Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014

ΣΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ



Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Α. Τσίπρας σε άρθρο του με τίτλο «Η Ευρώπη που θέλουμε» στο περιοδικό New Europe ανακαλύπτει όψιμα πως «το πολιτικό κατεστημένο της Ευρώπης είδε στην κρίση μία ευκαιρία αναθεώρησης της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής πολιτικής οικονομίας στην κατεύθυνση ενός αγγλοσαξονικού νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού». Υποστηρίζει πως η Ευρωπαϊκή Αριστερά θα επανοικοδομήσει την Ευρώπη «σε μια δημοκρατική, κοινωνική και οικολογική βάση» που θα περιλαμβάνει βέβαια Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, θα είναι όμως «αυθεντική», για να λειτουργεί ως «δανειστής ύστατης καταφυγής», υπεράκτιες οικονομικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες, μόνο που η ευρωπαϊκή νομοθεσία θα τις φορολογεί, και φυσικά  εύχεται για μια «Ευρώπη της αλληλεγγύης, της οικονομικής και κοινωνικής προστασίας, της εργασίας και της ευημερίας»
                    Διαβάζοντας αυτό το άρθρο, αλλά και όλες τις περί Ευρωπαϊκής Ένωσης διαπιστώσεις, ευχές ή προτάσεις της αξιωματικής αντιπολίτευσης νομίζει κανείς πως η Ευρωπαϊκή Ένωση ιδρύθηκε χθες κι επομένως είναι φυσικό να εκπλήσσεται με τη διαπίστωση  ότι η ύψιστη κανονιστική της  αρχή είναι η ελεύθερη οικονομία της αγοράς. Μόνο που τέτοιες διαπιστώσεις ή επιχειρηματολογίες   δεν απέχουν από αντίστοιχες που περιλαμβάνονται στην απόφαση της Κεντρικής Πολιτικής Επιτροπής του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου για το Μάαστριχτ το μακρινό καλοκαίρι του 1992, όταν  δικαιολόγησε την ψήφιση της κύρωσης της συμφωνίας αυτής για να αποφευχθεί η περιθωριοποίησή μας και  επικαλέστηκε λόγους κοινωνικούς, εθνικούς και γεωπολιτικούς, ενώ  ευχόταν και τότε, με την πλειοψηφία των λαών της Ευρώπης, να επιτύχει την υπέρβασή της.  
                   Αυτή η επιχειρηματολογία ουσιαστικά έχει να κάνει  με την αποδοχή του περιεχομένου του αξιώματος « ανήκομεν εις την Δύσιν», με το οποίο η κυβέρνηση Καραμανλή ενέταξε τη χώρα στην τότε ΕΟΚ, χωρίς να υπάρξει προσφυγή στη γνώμη του λαού, και συνέχισε την ίδια πολιτική και το αυτοαποκαλούμενο αριστερό, σοσιαλιστικό ΠΑΣΟΚ. Μέχρι που και το  μεταπολιτευτικό σύνθημα «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» να ξεχαστεί εντελώς. 
   Ιδιαίτερη βαρύτητα  στο αρχικό σκεπτικό της ένταξης, για να περιοριστεί  και η αρνητική κριτική,  ήταν και  η εξασφάλιση της δημοκρατίας ως πολιτεύματος της χώρας, εφόσον τότε λίγος ήταν ο χρόνος που μας χώριζε από την επτάχρονη χούντα. Κι επειδή εκείνα τα χρόνια πολλοί κυνηγημένοι από τη χούντα κατέφυγαν σε χώρες της Ευρώπης  και  πολλά κινήματα της Ευρώπης υποστήριζαν την αντίσταση εναντίον της,  την οποία καταδίκαζαν, ήταν σχεδόν αυτονόητο να πιστεύουμε  ότι η σύνδεση με την  Ευρώπη ευνοεί τη δημιουργία εκείνων των  συνθηκών και μηχανισμών  λειτουργίας που θα πραγμάτωναν τη δημοκρατία. Έτσι  παραβλέπαμε ότι η ΕΟΚ δεν ήταν παρά ένας οργανισμός οικονομικής υπόστασης στα πλαίσια του καπιταλισμού,  μια αγορά που ανταλλάσσονταν περισσότερο αγαθά και υπηρεσίες από πριν, σε μια ατμόσφαιρα όμως   οξύτερου ανταγωνισμού, αφού τώρα ήταν  πιο μεγάλος, μια αγορά που  υπακούει στην πολιτική των πολυεθνικών που επιβλήθηκε  μάλιστα στους εθνικούς καπιταλισμούς. Για την πλειοψηφία η παραμονή  μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν  ένα αναπόφευκτο γεγονός που θα  ήταν μάταιο έως αδύνατο να το πολεμήσει κανείς, γιατί εξάλλου ήταν μια ευκαιρία συνεχούς οικονομικής ανάπτυξης και δημιουργούσε ένα πλαίσιο ανάπτυξης  της δημοκρατίας και συνθηκών για  τις κοινωνικές παροχές.
Ακόμα κι αν  απ’ αυτή  την τελωνειακή ένωση προέκυψε μια Ευρώπη στην υπηρεσία της φιλελεύθερης οικονομίας, των πολυεθνικών κεφαλαίων που δεν δίσταζε να δικαιολογεί και πολέμους ακόμη και στον ευρωπαϊκό χώρο, όσο υπήρχε η ελπίδα της συνεχούς βελτίωσης του βιοτικού μας επιπέδου και η συνεχής κολακεία μας  για τα οφέλη σαν μέλη της ευρωπαϊκής κοινότητας η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης από την πλειοψηφία. Στον καιρό μάλιστα  της κρίσης η ΕΕ έδειξε πιο απροκάλυπτα  πως δεν έχει πρόβλημα ν’ αναστείλει πολλά στοιχεία σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης, που η μη κομμουνιστική αριστερά θεωρούσε ότι  εγγυόταν, ακόμα και να περιστείλει δημοκρατικά δικαιώματα και στην τελική να γίνει  εκκολαπτήριο του φασισμού.  Παρόλ’ αυτά η αμφισβήτησή της προερχόταν και συνεχίζει να προέρχεται κυρίως, αν όχι μόνο, από το ΚΚΕ, που εκ των πραγμάτων τώρα δικαιώνεται η άρνησή του να ψηφίσει, το μόνο κόμμα στη Βουλή,  την κύρωση της συνθήκης του Μάαστριχτ.
                     Κι εμείς  όλα αυτά τα χρόνια γαλουχηθήκαμε με την ιδέα  της Ενωμένης Ευρώπης που κατάφερε  εν πολλοίς να υποκαταστήσει και την ταξική συνείδηση. Και κληθήκαμε να εντείνουμε τις ενέργειές μας για την επίτευξη μιας ενότητας  ευρωπαϊκής, της οποίας βέβαια το περιεχόμενο παρέμενε  ηθελημένα απροσδιόριστο περιλαμβάνοντας κάτι από τον  παραδοσιακό διεθνισμό, κάτι από  την προστασία του πολιτισμού, κάτι από ανάπτυξη της δημοκρατίας, κάτι από βελτίωση των όρων διαβίωσης.
                 Κι έπρεπε να έρθουν τα μνημόνια, η άγρια λιτότητα και η εξαθλίωσή μας για ν’ αρχίσουμε ν’ αναρωτιόμαστε, αρκετά δειλά και φοβισμένα, για τον τρόπο λειτουργίας αυτού του εγχειρήματος, όχι για τους όρους κάτω από τους οποίους έγινε και τις σκοπιμότητες που εξυπηρετεί. Αποσυνδέουμε λοιπόν ακόμα και τώρα την Ευρωπαϊκή Ένωση  από την καπιταλιστική οργάνωση της παραγωγής και θεωρούμε ατυχήματα, προσωπικές επιλογές  και αλαζονείες ισχυρών κρατών την ολοφάνερη εξυπηρέτηση του  κεφαλαίου με όλες τις μορφές του.
               Καταλήγει λοιπόν η Ευρωπαϊκή Ένωση να αποκαλύπτεται ότι σημαίνει  πια βαρύτερες συνθήκες εργασιακής εκμετάλλευσης, με εργαζόμενους που περιορισμένοι μέσα στο εθνικό χώρο τους θέλουν να τους αποτρέψουν ακόμα και  να διεκδικήσουν  τα δικαιώματά τους αφού αυτά διακηρύττεται ότι ρυθμίζονται από υπερεθνικά ανεξέλεγκτα κέντρα. Κι εύλογα είναι πια πολύ δύσκολο να θεωρήσει κανείς αφέλεια την  αισιοδοξία  που επιδεικνύει η αριστερή αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία συνεχίζει να υποστηρίζει τη δημιουργία μιας Ευρώπης «στην υπηρεσία των ανθρώπινων αναγκών» που μοιάζει να μη διαφοροποιείται και πολύ από   τις ευχές του πρωθυπουργού Α. Σαμαρά στο ευρωκοινοβούλιο για «περισσότερη και καλύτερη Ευρώπη. Ευρώπη της σταθερότητας, της εμπιστοσύνης και της ανάπτυξης». Είναι που πια σοσιαλιστές, αναθεωρητές, εναλλακτικές αριστερές κλπ. αποκαλύπτονται πως είναι η άλλη όψη του νομίσματος της διαχείρισης της καπιταλιστικής κρίσης, δηλ. υποστηρίγματα της κυριαρχίας του κεφαλαίου.

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014

ΜΑΚΡΥΣ ΔΡΟΜΟΣ ΜΕΤΑ ΔΙΑΠΛΟΚΩΝ

Το ένα σκάνδαλο αποκαλύπτεται μετά το άλλο. Μετά τα εξοπλιστικά περάσαμε στα επισφαλή δάνεια του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, μετά θα   αποκαλυφτεί κάτι άλλο. Μοιάζει σαν κάθε σκάνδαλο που αποκαλύπτεται να είναι η κορυφή ενός παγόβουνου που επεκτείνεται και σε άλλους χώρους, οργανισμούς κλπ.  με διαφορετικές μορφές,  αλλά την ίδια πρακτική και παρόμοια διαφθορά. Τα σκάνδαλα  μοιάζει να εξαρτώνται από το ελλιπές ηθικό έρμα και τη διαφθορά του ενός ή άλλου πολιτικού προσώπου ή δημόσιου λειτουργού. Σαν μια  εκδοχή κινηματογραφικής ταινίας, απ’ αυτές μάλιστα με ηθικοδιδακτικό περιεχόμενο που δεν έχουν και πολύ ενδιαφέρον ελλείψει αγωνίας για την εξέλιξη, όπου δικαστές αναλαμβάνουν να αποκαλύψουν τη διαφθορά,  ενώ ο αρχηγός επεμβαίνει υποστηρικτικά συντελώντας κι αυτός  για να καθαριστεί  η κόπρος του Αυγείου, κι ας είναι  αυτή ατέλειωτη. Μια ταινία προπαγάνδας.
     Σε όλα αυτά τα χρόνια της άγριας  καπιταλιστικής επίθεσης η καταγγελία του παρασιτισμού, η καταγγελία εναντίον εκείνων που εκμεταλλεύτηκαν την κατακτημένη ελευθερία και την μετέτρεψαν  σε ασυδοσία και ανηθικότητα, η καταγγελία εναντίον εκείνων που διασπάθισαν  δημόσιο χρήμα, η καταγγελία εναντίον της διόγκωσης ενός διεφθαρμένου κράτους που έγινε για ψηφοθηρικούς λόγους, αποτέλεσαν την  ηθική  βάση  για τη μεταμφίεσή της σε εξυγίανση και αναμόρφωση του συστήματος. Εν χορώ επαναλαμβάνεται συντονισμένα από φωνές του κυρίαρχου λόγου η ανάγκη εξορθολογισμού και μεταρρυθμίσεων που συμβαδίζει με τη διαπιστούμενη παρακμή ή εξαφάνιση αξιών και συμπεριφορών που θεωρούνται ότι αποτέλεσαν παλιότερα στοιχεία ηθικής αναφοράς ή και τμήμα της πολιτικής συμπεριφοράς. Σε κάποιες στήλες εφημερίδων μάλιστα θυμήθηκαν τον Π. Παπαληγούρα ή το Γ. Ράλλη σαν παραδείγματα ανιδιοτελούς προσφοράς στα κοινά, για να συνοδεύεται η ερμηνεία των κοινωνικών καταστάσεων και από χειροπιαστές αποδείξεις.
Οι αποκαλύψεις για την ύπαρξη και διαπλοκή οικονομικών συμφερόντων που χρεώνονται σε συγκεκριμένα άτομα θέλουν να μας πείσουν ότι όλα όσα βιώνουμε με την οικονομική μας εξαθλίωση  είναι ευθύνη μερικών ανθρώπων που καταχράστηκαν εξουσία, χρήμα κλπ. Είναι λοιπόν θέμα επιλογής σωστών ανθρώπων με ηθικές αρχές και σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί το ίδιο το σύστημα, οι μηχανισμοί του.
          Αναρωτιέται κανείς τι ακριβώς αλλά και πότε μια δημόσια συμπεριφορά, μια πολιτική ή οικονομική δραστηριότητα αποτελεί σκάνδαλο. Πριν από την κρίση, τότε που όταν αγοράζονταν τα εξοπλιστικά συστήματα θριαμβολογούσαν για τη θωράκιση του έθνους, που όταν επιχειρηματίες αναλάμβαναν δημόσια έργα θεωρούνταν υποδείγματα επιτυχίας οι ίδιες μέθοδο που τώρα θεωρούνται σκάνδαλο ήταν διαδεδομένες, οι ίδιες μέθοδοι σε μεγάλο βαθμό ήταν νομιμοποιημένοι τρόποι πλουτισμού.  Η διαφορά είναι πως τώρα με την κρίση απειλείται η ισορροπία του συστήματος, απειλούνται εδραιωμένες καταστάσεις πραγμάτων. Η αποκάλυψη όλων αυτών που ονομάζονται σκάνδαλα, που  είναι ένα σύμπτωμα της κατάρρευσης θεσμών και μηχανισμών αλλά όχι η κατάρρευση αυτού που γεννά και υπερτρέφει  τέτοια φαινόμενα, δηλ. του καπιταλισμού, είναι μια προληπτική ενέργεια ακριβώς για να διασωθεί το ίδιο το σύστημα.  Για να μείνει  ο μηχανισμός  του καπιταλιστικού συστήματος ανέπαφος, γιατί βέβαια το καπιταλιστικό κράτος δεν στηρίζεται ούτε περιορίζεται η δύναμή του στους υπουργούς και τους λειτουργούς που το υπηρετούν. Πάντα θα βρίσκονται άλλοι να τον υπηρετούν όσο ο μηχανισμός του μένει ανέπαφος και συνεχίζει να λειτουργεί. Και κάπου εδώ τέμνεται ο κυρίαρχος λόγος μ’ αυτόν της τρομοκρατίας με τη μορφή ατομικών ενεργειών, εν ειδει εκδίκησης στο όνομα των καταπιεσμένων. Όπως όλες αυτές οι δράσεις του κυρίαρχου συστήματος με τις αποκαλύψεις σκανδάλων  δεν αγγίζουν την γενεσιουργό αιτία τους, το ίδιο το σύστημα που τα εκκολάπτει και τα αναπαράγει, έτσι και πράξεις ένοπλης βίας εναντίον διαφόρων υπηρετών του συστήματος  δεν στρέφεται ενάντια στις πραγματικές αιτίες της εξαθλίωσης ούτε μπορεί να αντικαταστήσει επαναστατικές οργανώσεις ή να αναπτύξει την ταξική συνείδηση και να αυξήσει  τη ζύμωση και την οργανωτική δουλειά στις υποτελείς τάξεις.
        Τα σκάνδαλα με τις θεαματικές μεταμορφώσεις κροίσων σε ενδεείς ή επιφανών σε φυλακισμένους κατευνάζουν την οργή κι αγανάκτηση  όσων εξαθλιώνονται και ανανεώνουν τις ελπίδες τους για διόρθωση της κατάστασης. Οι ατομικές πράξεις βίας εναντίον μεγαλόσχημων του συστήματος δίνουν διέξοδο στο αίσθημα οργής και εκδίκησης που διαχέεται σε μεγάλο τμήμα της κοινωνίας. Στη μια περίπτωση εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στη δικαιοσύνη, μέρος κι αυτή του συστήματος, στην άλλη σε εκδικητές και ήρωες που θ’ αναλάβουν να μας σώσουν. Κι έτσι, ντροπιασμένοι κι εξευτελισμένοι ικετεύουμε για δικαιοσύνη ή ονειρευόμαστε νίκες χωρίς τη  δική μας συμμετοχή κι αγώνα.
     Πόσο μακρύς είναι ακόμα ο δρόμος  για την ταξική μας συνειδητοποίηση;

Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2014

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...



Και ξανάρθε η «17Ν» στα πρωτοσέλιδα και στις πρώτες ειδήσεις των ΜΜΕ με την  εξαφάνιση του Χριστόδουλου Ξηρού μετά την άδεια που του δόθηκε. Και βρήκαν την ευκαιρία τα ΜΜΕ, με προεξάρχοντα το MEGA, για λογύδρια εναντίον της τρομοκρατίας, ανάμεσα στις άλλες ειδήσεις που αφορούν στις εκδηλώσεις με αφορμή την ανάληψη από την Ελλάδα της προεδρίας της ευρωπαϊκής ένωσης και τις διώξεις εναντίον 25 προσώπων για το σκάνδαλο  των επισφαλών δανείων του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου. Και κάπου στις υποσημειώσεις χάνεται ότι η αύξηση επίσημα της ανεργίας έφτασε τον Οκτώβριο το 27.8%.
               Δώδεκα χρόνια μετά τη σύλληψη μελών της 17 Ν, παρακολουθώντας στα ΜΜΕ την ίδια συλλογιστική από τους ίδιους ανθρώπους αντιλαμβάνεται πια κανείς τις σκοπιμότητές τους.  Τότε, από τον Α. Παπαχελά μέχρι τον Γ. Πρετεντέρη,  σε θέση  δικαστών δίκαζαν, καταδίκαζαν, απαιτούσαν αποδεικτικά αθωότητας από οποιοδήποτε έστω  ψέλλιζε κάποια γνώμη διαφορετική από της κυρίαρχης εξουσίας, εξέδιδαν μυθεύματα σαν βιβλία έρευνας,  προσπαθώντας να διαμορφώσουν κλίμα τρομολαγνείας και τρομοϋστερίας, στοχεύοντας στην  απαξίωση  όχι τόσο της  συγκεκριμένης οργάνωσης αλλά κυρίως κάθε δράσης που απλώς αμφισβητούσε την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων. Την εποχή εκείνη, εποχή θριάμβου μιας σοσιαλδημοκρατίας που μας έβαζε στο ευρώ κι  ετοίμαζε ολυμπιακούς αγώνες, η δικαστική, νομοθετική, εκτελεστική εξουσία μαζί με την άτυπη τέταρτη εξουσία των ΜΜΕ με αφορμή τη σύλληψη και καταδίκη της «17Ν» έδειξαν τη δύναμή τους σε αγαστή συνεργασία. Εκείνοι οι μήνες σύλληψης των μελών της «17 Ν» ήταν αποκαλυπτικοί των τρόπων παραπλάνησης και τρομοκράτησης που χρησιμοποίησαν τα ΜΜΕ, εξυπηρετώντας την κυρίαρχη εξουσία, μόνο που εμείς δεν θελήσαμε να γίνουμε σοφότεροι για το ρόλο τους. Κι έτσι αφεθήκαμε παραπλανημένοι και φοβισμένοι να συναινούμε σε μνημόνια δέκα χρόνια μετά.
               Η ίδια η οργάνωση «17Ν», που πρωτοεμφανίστηκε σαν μια αριστερής προέλευσης ομάδα  που είχε ως κύριο στόχο της να τιμωρήσει όσους συνέβαλαν στην εγκαθίδρυση και λειτουργία της χούντας του 1967, ικανοποιώντας ένα αίσθημα δικαίου εξαιτίας της ατιμωρησίας των χουντικών, για πολύ καιρό έχαιρε αρκετής  συμπάθειας σε ευρύ κύκλο νέων αλλά και …νοικοκυραίων.  Βέβαια, στην παραπάνω από εικοσιπενταετή δράση της οι στόχοι της  γίνονταν όλο και περισσότερο περίεργοι,  το σκεπτικό της ισχνό  αδυνατούσε να δικαιολογήσει τις πράξεις της με αφετηρία κάποια σοβαρή πολιτική σκέψη που να ξεκινά από τη συγκεκριμένη συγκυρία στην Ελλάδα και στον κόσμο και να στηρίζεται σ’ αυτή, ανεξάρτητα αν κάποιος θα συμφωνούσε. Και τελικά έγιναν συλλήψεις, με το τελετουργικό των κουκουλοφόρων που εκφοβίζει,   έγινε δίκη, αλλά μάθαμε ελάχιστα πράγματα για την ίδια την οργάνωση, όπως συμβαίνει τις περισσότερες φορές για  οργανώσεις ένοπλης βίας, σε συνθήκες αστικής δημοκρατίας, που ισχυρίζονται πως πολεμούν μια άδικη κοινωνική δομή και με τη δράση τους προωθούν επαναστατικές πολιτικές ή κοινωνικές αλλαγές. Εξάλλου όλα αυτά τα χρόνια της δράσης της εμπράκτως αποδείχτηκε ότι οποιαδήποτε επέμβαση δια της ατομικής βίας δεν προωθεί καμία λύση των κοινωνικών προβλημάτων, αλλά αντίθετα ενισχύει την έρπουσα ολίσθηση προς αυταρχικότερο, αστυνομικότερο κράτος. Γιατί το πρόβλημα ουσιαστικά είναι ο περιορισμός ή η αποστέρηση προσωπικών και πολιτικών  ελευθεριών στο όνομα αντιμετώπισής της τρομοκρατίας.
               Το καλοκαίρι του 2002 ο τρόπος που χειρίστηκαν την υπόθεση της «17Ν»  τα ΜΜΕ αποκάλυψε  πώς γίνεται η χειραγώγηση  και τρομοκράτηση καθενός  μας αλλά και του συνολικού πληθυσμού προκειμένου να  επιτευχθούν συγκεκριμένοι στόχοι. Περιγράφονταν φωτογραφικά  άνθρωποι σαν μέλη της   που έπρεπε να αποδείξουν την αθωότητά τους, κατηγορούνταν άλλοι που αμφισβητούσαν το σκεπτικό του κυρίαρχου λόγου κι έπρεπε να κάνουν δήλωση αποκήρυξης της τρομοκρατίας, αναπαράγονταν ρεπορτάζ σαν να τα υπαγόρευε η ίδια η αντιτρομοκρατική αδιαφορώντας αν λίγο μετά τα ίδια τα γεγονότα τα διέψευδαν. Η συσσώρευση,  υπερβολή, υπεραφθονία πληροφοριών με επιμονή σε ανούσιες λεπτομέρειες, σε συνδυασμό με τον ευτελισμό  των κατηγορουμένων και κυρίως αυτού που χαρακτηριζόταν αριστερός λόγος  και την τρομοκράτηση όλων των υπολοίπων εφαρμόστηκαν μεθοδικά σ’ εκείνη την περίπτωση και απέδωσαν.  Τότε αποδείχτηκε εμπράκτως ότι η διαχείριση της πολιτικής πραγματικότητας είναι πιο αποτελεσματική όταν βασίζεται  στην αμοιβαία συνεργασία όλων των φορέων εξουσίας,  στην ελεγχόμενη πρόσβαση αλλά και στην αυτολογοκρισία  των ειδήσεων από τα ΜΜΕ που έχουν να κερδίσουν από την υιοθέτηση της θέσης της πολιτικής εξουσίας. Τα ΜΜΕ έκαναν το γεγονός καταναλώσιμο, το ξανακατασκεύασαν απαλείφοντας  τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά του το μετέτρεψαν σε θέαμα όπου πρωταγωνιστές ήταν υπουργοί  (Χρυσοχοϊδης) και αστυνόμοι  (Νασιάκος) που καταδίωκαν τους κακούς  και δέχονταν επαίνους  από τον αρχηγό (ΗΠΑ). Στην πραγματικότητα κανείς δεν νοιαζόταν για την ταυτότητα και τους στόχους  της ίδιας της οργάνωσης που ουσιαστικά έμειναν στο σκοτάδι.
               Δώδεκα χρόνια μετά με αφορμή την απόδραση Χ. Ξηρού   οι αντιθέσεις  ανάμεσα σε εκτελεστική (Δένδιας) και δικαστική εξουσία  (Ενωση Εισαγγελέων), οι καταγγελίες για εκβιασμούς  σε λειτουργούς από μέλη οργανώσεων ένοπλης βίας, οι κατηγορίες των ΜΜΕ για ολιγωρία  της πολιτείας κλπ. μέσα σ’ ένα περιβάλλον διαφθοράς στην εξουσία, εξαθλίωσης στην κοινωνική  βάση  δίνουν την εντύπωση ότι το εγχώριο πολιτικοοικονομικό κατεστημένο αν δεν παραπαίει, πάντως βρίσκεται σε σύγχυση. Αυτό δεν σημαίνει όμως  ότι δεν έχει τη δύναμη και τα μέσα να διατηρήσει την εξουσία του. Μόνο που τώρα αυτό φαίνεται  να γίνεται παρακάμπτοντας, αν όχι καταργώντας, δημοκρατικές ελευθερίες που κατακτήθηκαν από το λαϊκό κίνημα. Τα προσχήματα  γι’ αυτό εφευρίσκονται στην πορεία. Και η τρομοκρατία είναι από τα πιο πρόσφορα.

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014

ΠΟΛΕΜΟΙ ΤΟΥ ΧΘΕΣ;



          Με τον καινούργιο χρόνο άλλη μια φορά η ψευδής εντύπωση ότι κάτι καινούργιο όχι μόνο χρονολογικά αλλά και ουσιαστικά, βρίσκεται επί θύραις σφράγισε ανησυχητικά τις ευχές, τα διαγγέλματα των πολιτικών και την εορταστική καθημερινότητα που σχεδόν ψυχαναγκαστικά έγινε προσπάθεια να διαμορφωθεί.
                Κι επειδή το 2014 ανακαλεί και την προ εκατονταετίας έναρξη του Α παγκόσμιου πολέμου η ιστορική αναφορά σ’ αυτόν γίνεται περισσότερο σαν ένας αντικατοπτρισμός του τι είμαστε σήμερα και του τι μέλλει γενέσθαι. Σε πολλές ιστορικές  αναφορές η λειτουργία του κατόπτρου είναι καθοριστική για την ερμηνεία της σημερινής πραγματικότητας, τον προσδιορισμό της και την ανάλυση της. Κι αυτό γίνεται φανερό στο άρθρο του Κ. Πρετεντέρη στο Κυριακάτικο ΒΗΜΑ για το «αίσιο και ευτυχές το 1914» για τον οποίον η Ευρώπη  «βρέθηκε ξαφνικά και σχεδόν αναίτια στα χαρακώματα», αναζητώντας δηλ.  τις αιτίες του  στο ίδιο ερμηνευτικό σχήμα  με το οποίο αναζητούνται οι αιτίες  για  την εξαθλίωση που τα τελευταία χρόνια βιώνουμε στη δική μας  ολιγωρία, άντε και σε κάποιες παραλείψεις διεφθαρμένων πολιτικών. Ιμπεριαλισμός, ταξική σύγκρουση έχουν απαλειφθεί από το λεξιλόγιο του κυρίαρχου λόγου  και για την ερμηνεία παλαιότερων γεγονότων, όχι μόνο σύγχρονων.  Κι ούτε βέβαια  αναφορά στο λόγο του Λένιν  που  πάνω από είκοσι χρόνια τώρα επιδιώκεται να ταφεί τελεσίδικα αλλά όσο βαθαίνει η καπιταλιστική κρίση τόσο αναδεικνύεται η αναγκαιότητά του για την ανάλυση της πραγματικότητας.
     «Γιατί η απόδειξη του αληθινού κοινωνικού ή πιο σωστά: του αληθινού ταξικού χαρακτήρα του πολέμου, δεν περιέχεται φυσικά  στη διπλωματική ιστορία του πολέμου, αλλά στην ανάλυση της αντικειμενικής κατάστασης των κυρίαρχων τάξεων σ' όλες τις εμπόλεμες δυνάμεις. Για να περιγράψει κανείς αυτή την αντικειμενική κατάσταση, δεν πρέπει να πάρει παραδείγματα και ξεχωριστά στοιχεία (μια και τα φαινόμενα της κοινωνικής ζωής είναι εξαιρετικά περίπλοκα, μπορεί πάντα να βρεθεί οποιοσδήποτε αριθμός παραδειγμάτων ή ξεχωριστών στοιχείων, για να υποστηριχτεί οποιαδήποτε θέση), αλλά οπωσδήποτε το σύνολο των στοιχείων για τις βάσεις της οικονομικής ζωής όλων των εμπόλεμων δυνάμεων και όλου του κόσμου.(…) Οι σιδηρόδρομοι είναι το αποτέλεσμα των κυριότερων κλάδων της καπιταλιστικής βιομηχανίας, της βιομηχανίας κάρβουνου και της σιδηρουργίας, το αποτέλεσμα και ο πιο παραστατικός δείκτης ανάπτυξης του παγκόσμιου εμπορίου και του αστικοδημοκρατικού πολιτισμού.(…) Η κατανομή του σιδηροδρομικού δικτύου, η ανισομετρία της, η ανισομετρία της ανάπτυξης του σιδηροδρομικού δικτύου είναι αποτελέσματα του σύγχρονου μονοπωλιακού καπιταλισμού σε παγκόσμια κλίμακα. Κι αυτά τα αποτελέσματα δείχνουν ότι πάνω σε μια τέτοια οικονομική βάση, όσο υπάρχει ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, είναι εντελώς αναπόφευκτοι οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι.
         Η κατασκευή σιδηροδρόμων φαίνεται μια επιχείρηση απλή, φυσική, δημοκρατική, εκπολιτιστική και πολιτισμένη: τέτοια φαίνεται στα μάτια των αστών καθηγητών, που τους πληρώνουν για να εξωραΐζουν την καπιταλιστική δουλεία, και στα μάτια των μικροαστών φιλισταίων. Στην πραγματικότητα, τα καπιταλιστικά νήματα, που συνδέουν με χιλιάδες δίκτυα αυτές τις επιχειρήσεις με την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής γενικά, μετάτρεψαν αυτή την κατασκευή σε όργανο καταπίεσης ενός δισεκατομμυρίου ανθρώπων (αποικίες συν μισοαποικίες), δηλαδή του μισού και πάνω πληθυσμού της γης στις εξαρτημένες χώρες και των μισθωτών δούλων του κεφαλαίου στις «πολιτισμένες» χώρες.
Η ατομική ιδιοκτησία που στηρίζεται στην εργασία του μικρονοικοκύρη, ο ελεύθερος συναγωνισμός, η δημοκρατία - όλα τούτα τα συνθήματα, που μ' αυτά οι καπιταλιστές και ο Τύπος τους εξαπατούν τους εργάτες και τους αγρότες, ξεπεράστηκαν πια πολύ. Ο καπιταλισμός αναπτύχθηκε σε παγκόσμιο σύστημα αποικιακής καταπίεσης και χρηματιστικής κατάπνιξης της τεράστιας πλειοψηφίας του πληθυσμού της γης από μια χούφτα «προηγμένες» χώρες. Και το μοίρασμα αυτής της «λείας» γίνεται ανάμεσα σε 2-3 ληστές με παγκόσμια δύναμη, οπλισμένους ως τα δόντια (Αμερική, Αγγλία, Ιαπωνία), που τραβούν όλη τη γη στον πόλεμό τους για το μοίρασμα της λείας τους.
 (…)Είναι ακριβώς ο παρασιτισμός και το σάπισμα του καπιταλισμού, που χαρακτηρίζουν το ανώτατο ιστορικό του στάδιο, δηλαδή τον ιμπεριαλισμό.  (…) ο καπιταλισμός έχει ξεχωρίσει τώρα μια χούφτα (λιγότερο από το ένα δέκατο του πληθυσμού της γης,  με τον πιο «απλόχερο» και εξογκωμένο υπολογισμό λιγότερο από το ένα πέμπτο) πολύ πλούσια και ισχυρά κράτη που ληστεύουν όλο τον κόσμο - «κόβοντας» απλώς «κουπόνια». Η εξαγωγή κεφαλαίων δίνει 8-10 δισεκατομμύρια φράγκα εισόδημα το χρόνο σε προπολεμικές τιμές και σύμφωνα με την προπολεμική αστική στατιστική. Σήμερα δίνει ασφαλώς πολύ περισσότερα. Είναι αυτονόητο ότι με ένα τόσο γιγάντιο υπερκέρδος (γιατί είναι πάνω από το κέρδος που απομυζούν οι καπιταλιστές από τους εργάτες της χώρας «τους») μπορεί να εξαγοράζονται οι εργατικοί ηγέτες και το ανώτερο στρώμα της εργατικής αριστοκρατίας. Και αυτό το στρώμα το εξαγοράζουν οι καπιταλιστές των «προηγμένων» χωρών με χίλιους τρόπους,, άμεσους και έμμεσους, ανοιχτούς και κρυφούς.
Αυτό το στρώμα των αστοποιημένων εργατών ή της «εργατικής αριστοκρατίας», που είναι πέρα για πέρα μικροαστικό ως προς τον τρόπο της ζωής του, το μέγεθος των απολαβών του και την όλη κοσμοθεωρία του, είναι το κύριο στήριγμα της II Διεθνούς και στις μέρες μας το κύριο κοινωνικό (όχι στρατιωτικό) στήριγμα της αστικής τάξης. Γιατί πρόκειται για αληθινούς πράκτορες της αστικής τάξης μέσα στο εργατικό κίνημα, για εργατικούς εντολοδόχους της τάξης των καπιταλιστών (labor lieutenants of the capitalist class), για αληθινούς αγωγούς του ρεφορμισμού και του σοβινισμού. Στον εμφύλιο πόλεμο του προλεταριάτου ενάντια στην αστική τάξη τάσσονται αναπόφευκτα, και όχι σε μικρό αριθμό, με το μέρος της αστικής τάξης, με το μέρος των «βερσαλλιέρων» ενάντια στους «κομμουνάρους».
Αν δεν κατανοηθούν οι οικονομικές ρίζες αυτού του φαινομένου, αν δεν εκτιμηθεί η πολιτική και κοινωνική του σημασία, δεν μπορεί να γίνει ούτε βήμα στον τομέα της λύσης των πρακτικών καθηκόντων του κομμουνιστικού κινήματος και της επερχόμενης κοινωνικής επανάστασης.»

  Από τον πρόλογο  Β.Ι Λένιν, «Ἱμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2001

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

ΧΡΟΝΟΣ ΜΠΑΙΝΕΙ



                  Κοντά τέσσερα χρόνια από την θεσμοθετημένη άγρια καπιταλιστική επίθεση, που ο δημόσιος λόγος της μείζονος  αριστεράς αντιπολίτευσης και των αντιμνημονιακών  περιορίζει στην επιβολή των μνημονίων, και η απουσία μαζικής αντίδρασης  συνεχίζεται. Είναι φόβος και δισταγμός και απουσία  μιας κάποιας υποκειμενικής εγγύησης για το ίδιο το αποτέλεσμα της  αντίδρασης μας, είναι η  έλλειψη προσανατολισμού και η βεβαιότητα πως κάθε  προσπάθεια ανάσχεσής της  εξαθλίωσης είναι μάταιη; Και ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος  μήπως τελικά συνηθίσουμε και βολευτούμε με τους μοιρασμένους ρόλους που θα παίξει το κάθε άτομο ή κάθε ομάδα, αποκομμένοι στον μικρόκοσμό μας. Κι ενώ δεν βλέπουμε προοπτικές βολευόμαστε με όνειρα, δηλ. φληναφήματα, φιλαυτίες, ευαισθησίες και παραληρήματα.
         Κι έτσι θα περνά ο καιρός, χρόνος μπαίνει, χρόνος βγαίνει;
         Χρόνος μπαίνει, χρόνος βγαίνει αναζητούμε μια νομιμότητα να αναφερθούμε για να τολμήσουμε να  αγνοήσουμε αυτόν τον κρατικό μηχανισμό που στρέφεται εναντίον μας …αλλά με  την υποστήριξή του. Είναι που το πνεύμα στην  εποχή της ευμάρειας, που εξήρε το κοινωνικό κράτος, που εκθείαζε το συμφυρμό πολιτισμών και αισθητικών μορφών, ιδεολογιών και τρόπων ζωής,  που αγνοούσε κάθε ιστορική προοπτική, που ενίσχυε την καπιταλιστική λογική δια της τελικής συναινέσεως όλων των διαφωνούντων,  κατέκλυσε  σε όλα τα χρόνια της μεταπολίτευσης την κοινωνία και μας απέκοψε οριστικά από τις ρίζες ενός αγωνιστικού τρόπου ζωής, ολοκληρώνοντας το έργο της επτάχρονης δικτατορίας.  Η δικτατορία στην επταετία  μας αφαίρεσε το λόγο και από τότε κανείς μας δεν μαθήτευσε πώς να κατανοεί τις λέξεις, πώς να χειρίζεται τις λέξεις, παρά μόνο πώς να τις καταναλώνει.  Και πέσαμε στην παγίδα καταναλώνοντας συνθήματα κι ύστερα βαθυστόχαστες αναλύσεις που δεν ήταν παρά μια φυγή από την πραγματικότητα, πεπεισμένοι για την εξίσωση, επαναστατικό σύνθημα-ιδιαίτερη αμφίεση-εκκεντρική συμπεριφορά ίσον επανάσταση.  Και τώρα καταλήξαμε ακόμα και τρόποι της δικτατορίας που κρίνονται προσφορότεροι για τους κυβερνώντες («αποφασίζομεν και  διατάσσομεν» δια πράξεων νομοθετικού περιεχομένου) να γίνονται αποδεκτοί δια του λόγου.
               Χρόνος μπαίνει χρόνος βγαίνει,  ενώ η εποχή της αφελούς άγνοιας θα έπρεπε να έχει τελειώσει ανεπιστρεπτί έρχονται συνεντεύξεις σαν αυτή  του δημάρχου Θεσσαλονίκης Ι. Μπουτάρη που συνεισφέρουν στη διάψευση αυτής της προσδοκίας.  Κι αν αναφέρεται αυτή  η συνέντευξή  δεν είναι για την επιρροή που μπορεί να ασκήσει στην κύρια πολιτική σκηνή ούτε  γιατί   αυτή σηματοδοτεί   την  κυρίαρχη ιδεολογία, όπως εκφράζεται με το άλλο πρόσωπό της το ΣΥΡΙΖΑ,  όσο γιατί ενώ  συνεχίζεται και σε καιρούς εξαθλίωσης  πρωταγωνιστές του δημόσιου βίου να εκφέρουν έναν λόγο συρραφή από τα   πνευματικά απομεινάρια προηγούμενων δεκαετιών πείθουν ακόμα πολλούς.   Στο λόγο του δημάρχου υπήρχε: Ο θαυμασμός  της Ευρώπης, από μια θέση μειονεξίας «Δεν μπορώ να μας χαρακτηρίσω Ευρωπαίους», η κατάφαση έως αποθεώσεως του αστικού τρόπου  ζωής, που εκτείνεται και πέρα από το χώρο «Το τραγικό χαρακτηριστικό αυτής της πόλης είναι η εσωτερική μετανάστευση που από το 1960 και μετά έφερε μη αστικές οικογένειες, οι οποίες όχι μόνο δεν αφομοιώθηκαν ακόμη σ' αυτήν, αλλά και μετά από τόσες δεκαετίες δεν κατάφεραν να αποκαταστήσουν νοοτροπία του σύγχρονου αστικού τρόπου ζωής» η αποδοχή της  υπάρχουσας οικονομικοοικονομικής κατάστασης συμβιβασμένη με φιλανθρωπία «...θεωρώ τραγική πρόκληση όταν δεν μπορούμε να συντηρήσουμε τα συσσίτια να ασχολούμαστε με στολισμούς, λαμπάκια και έλατα», η ισοπέδωση διαφορών και ο θρίαμβος της συναίνεσης «είναι τρανό παράδειγμα (ο Ανθιμος) πώς μια πολύ κακή σχέση μπορεί να μετατραπεί σε ουσιαστική συνεργασία».  Η συνέντευξή του εκφράζει συμπυκνωμένη την κυρίαρχη ιδεολογία, με έναν χαλαρό τρόπο που κρύβει όμως άσχημα την περιφρόνησή του για τις «μη αστικές οικογένειες» συγχέοντας κάτοικο της πόλης και κοινωνική τάξη που κατέχει τα μέσα παραγωγής. Ο ίδιος ο δήμαρχος  δεν εκφράζει και σαν προσωπικότητα παρά την ατομική πρωτοβουλία, την προσωπική  επιτυχία,  το κέρδος, την επιχείρηση, έναν καθόλα αστό που υπερήφανα με λόγια και πράξεις αρνείται να θέσει σε αμφισβήτηση  τα πολιτιστικά κεκτημένα του ελευθεριάζοντος και ανεκτικού καπιταλισμού.
                 Χρόνος μπαίνει, χρόνος βγαίνει αναζητείται το αγωνιστικό φρόνημα ενός λαού που κινούμενος μέσα στα πλαίσια της πιο άγριας καπιταλιστικής λογικής περιήλθε σε πλήρη σύγχυση  για τα όσα συμβαίνουν στον τόπο του. Δεν βλέπουμε, η πλειοψηφία,  καμιά άλλη  αναγκαιότητα στην οποία θα πρέπει να υπακούσουμε για να αντιδράσουμε  εκτός από εκείνη της κατάργησης των μνημονίων για να επιστρέψουμε στην προηγούμενη  κατάσταση. Έχουμε οι περισσότεροι  καθηλωθεί σε ένα μίζερο και στερημένο  τρόπο ζωής εξαιτίας των ψυχικών πιέσεων που ασκούν οι ανάγκες επιβίωσης μέσα στο κλίμα  ανασφάλειας, δυσπιστίας, φόβου  που δημιουργείται εξαιτίας της κυρίαρχης πολιτικής. Κανένα αντιστασιακό κίνημα δεν έχει ακόμα αναπτυχθεί και όλο περιμένουμε τις συνθήκες που θα επιτρέψουν την έγκαιρη και αποτελεσματική μαζικοποίησή του. Και όλοι τα βάζουμε με τους κομμουνιστές γιατί αργούν να κάνουν την επανάσταση για χάρη όλων των άλλων, να ματώσουν, να επωμιστούν τη σωτηρία μας χωρίς όλοι οι υπόλοιποι να κουνήσουμε το δαχτυλάκι μας.
                Χρόνος μπαίνει χρόνος βγαίνει παραβλέπουμε  το φασισμό και τη μιζέρια με τα οποία έχουμε διαποτιστεί όλα αυτά τα χρόνια, τον παραλογισμό των ημερών μας όπου ο εκπεσμός κι αυτών των αστικών αξιών να επισημαίνεται από τους ίδιους που συμβάλλουν και συμμετέχουν σ’ αυτό, συνεχίζοντας να παραπαίουμε για επιλογή εκπροσώπησής μας ανάμεσα σε Σαμαρά ή Κασιδιάρη, Τσίπρα ή Μπουτάρη, Κουβέλη ή Κακλαμάνη και μια σειρά δεκάδων άλλων ονομάτων, όταν η μοναδική επιλογή είναι ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό.