Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2014

ΣΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ



Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Α. Τσίπρας σε άρθρο του με τίτλο «Η Ευρώπη που θέλουμε» στο περιοδικό New Europe ανακαλύπτει όψιμα πως «το πολιτικό κατεστημένο της Ευρώπης είδε στην κρίση μία ευκαιρία αναθεώρησης της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής πολιτικής οικονομίας στην κατεύθυνση ενός αγγλοσαξονικού νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού». Υποστηρίζει πως η Ευρωπαϊκή Αριστερά θα επανοικοδομήσει την Ευρώπη «σε μια δημοκρατική, κοινωνική και οικολογική βάση» που θα περιλαμβάνει βέβαια Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, θα είναι όμως «αυθεντική», για να λειτουργεί ως «δανειστής ύστατης καταφυγής», υπεράκτιες οικονομικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες, μόνο που η ευρωπαϊκή νομοθεσία θα τις φορολογεί, και φυσικά  εύχεται για μια «Ευρώπη της αλληλεγγύης, της οικονομικής και κοινωνικής προστασίας, της εργασίας και της ευημερίας»
                    Διαβάζοντας αυτό το άρθρο, αλλά και όλες τις περί Ευρωπαϊκής Ένωσης διαπιστώσεις, ευχές ή προτάσεις της αξιωματικής αντιπολίτευσης νομίζει κανείς πως η Ευρωπαϊκή Ένωση ιδρύθηκε χθες κι επομένως είναι φυσικό να εκπλήσσεται με τη διαπίστωση  ότι η ύψιστη κανονιστική της  αρχή είναι η ελεύθερη οικονομία της αγοράς. Μόνο που τέτοιες διαπιστώσεις ή επιχειρηματολογίες   δεν απέχουν από αντίστοιχες που περιλαμβάνονται στην απόφαση της Κεντρικής Πολιτικής Επιτροπής του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου για το Μάαστριχτ το μακρινό καλοκαίρι του 1992, όταν  δικαιολόγησε την ψήφιση της κύρωσης της συμφωνίας αυτής για να αποφευχθεί η περιθωριοποίησή μας και  επικαλέστηκε λόγους κοινωνικούς, εθνικούς και γεωπολιτικούς, ενώ  ευχόταν και τότε, με την πλειοψηφία των λαών της Ευρώπης, να επιτύχει την υπέρβασή της.  
                   Αυτή η επιχειρηματολογία ουσιαστικά έχει να κάνει  με την αποδοχή του περιεχομένου του αξιώματος « ανήκομεν εις την Δύσιν», με το οποίο η κυβέρνηση Καραμανλή ενέταξε τη χώρα στην τότε ΕΟΚ, χωρίς να υπάρξει προσφυγή στη γνώμη του λαού, και συνέχισε την ίδια πολιτική και το αυτοαποκαλούμενο αριστερό, σοσιαλιστικό ΠΑΣΟΚ. Μέχρι που και το  μεταπολιτευτικό σύνθημα «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» να ξεχαστεί εντελώς. 
   Ιδιαίτερη βαρύτητα  στο αρχικό σκεπτικό της ένταξης, για να περιοριστεί  και η αρνητική κριτική,  ήταν και  η εξασφάλιση της δημοκρατίας ως πολιτεύματος της χώρας, εφόσον τότε λίγος ήταν ο χρόνος που μας χώριζε από την επτάχρονη χούντα. Κι επειδή εκείνα τα χρόνια πολλοί κυνηγημένοι από τη χούντα κατέφυγαν σε χώρες της Ευρώπης  και  πολλά κινήματα της Ευρώπης υποστήριζαν την αντίσταση εναντίον της,  την οποία καταδίκαζαν, ήταν σχεδόν αυτονόητο να πιστεύουμε  ότι η σύνδεση με την  Ευρώπη ευνοεί τη δημιουργία εκείνων των  συνθηκών και μηχανισμών  λειτουργίας που θα πραγμάτωναν τη δημοκρατία. Έτσι  παραβλέπαμε ότι η ΕΟΚ δεν ήταν παρά ένας οργανισμός οικονομικής υπόστασης στα πλαίσια του καπιταλισμού,  μια αγορά που ανταλλάσσονταν περισσότερο αγαθά και υπηρεσίες από πριν, σε μια ατμόσφαιρα όμως   οξύτερου ανταγωνισμού, αφού τώρα ήταν  πιο μεγάλος, μια αγορά που  υπακούει στην πολιτική των πολυεθνικών που επιβλήθηκε  μάλιστα στους εθνικούς καπιταλισμούς. Για την πλειοψηφία η παραμονή  μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν  ένα αναπόφευκτο γεγονός που θα  ήταν μάταιο έως αδύνατο να το πολεμήσει κανείς, γιατί εξάλλου ήταν μια ευκαιρία συνεχούς οικονομικής ανάπτυξης και δημιουργούσε ένα πλαίσιο ανάπτυξης  της δημοκρατίας και συνθηκών για  τις κοινωνικές παροχές.
Ακόμα κι αν  απ’ αυτή  την τελωνειακή ένωση προέκυψε μια Ευρώπη στην υπηρεσία της φιλελεύθερης οικονομίας, των πολυεθνικών κεφαλαίων που δεν δίσταζε να δικαιολογεί και πολέμους ακόμη και στον ευρωπαϊκό χώρο, όσο υπήρχε η ελπίδα της συνεχούς βελτίωσης του βιοτικού μας επιπέδου και η συνεχής κολακεία μας  για τα οφέλη σαν μέλη της ευρωπαϊκής κοινότητας η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης από την πλειοψηφία. Στον καιρό μάλιστα  της κρίσης η ΕΕ έδειξε πιο απροκάλυπτα  πως δεν έχει πρόβλημα ν’ αναστείλει πολλά στοιχεία σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης, που η μη κομμουνιστική αριστερά θεωρούσε ότι  εγγυόταν, ακόμα και να περιστείλει δημοκρατικά δικαιώματα και στην τελική να γίνει  εκκολαπτήριο του φασισμού.  Παρόλ’ αυτά η αμφισβήτησή της προερχόταν και συνεχίζει να προέρχεται κυρίως, αν όχι μόνο, από το ΚΚΕ, που εκ των πραγμάτων τώρα δικαιώνεται η άρνησή του να ψηφίσει, το μόνο κόμμα στη Βουλή,  την κύρωση της συνθήκης του Μάαστριχτ.
                     Κι εμείς  όλα αυτά τα χρόνια γαλουχηθήκαμε με την ιδέα  της Ενωμένης Ευρώπης που κατάφερε  εν πολλοίς να υποκαταστήσει και την ταξική συνείδηση. Και κληθήκαμε να εντείνουμε τις ενέργειές μας για την επίτευξη μιας ενότητας  ευρωπαϊκής, της οποίας βέβαια το περιεχόμενο παρέμενε  ηθελημένα απροσδιόριστο περιλαμβάνοντας κάτι από τον  παραδοσιακό διεθνισμό, κάτι από  την προστασία του πολιτισμού, κάτι από ανάπτυξη της δημοκρατίας, κάτι από βελτίωση των όρων διαβίωσης.
                 Κι έπρεπε να έρθουν τα μνημόνια, η άγρια λιτότητα και η εξαθλίωσή μας για ν’ αρχίσουμε ν’ αναρωτιόμαστε, αρκετά δειλά και φοβισμένα, για τον τρόπο λειτουργίας αυτού του εγχειρήματος, όχι για τους όρους κάτω από τους οποίους έγινε και τις σκοπιμότητες που εξυπηρετεί. Αποσυνδέουμε λοιπόν ακόμα και τώρα την Ευρωπαϊκή Ένωση  από την καπιταλιστική οργάνωση της παραγωγής και θεωρούμε ατυχήματα, προσωπικές επιλογές  και αλαζονείες ισχυρών κρατών την ολοφάνερη εξυπηρέτηση του  κεφαλαίου με όλες τις μορφές του.
               Καταλήγει λοιπόν η Ευρωπαϊκή Ένωση να αποκαλύπτεται ότι σημαίνει  πια βαρύτερες συνθήκες εργασιακής εκμετάλλευσης, με εργαζόμενους που περιορισμένοι μέσα στο εθνικό χώρο τους θέλουν να τους αποτρέψουν ακόμα και  να διεκδικήσουν  τα δικαιώματά τους αφού αυτά διακηρύττεται ότι ρυθμίζονται από υπερεθνικά ανεξέλεγκτα κέντρα. Κι εύλογα είναι πια πολύ δύσκολο να θεωρήσει κανείς αφέλεια την  αισιοδοξία  που επιδεικνύει η αριστερή αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία συνεχίζει να υποστηρίζει τη δημιουργία μιας Ευρώπης «στην υπηρεσία των ανθρώπινων αναγκών» που μοιάζει να μη διαφοροποιείται και πολύ από   τις ευχές του πρωθυπουργού Α. Σαμαρά στο ευρωκοινοβούλιο για «περισσότερη και καλύτερη Ευρώπη. Ευρώπη της σταθερότητας, της εμπιστοσύνης και της ανάπτυξης». Είναι που πια σοσιαλιστές, αναθεωρητές, εναλλακτικές αριστερές κλπ. αποκαλύπτονται πως είναι η άλλη όψη του νομίσματος της διαχείρισης της καπιταλιστικής κρίσης, δηλ. υποστηρίγματα της κυριαρχίας του κεφαλαίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: