Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2015

ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΣΤΗΣΙΜΟ



Και η επίθεση φιλίας του ΣΥΡΙΖΑ προς το ΚΚΕ συνεχίζεται ακάθεκτη. «Επιτρέπει» βέβαια στο ΚΚΕ να πάρει το ίδιο την τελική απόφαση, αλλά θεωρεί ο πρόεδρός του ΣΥΡΙΖΑ αδιανόητο αν χρειάζεται ανοχή ή ψήφο του ΚΚΕ για να εφαρμόσει το πρόγραμμά του,  το ΚΚΕ να του την  αρνηθεί.
Και συμπληρωματικά,  οι  της Ν.Δημοκρατίας, π.χ. Κ. Μητσοτάκης,  επισείουν τον κίνδυνο της κομμουνιστικής ατζέντας, ώστε 70 χρόνια μετά την κατοχή η αριστερά να πάρει εκδίκηση και να κυβερνήσει. Συγχρόνως χρεώνουν στο ΣΥΡΙΖΑ την κομμουνιστική απειλή, ενώ ο πρωθυπουργός δεν ξεχνά να δηλώσει το σεβασμό του για το ίδιο το ΚΚΕ παραβλέποντας (;) πως είναι το ΚΚΕ που  δηλώνει την απαρέγκλιτη πίστη του στο μαρξισμό –λενισμό και όχι ο ΣΥΡΙΖΑ.
Και σχεδόν σε όποιο τηλεοπτικό κανάλι εμφανίζεται εκπρόσωπος του ΚΚΕ η σταθερά είναι η επαναλαμβανόμενη  ερώτηση αν θα συμπράξει με το ΣΥΡΙΖΑ και οι καταγγελίες για την άρνησή του, που συμπληρώνονται  από παραλήρημα για την καταστροφή που θα προκαλέσει μια αριστερή κυβέρνηση στη χώρα, εννοώντας το ΣΥΡΙΖΑ.
Σ’  αυτές τις εκλογές τίποτε πέραν της λογικής δεν διακυβεύεται, τίποτε πέραν της ιδεολογικής απαξίωσης του ΚΚΕ και κατ’  επέκταση της διάψευσης κάθε  προσδοκίας για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας δεν είναι ο στόχος, τίποτε πέραν των ενδοαστικών συγκρούσεων δεν αποκαλύπτεται.
Οι λέξεις πέφτουν σαν χαλάζι. Ένα πληθωρικός  πόλεμος επιφωνημάτων, καταγγελιών,  απειλών, βαρυσήμαντων αναλύσεων εναντίον ενός άφωνου πλήθους. Ενός πλήθους που  επιδιώκεται να αφομοιώσει ότι για όλες τις κακοδαιμονίες δρομολογούνται λύσεις δια μιας την επαύριον της υπερψήφισης του ενός αρχηγού ή του άλλου κόμματος. Με όση όμως προσοχή και καλή διάθεση  κι αν διαβάσουμε ή να ακούσουμε όσα λέγονται η συσχέτιση όλων αυτών που γράφονται και λέγονται  με τις καθημερινές μας προσλαμβάνουσες παραστάσεις  και πολύ περισσότερο με τη απλή λογική για ένα είδος ελέγχου των λόγων και της σχέσης τους με την πράξη θα μας  οδηγήσει σε αδιέξοδο που εύκολα καταλήγει στην παραίτηση ή την αποδοχή της υπάρχουσας κατάστασης – κι είναι το επιδιωκόμενο.
 Ζώντας σ’  αυτόν τον τόπο βαρυνόμαστε από την ιστορία αυτού του τόπου. Η  απαίτησή μας λοιπόν να θέλουμε να κατανοήσουμε τα φαινόμενα που ρυθμίζουν τη ζωή μας  θα έπρεπε να είναι προϋπόθεση για να προσπαθήσουμε συλλογικά να συμβάλουμε  στην ανατροπή ή έστω στη βελτίωση  εκείνων των  πολιτικοοικονομικών παραγόντων που απαξιώνουν τη ζωή μας. Και αυτές οι εκλογές όμως, όπως και οι προηγούμενες, οργανώνονται έτσι ώστε να μην αποτελέσουν ούτε καν ευκαιρία για κατανόηση αυτής της πραγματικότητας. Γίνονται απλώς άλλη μια ευκαιρία για να καταναλωθούμε και να καταναλώσουμε. Όσο τεχνητά ανεβαίνει ο πυρετός, διευρύνεται η κατανάλωση των πάντων. Μαζί με μας καταναλώνονται οράματα, ιδέες, σύμβολα, προσδοκίες. Και ο ΣΥΡΙΖΑ, όπως παλιότερα το ΠΑΣΟΚ, πρωταγωνιστεί σ’  αυτό.  Ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ δεν διστάζει να επικαλεστεί αποσπάσματα από το λόγο της Λαμίας του Α. Βελουχιώτη προσπαθώντας να πείσει για την …επαναστατικότητά του, για να εγκλωβίσει εργαζόμενους και λαϊκά στρώματα σε δρόμο επωφελή για την αστική τάξη, προσφέροντας τις υπηρεσίες του  για την αναπαραγωγή του πολιτικοοικονομικού στερεότυπου. Ο καπιταλισμός είναι συνυφασμένος με το θέαμα του καινούργιου, πρέπει λοιπόν  το εποικοδόμημα να παρουσιάσει εναλλαγές.  Συνεπώς, σκηνοθετείται με παλιά υλικά μια αλλαγή που θα  στερεώσει το παλιό και θα χειραγωγήσει την αδιαμαρτύρητη υποταγή μας σ’  αυτό, δηλ. στο αδιαμφισβήτητο, στον καπιταλισμό.
Μοναδικός στόχος η επιβολή της  παραπλάνησης,  η επικράτηση του απόλυτου συναισθηματισμού ως η ανώτατη κατάκτηση της πολιτικής. Είμαστε εγκλωβισμένοι από παντού, ένας κόσμος δίχως μνήμη μα γεμάτος αναπολήσεις. Πάνω σ’ αυτές τις αναπολήσεις χτίστηκε η πολιτική της μεταπολίτευσης, κυριάρχησε βήμα-βήμα, επιβεβαιώθηκε εικόνα την εικόνα.  Από τον Α. Παπανδρέου με την αλλαγή μέχρι τον Α.Τσίπρα και το νέο ξεκίνημά του, πολλοί πολιτικοί της «προοδευτικής παράταξης» (παράπλευρη δημιουργία της μετεμφυλιακής περιόδου) μετατρέπονται σε αυτόκλητους υπερασπιστές των αγώνων και της ηθικής της αριστεράς, της προάσπισης του κομμουνιστικού κινήματος καταγγέλλοντας  το ΚΚΕ πως το έχει προδώσει.  Και οι επιθέσεις φιλίας στο ΚΚΕ και οι επαναστατικές φράσεις της «προοδευτικής παράταξης»,  από τη δεκαετία του ’80 με το ΠΑΣΟΚ μέχρι τώρα με το ΣΥΡΙΖΑ, δεν δικαιολογούν παρά τη μεταμφιεσμένη ταξική τους συνεργασία με την κυρίαρχη τάξη και την προσπάθεια διάλυσης του μοναδικού εργατικού κόμματος. Μεταφέρεται  η πραγματική σύγκρουση που είναι ανάμεσα στο  ΚΚΕ και στην κομμουνιστική ιδεολογία με  όλα τα αστικά κόμματα, συμπεριλαμβανομένης και της Χ.Α, που, καθόλου παραδόξως, έχει ξεχαστεί σ’  αυτές τις εκλογές,  σ’ εκείνη ανάμεσα στο ΣΥΡΙΖΑ με  τη Ν. Δημοκρατία, αποδίδοντάς του χαρακτηριστικά επαναστατικού κόμματος. Η προδιαγεγραμμένη πολιτική πορεία της χώρας όταν το εργατικό κίνημα είναι ακόμα υποτονικό επιτρέπουν να στηθούν ιδεολογήματα και πρότυπα που εξυπηρετούν τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης. Η άρνηση του ΚΚΕ να συμπράξει με το ΣΥΡΙΖΑ  μετατοπίζει από την πλευρά του τις ευθύνες για την αποτυχία του στο ΚΚΕ. Η προδιαγεγραμμένη αποτυχία του για άλλη πολιτική ακυρώνει όλες τις προσδοκίες για τις δυνατότητες της αριστεράς κι αυτή η απογοήτευση επεκτείνεται και στο ΚΚΕ το οποίο ήδη το προβάλλουν ως αδύναμο και απρόθυμο για σύγκρουση στον …πραγματικό κόσμο.
 Οι εκλογές μετατρέπονται στη μεγάλη ώρα της πειθούς  και του πειθαναγκασμού.
Οι νόμοι της αγοράς συγχρονίζουν το βήμα τους με την αγορά ψήφων.  Μετά την καθημερινή κατανάλωση η μαζική κατανάλωση της πολιτικής   στις εκλογές, -η εκτόνωση,   μετά την εξουθενωτική  παθητικοποίηση η κατανάλωση συμμετοχής στα τεχνητώς κατασκευασθέντα αντίπαλα στρατόπεδα,  -ή άλωσή μας. Για να μένει στη σκιά η μεγάλη αντίθεση κεφαλαίου –εργασίας.

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2015

Ο ΦΟΒΟΣ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ



Ήταν να μη το πει ο  …λαμπερός πρόεδρος των ΗΠΑ Τζων Κέννεντυ, για να εμψυχώσει τους γερμανούς στο αποκορύφωμα του ψυχρού πολέμου, την περίφημη φράση «είμαι βερολινέζος» λίγα μέτρα από το τείχος του Βερολίνου πριν από παραπάνω από μισό αιώνα. Έκτοτε κάθε φορά  που η πολυδιαφημιζόμενη ελευθερία και δημοκρατία σε κάποια πόλη  των δυτικών χωρών  πνίγονται  στο αίμα γινόμαστε όλοι πολίτες της, εις εφαρμογήν της ομογενοποίησής μας.  Στην τελευταία περίπτωση γίναμε όλοι το σατιρικό περιοδικό του Παρισιού που ένοπλοι σκότωσαν μέσα στα  γραφεία του δημοσιογράφους του και σκιτσογράφους του. Κι ύστερα απλώθηκε ο φόβος, οι διαδηλώσεις διαμαρτυρίας και τα κεράκια με τα λουλούδια στον τόπο της σφαγής και από παντού οι εκδηλώσεις αποτροπιασμού για το κακό. Και σαν ορθώς πολιτικά σκεπτόμενοι δεν στρεφόμαστε γενικά εναντίον των μουσουλμάνων, αλλά του φονταμενταλισμού, των τρομοκρατικών οργανώσεων όπως η Αλ Κάϊντα, που παρασέρνουν νέους για να γίνονται δολοφόνοι. Και όλοι υπερασπιζόμαστε το δικαίωμα της  ελευθερίας της έκφρασης και ελάχιστοι αναρωτιούνται γιατί αυτό περισσότερο να εντοπίζεται στις περιπτώσεις που χλευάζονται άνθρωποι, θρησκείες ή πολιτικές επιλογές που δεν έχουν εξουσία ή στηρίγματα σ’  αυτήν ή γιατί  η αντιπαράθεση  για την ελευθερία έκφρασης εφαρμόζεται σε κοινωνικές συγκρούσεις παρωχημένης μορφής, όπως  πριν από κανα δυο χρόνια  κατηγορούνταν από τη Δύση ο Πούτιν για  παραβίαση του δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης με την καταδίκη των  russy riot. Η μεταμοντέρνα θεώρηση των πολιτικών πραγμάτων θέλει να βλέπει σε όλα μόνο πολιτισμικές αντιθέσεις.
               Μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού και την ενσωμάτωση των χωρών του στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα,  και εν αναμονή του «τέλους της ιστορίας» που δεν ερχόταν, προσφέρθηκε σαν εναλλακτική λύση αιτιολογίας των συγκρούσεων που δεν έλεγαν να μετριαστούν ανά τον κόσμο οι  πολιτισμικές διαφορές. Και ουσιαστικά αυτές οι διαφορές περιορίζονταν ανάμεσα στον χριστιανικό και μουσουλμανικό κόσμο, που είχε το θράσος όχι μόνο να ζει και να  εργάζεται στην Ευρώπη με ισότιμα δικαιώματα με τους γηγενείς,  αλλά να θέλει να βρει σ’  αυτήν καταφύγιο και στα χρόνια της οικονομικής κρίσης ξεφεύγοντας από τους πολέμους της Μ. Ανατολής, που η Δύση πυροδοτούσε.
 Η βασική επιδίωξη ήταν  ο υπερτονισμός  του πολιτισμικού και η ενίσχυση του  θρησκευτικού παράγοντα για να εξαφανιστούν σε κάθε κίνημα αντίδρασης ή διαμαρτυρίας οι ταξικές του ρίζες και διαστάσεις,  μετατοπίζοντας το κέντρο βάρος της πολιτικής επιχειρηματολογίας και δράσης στο εποικοδόμημα, για να  μείνει  στη σκιά ή να θεωρηθεί  δεδομένη η οικονομική βάση, δηλ.  ο καπιταλιστικός τρόπος οργάνωσης της παραγωγής, ο ιμπεριαλισμός. Κι έτσι οι αντιθέσεις δεν αρθρώνονται πάνω στις ταξικές διαιρέσεις αλλά σε πολιτισμικές αξίες που έχουν την ισχύ του αιώνιου κι αναλλοίωτου. Κι έτσι η αστική ιδεολογία διατηρεί την υπεροχή της όταν διακηρύσσει την ισότητα ανάμεσα στους ανθρώπους, καλώντας όμως όλους αυτούς τους διαφορετικούς να προσαρμοστούν, ακόμα και στη χώρα τους,  προς τον τύπο του ανθρώπου της Δύσης που ενσαρκώνει η ίδια.
Μόνο που οι πολιτισμικές ή θρησκευτικές αντιθέσεις που διάφορα κινήματα ή οργανώσεις  εκφράζουν, και οι οποίες αντιθέσεις  φαίνεται μάλλον να τα ενισχύουν ενώ στο σκοτάδι μένει πώς δημιουργούνται και πότε εμφανίζονται, είναι σε τελική ανάλυση αποτέλεσμα της καπιταλιστικής οργάνωσης της κοινωνίας, του τρόπου ζωής που επιβάλλει η ταξική κυριαρχία του κεφαλαίου, του ιμπεριαλισμού. Οι κοινωνικές ανισότητες και συγκρούσεις που  το κεφάλαιο προκαλεί σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο δεν λαμβάνουν  παντού και πάντα εμφανώς ταξική μορφή και δεν εμφανίζονται μόνο ως πάλη  μεταξύ  κάποιων συγκεκριμένων κοινωνικών τάξεων ή ταξικών συμφερόντων, αλλά και ως συρράξεις εθνών, και ως διαμάχες μεταξύ κοινωνικών ομάδων διαφορετικής φυλετικής ή θρησκευτικής ταυτότητας. Εξάλλου οι ρίζες των φυλετικών διακρίσεων, του ρατσισμού  στις σύγχρονες κοινωνίας βρίσκονται στο ταξικό  και αποικιοκρατικό σύστημα που δημιούργησε η γένεση και  ανάπτυξη του καπιταλισμού. Παραμένοντας λοιπόν λανθάνουσα η ταξική αντίθεση δίνει το προβάδισμα σε άλλες αντιθέσεις που μπορεί να επηρεάζονται από τον τρόπο παραγωγής δεν μπορούν όμως να πάρουν τη μορφή των ταξικών συγκρούσεων. Κι έτσι εκδηλώνονται  σε μη προνομιούχες κοινωνικές ομάδες με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη φυλετική σύγκρουση στις ΗΠΑ,   τη θρησκευτική σύγκρουση όχι μόνο στις χώρες της Ανατολής αλλά και στις μητροπόλεις της Δύσης. Κι έτσι παίρνοντας οι αντιθέσεις χαρακτηριστικά θρησκευτικής ή φυλετικής σύγκρουσης δεν τίθεται επί τάπητος ο καπιταλιστικός  χαρακτήρας της παραγωγής χωρίς αυτό να πιστοποιεί τον αταξικό χαρακτήρα αυτής της σύγκρουσης, αλλά μάλλον την ταξική δύναμη του κεφαλαίου, που πολλές φορές υπάρχει η υποψία ότι βρίσκεται  και πίσω από ακραίες θρησκευτικές οργανώσεις.
               Γι’  αυτό και  το τριήμερο των δολοφονιών, της ομηρίας, των αστυνομικών επιχειρήσεων στο Παρίσι ελάχιστα συνδέθηκε με την πολιτική δράση ενάντια στην κοινωνική τάξη πραγμάτων που διαμορφώνει σε παγκόσμιο επίπεδο  ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. Σχεδόν το σύνολο  πεπεισμένο για την υιοθέτηση μιας ανεκτικής πολυπολιτισμικής θεώρησης της κοινωνίας που μας επιτρέπει να ανεχόμαστε  όλες τις εκκλησίες και αιρέσεις, όλους τους τύπους  οικογενειακής οργάνωσης κλπ. και  ορίζοντας την κοινωνία σαν άθροισμα ατόμων που το καθένα ζει όπως του αξίζει στη δημοκρατία μας που εξασφαλίζει ευκαιρίες στους άξιους,  σ’ αυτές τις απελπισμένες ενέργειες δεν βλέπουμε παρά το έγκλημα και το φανατισμό. Και η άρχουσα τάξη μια καλή ευκαιρία μέσα από την υπεράσπιση αξιών όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα, η ελευθερία έκφρασης κλπ. να συσπειρώσει όλους γύρω από τα δικά της συμφέροντα που προβάλλει για διαχρονικά και παγκόσμια.
Ο φόβος, που σε απευθείας σύνδεση παγκοσμίως  παρέλυσε το Παρίσι, κυριεύει όλους τους λαούς της Δύσης. Οι πάνοπλοι αστυνομικοί, οι στρατιώτες και τα τανκς κινητοποιούνται για τη δική μας ασφάλεια. Κάθε είδους επέμβαση θεωρείται πια δικαιολογημένη, αφού έχουμε να κάνουμε με φανατικούς και με σωτηρία της ζωής των ανθρώπων. Ο εξυγιασμένος μας ρατσισμός που διατηρεί ανθρώπους στο σύστημα αλλά σαν υπανθρώπους σε προάστια και γειτονιές γκέτο στις μητροπόλεις της Δύσης ενώ τις χώρες προέλευσής τους τις ρημάζουν οι επεμβάσεις της Δύσης δεν έρχεται σε αντίθεση με τις διακηρύξεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και σε καμιά περίπτωση δεν πιστεύουμε ότι  ταυτίζεται με το φασισμό. Έχοντας στο μυαλό μας συνδεδεμένο το φασισμό με ωμές εικόνες δεν τον αναγνωρίζουμε στους σιδερόφρακτους αστυνομικούς που έρχονται να μας σώσουν,  στις εκκλήσεις για εθνική ενότητα μπροστά στον κίνδυνο,  στον φόβο που υποδεικνύει για εχθρό τον κακομοίρη περιθωριοποιημένο αλλόθρησκο που η απελπισία του βρίσκει παρηγοριά στην προσευχή προς το θεό του και η οργή του εγκλωβίζεται σε δράσεις, με τίμημα τη ζωή του,  που πολλές φορές κατευθύνουν οργανώσεις αγνώστου ταυτότητας.

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2015

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΕΚΛΟΓΕΣ



Η προεκλογική περίοδος άρχισε και μαζί της για μια άλλη φορά οι ίδιοι εκβιασμοί και απειλές για το μέλλον μας σε περίπτωση που δεν τηρηθούν οι υποχρεώσεις της χώρας με την ΕΕ, που συμφωνήθηκαν από τις κυβερνήσεις μας. Κανείς ανοιχτά δεν αμφισβητεί το  δικαίωμα της εκλογικής διαδικασίας, αρκεί να μην αλλάξει τίποτε. Δηλ. ανεξαρτήτως αποτελέσματος, να τηρηθούν οι συμφωνίες που εξαθλιώνουν την πλειοψηφία των εκλογέων, πάει να πει αρκεί να συνεχίσει να υπάρχει η συναίνεση ή τουλάχιστον ανοχή του πληθυσμού,  από το φόβο του χειρότερου, στην καπιταλιστική επίθεση. Αν δούμε λοιπόν  τις συγκεκριμένες εκλογές κάτω από αυτό το πρίσμα, τότε μοιάζει να είναι  λάθος, αν όχι ακόμα ουσιαστικότερο, να προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε με τους όρους συντήρηση –προοδευτικότητα ή αριστερά –δεξιά  τις προεκλογικές αντιπαλότητες των κομμάτων. Οι λέξεις και οι κατατάξεις των τελευταίων δεκαετιών χάνουν το συγκεκριμένο πολιτικό τους νόημα και η ίδια η πραγματικότητα αναδεικνύει την πραγματική αντίθεση που υπάρχει, κεφάλαιο –εργασία. Όλες  οι άλλες διαχωριστικές γραμμές που επιβιώνουν από τη  μεταπολίτευση  ή ανακαλύπτονται τώρα χρησιμοποιούνται περισσότερο για να αφήσουν στη σκιά αυτή την αντίθεση και να μη μετατεθεί αυτή στο πραγματικό πεδίο της.
  Και σ’ αυτές τις εκλογές η μεγάλη μάζα των ψηφοφόρων δείχνει πως δεν μπορεί παρά να στηρίξει κόμματα που μπορούν να κυβερνήσουν, χωρίς ιδιαίτερους κλυδωνισμούς στο status quo. Η προσήλωση τους μάλιστα  στα κόμματα που βρίσκονται στην εξουσία 40 χρόνια (ακόμα και αν ο ΣΥΡΙΖΑ σαν κομματικός οργανισμός δεν έχει κυβερνήσει συμπεριφέρεται και αντιμετωπίζεται από τους εκλογείς  σαν το διάδοχο σχήμα του ΠΑΣΟΚ της εξουσίας) που πέρασαν  από την περίοδο των απλόχερων παροχών στην πιο σκληρή λιτότητα, που άλλαξαν θέσεις για τα πιο κρίσιμα ζητήματα όπως  δανεισμό, ΕΕ, ευρώ κλπ.  και που φθάνουν  στις εκλογές με αμφισημίες στο λόγο τους, είναι θαυμαστή. Η επιβίωσή τους θα μπορούσε απλώς να ερμηνευτεί σαν αποτέλεσμα της γενικευμένης αποπολιτικοποίησης μιας κοινωνίας.  Ίσως θα μπορούσε να εξηγηθεί  εξίσου καλά και με την αμυντική στάση σημαντικών κομματιών της κοινωνίας που τρομάζουν στην εικόνα  μιας επερχόμενης διάλυσης, όπως απειλείται, του πολιτικοοικονομικού συστήματος και που κρατούν ακόμα την ελπίδα για επιβίωσή τους παρόλη την καπιταλιστική επίθεση. Ίσως να συμβαίνουν και τα δυο, αν λάβουμε υπόψη τη στάση που  τα διάφορα κοινωνικά στρώματα και τάξεις κράτησαν μετά τις προηγούμενες εκλογές απέναντι  στην κυβέρνηση που προέκυψε –ανοχή μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας στις αποφάσεις της κυβέρνησης Σαμαρά.
Σ’ αυτές τις εκλογές η αντιπαράθεση ανάμεσα στα δυο κόμματα που διεκδικούν την πρωτιά γίνεται στα σημεία, έντεκα, έξι ή αμέτρητων  δεν έχει σημασία, έχοντας υπερκεραστεί σιωπηλά η βασική διαχωριστική γραμμή μνημόνιο –αντιμνημόνιο της προηγούμενης αναμέτρησης. Παραμένει όμως σταθερή επιδίωξη, η μορφή της αντιπαράθεσής τους με  τα εκβιαστικά διλήμματα, εν είδει απειλής,  και τις  φρούδες υποσχέσεις να ακινητοποιεί το ταξικό ένστιχτο και την ιστορική μνήμη των εργαζομένων. Η οποία παραδιδόμενη σε …τρομοκράτες, που κρατάνε χειρόγραφες σημειώσεις για να υπενθυμίζουν εις εαυτούς τις ημερομηνίες δράσης τους, θα ενεργοποιείται στο εξής από τις κωδικές ονομασίες της  -Γοργοπόταμος η σχεδιαζόμενη από Χ. Ξηρό και Σια επίθεση στις φυλακές Κορυδαλλού.
Οι αλλεπάλληλες, παντός είδους, εκλογές που έχουν γίνει στα σχεδόν πέντε χρόνια της κρίσης επιβεβαιώνουν την επιβίωση του πολιτικού συστήματος, παρόλο που σε κάθε εκλογική αναμέτρηση υπάρχει πάντα ελπίδα ότι θα φανεί η λαϊκή βούληση για ανακοπή της καπιταλιστικής επίθεσης. Μέχρι τώρα όμως δεν διαφαίνεται μέσα απ’  αυτές,  ούτε σαν ένδειξη, ότι η καπιταλιστική κρίση δρομολογεί μια πορεία σύγκρουσης της εργατικής τάξης και των συμμάχων της με το καπιταλιστικό κράτος. Ίσως  η πιο αισιόδοξη σκέψη να είναι ότι ακολουθώντας μια τεθλασμένη γραμμή  αυτή   η πορεία περνά  σε μεγάλο βαθμό  μέσα από την συρρίκνωση των πρώην μεγάλων κομμάτων εξουσίας και την απαξίωση κάποιων στελεχών τους. Θα ήταν βέβαια πολύ παρακινδυνευμένο να πούμε ότι πίσω από την πολιτική μορφή βρίσκεται το κοινωνικό ταξικό  περιεχόμενο, δηλ. η αναμέτρηση με το ίδιο το αστικό κράτος  και όχι με τις συγκεκριμένες πολιτικές παρατάξεις. Γι’ αυτό και το κυρίαρχο σύστημα τις κλωνοποιεί δίνοντας σε κάθε εκλογική αναμέτρηση  σε παλιά πολιτικά σχήματα την επίφαση του νέου που επιβιώνει μέχρι τις επόμενες εκλογές.
Κι έτσι, οι ΑΝΕΛ οδεύουν προς εξαφάνιση, η ΔΗΜΑΡ εξαφανίζεται, εμφανίζεται όμως το κόμμα του Γ. Παπανδρέου που μαζί με το ΠΟΤΑΜΙ προσπαθούν να ψαρέψουν ψηφοφόρους στα θολά νερά του απροσδιόριστου κεντρώου χώρου δεξιάς ή αριστερής αποκλίσεως. Η Ν.Δ, ένα παραδοσιακό αντιδραστικό κοινοβουλευτικό κόμμα του μεγάλου κεφαλαίου, μοιάζει να συνεχίζει να έχει την εμπιστοσύνη μεγάλου τμήματος των μικρομεσαίων. Βέβαια, οι προσχηματικές για το καλό του συνόλου συνθηκολογήσεις του και υποχωρήσεις έως τελικής παράδοσης στο μεγάλο κεφάλαιο που ισοπέδωσαν τους μικρομεσαίους άφησαν έκθετη τη δεξιά της πλευρά στη Χ.Α, τους ψηφοφόρους της οποίας προσπαθεί να δελεάσει με δηλώσεις του αρχηγού της,  όπως αυτές για το θετικό ρόλο που έπαιξε ο φράχτης του Έβρου στην αναχαίτιση των λαθρομεταναστών που τους παρέχουμε νοσοκομειακή και ασφαλιστική κάλυψη.
Ο ΣΥΡΙΖΑ πάλι υπόσχεται να συντηρήσει τη λαϊκή υποστήριξη με εξαγγελίες (π.χ. διεξαγωγή δημοψηφίσματος, συντριβή ολιγαρχών) και δράσεις (π.χ. απελευθέρωση περιστεριών στη γιορτή των Θεωφανείων από τον Τσίπρα)  αντικρουόμενες και να διαχειριστεί την ανεξέλεγκτη κρίση του καπιταλισμού και μια καπιταλιστική οικονομία υπερχρεωμένη, μη θέλοντας να θίξει τις αντιφάσεις του καπιταλισμού. Υπερκαταναλώνει έτσι  τη λαϊκή εμπιστοσύνη πριν ακόμα αναλάβει εξουσία, προσπαθώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία σπέρνοντας αμφιβολίες και φόβους δεξιά και αριστερά και  εξελίσσεται στο καλύτερο μέσο εξαπάτησης των εργαζομένων και το μεγαλύτερο εμπόδιο για το εργατικό κίνημα. «Δεν είναι τόσο τρομερός  και επιζήμιος  ο απροκάλυπτος οπορτουνισμός, ο οποίος απορρίπτεται αμέσως από την εργατική  μάζα, όσο αυτή η θεωρία της  χρυσής μεσοβέζικης θέσης που προσπαθεί να δικαιολογήσει με μαρξιστικές λέξεις την οπορτουνιστική πράξη(..)»
Και βέβαια η  εδραίωση του κυβερνητικού  ρόλου της αριστεράς του ΣΥΡΙΖΑ αφήνει πιθανότητες σημαντικών αποδεσμεύσεων από το εσωτερικό του. Η κατάδειξη των ορίων του να παίξει και στο κοινοβουλευτικό επίπεδο και του ρόλου του στην ανανέωση του πολιτικού σκηνικού ίσως αναγκάσει κάποια τμήματα εργαζομένων που εναπόθεσαν ελπίδες σ’ αυτόν να επιλέξουν με έναν πιο ξεκάθαρο τρόπο στρατόπεδο. Και βέβαια είναι αυτό το στρατόπεδο το  ΚΚΕ, που αποδεσμεύει από τη λογική της εναπόθεσης  των ελπίδων μόνο στα εκλογικά αποτελέσματα και κινείται προς την κατεύθυνση των μαζικών αγώνων σαν το μοναδικό  μέσο επίτευξης των στόχων της  εργατικής τάξης.

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2015

ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗΣ



Στα πέντε σχεδόν χρόνια της άγριας καπιταλιστικής επίθεσης, όπως εκφράστηκε με τα μνημόνια και τους εφαρμοστικούς τους νόμους, δεν έχει σχηματιστεί στο σύνολο της κοινωνίας μια συμπαγής αντίδραση σ’  αυτά πλήρης και συνολική, αλλά συνεχίζουν να επιβιώνουν ήπιες, ρεφορμιστικές και οπορτουνιστικές τάσεις  -κατάλοιπα της σοσιαλδημοκρατικής μεταπολίτευσης. Το αντιμνημονιακό στοιχείο δεν έχει μετατραπεί σε ένα καθολικό ριζοσπαστισμό που θα μπορούσε να καλύψει και όλο το κοινωνικό φάσμα. Ο μόνος ριζοσπαστισμός, που πριμοδοτείται μάλιστα εμμέσως και  από την κυρίαρχη εξουσία, είναι ο φασιστικός.  Ούτε είδαμε έστω και αδέξια στην πλειοψηφία της κοινωνίας να παίρνει μορφή κανένα όραμα για το μέλλον. Ενώ συνεχίζεται η συκοφάντηση του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας.
 Ο πρώτος καιρός μετά την εγκατάσταση της κρίσης εξέθρεψε μια τυφλή αντίδραση που στρεφόταν στο παρελθόν, επιστροφή στο προ της κρίσεως βιοτικό επίπεδο. Αλλά κι αυτή κράτησε λίγο. Μια καλπάζουσα φθορά, απογοήτευση και κυρίως παραίτηση άρχισαν σύντομα να απλώνονται παντού. Η καθημερινή πραγματικότητα που τσακίζει, οι πανουργίες ενός πολιτικού συστήματος που ελίσσεται, η ανυπομονησία και φόβος μιας τάξης μικρομεσαίων,  η καλλιέργεια για τη ματαιότητα των λαϊκών αγώνων, η οπτική που απομονώνει τα γεγονότα εστιάζοντας σε ανούσιες λεπτομέρειες εκβιάζουν το νόημα της πολιτικοοικονομικής πραγματικότητας αλλοιώνοντας τα πράγματα κι εφευρίσκοντας κάθε φορά νέα ασήμαντα για να αποκαλυφτούν κάτω απ’ αυτά, σαν ουσία τους, συνθετικές έννοιες αμετάβλητες και φετιχοποιημένες, όπως ανάπτυξη, επενδύσεις, δημοσιονομική σταθερότητα, επιχειρηματικότητα, ευρώ κλπ. Δεν είδαμε τα γεγονότα παρά σαν απομονωμένα φαινόμενα, συνέπεια κάποιας διαφθοράς ή δυσλειτουργίας του συστήματος, αρνηθήκαμε να δούμε ότι συνδέονται μεταξύ τους με εσωτερικές σχέσεις και η παρουσία  του ενός  επιδρά και τροποποιεί  τη φύση  του άλλου. Η απροθυμία αστικών κομμάτων και πολιτικών σχηματισμών να εντάξουν τα επιμέρους γεγονότα σ’ ένα σύνολο είναι γιατί ακριβώς αρνούνται δια μέσου αυτών να φωτίσουν εκείνο, δηλ. το ίδιο τον καπιταλισμό που είναι μέρος του κι εκφάνσεις του. Γιατί  αυτή η σύνδεση είναι που θα δώσει σε κάθε πολιτικοοικονομικό γεγονός, πέρα από την ιδιαίτερη σημασία του, κι ένα ρόλο αποκαλυπτικό, γιατί θα σημασιολογείται σαν μέρος αυτού το όλου, του καπιταλισμού, μέσα στον οποίο το κάθε γεγονός θα βρει τη σημασία του.
Και από όλα αυτά τα γεγονότα της τελευταίας πενταετίας το κυρίαρχο συμπέρασμα που συνάγεται είναι   πως η κοινωνική πραγματικότητα διαμορφώνεται από τη  βούληση κάποιων  ατόμων –φταίει η Α. Μέρκελ, ο Α. Σαμαράς κλπ.-και όλα τα πολιτικοοικονομικά γεγονότα θεωρούνται αποτέλεσμα της δράσης τους και γι’  αυτό αρκεί η αντικατάστασή τους σε θέσεις εξουσίας ή η εσωτερική αλλαγή μας για να αλλάξει και η οικονομικοπολιτική πραγματικότητα. Μόνο που οι άνθρωποι φτιάχνουν την ιστορία  τους, αλλά τη φτιάχνουν μέσα σ’ ένα δοσμένο  περιβάλλον που τους προσδιορίζει, πάνω σε μια προϋπάρχουσα βάση πραγματικών συνθηκών, ανάμεσα στις οποίες οι οικονομικές συνθήκες δεν παύουν  σε τελευταία ανάλυση να είναι οι αποφασιστικοί παράγοντες που κρατούν  τον μίτο ο οποίος και επιτρέπει να κατανοήσουμε την πραγματικότητα, γιατί είναι οι υλικές συνθήκες που την  προσδιορίζουν κυριαρχικά. Για να γίνουν όμως αυτές πραγματικές συνθήκες της πράξης, πρέπει κατ’  αρχήν να βιωθούν  σαν ιδιόμορφες υποκειμενικές καταστάσεις: η μείωση της αγοραστικής δύναμης δεν θα προκαλούσε ποτέ απεργιακούς αγώνες αν οι εργαζόμενοι δεν την ένιωθαν  πάνω στη σάρκα τους με τη μορφή μιας ανάγκης ή ενός φόβου που έχει τη βάση του στη σκληρή πείρα  της ζωής. Μόνο που το κυρίαρχο σύστημα όχι μόνο καθορίζει τις υλικές συνθήκες αλλά και σε ρόλο διαμεσολαβητή ανάμεσα σ’  αυτές και στον τρόπο που σκεφτόμαστε γι’  αυτές διαμορφώνει στάσεις ελέγχοντας το φαντασιακό μας που καταλήγει μέρος της πραγματικότητας, ταυτιζόμενο  πολλές φορές μαζί της κι έτσι ταυτίζεται η οπτική μας για την κοινωνική πραγματικότητα με αυτή του κυρίαρχου συστήματος.
Κι ίσως γι’  αυτό σ’ αυτά τα πέντε χρόνια καπιταλιστικής επίθεσης μέσα από  τις αλλεπάλληλες εκλογές σε αυτοδιοικητικό, εθνικό, ευρωπαϊκό επίπεδο που έγιναν φάνηκε πως η ενότητα και πολιτική ηγεμονία των κυρίαρχων τάξεων δεν κινδυνεύει. Κι ίσως γι’  αυτό τολμά και ο πρώην πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου να ζητά …τη δικαίωσή του με το νέο κόμμα που ιδρύει και το σπουδαιότερο, να ελπίζει σε ανταπόκριση από τη μάζα των εκλογέων.  
Το πολιτικό σύστημα δείχνει εξαιρετικά σημεία αντοχής στη μεταρρυθμιστική του διαχείριση. Κάτω από την πίεση της οικονομικής κρίσης και με το δεδομένο του αδιεξόδου της για τις λαϊκές μάζες,   από τη μια η  Ν.Δ με τη σταθερότητα για την οποία εγγυάται και από την άλλη  ο ΣΥΡΙΖΑ με την ελπίδα για χαλάρωση της λιτότητας χωρίς κλυδωνισμούς, με όλα τα  ενδιάμεσα κόμματα και κινήσεις, συνεχίζουν να οργανώνουν τη συναίνεση, την προσχώρηση των λαϊκών μαζών  στις προοπτικές και επιλογές της κυρίαρχης τάξης. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει έναν ρόλο παραπάνω να παίξει στο πολιτικό σκηνικό. Με την επίθεση φιλίας   προς το ΚΚΕ επιδιώκεται όχι μόνο η συρρίκνωσή του αλλά και η διάλυσή του με την απορρόφησή του  σε μετεκλογικές συνεργασίες που  θα ευαγγελίζονται το ξεπέρασμα της κρίσης μέσα από διαδικασίες που θα την νομιμοποιούν σε όλο το πολιτικό φάσμα.
Έχει επαναληφθεί πολλές φορές ότι η ψήφος στο ΚΚΕ δεν σημαίνει αυτόματη αλλαγή της κοινωνικοοικονομικής πραγματικότητας, απλώς δείχνει τη δυναμική που υπάρχει για την ανατροπή της, και τη συνειδητοποίηση ότι η εκλογική διαδικασία, που είναι εύκολα χειραγωγίσιμη από πολλούς δρόμους, δεν αρκεί πια για να νομιμοποιεί και να κάνει αποδεκτή την αστική εξουσία.  Κι είναι αυτό  ένα πρώτο βήμα.