Πέμπτη 17 Ιουλίου 2014

ΣΥΓΚΕΧΥΜΕΝΕΣ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ



Δεκαετίες τώρα για τον περισσότερο κόσμο είναι δύσκολο να κατανοήσουμε   τη χαοτική κατάσταση που υπάρχει στη Μ. Ανατολή, ενδεικτικό του τι συμβαίνει εκεί κάτω. Είναι που στη στρατιωτική σημασία που είχε από τον καιρό της αποικιοκρατίας και της βρετανικής αυτοκρατορίας προστέθηκε και η σημασία  της περιοχής ως παγκόσμιο απόθεμα πετρελαίου που είναι η κύρια αιτία της διαρκούς επέμβασης Αγγλίας παλιότερα και Ηνωμένων Πολιτειών αργότερα. Κι αν η εκμετάλλευση των αποθεμάτων πετρελαίων είχε σαν αποτέλεσμα την ανατροπή της ζωής των χωρών αυτών με την παρεμβολή μιας εξελιγμένης καπιταλιστικής ζώνης η οποία  από την εκμετάλλευση αυτή αντλεί  χρηματικά οφέλη, αυτά όμως περιορίζονται στους «φεουδάρχες» της περιοχής, ανεξαρτήτως πώς ονομάζονται, και τις φιλικές στους ιμπεριαλιστές κυβερνήσεις.  Στις ήδη όμως περίπλοκες σχέσεις με τον  ισλαμικό κόσμου μετά τον πόλεμο εμφανίζεται ένας νέος παράγων  που περιπλέκει τις σχέσεις τους και συμβάλλει στην ανάπτυξη του εθνικού αισθήματος, την ένταση της εχθρότητας κατά των πρώην αποικιακών δυνάμεων και αυτό είναι το κράτος του Ισραήλ. Η απόφαση του ΟΗΕ για διανομή της Παλαιστίνης σε δυο κράτη, ενός ιουδαϊκού και ενός αραβικού το Νοέμβριο του  1947  αποτελεί την αφετηρία νέων  συνεχών συγκρούσεων  στον αραβικό κόσμο. Και ιδρύεται το κράτος του Ισραήλ που συνδέεται με τα  στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ και θεωρείται σε αθλητικές και πολιτιστικές οργανώσεις μέρος της Ευρώπης, ενώ  οι Παλαιστίνιοι διωγμένοι από τη γη τους μετά από αλλεπάλληλες ήττες, από το 1948 κι εντεύθεν, αγωνίζονται με όπλα και πέτρες για να κατακτήσουν το δικαίωμα της επιστροφής στον τόπο τους, της αυτοδιάθεσης και οικοδόμησης ανεξάρτητου κράτους στην γη τους.  Οι ισραηλινοί στα κατεχόμενα δεν έχουν αφήσει καμιά οικονομική βάση στους παλαιστίνιους και επιπρόσθετα κατηγορούνται   οι Παλαιστίνιοι από τη λεγόμενη διεθνή κοινότητα  για την υπερψήφιση της Χαμάς. Στρατόπεδα συγκέντρωσης, πολιτική περιορισμών, ομαδικών αποκλεισμών και απελάσεων, εποικισμοί στα κατεχόμενα, οικονομική εξάντληση είναι τα μέσα για να επιβάλλονται οι ισραηλινοί.
Κατά τακτά χρονικά διαστήματα οι συγκρούσεις επαναλαμβάνονται με το Ισραήλ να εισβάλλει σε παλαιστινιακά εδάφη, να κάνει αφάνταστες βιαιότητες, να βομβαρδίζει αμάχους, ενώ αραβικές χώρες, που προσπαθεί η κάθε μια να επιβληθεί σαν ηγεμονική εθνική αραβική  δύναμη, όπως Αίγυπτος, Συρία, Ιράκ, είτε συγκρούονται μαζί του είτε συνάπτουν συμφωνίες είναι κι αυτές  μέρος του προβλήματος. Και τώρα, με τον εμφύλιο στη Συρία, την προέλαση τζιχαντιστών στο Ιράκ, τους βομβαρδισμούς του Ισραήλ, κι επιπλέον τις συγκρούσεις στην Ουκρανία  αναρωτιέται κανείς αν πραγματικά μπορεί να υπάρξουν τρόποι ελέγχου του πολέμου από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις κι αν ένα τυχαίο γεγονός δεν αρκεί για την επέκτασή του.
Και θύματα  σ’ αυτές τις συγκρούσεις λαοί που σπαράσσονται και τροφοδοτούν με σκληρές εικόνες τις τηλεοράσεις μας. Αυτοί οι  λαοί που σπαράσσονται στην Ουκρανία και Μ. Ανατολή μας συγκινούν και οι φωτογραφίες από τα αποτελέσματα των βομβαρδισμών των Ισραηλινών προκαλούν τον αποτροπιασμό μας, μόνο που η συγκινησιακή  μας συμπαράσταση μοιάζει χωρίς περιεχόμενο, αν επιμένει σε συναισθηματικές προσεγγίσεις που αποτρέπουν την ένταξή τους σε συνολικό ερμηνευτικό σχήμα που θα πρέπει να περιλαμβάνει και μας.
Στην Παλαιστίνη δεκαετίες τώρα οι ζωές εκατομμυρίων παλαιστινίων εξαρτώνται  από  τα ιμπεριαλιστικά παιχνίδια, τις παγκόσμιες και περιφερειακές ισορροπίες,  με ένα Ισραήλ που διακηρύττει πως συνεχώς πολεμά για την ασφάλειά του, έχοντας μάθει να αδιαφορεί για την παγκόσμια κοινή γνώμη, καθώς η πολιτική του βρίσκει ερείσματα στις ενοχές των λαών  της δύσης για τις διώξεις  των εβραίων. Και είναι  αυτή η δύναμη της ενοχής  που χρησιμοποιείται για την ιδεολογική δικαιολόγηση των πράξεών του. Ο φόβος μάλιστα του αντισημιτισμού, που έχει ταυτιστεί με το ναζισμό,  επειδή δεν έχει χαθεί έχει φτάσει πολλές φορές να εκφράζεται ως άμεση αντίδραση σε κάθε επίκριση κατά του ισραηλινού κράτους, θολώνοντας κάθε διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον αντισημιτισμό και την κριτική της πολιτικής του Ισραήλ. Ακόμη και οι φωνές αντίδρασης σ’ αυτήν την πολιτική του στο εσωτερικό του Ισραήλ καταπνίγονται, εφόσον  η εθνική συνοχή μοιάζει να είναι πολύ ισχυρή, ενισχυόμενη και από τον εξωτερικό παράγοντα της εχθρότητας των  αραβικών χωρών.
Μοιάζει να είναι  δύσκολο να  περιμένει κανείς  μεμονωμένη λύση σ’  αυτή την περίπλοκη κατάσταση, όταν σε καμιά χώρα η εργατική τάξη δεν βρίσκεται στο προσκήνιο αλλά τρομοκρατημένη αφήνεται να σέρνεται σε θρησκευτικές και εθνικιστικές διαμάχες με τη βοήθεια και των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων που κυριαρχούν. Ισως αν η εργατική τάξη αυτών των χωρών καταφέρει να σπάσει την απομόνωσή της να υπάρχει ελπίδα να αλλάξει ο συσχετισμός των δυνάμεων στην περιοχή.  

Κυριακή 13 Ιουλίου 2014

ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ



Επειδή χρόνια ολόκληρα οι  πεποιθήσεις για τη δύναμη της κοινωνίας των πολιτών που θα εξουδετέρωναν το   καταπιεστικό κράτος κατέληξαν σε έναν αντικρατισμό που δικαιολογεί τη μετατροπή τομέων κοινής ωφέλειας σε ιδιωτικές επιχειρήσεις με στόχο το κέρδος, επειδή συνεχώς επαναλαμβάνεται ότι θ’  αλλάξει η κοινωνία αν οι καθένας ατομικά αλλάξει, επειδή η κρίση θεωρείται ενιαία για όλους, επειδή από μεγάλη πλειοψηφία θεωρείται ότι κι αν  η κρίση έχει εξωτερικά οικονομικά χαρακτηριστικά στην πραγματικότητα έρχεται από μέσα μας, επειδή υποστηρίζεται ότι μέσα από ετερόκλητες συμμαχίες θα επιτευχθεί η έξοδος απ’ αυτή. Και επειδή και η 14η Ιουλίου θυμίζει τη Γαλλική επανάσταση,  κάποιες επισημάνσεις που αναφέρονται σ’  αυτή από την ΑΓΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ των Κ. Μαρξ – Φ.Ενγκελς ακόμα και αποσπασματικές  μπορεί να συμβάλλουν στην κατανόηση της αστικής κυριαρχίας που χρησιμοποιεί  την απόκρυψη ή εξιδανίκευση της πραγματικότητας αποτελεσματικά για  να μην αμφισβητηθούν απόψεις  που ηγεμονεύουν, χειραγωγώντας μας.
     «…Η «ιδέα» πάντα ντροπιάστηκε εφόσο ήτανε διαφορετική απ’ το συμφέρον. Από το άλλο μέρος είναι εύκολο να εννοηθεί, ότι κάθε μαζικό συμφέρο που ιστορικά έχει επιβληθεί, όταν παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην παγκόσμια σκηνή, στην ιδέα ή την παράσταση, προχωρεί πολύ πιο πέρα από τα πραγματικά του φράγματα και μπερδεύεται με το ανθρώπινο συμφέρον γενικά. …Το συμφέρον της αστικής τάξης στην Επανάσταση του 1789 δεν έχει αποτύχει. Αντίθετα κέρδισε τα πάντα και εξασφάλισε τη «ριζικότερη επιτυχία», όσο κι αν μαράθηκαν τα ενθουσιαστικά λουλούδια με τα οποία αυτό το συμφέρον στόλισε την κούνια του. (…)
…Αυτή η Επανάσταση είναι αποτυχημένη μόνο για τη μάζα, που στις πολιτικές ιδέες της Επανάστασης δε βρήκε την ιδέα το δικού της συμφέροντος, που οι πολιτικές της αρχές δεν συνέπεφταν με τις πολιτικές αρχές της Επανάστασης, που οι όροι της πολιτικής χειραφέτησης είναι διαφορετικοί από τους όρους με τους οποίους  η αστική τάξη, μπορούσε να χειραφετήσει τον εαυτό της και την κοινωνία. …απέτυχε όχι γιατί η μάζα  ενδιαφέρθηκε και ενθουσιάστηκε για την Επανάσταση, αλλά γιατί το πολυπληθέστερο, το διαφορετικό  από την αστική τάξη τμήμα της μάζας, δεν έβλεπε στις αρχές  της επανάστασης το πραγματικό του συμφέρον, τη δική του ιδιόμορφη επαναστατική  αρχή, παρά μόνο μια ιδέα, δηλαδή μόνο ένα αντικείμενο στιγμιαίου ενθουσιασμού και φαινομενικής μόνο εξύψωσης.
Με τη ριζικότητα λοιπόν  της ιστορικής πράξης μεγαλώνει και ο όγκος της μάζας που είναι  πράξη της η πράξη αυτή. Κατά την κριτική ιστορία, σύμφωνα με την οποία στις ιστορικές  πράξεις δεν πρόκειται για τις δυνάμεις που δρουν, ούτε για την εμπειρική δράση, ούτε για το εμπειρικό συμφέρον αυτής της δράσης παρά για μια ιδέα, όλη η υπόθεση πρέπει να πραγματώνεται διαφορετικά. (…)
Οι έξω από τη μάζα εχθροί της προόδου είναι ακριβώς τα αντικειμενοποιημένα, τα προικισμένα με δική τους ζωή προϊόντα της αυτοταπείνωσης, της αυτοϋποταγής κα αυτοαλλοτρίωσης της μάζας. Συνεπώς η μάζα στρέφεται κατά του ελαττώματός της, αφού στρέφεται κατά των προϊόντων της αυτοταπείνωσής της, που υπάρχουν ανεξάρτητα απ’  αυτήν όπως ο άνθρωπος που όταν στρέφεται κατά της ύπαρξης του Θεού, στρέφεται κατά της ίδιας της θρησκευτικότητάς του. Επειδή όμως  εκείνες οι πρακτικές αυτοαλλοτριώσεις της μάζας υπάρχουν στον πραγματικό κόσμο και μ’ ένα τρόπο εξωτερικό, δεν μπορεί να τις καταπολεμάει με τρόπο εξωτερικό. Δεν επιτρέπεται να θεωρεί αυτά τα προϊόντα της αυτοαλλοτρίωσής της μόνο σαν ιδεατές φαντασμαγορίες, για απλές αλλοτριώσεις της συνείδησης και να θέλει να καταστρέφει την υλική αποξένωση με το μέσο μιας εσωτερικής σπιριτουαλιστικής πράξης. Στο περιοδικό του Λουσταλώ βρίσκουμε κιόλας απ’ τα 1789 το σύνθημα:
             Οι μεγάλοι μας φαίνονται μεγάλοι
             Γιατί εμείς είμαστε πεσμένοι στα γόνατα.
             Ας σηκωθούμε!
Αλλά για να σηκωθείς δε φτάνει να σηκωθείς με τη σκέψη και ν’ αφήσεις να αιωρείται πάνω από το πραγματικό, το υλικό κεφάλι, ο πραγματικός υλικός ζυγός, που δε  φεύγει από τη σκέψη με ιδέες. Η απόλυτη κριτική όμως έχει  μάθει από τη «Φαινομενολογία» του Χέγκελ, τουλάχιστο την τέχνη να μετατρέπει τις πραγματικές, τις αντικειμενικές, που υπάρχουν έξω από μένα αλυσίδες, σε απλώς ιδεατές, υποκειμενικές που υπάρχουν σε μένα αλυσίδες και κατά συνέπεια και όλους τους εξωτερικούς, υλικούς αγώνες σε αγώνες καθαρώς πνευματικούς. (…)
…Ποτέ δεν μπορούν οι ιδέες να οδηγήσουν πιο πέρα από την παλιά κατάσταση του κόσμου, αλλά μόνο οδηγούνε πιο πέρα από τις ιδέες της παλιάς κατάστασης. Γενικά, οι ιδέες δεν μπορούν να πραγματοποιήσουν  τίποτε. Για την πραγματοποίηση των ιδεών χρειάζονται οι άνθρωποι που θα βάλλουν σε πρακτική ενέργεια τη βία. …Η γαλλική επανάσταση πρόβαλλε τις ιδέες που οδηγούν πέρα απ’ όλη την παλιά κατάσταση του κόσμου. (…)
…Για να μιλήσουμε πεζά και με ακρίβεια, τα μέλη της αστικής κοινωνίας δεν είναι άτομα. Η χαρακτηριστική ιδιότητα του ατόμου είναι ότι δεν έχει καμιά ιδιότητα και γι’  αυτό  καμιά σχέση προς τα άλλα ¨Οντα που να προσδιορίζεται από φυσική αναγκαιότητα. Το άτομο δεν έχει ανάγκες,  έχει αυτάρκεια. Ο έξω απ’  αυτό κόσμος είναι το κενό, δηλαδή είναι χωρίς περιεχόμενο, χωρίς νόημα, δε λέγει τίποτε, ακριβώς γιατί περιέχει μέσα κάθε  πληρότητα. Μπορεί το εγωιστικό  άτομο της αστικής κοινωνίας να φουσκώνει  με την παράλογη αντίληψή του  και τη δίχως αφαίρεση και να φαντάζεται πως γίνεται άτομο, δηλαδή ένα μακάριο Ον δίχως σχέσεις, δίχως ανάγκες, απόλυτα ολοκληρωμένο και με αυτάρκεια. ¨Όμως η κακορίζικη υλική πραγματικότητα δε νοιάζεται για την ξιπασιά του. Κάθε μια από τις αισθήσεις του  το αναγκάζει να πιστέψει στο Είναι  του κόσμου και στο έξω  απ’  αυτό άτομο. Το βέβηλο στομάχι του του θυμίζει  καθημερινά  πως  ο έξω κόσμος δεν είναι το κενό, αλλά το αληθινά  πλήρες. Κάθε  μια από τις δραστηριότητες και ιδιότητές του, καθένα από τα κίνητρα της ζωής του γίνεται ανάγκη, που κάνει την ιδιοτέλεια του πάθος για τα άλλα πράγματα και τους ανθρώπους τους έξω απ’  αυτό. Επειδή όμως  η ανάγκη του ενός ατόμου δεν είναι αυτονόητη για το άλλο εγωιστικό άτομο που κατέχει  τα μέσα ικανοποίησης αυτής της ανάγκης, δηλαδή δεν έχει άμεση σχέση με την ικανοποίηση, γι’  αυτό κάθε άτομο πρέπει να δημιουργεί αυτή τη σχέση. Ετσι γίνεται μεσάζοντας ανάμεσα στην ξένη ανάγκη και το αντικείμενο αυτής της ανάγκης. Η φυσική αναγκαιότητα, δηλαδή οι ανθρώπινες ιδιότητες, όσο κι αν φαίνονται αποξενωμένες, και το συμφέρον μαζί είναι που συγκρατούν τα μέλη της αστικής κοινωνίας. Ο πραγματικός  τους δεσμός είναι η αστική κι όχι η πολιτική ζωή. Κατά συνέπεια δε συγκρατεί το κράτος τα άτομα, αλλά το γεγονός ότι είναι άτομα μόνο κατά φαντασία, ενώ στην πραγματικότητα είναι όντα πολύ διαφορετικά από τα άτομα, δηλαδή όχι θεοί εγωιστές αλλά εγωιστές άνθρωποι. Μόνο η πολιτική πρόληψη φαντάζεται ακόμα και σήμερα πως η αστική ζωή πρέπει να συγκρατείται από το κράτος, ενώ αντίθετα στην πραγματικότητα το κράτος συγκρατείται από την αστικη ζωή» (Μετάφραση Σ. Καμπουρίδη)

Τρίτη 8 Ιουλίου 2014

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΜΙΑ ΑΠΕΡΓΙΑ



Οι καρποί από τις προσπάθειες, ιδιαίτερα μετά τη δεκαετία του ’80,  υπεράσπισης και  απολογίας του status quo, πάει να πει του καπιταλισμού,  παράλληλα με επιθέσεις ενάντια σε οτιδήποτε τον αμφισβητούσε ή έκρινε, πάει να πει του μαρξισμού, μοιάζει να μην εξαντλούνται.  Αφού πιστέψαμε ότι ο παράδεισος είναι εδώ και ψάλλαμε ύμνους  προς την ελεύθερη αγορά,  τη λογική του δικαίου και της σύγχρονης πολιτικής των δυτικών χωρών, την κυριαρχία της υψηλής τεχνολογίας, εγκωμιάζοντας τον καπιταλισμό  και αποκηρύσσοντας  ακόμα και έννοιες  που στο παρελθόν  υπηρέτησαν κάποια επίκριση εναντίον του φτάσαμε να μη τηρούμε ούτε και την ελάχιστη κριτική απόσταση από αυτόν. Από τη στιγμή που αποδεχόμαστε τον καπιταλιστικό τρόπο οργάνωσης και είμαστε σταθερά προσανατολισμένοι στον υπολογισμό της σχέσης κόστους-οφέλους η μοιρολατρική αποδοχή της  πολιτικοοικονομικής κατάστασης  είναι σχεδόν αναμενόμενη, αφού τη θεωρούμε δεδομένη και αμετάβλητη.
 Όλα τα άλλα έπονται. Η υποταγή μας στην οικονομία  με τη μορφή της αυτορυθμιζόμενης αγοράς, τα πρωτεία, στο επίπεδο κινήτρων τα οποία διέπουν την κοινωνία, που αποδίδουμε στο κέρδος, η χρέωση των αποφάσεων και ενεργειών των κυβερνώντων, που καταδικάζουν μεγάλα στρώματα του πληθυσμού στην εξαθλίωση,  στην ανικανότητά τους, προδοσία τους και άλλα τέτοια ηχηρά, η απογοήτευση που η όποια δημόσια διαβούλευση για θέματα κοινού ενδιαφέροντος είναι απλώς προσχηματική για ειλημμένες αποφάσεις.
Και το αποτέλεσμα. Απεργίες, διαδηλώσεις, καταλήψεις  κλπ. όλες αυτές οι μορφές πάλης  να μοιάζουν σαν άδεια κέλυφα, απαξιωμένες και αναποτελεσματικές  μορφές πάλης για μεγάλη μερίδα εργαζομένων,
Κι ακόμα μια  απεργία, αυτή  της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ ήρθε να προστεθεί σε μια σειρά από απεργίες οι οποίες δεν είχαν κανένα άμεσο αποτέλεσμα και    είτε εκφυλίστηκαν εξαιτίας της μικρής συμμετοχής σ’  αυτές είτε  σταμάτησαν με επιστράτευση. Κι αναζητούνται πάλι νέοι τρόποι διεκδίκησης, προτιμάται μάλιστα η δικαστική οδός.  
Και όσο οι συνέπειες της καπιταλιστικής επίθεσης κάνουν ορατές τις ταξικές διαφοροποιήσεις, συνδικαλιστές και σωματεία που καταγγέλλουν και κεραυνοβολούν απλώς στα λόγια αποκαλύπτονται ανεπαρκείς στην οργάνωση και διεξαγωγή των αγώνων που πολλές φορές εξαντλούνται μέσα στα διοικητικά συμβούλια των συνδικαλιστικών οργανώσεων, ακριβώς γιατί λείπει η αναγνώριση της επίθεσης ως συνολικής και η ταξική της διάσταση.
Την ίδια στιγμή σε κάθε κινητοποίηση είναι αυξανόμενη  η παρουσία της  αξιωματικής αντιπολίτευσης του ΣΥΡΙΖΑ, που παρεμβαίνει  όπου και όσο χρειάζεται για να διασφαλίζει την επιρροή της  και να επιτελεί ένα διπλό στόχο: Αυτόν της κατοχύρωσής της ως συνεπούς αριστερής, ασυμβίβαστης, πολιτικής δύναμης από τη μια μεριά,  αλλά και αυτόν του ελέγχου του κινήματος των εργαζομένων από την άλλη, ώστε το τελευταίο να μην ξεπερνά τα ευαίσθητα όρια ανάμεσα στη συνέπεια, τη νομιμότητα κλπ. και την πραγματική αγωνιστική αφύπνιση, τον μαζικό διεκδικητικό αγώνα, παρόλο που λεκτικά μπορεί ακόμα και σε ανυπακοή να καλούν στελέχη της (πβ δηλώσεις Κατρούγκαλου). Στην πραγματικότητα ο ΣΥΡΙΖΑ, βρισκόμενος στον προθάλαμο της εξουσίας,  επιχειρεί να καταλάβει τον ενδιάμεσο χώρο ανάμεσα στην ασκούμενη  αστική πολιτική   και το πεδίο ανάπτυξης λαϊκών  αγώνων διοχετευμένους  μέσα από τους επίσημους θεσμούς, για να κερδίσει κόσμο.  Είναι  βέβαια  εκείνος ο χώρος τον οποίο  απλόχερα διαθέτουν οι άρχουσες τάξεις σε πολιτικούς οργανισμούς,  κόμματα, σωματεία κλπ. καθιστώντας τους επίσημους και προνομιακούς συνομιλητές, αναγκαίους διαπραγματευτές με αμοιβαία οφέλη. Κι έτσι η αξιωματική αντιπολίτευση και ελπίζει να  κερδίζει σε ψήφους αλλά και εξασφαλίζει ησυχία στους εργατικούς χώρους, παρά τις κραυγές.
Ωστόσο, ενώ  η πολιτική των μεταρρυθμίσεων που υιοθετήθηκε τα τελευταία πέντε χρόνια και στηρίζεται στη λογική του κέρδους θέτει σε κρίση τον ένα μετά τον άλλο τους  μηχανισμούς μέσω των οποίων  αποσπούσαν τη συγκατάθεσή μας στην περίοδο της ευμάρειας, (όπως τα παζάρια  στη ΓΣΕΕ πάνω στις πλάτες των εργαζομένων, τον χωρίς τέλος διάλογο για αναζήτηση εποικοδομητικών προτάσεων, προσφυγή στα δικαστήρια) αυτό δεν μας βοηθά να ξεμασκαρέψουμε τις σκόπιμα καλλιεργημένες εκ των άνω  ψεύτικες συνειδήσεις και μύθους.
Στερημένοι και καταπιεσμένοι  ψάχνουμε έστω και μικρές νίκες και παραβλέπουμε στο τι απομένει  ακόμα και από τις συνεχείς ήττες των εργαζομένων. Μπορεί να βρισκόμαστε, όπως φαίνεται, πολύ μακριά από το να  προωθούν οι διάφορες μορφές πάλης  και οι κινητοποιήσεις διαφόρων κλάδων εργαζομένων την ενότητα στη βάση, την αυτοπεποίθηση, τη ριζοσπαστικοποίηση και γενικά την ταξική συνείδηση και την οργάνωση σαν τάξη  των εργατών. ¨Ομως η ακυρωμένη ελπίδα βελτίωσης  της ζωής του που  βιώνει ακόμα και ο μεσοαστός, η διάψευση για τη δύναμη του δικαίου, η υπονόμευση των ηθικών αρχών, αργά αργά μέσα στο χρόνο συγκροτεί  ένα απόθεμα από σιωπηρές αρνήσεις γι’ αυτές τις ψευδαισθήσεις που ο καπιταλισμός καλλιεργούσε. Κι αυτό είναι κάτι που συν τω χρόνω θα διαπερνά  τις στάσεις, συμπεριφορές  ακόμα κι αν δεν είναι εύκολο να συνδεθεί με τη σκέψη και την πράξη. Είναι όμως υπαρκτό, αποτελεί μια ιδιαίτερη υπόγεια   διαδρομή,  πηγή πολλών αντιδράσεων και συμπεριφορών που το σύστημα  τις θεωρεί  παράλογες, αστάθμητες, τυχαίες. Κι είναι αυτή η ιστορία της δυστυχίας μέσα στην καθημερινότητα που πρέπει να αποκτήσει συνείδηση των αιτιών που την προκαλούν –και είναι το ΚΚΕ που ξεκάθαρα και τεκμηριωμένα βοηθά να ανακαλύψουμε και να κατανοήσουμε τις αιτίες.
 Γι’ αυτό είναι αναγκαίο το Κομμουνιστικό Κόμμα, σταθερά προσανατολισμένο σε μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση,  για να αποκαλύπτει τις αστικές επιρροές στην εργατική τάξη, για να μη εκφυλίζονται οι επιμέρους συγκρούσεις και αντιθέσεις,   όπως παλιότερα,   διακηρύττοντας ο  καθένας και το πρόβλημά του κι εμποδίζοντας  τη ριζοσπαστικοποίηση της συνείδησης των υποτελών τάξεων.

Πέμπτη 3 Ιουλίου 2014

Η ΔΕΗ ΣΤΟ ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ



Πληθωρισμός από συλλογισμούς στο περιθώριο των γεγονότων,  από συνδυασμούς  λέξεων που φθείρονται γρήγορα όταν τις χρησιμοποιούμε για να μεταφέρουμε γεγονότα, αγωνιστικές κινητοποιήσεις και   δραστηριότητες σχεδόν εξ ολοκλήρου στο επίπεδο του λόγου, προφορικού ή γραπτού και  μερικές φορές ίσως και  απλοϊκού,  θα μπορούσε να ήταν σε γενικές γραμμές η απογραφή ενός, κατά προσδοκίαν  μιας μικρομεσαίας πλειοψηφίας, εκκολαπτόμενου κινήματος αυτά τα τέσσερα χρόνια της σκληρής λιτότητας. Ενός κινήματος που ανακαλύπτεται σε κάθε απεργία, μέχρι να επηρεάσει τον προσωπικό μας χώρο για να αποκηρυχτεί,   σε κάθε επαναστατική φρασεολογία που καταναλώνεται για να υποδυθούμε τους εξεγερμένους. Στεκόμαστε στα προσωπικά δράματα, στις δυσοίωνες  πολιτικοοικονομικές προοπτικές μόνο και μόνο για να προβάλλουμε την παιδαριώδη και ανύπαρκτη  επαναστατικότητά μας.
                 Σχεδόν κάθε αντίδρασή μας λυρική και ρητορική είναι περισσότερο μια λεκτική κάθαρση παρά ένας πραγματικός αγώνας στην καρδιά των προβλημάτων, των απαιτήσεων και των αναγκών μας. Συνεχίζουμε να μιλάμε και να μη δρούμε. Παίρνουμε τις λέξεις αντί για τα πράγματα. Επιμένουμε να πιστεύουμε απόλυτα  στη σαγηνευτική αξία  του λόγου. Μιλάμε με ευφράδεια και δρούμε  με μια θλιβερή μετριότητα. Αφήνουμε άθικτα την πολιτική  πραγματικότητα της χώρας, τις  οικονομικές  της δομές, τις άρχουσες τάξεις και τα  συμφέροντά τους, χωρίς καν να τις γρατζουνίσουμε. Και παρ’ όλα αυτά, έχοντας ψευδή συνείδηση της   κοινωνικής πραγματικότητας και της θέσης μας σ’  αυτήν  ονειρευόμαστε εξεγέρσεις, συγκρούσεις κλπ.  Ρητορεύουμε μέχρι τρέλας, υπερβολικά, κι ενώ νομίζουμε ότι έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά αδυνατούμε να δούμε πέρα από το μικροχώρο μας κι όταν κοιτάμε πέρα απ’ αυτόν  ψάχνουμε  μια πραγματικότητα φανταστική, στην οποία  οι ψευτομεσίες και ψευτοθεοί είναι τόσο αληθινοί όσο και  αυτοί που εξουσιάζουν  ή παίρνουν αποφάσεις.
                Η μόνη πραγματικότητα όμως είναι αυτή που βιώνουμε κι αυτήν πρέπει να κατανοήσουμε. Είναι βέβαια  αλήθεια  πως όσο περνά ο καιρός  τα ταξικά χαρακτηριστικά της  αναδεικνύονται πιο ξεκάθαρα. Όσο θα σταθεροποιείται  και θα μονιμοποιείται η κατάσταση κρίσης θα γίνεται φανερή η  διαφορετική έκτασή της  στις κοινωνικές τάξεις.  Αν στην αρχή λόγω πανικού των κυβερνώντων ή ίσως και συνειδητής επιλογής  για περιορισμό των αντιδράσεων φάνηκε τα οικονομικά μέτρα να πλήττουν ακόμα και τμήματα του κατεστημένου, η δικαίωση των δικαστικών από τους ίδιους, που το πολιτικό σύστημα έκανε άμεσα αποδεκτή, είναι η αφετηρία για την εφαρμογή των νέων όρων  των κοινωνικών ανακατατάξεων. Και βέβαια ένστολοι και δικαστές αποτελούν τους πυλώνες του κατασταλτικού μηχανισμού, πρακτικού και ιδεολογικού, μαζί με τους πανεπιστημιακούς, του συστήματος.  
Αλλά έτσι  σιγά σιγά θα συνειδητοποιείται από τις υποτελείς τάξεις  ότι  η κρίση δεν αφορά όλους το ίδιο, ενώ  θα γίνονται κατανοητές  οι αντιθέσεις  και το είδος συγκρούσεων  διαφόρων κοινωνικών ομάδων  με την κυρίαρχη εξουσία. Γι’  αυτό και είναι σημαντική η κατεύθυνση που θα δοθεί στην απεργία  της ΓΕΝΟΠ –ΔΕΗ που ξεκίνησε σήμερα. Το ισχυρό αυτό συνδικάτου του πάλαι ποτέ δημοσίου, ξεκινά απεργίες για τη ματαίωση της εφαρμογής του νομοσχεδίου για πώληση της  μικρής ΔΕΗ που είναι μια από τις φάσεις για την πλήρη απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας. Αυτή η  διαδικασία απελευθέρωσης  εδώ και πάνω από μια δεκαετία έχει ξεκινήσει με τη μετοχοποίηση και ιδιωτικοποίηση μερικώς  της ΔΕΗ και  την παράδοση τμημάτων   παραγωγής  και κοιτασμάτων λιγνίτη  σε ιδιώτες.
Σκέφτεται κανείς ότι με τις ιδιωτικοποιήσεις συγχρόνως επιτυγχάνεται και η κάμψη της δύναμης των συνδικάτων, αφού ο αφανισμός του δημόσιου τομέα, όπου κάποια συνδικάτα ήταν πολύ  ισχυρά, μειώνει δραστικά και την επιρροή τους. Κι εδώ βρίσκεται το κομβικό σημείο κι αυτής της απεργίας. Θα θελήσουν οι απεργοί της ΔΕΗ με  το συνδικάτο τους  τη σύνδεση του αγώνα τους με άλλων εργαζομένων, την ιδεολογική σημασιοδότησή του, την ανάδειξη της ταξικής διάστασης στις αποφάσεις της ιδιωτικοποίησης;  Θα περιοριστούν οι απεργοί με το συνδικάτο τους στις υποσχέσεις  για εξασφάλιση του εργασιακού τους καθεστώτος, που την επαύριο της συμφωνίας με εύσχημο τρόπο μπορούν να αναιρεθούν; Μήλον της έριδος με την κυβέρνηση θα είναι μόνο οι όροι της ιδιωτικοποίησης, να μη γίνει «η εκποίηση αντί πινακίου φακής»; Όλη η κινητοποίηση για δημοψήφισμα θα είναι απλώς μια προσπάθεια για να εκβιαστούν συμμαχίες με εκλογικούς στόχους;  Η ρητορική και η σαγήνη της  θ’ αποδειχτεί υπέρτερη της δράσης;
Και τελικά αυτή η απεργία θα συμβάλει στην συνειδητοποίηση,   τόσο  από τους εργαζόμενους στη ΔΕΗ όσο και  από την πλειοψηφία της κοινωνίας, της  ανάγκης για υπέρβαση των οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων  που επιβάλλει η καπιταλιστική οργάνωση της κοινωνίας;