιτρέπουν στο κομμάτι του κόσμου όπου πέφτει το βλέμμα των φωτογράφων να μεταφερθεί σε μας έχοντας υποστεί όμως και μόνο με την αποσπασματικότητα και τη μεταφορά μια μεταμόρφωση. Κάθε φωτογραφία δεν είναι μόνο η απεικόνιση μιας εμπειρίας της πραγματικότητας, αλλά είναι και η απεικόνιση που  μετατρέπει  σε πραγματικό  κάτι που διαφορετικά χωρίς την πράξη της φωτογράφισης μπορεί να παρέμενε εφήμερο κι αδιάφορο.
Βλέποντας τις φωτογραφίες, όπως κι αυτές με τη Βαγενά και Πουλάκη, συνειδητοποιεί κανείς πως  ο φωτογράφος, και ο ερασιτέχνης,  αποφασίζει για τη σημασία ενός γεγονότος, όταν αποδίδει με τη φωτογραφία ακόμα και σε κάτι ασήμαντο την ποιότητα ενός πραγματικού γεγονότος, άξιου να απαθανατιστεί. Παρατηρώντας πάλι  φωτογραφίες και βίντεο από την επίσκεψη του πάπα  αντιλαμβανόμαστε ότι αυτά ανταποκρίνονται σε μια σκέψη, ένα σχέδιο μελέτης, στη συνέχεια του οποίου οι ιδέες οργανώνονται και μορφοποιούνται σε φωτογραφική εικόνα. Κι αυτό που παίρνει μορφή  δεν είναι τόσο εκείνο που βρίσκεται ενώπιον του βλέμματος αυτών που φωτογραφίζουν όσο η σκέψη, ο σκοπός  που επενδύει στην πραγματικότητα, ανιχνεύοντας τα στοιχεία της που επιβεβαιώνουν αυτό το σχέδιο: εικονογράφηση της φιλευσπλαχνίας του πάπα.
  Η φωτογραφία λοιπόν  κατ’ αυτόν τον τρόπο δείχνει το νόημα  εκείνου που γίνεται αντιληπτό από την πραγματικότητα από το φωτογράφο και όχι τη διατεινόμενη αντικειμενικότητα, πράγμα που είναι αρκετά απίθανο. Κι εμείς γινόμαστε συμμέτοχοι της συντελούμενης διαδικασίας, της κρίσης και οργάνωσης του κόσμου που πρώτος ο φωτογράφος οργανώνει, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορεί να μας επιτρέψει διαύγεια και αποστασιοποίηση,  καθιστώντας και εμάς τους ίδιους ικανούς να κρίνουμε ό,τι μας παρουσιάζει, αρκεί να είναι οξυμένη η δική μας ματιά. Στην εικόνα, μέσα από φωτογραφία ή βίντεο μεταμορφώνοντας το υποκείμενο σε αντικείμενο, με στιγμιότυπα κλυδωνιζόμενα ανάμεσα σε χίλια άλλα εναλλασσόμενα, είναι πάντα υπό διερεύνηση το εύρος της σύμπτωσής της με την πραγματικότητα. Και αν  οι εικόνες από τον δημιουργό τους  διαλέγονται, αξιολογούνται εκτιμούνται αφού περνούν από το φίλτρο της δικής του κουλτούρας, ιδεολογίας και  γνώσης  και οι θεατές παρατηρούν τις φωτογραφίες με αρκετή οικειότητα και τους αγγίζουν σε συνάρτηση με τις  δικές τους γνώσεις και παιδεία.
 Αν στις φωτογραφίες με τους πρόσφυγες νιώθουμε ενδιαφέρον, υπερβολικά συγκινημένοι, είναι γιατί  αυτή η συγκίνηση περνά το λογικό μεσοσταθμό της ηθικής και πολιτικής παιδείας μας. Κι όταν αυτή περιορίζεται στην άνευ όρων αποδοχή μιας κοινωνικής κατάστασης και δεν καλλιεργείται η ικανότητα να κρίνεται και να αναλύεται η υλική βάση της και η επιρροή της σε ό,τι ονομάζουμε πνευματικό πολιτισμό, όσες συγκλονιστικές φωτογραφίες κι αν δούμε οι πληροφορίες τους και οι αναπαραστάσεις τους πάντα θα δικαιώνουν τη δεδομένη κοινωνική κατάσταση, θεωρώντας το πολύ πολύ κάθε τι αρνητικό σαν εξαίρεση.
               Κι αν οι φωτογραφίες σε μια πρώτη φάση εικόνιζαν για να εκπλήξουν το αξιοσημείωτο, σύντομα όμως θεσπίστηκε σαν  αξιοσημείωτο αυτό που φωτογραφίζει. Το οτιδήποτε γίνεται τότε το επιτηδευμένο κορύφωμα κάποιας μεγάλης αξίας, όπως οι φωτογραφίες των βουλευτών στη Βουλή.  Κι έτσι  η φωτογραφία συγχρόνως μπορεί να σημασιοδοτεί δηλ. να έχει στόχο μια γενικότητα, να μετατρέπει μια εικόνα, ένα πρόσωπο σε προϊόν μιας κοινωνικής η πολιτικής κατάστασης  και της ιστορίας της, στην προκειμένη δηλ. περίπτωση  της   ίδιας της ονομαζόμενης αριστεράς αλλά και του κοινοβουλευτισμού.
Οι φωτογραφίες των ρεπορταζ αναζητούν την ενότητα του θέματος, όπως αυτές του Μπεχράκη  για τους πρόσφυγες, που πιστοποιούν πως πραγματικά αυτό που βλέπω έχει υπάρξει –οι πρόσφυγες. Μόνο που πολλές τέτοιες φωτογραφίες, όπως αυτή με τον πατέρα και  την κόρη στην αγκαλιά που περπατά στη βροχή ή αυτή η βάρκα με τους πρόσφυγες με τον ανατέλλοντα ήλιο είναι τόσο εντυπωσιακές που το νόημά τους εντυπωσιακό γρήγορα μπορεί να παρερμηνεύεται και να  καταναλώνεται αισθητικά όχι πολιτικά. Από την άλλη όταν είναι διακριτικές η όποια κοινωνική κριτική τους μπορεί  να χάνεται. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση αποστασιοποιημένη η κοινωνική ματιά καθώς περνά κατανάγκην από το μεσοσταθμό μιας λεπτής αισθητικής μπορεί να την καθιστά ανώφελη, να είναι επικριτική μόνο για όσους είναι ήδη ικανοί για κριτική. Γι’  αυτό και η κριτική της δύναμη είναι πολύ μικρή. Μπορεί όμως να μας βάλει να σκεφτόμαστε έστω συγκεχυμένα, μπορεί να  υποβάλλει ένα νόημα. Στο βάθος η φωτογραφία μπορεί να  είναι ανατρεπτική όχι όταν σε φοβίζει, διεγείρει ή στιγματίζει αλλά όταν μας επιτρέπει να στοχαζόμαστε. Μόνο που πάντα υπάρχει ο κίνδυνος η εικονική αναπαράσταση γνώσεων, εννοιών, ιδεών, μηνυμάτων να  οπτικοποιεί την πραγματικότητα με στοχευμένα εικονικά της αντίγραφα και να μην παρατηρούμε την ολική τους επίδραση, πώς διεγείρουν και τη φαντασία δια μέσου είτε της μνήμης είτε της προσδοκίας και πώς  μας καθοδηγούν τη σκέψη μας.

Σάββατο 9 Απριλίου 2016

ΤΑΞΙΚΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ



Εντάσεις και διαμαρτυρίες στο λιμάνι του Πειραιά, Ειδομένη, Χίο κλπ. παντού όπου βρίσκονται πρόσφυγες, οι οποίοι  ουσιαστικά  ζητούν ν’  ανοίξουν τα σύνορα προς Β. Ευρώπη και όσο περνά ο καιρός η οργή τους και η αποφασιστικότητά τους αρχίζουν και εκδηλώνονται. Τις προηγούμενες ημέρες η εικόνα του άντρα που σε έξαλλη κατάσταση σηκώνει ψηλά και  κραδαίνει ένα μωρό γίνεται κυρίαρχη στα μέσα ενημέρωσης με ανάλογα σχόλια για τον πολιτισμό, το ήθος κλπ. όλων αυτών που έρχονται από την ανατολή (πβ. σκίτσο Χατζόπουλου).  Κι ενώ στο δελτίο ειδήσεων του ΑΝΤ1 στα ρεπορτάζ από την Ειδομένη γεμάτοι ανησυχία οι απεσταλμένοι  του μιλούν για το φόβο των κατοίκων των γύρω χωριών  από τους πρόσφυγες και την αύξηση αγοράς όπλων εξαιτίας αυτού του φόβου.
               Συγχρόνως με όλο και μεγαλύτερο θράσος η Χρυσή Αυγή κάνει αισθητή την παρουσία της με εμφανή παρουσία του Ν. Μιχαλολιάκου, Γ. Λαγού, Ηλ. Κασιδιάρη με το ΣΥΡΙΖΑ να εκδίδει ανακοινώσεις με βολές κατά της Χ.Α και αιχμές για τη στάση της αστυνομίας στις συμπλοκές με μέλη της Χρυσής Αυγής και ομάδας συμμετεχόντων στο αντιρατσιστικό συλλαλητήριο στο κέντρο του Πειραιά. Την ίδια στιγμή που τα ΜΑΤ της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ –ΑΝΕΛ συγκρούονται κάνοντας χρήση χημικών με λιμενεργάτες που διαδήλωναν ««ενάντια στις φιέστες και τα πανηγύρια που οργανώνουν κυβέρνηση και ΤΑΙΠΕΔ για το ξεπούλημα των λιμανιών», όταν «άλλα έλεγαν και άλλα διαβεβαίωναν πριν από έναν χρόνο τους εργαζόμενους και τον πειραϊκό λαό και άλλα πράττουν σήμερα»
               Προσφυγικό, συμπλοκές με αστυνομία, οικονομική εξαθλίωση,  ανεργία πυροδοτούν φόβους, ανασφάλεια, προδιάθεση για εμφάνιση κάθε είδους προκαταλήψεων και καλλιέργειας μιας φασιστικής, έστω και καλυμμένης, εναλλακτικής λύσης.
               Μετά από μήνες αλληλεγγύης και ευσπλαχνίας προς τους κακόμοιρους με τα μωράκια τους,  τον τελευταίο καιρό σταδιακά κι ίσως  υπαινικτικά,  αλλά συστηματικά, αρχίζει να επικρατεί η κλασική εικόνα που έχουμε για τους μελαψούς από την ανατολή. Η εικόνα του άντρα με το μωρό ήρθε να «τεκμηριώσει» την εικόνα που ήδη διαμορφώνεται γι’  αυτούς. Είναι αυτή η εικόνα που δημιούργησε η αποικιοκρατία και ο ευρωκεντρισμός. Οι αξιολογικές θέσεις σχετικά με τον πρωτογονισμό, την υπανάπτυξη, την οπισθοδρόμηση, τον ανορθολογισμό, τον σεξισμό των κοινωνιών της Ανατολής που είχαν σχηματοποιηθεί  σταδιακά, λαμβάνοντας την τελική τους μορφή τον 19ο αιώνα με την αποικιοποίηση της περιοχής και την διαμόρφωση της πεποίθησης για την ανωτερότητα του δυτικού πολιτισμού βρίσκουν και στη χώρα μας  γόνιμο έδαφος να καρπίσουν μετά από τόσες δεκαετίες επίσημης προπαγάνδας για την ανωτερότητα της Ευρώπης. Και τελικά τα ίδια τα προβλήματά των προσφύγων μέσα από τη συναισθηματική μόνο προσέγγιση εύκολα μπορούν να αναπαρασταθούν από τον κυρίαρχο λόγο κατά το δοκούν διαμορφώνοντας γι’  αυτούς ανάλογες εικόνες που θα χρησιμοποιηθούν για τη διαχείριση των δικών μας προβλημάτων. Κι είναι εδώ ακριβώς που από άλλη οδό, του προσφυγικού τώρα, αναθαρρώντας μετά την δικαστική τους ασυλία, οι φασίστες της Χρυσής Αυγής και κάθε είδους φασίστες εμφανίζονται με διάφορα προσωπεία, ανακινώντας πάθη και ενισχύοντας συλλογικές μορφές ταύτισης γύρω από το έθνος που απειλείται από τους 50.000 πρόσφυγες της Ειδομένης, του Πειραιά και των νησιών.
               Κι επειδή η συναισθηματική προσέγγιση του προσφυγικού είναι πολύ ευάλωτη στη μεταστροφή της ακόμα και σε ρατσιστική η συνειδητοποίηση πως για την  έσχατη ένδεια και τον πόλεμο που αναγκάζει τους ανθρώπους να εγκαταλείπουν τη γενέτειρα γη τους  ο καπιταλισμός δεν είναι άμοιρος ευθυνών και για τα δυο, όπως και για τη δική μας εξαθλίωση, μπορεί να σφυρηλατήσει ταξικούς δεσμούς αλληλεγγύης με τους πρόσφυγες που να μας συνενώσει σε κοινούς αγώνες.
               Βέβαια, για να φτάσουμε η πλειοψηφία  σε μια τέτοια ταξική αλληλεγγύη θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε πως η κριτική των αριστερών, που εκφράζονται από κόμματα και κομματίδια με προεξάρχοντα τον ΣΥΡΙΖΑ, για την πολιτική εις βάρος και λαϊκών τάξεων,  δεν γινόταν στην αιτία που την προκαλούσε, τον καπιταλιστικό τρόπο οργάνωσης της παραγωγής, αλλά το πολύ  σε κάποιες  καθυστερημένες  κι αναχρονιστικές μορφές του που δεν συγχρονιζόντουσαν μ’  αυτές της Ευρώπης. Τώρα όμως πια,  εν μέσω βαθιάς οικονομικής κρίσης  η διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ αποκαλύπτει το μέγεθος της παραπλάνησης  αυτής της κριτικής  που αφήνοντας άθικτη την οικονομική δομή προσπαθούσε να πείσει πως με μια μερική αναδιανομή του εισοδήματος και την εφαρμογή κοινωνικής πρόνοιας μέσω του αστικού κράτους ο καπιταλισμός θα αποκτούσε ανθρώπινο πρόσωπο. Κι αν πριν από την καπιταλιστική κρίση θριάμβευαν οι ευρωπαϊκές «αριστερές» δυνάμεις που δεν τις απασχολούσε το πρόβλημα για την ταξική σκοπιά με την οποία πολιτεύονται, ήρθε η κρίση για ν’ αποκαλύψει το ρόλο τους, της υπονόμευσης και διάλυσης του εργατικού κινήματος. Γίνεται πια κατανοητό πως δεν είναι δυνατό να αναπτυχτούν εστίες αντίστασης που ν’ αντιπαραθέτουν πνευματικές αξίες γενικές και αόριστες όπως δίκαιο, δικαιώματα, πολιτισμό κλπ. σε «αγορές» που εξαθλιώνουν και απειλούν ολόκληρους λαούς με την επιβίωσή τους. Έρχονται πια στο προσκήνιο όλο και  πιο ξεκάθαρα οι ταυτότητες της τάξης και των αντίστοιχων συμφερόντων, παρόλο που καταβάλλεται τόση προσπάθεια να φαίνονται ότι είναι εξαφανισμένα.
 Γι’  αυτό και η πορεία Πάτρα –Αθήνα που οργάνωσε ο κομμουνιστής δήμαρχος της Πάτρας Πελετίδης, απαιτώντας «από την κυβέρνηση τη λήψη άμεσων μέτρων για την ανακούφιση των ανέργων, ενώ με τη συμμετοχή μας στην πορεία, στέλνουμε ελπιδοφόρο μήνυμα ότι δεν περνά η πολιτική που μας θέλει άβουλους, θεατές, πρόβατα έτοιμα να θυσιαστούν χωρίς να πουν λέξη» γιατί «Ήρθε η ώρα να ακουστεί η φωνή των ανέργων, η φωνή των εργαζομένων, των συνταξιούχων, της νεολαίας», είναι τόσο σημαντική, επειδή συσπειρώνει δίνοντάς φωνή και ταξική ταυτότητα σε κείνα τα κομμάτια της κοινωνίας που είναι εκτός εργασίας, έξω από την παραγωγή, χωρίς κοινωνική υπόσταση, χωρίς ταξική συνείδηση, έρμαια της αστικής ιδεολογίας που τους ωθεί να κινούνται σε ένα επίπεδο υποκειμενικών επιθυμιών και ενοχών, ενισχύει την αγωνιστικότητα  και  προωθεί την ενότητα στη βάση για ανάπτυξη ταξικής αλληλεγγύης εργαζομένων και ανέργων.

Τετάρτη 6 Απριλίου 2016

ΤΑΞΙΚΗ ΣΦΡΑΓΙΔΑ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ



Κι αν ανάμεσα στις τελευταίες ειδήσεις –όπως η   απόρρητη συνομιλία των  Π. Τόμσεν και Ντ.Βελκουλέσκου σχετικά με την Ελλάδα που διέρρευσαν τα wikileaks και την ερμήνευσε κατά το δοκούν η ελληνική κυβέρνηση, η διαρροή των Panama Papers με τις αποκαλύψεις για offshores εταιρείες επιλεγμένων μεγιστάνων του πλούτου και  της πολιτικής, οι διαπραγματεύσεις της ελληνικής κυβέρνησης με τους δανειστές ή οι εντάσεις και η απελπισία των προσφύγων και μεταναστών στην Ελλάδα-  ξεφούσκωσε όλος ο θόρυβος που προκλήθηκε από  την όψιμη αντίδραση του καλλιτεχνικού κόσμου στις επιλογές του βραχύβιου καλλιτεχνικού διευθυντή του φεστιβάλ Αθηνών Γιαν Φαμπρ και τις καλλιτεχνικές του δημιουργίες, ο προβληματισμός για το ρόλο και το σκοπό της τέχνης ποτέ δεν σταματά. Κι αυτός ο προβληματισμός δεν μπορεί να αγνοήσει «την ταξική σφραγίδα» και  στην τέχνη ακόμα κι αν αυτή αποσιωπάται. Και συνεισφορά σε αυτόν τον προβληματισμό είναι και επισημάνσεις  του Α. Λουνατσάρσκι από την εισήγησή του σε κομματική σύσκεψη για τα ζητήματα του θεάτρου το Μάη του 1927
 «(…) Υποστηρίζουμε, πολύ σωστά βέβαια, ότι η τέχνη έχει πάνω της, στην τεράστια πλειονότητα των περιπτώσεων, την ξεκάθαρη σφραγίδα της μιας ή της άλλης τάξης. Αλλά αυτό δε σημαίνει καθόλου ότι κάποια Κεντρική Επιτροπή αυτών των τάξεων ή κάποιες ειδικές οργανώσεις, έστω κρατικές, καθορίζουν σε σημαντικό ποσοστό τις τύχες της τέχνης. Κάθε άλλο. Η τέχνη σε όλες τις εποχές αποτελούσε το προϊόν μιας φυσιολογικής άνθισης. Κάθε τάξη ανέπτυσσε την καλλιτεχνική της κουλτούρα όταν ήταν σφριγηλή, νέα, όταν έφερνε μέσα της καινούριες ιδέες, καινούριες αντιλήψεις  για τη ζωή, όταν είχε ένα περιεχόμενο που προωθούνταν στη ζωή με συγκρούσεις, με πάλη, και για το λόγο αυτό έτεινε να εκφραστεί, να εκδηλωθεί ακριβώς μέσα από δραματικές μορφές. Αυτή είναι η μια πλευρά. Από την άλλη πλευρά, για μια τέτοια άνθιση χρειαζόταν τη τάξη αυτή να είναι ως ένα βαθμό ώριμη, να μπορεί να αναδείχνει  από τα σπλάχνα της μαστόρους, ανθρώπους αρκετά έμπειρους στο θέμα της μορφής, που να ξέρουν να εκφράζουν αυτό το περιεχόμενο έτσι που να συναρπάζουν τις μάζες και το αποτέλεσμα να είναι πραγματικά καλλιτεχνικό,  είτε η τάξη αυτή να έχει τόσο υψηλά ιδανικά και τόσο υψηλή ιδεολογία, τόση ελκυστικότητα για τις άλλες τάξεις, ώστε να μπορεί να κάνει ειλικρινείς εκφραστές της τους άλφα ή βήτα καλλιτέχνες-ειδικούς, ακόμα κι αν δεν ανήκουν σ’  αυτήν την τάξη. Στις περισσότερες περιπτώσεις όλες οι εποχές έπαιρναν τους καλλιτέχνες τους και τους θεατρικούς τους συγγραφείς, σε σημαντικό βαθμό, από μια ομάδα κοντινή σε αυτό που λέμε σήμερα διανόηση –από  τους ειδικούς μαστόρους. Σπάνια αυτοί ήταν βλαστάρια της αριστοκρατίας ή της μεγαλοαστικής τάξης.  Εκφράζαν ωστόσο σε πάρα πολλές περιπτώσεις ακριβώς τις τάσεις της κυρίαρχης τάξης.
Για να εκφράζουν οι καλλιτέχνες-ειδικοί με κάποιο βαθμό καλλιτεχνικής πληρότητας και οξύτητας τις αντιλήψεις της τάξης-ηγεμόνα, χρειάζεται να έχουν αγαπήσει αυτές τις αντιλήψεις, να τις μεταφέρουν σαν δικό τους κήρυγμα. Μόνο τότε ένα τέτοιο θέατρο κηρύγματος, προπαγάνδας –και γι’ αυτό κυρίως μιλάμε- μόνο τότε έπαιρνε ένα πραγματικό πειστικό χαρακτήρα. Οι λίγο πολύ γερασμένες τάξεις, ακόμα κι όταν ήταν κυρίαρχες και διέθεταν μια τεράστια αστυνομική παντοδυναμία, μπορούσαν σε ορισμένες περιπτώσεις να προσπαθήσουν να δημιουργήσουν θεατρικούς συγγραφείς και θέατρα στο δικό τους πνεύμα (όπως είχε γίνει  στην Αυστρία  της εποχής του Μετέρνιχ) αλλά ένα τέτοιο θέατρο δεν είχε καμμιά  αξία: έπεφτε σαν ένα ξένο, κολλημένο στον οργανισμό σώμα, και η επίσημη αυτή τέχνη, που την επέβαλλε μια τάξη χωρίς πραγματικές καλλιτεχνικές πηγές, γινόταν αντικείμενο χλευασμών και μίσους (…)
Η τέχνη  είναι αυτογενές και αυθόρμητο φαινόμενο, συνοδεύει  μια ορισμένη περίοδο της ανάπτυξης των τάξεων. Ωστόσο αυτό δε σημαίνει ότι μπορούμε να περάσουμε στην άποψη του «laisser faire laisser passer»(ας πάνε όλα μόνα τους). Όχι. Το κράτος έχει υποχρέωση και μπορεί σε κάποιο βαθμό να επιδράσει στην τέχνη, με κάποιο τρόπο να την κατευθύνει, ιδιαίτερα ένα κράτος που διαθέτει για το σκοπό αυτό  αρκετή πολιτιστική ισχύ. Από την άποψη αυτή έχουμε το μεγάλο παράδειγμα που ανέφερε και ο Μαρξ. Όπως θυμάστε, ο Μαρξ τόνιζε με οξύτητα ότι μόνο ένας ηλίθιος μπορεί  να μη συνειδητοποιεί τι σημασία έχει για το προλεταριάτο και τη μελλοντική  οικοδόμηση του ο αρχαίος πολιτισμός. Ο Μαρξ είχε μεγάλη εκτίμηση για το αρχαίο  θέατρο. Ήξερε τους έλληνες θεατρικούς συγγραφείς απ’ έξω, και πολύ σωστά, γιατί αυτό ήταν  το πιο μεγάλο θέατρο που υπήρξε ως τώρα. Ηταν μεγάλο επειδή ήταν κρατικό, επειδή ήταν κρατικό-διαπαιδαγωγητικό, επειδή ήταν γεμάτο ιδέες που συνέπιπταν με τις βασικές ιδέες μιας απόλυτης ώριμης καλλιτεχνικής  κοινής γνώμης. Βλέπουμε ύστερα πώς μπροστά στα μάτια μας αυτό το θέατρο περνά σε μια εποχή υπερωρίμανσης. Στην πάλη που δε σταματούσε στον αρχαίο κόσμο, το θέατρο αυτό έδινε μια τεράστια καθοριστική κατεύθυνση, παραμένοντας γενικά πιστό στις βασικές κρατικές-διαπαιδαγωγητικές ιδέες που αποτελούσαν για  την  αθηναϊκή κοινή γνώμη τη βάση όλης της πολιτιστικής δημιουργίας της. Και μόλις αυτή η κοινή  γνώμη διαλύθηκε, το θέατρο αυτό άρχισε γρήγορα να περιέρχεται σε κατάπτωση. Ύστερα απ’ αυτό όλες οι προσπάθειες να διατηρηθεί αυτό το τεράστιο κοινωνικό θέατρο με τα αμφιθέατρά του, με τις πολλές χιλιάδες του κοινού, με τα ευρύτατα κοινωνικά καθήκοντά του, που έκαναν τη θεατρική παράσταση παλλαϊκή γιορτή, κατέρρευσαν και προωθήθηκε το μικροαστικό δράμα, σε μικρό θέατρο, με λιγοστούς θεατές, που περιστρέφονταν γύρα από τις τύχες μεμονωμένων ατόμων, τον έρωτά τους, τα οικονομικά τους συμφέροντα κλπ. και αποτέλεσε τη βάση του καθημερινού αστικού θεάτρου.
Το προλεταριάτο είναι μια τάξη που έχει απείρως μεγαλύτερες δυνατότητες απ’ ό,τι π.χ  ο ελεύθερος αθηναϊκός Δήμος. ¨Όσο πλατιά κι αν ήταν η δημοκρατική ιδέα αυτού του αθηναϊκού Δήμου, ωστόσο στηριζόταν στη δουλεία, στις αποικίες και δε μπορούσε να διακηρύξει τόσο πλατιά και υψηλά ιδανικά της ηθικής, της καθημερινής ζωής, της πολιτικής  κλπ. σαν αυτά που φέρνει μαζί του το προλεταριάτο (…)
                     Από το «Σοσιαλισμός και Κουλτούρα» του Αντ. Βογιάζου, Θεμέλιο, 1979