Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

ΕΠΙΧΕΙΡΕΙΝ

        Ο πρωθυπουργός δηλώνει, θριαμβολογώντας  για  την εκταμίευση 52,4 δισ. ευρώ ως τον Μάρτιο, ότι «τελειώνει μια μεγάλη και δύσκολη περίοδος για την χώρα» υποστηρίζοντας ότι «τα χρήματα και οι διαρθρωτικές αλλαγές θα είναι η αφετηρία για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας»
     Τρία χρόνια με τα μνημόνια πρωθυπουργοί, υπουργοί κλπ. υπόσχονται, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, ανάκαμψη της οικονομίας  (ότι εισερχόμαστε σε τροχιά ανάπτυξης το 2012 διαβεβαίωνε ο Παπανδρέου δυο χρόνια πριν, μέχρι το 2012 θα έχουμε θετική ανάπτυξη … προφήτευε ως διευθυντής του ΙΟΒΕ ο υπουργός Οικονομικών Στουρνάρας τον Ιούλιο του 2011, τις μέρες αυτές ο Σαμαράς  συνομιλεί με επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται στην ελληνική αγορά με στόχο την ανάπτυξη, που υποστηρίζει πως θα έρθει από το β εξάμηνο του 2013 κλπ), που όλο αναβάλλεται.
      Κι όμως,  οι σύγχρονες φόρμουλες της απελευθέρωσης, της ευελιξίας, οι εκκλήσεις στον επιχειρηματία, στο άτομο που τα βγάζει πέρα, που δεν περιμένει τη βοήθεια  του κράτους,  και από τους οποίους θα έρθει η περιβόητη ανάπτυξη,  που είχαν κερδίσει την πλειοψηφία του κόσμου, συνεχίζουν να πείθουν πάρα πολλούς ακόμα. Η αστική τάξη συνεχίζει να δίνει μια μάχη χαρακωμάτων με έξυπνο τρόπο, έχοντας σχεδόν  κερδίσει χρόνια πριν  τη μάχη της πνευματικής και ηθικής κυριαρχίας. Κατόρθωσε λοιπόν να παράγει μια σειρά αξιών που σήμερα είναι πλέον κυρίαρχες. Η επιχειρηματικότητα για παράδειγμα σήμερα καταλήγει να είναι αξία, δεν υπάρχουν  πια αφεντικά αλλά αυτοί που επιχειρούν, που δημιουργούν, που καινοτομούν κλπ. και εν δυνάμει όλοι θα πρέπει να επιδιώκουν  να γίνουν επιχειρηματίες  Πρόκειται για μια οικονομιστική προοπτική, όπου τα πάντα αρχίζουν με την κινητικότητα, την απογείωση της οικονομίας, για να έρθει η ανάπτυξη μέσω της επιχειρηματικότητας και συγχρόνως η ανάρρηση των ειδικών και τεχνικών, ενώ  η πολιτική και η ταξική πάλη  απουσιάζουν σχεδόν ολοσχερώς. Η σχεδόν μηχανιστική αντίληψη για την κοινωνία, σαν κόσμο σχέσεων ισχύος και αντιτιθέμενων συμφερόντων στο αδιαμφισβήτητο καπιταλιστικό περιβάλλον,   που για να οδηγηθεί  στο δρόμο της ανάπτυξης χρειάζεται έναν επιδιαιτητή που θα επιτύχει τη συνεννόηση κι αυτός  είναι ο τεχνοκράτης, παρουσιάζει την ανεπτυγμένη κοινωνία σαν πεδίο δράσης του ορθού λόγου και της τεχνικής και επενδύει με επιστημονικούς όρους κάθε διεκδίκηση του κεφαλαίου. Οι διαγνώσεις και οι παρατηρήσεις των τεχνικών  χρησιμοποιούνται από τους πολιτικούς για να δώσουν κύρος στα συμπεράσματά τους, να μετατρέψουν τις απόψεις  για σημερινές συσχετίσεις σε προβλέψεις για μελλοντικές επιπτώσεις  οικονομικών μέτρων, αντλώντας μάλιστα μακροοικονομικά συμπεράσματα από το άθροισμα στάσεων ή αποφάσεων σε μικροοικονομικό επίπεδο.
         Ετσι, σε τηλεοπτικές εκπομπές, σε εξαγγελίες υπουργικές τονίζεται, μέσα από αντίστοιχες περιπτώσεις,   η επιχειρηματικότητα σαν η μόνη ορθή λύση για το μέλλον,  εκδηλώνονται προθέσεις για προώθηση καινοτόμων δράσεων, υποστηρίζοντας ότι αυτός είναι ο δρόμος, η στάση και συμπεριφορά που αρμόζουν στα δεδομένα του προβλήματος που συνθέτουν η πολιτική, η οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα. Ο κυρίαρχος λόγος σχεδόν διαφημίζει ότι η αντίθεση καπιταλισμού- σοσιαλισμού  δεν έχει πλέον κανένα νόημα, η ταξική πάλη δεν υφίσταται και  η μορφή ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής έχει δευτερεύουσα  σημασία σε σχέση με τις  απαιτήσεις της διαδικασίας παραγωγής και κατανάλωσης. Ακόμα και  η λύση του προβλήματος  της ανεργίας εντοπίζεται στην αναζήτηση ή και δημιουργία  κερδοφόρων κλάδων και τομέων παραγωγής. Η δε στάση της κυβέρνησης  συνολικά για την οικονομία  επαίρεται ότι συνδυάζει  το ρεαλισμό, που θα πεί την εκτέλεση των αποφάσεων των κυρίαρχων ευρωπαϊκών κέντρων, στο επίπεδο της  τρέχουσας διαχείρισης με ένα ιδεολογικό λόγο  για ανάπτυξη και επενδύσεις, που δεν έχουν  φυσικά καμιά σχέση με τα όσα συμβαίνουν  πραγματικά, όχι μόνο γιατί  δεν υπάρχουν  αυτές οι διαδικασίες, αλλά επειδή  τα αποτελέσματά τους  δεν είναι θετικά ή καλύτερα δεν είναι κάν ορατά.
      Για να γίνεται πειστικότερος ο συλλογισμός για τις ευεργετικές επιδράσεις  του επιχειρείν, η περιφορά  επιχειρηματιών που  εκτρέφουν σαλιγκάρια, καλλιεργούν μανιτάρια, ιδρύουν ΜΚΟ κλπ  σε κανάλια και εφημερίδες χρησιμοποιούνται ως απτή απόδειξη της ορθότητάς του, που κατά βάθος στηρίζεται στην παλιά επιθυμία, εκσυγχρονισμένη βέβαια,  του «πλούσιου αφεντικού», που παραμένει ευρύτερα διαδεδομένη στα ενδιάμεσα  εκείνα τα στρώματα που συνεχίζουν να πιστεύουν ότι είναι θέμα εκμετάλλευσης ευκαιριών.   Η περιπτωσιολογία εκτρέφει το μύθο του αμερικάνικου ονείρου αλα ελληνικά. Η ιδεολογία των σωτήριων νέων τεχνολογιών και των καινοτόμων δράσεων ανοίγει το δρόμο για μια κοινωνία που θέλει να μη  θυμίζει τον παλιότερο  πολιτικό χάρτη. Σ’ αυτήν  οι λέξεις κλειδιά θα είναι ευελιξία, το άτομο η επιχείρηση, ενώ εμφανίζεται η  καπιταλιστική αγορά σαν πλαίσιο ανάπτυξης της  δημοκρατίας και ανάδειξης των ικανοτήτων των πολιτών, ώστε ακόμα και σ’  αυτήν την εποχή της εξαθλίωσης μας οι προοπτικές που πιστεύουμε ότι ανοίγονται να εξυπηρετούν τον καπιταλισμό, που όλοι αδιαμαρτύρητα θα αποδεχόμαστε, παρασυρμένοι από  τις φαντασιώσεις μας για ατομική επιτυχία.

Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012

ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ

           Ικανοποίηση και ανακούφιση  της κυβέρνησης για την εκταμίευση της δόσης, αφού «διαλύονται τα σύννεφα πάνω από τη χώρα»,  κατάθεση στη Βουλή του φορολογικού νομοσχεδίου μετά από έγκριση του γιούρογκρουπ,  οι αυξημένες τιμές των προϊόντων  οφείλονται στους καταναλωτές που έχουν λάθος προτεραιότητες κατά τον υφυπουργό  ανάπτυξης Σκορδά,   έκκληση Σαμαρά από το Οσλο να διασφαλίσει η Ευρώπη την κοινωνική ειρήνη, το κόμμα των Ανεξάρτητων Ελλήνων τείνει να διασπαστεί εις τα εξ ων συνετέθη, στις διάφορες τηλεοπτικές  πολιτικές εκπομπές, όπως τη Δευτέρα στης Στάη, δίνονται συμβουλές ευρέσεως εργασίας μέσα από συμμετοχή σε ΜΚΟ για απόκτηση δεξιοτήτων και διεύρυνση δημοσίων σχέσεων, πρόταση για καθιέρωση της απλής αναλογικής. Διάσπαρτες ειδήσεις των τελευταίων ημερών που δεν διαφοροποιούνται και πολύ από αυτές των προηγουμένων και ίσως και των επομένων, ενώ η κοινωνία αμήχανη υπομένει ή μήπως … περιμένει;
       Φτάσαμε πια σε ένα σημείο όπου οι διαπιστώσεις δεν έχουν κανένα νόημα, γιατί δεν αποκαλύπτουν πια  τίποτε καινούργιο, απλά επιβεβαιώνουν την αναγκαιότητα υπέρβασης του συστήματος.  Ακόμα και ο κυρίαρχος λόγος παραδέχεται  ότι η μόνη προοπτική που συνθέτουν οι διαπιστώσεις για την οικονομική κατάσταση  μπορεί να περιγραφεί με διαδοχικά μέτρα λιτότητας,  επιμένοντας βέβαια συγχρόνως στην αισιοδοξία του για τον τερματισμό τους σε κάποιο μελλοντικό χρόνο που όλο παρατείνεται (δηλώσεις Βενιζέλου για πρωτογενές πλεόνασμα το 2013 όπως υποστήριζε το ιδιο και για το 2012).
               Αυτό που κυρίως συμβαίνει είναι η διαμόρφωση από την κυρίαρχη τάξη μιας στρατηγικής  που βασίζεται στην άνοδο της ανεργίας και στη συνεχή υποβάθμιση της αξίας της εργατικής δύναμης. Η ταχύτητα με την οποία όλες οι πολιτικές δυνάμεις, της κομμουνιστικής εξαιρουμένης, προσαρμόστηκαν  στη λογική αυτή δείχνει ότι πρόκειται για τη μόνη στρατηγική του κυρίαρχου συστήματος, που περιλαμβάνει μια διαδικασία αναβάθμισης  του ρόλου και  των απαιτήσεων της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, της λογικής της αγοράς που συμβαδίζει  με την υιοθέτηση της πιο άγριας πολιτικής λιτότητας.
          Η όψιμη ανάσυρση της πρότασης για απλή αναλογική, η οποία για μεγάλο διάστημα της μεταπολίτευσης ήταν πάγιο αίτημα της αριστεράς, σε συνδυασμό με τη διαφαινόμενη διάλυση των Ανεξάρτητων Ελλήνων και τις, εις άπαντας, υποσχέσεις για τις ευεργετικές επιπτώσεις της δόσης στην ελληνική οικονομία, εντάσσονται στις κινήσεις εκείνες που προσπαθούν να  χειραγωγήσουν διαφαινόμενες πολιτικές εξελίξεις και κοινωνικές αμφισβητήσεις, ώστε να εξασφαλιστεί απρόσκοπτα η ανασύνταξη  του κυρίαρχου συστήματος, με ποικίλους συνδυασμούς όλων των δυνάμεων,του ΣΥΡΙΖΑ μη εξαιρουμένου, που δέχονται  να παίξουν το παιχνίδι της διαχείρισης της κρίσης,  Καμιά όμως αριστερή διακυβέρνηση με υποσχέσεις για πιο δίκαιη  αναδιανομή του κοινωνικού προϊόντος δεν μπορεί πια να καταλήξει σε  παραμικρή επιτυχία για  τους εργαζόμενους,  χωρίς να βάζει σε αμφισβήτηση τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής.   
            Αν μεταπολιτευτικά  ήταν δυνατό, με προτάσεις για διαχείριση κεϋνσιανής έμπνευσης, να λυθούν  ή να λειανθούν  αντιθέσεις στη σφαίρα της διανομής και στη σφαίρα του κράτους, με αποτέλεσμα  θεσμικές αλλαγές, αυξήσεις μισθών, κοινωνικές παροχές κλπ. που έμοιαζαν να ισχυροποιούν τις υποτελείς τάξεις μειώνοντας τις δυνατότητες σκληρών μορφών  εκμετάλλευσης της, αυτό δε σήμαινε ότι αφαιρέθηκε από την κυρίαρχη τάξη  η πραγματική εξουσία. Αυτό που επιτεύχθηκε όλα εκείνα τα χρόνια ήταν η σταθεροποίηση ενός πλαισίου εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, που βελτίωνε βέβαια τη θέση της, αλλά πάντα στα πλαίσια  της μη αμφισβήτησης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Την τελευταία εικοσαετία επιβάλλεται η λογική της αποδυνάμωσης  της εργατικής τάξης, που ταυτίζεται με τη λογική του εθνικού συμφέροντος, το οποίο δεν είναι παρά το καπιταλιστικό.  Η ταξική  πάλη υποβόσκει όλα αυτά τα χρόνια, μόνο που με τη μεσολάβηση των οικονομικών νόμων παίρνει τη μορφή αντικειμενικών περιοριστικών παραγόντων, που κάθε κυβέρνηση είναι  αναγκασμένη να σεβαστεί. Ιδιαίτερα στις μέρες μας, κυρίαρχη  η χρηματιστηριακή οικονομία, συγκεντρωμένη στα χέρια μιας πολιτικά ανεξέλεγκτης εξουσίας τροφοδοτείται από την οικονομία της παραγωγής, ενώ συγχρόνως  ζητά την προστασία του κράτους, παρόλο που διακηρύσσεται η πλήρης ελευθερία των αγορών.
             Με τα μνημόνια, άνοιξε μια περίοδος που οδηγεί σε μια σκληρότερη επίθεση  ενάντια στην εργατική τάξη. Σύμφωνα με τον κυρίαρχο λόγο, αφού η οικονομική πολιτική είναι δέσμια οικονομικών νόμων τους οποίους ακριβώς επειδή οι εργαζόμενοι θέλησαν να καταστρατηγήσουν προκλήθηκε η κρίση, οι εργαζόμενοι πρέπει να πειθαρχήσουν στις πολιτικές επιλογές των κυβερνώντων. Κι ενώ τον πρώτο χρόνο του  μνημονίου ζούσαμε  με την ψευδαίσθηση της στασιμότητας, τώρα πια ζούμε την καπιταλιστική αναδιάρθρωση που προχωράει και στη χώρα μας στο βαθμό που γονατίζουν με  νόμους και πράξεις νομοθετικού περιεχομένου  μέσω της εκτελεστικής εξουσίας   τους εργαζόμενους. Στην πράξη πια έχουν αποκαλυφθεί και τα όρια της πολυδιαφημιζόμενης «αριστερής» παρέμβασης, που είναι να δίνει άλλοθι  δημοκρατικότητας και αντικειμενικότητας  σε αποφάσεις όπως αυτές του  υπουργού Μανιτάκη, ώστε να αυξηθεί η ανασφάλεια και η ανεργία και να επικρατήσει  η απογοήτευση στους κόλπους  των εργαζομένων.
            Στους εργαζόμενους, η μόνη επιλογή που μένει είναι ο δρόμος της κοινωνικής ανατροπής, για διεκδίκηση του δικαιώματος της εργατικής τάξης να ελέγχει, διευθύνει, οργανώνει την παραγωγική διαδικασία. Τίποτε πια δεν είναι εύκολο...

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2012

ΑΔΙΕΞΟΔΑ ΔΕΚΕΜΒΡΗ 2008

           Τα γεγονότα του  Δεκέμβρη του 2008, πρωτόγνωρα σε έκταση και ένταση,  ενώ θα μπορούσαν να θεωρηθούν  περιθωριακά κι αδιέξοδα, αφού δεν παρήγαγαν άμεσα κάποιο αποτέλεσμα, έγιναν αντικείμενο πολλών αναλύσεων πριν τέσσερα χρόνια.  Αλλά και σήμερα, εποχή διάλυσης των ψευδαισθήσεων που διαπερνούσαν τις αντιλήψεις και τη συμπεριφορά μας για χρόνια ολόκληρα, εποχή που τα αδιέξοδα σωρεύονται το ένα πάνω στο άλλο, εκείνος ο Δεκέμβρης συνεχίζει να μας δυσκολεύει στην προσπάθεια για κατανόησή του και ανάλυσή του. Είναι περίεργο αλλά έχει κανείς την εντύπωση ότι οι εμπειρίες από κείνο τον Δεκέμβρη ελάχιστα επηρέασαν μακροπρόθεσμα την κοινωνία. Μοιάζει με έκρηξη που ήρθε από το πουθενά, με σημείο εκκίνησης τη δολοφονία του Α. Γρηγορόπουλου,  και έσβησε σχεδόν χωρίς να αφήσει ίχνη, ίσως κάποιες ελπίδες μόνο. Τέτοιας μορφής διαπιστώσεις  βέβαια δεν διεκδικούν την εγκυρότητα πολιτικής ανάλυσης,  αλλά μάλλον σχηματοποιούν υποκειμενικούς  προβληματισμούς που στηρίζονται σ’  αυτό που φάνηκε πως ήταν ο Δεκέμβρης.
           Η πρώτη διαπίστωση είναι πως το βασικό υποκείμενο εκείνης της  αντίδρασης είναι η νεολαία και μάλιστα περιλαμβάνεται σ’ αυτή και εκείνη των πιο άγουρων χρόνων, των μαθητικών. Η πράξη που τις πυροδότησε ήταν ηθικής τάξης, η αδικία της δολοφονίας ενός νέου παιδιού (ενδεικτικό το σύνθημα «15 χρονών, ΓΙΑΤΙ;»), η οποία ήταν σαν να συμπύκνωσε όλες τις πράξεις κατάχρησης εξουσίας και  βίας των   κατασταλτικών κρατικών μηχανισμών. Οι άμεσες και βίαιες αντιδράσεις ήταν νέων,  και περιορίστηκε σ’  αυτούς, γι’  αυτό και σ’ ένα μεγάλο ποσοστό θεωρήθηκε  η σύγκρουση  ως σύγκρουση ανάμεσα στις γενιές,  στερώντας  την από μια πραγματική  ταξική  βάση.  Φάνηκε πως οι νέοι ήταν οι πρώτοι που άρχισαν να αντιλαμβάνονται τη σύγχυση στην οποία ζούσαν και αν και η αντίδρασή τους  δεν ήταν παρά μια συνισταμένη από προσωρινές και στιγμιαίες τακτικές,  που δεν εντάσσονταν σε κάποια στρατηγική, κατέδειξαν ότι υπάρχει  πρόβλημα. Πολλοί από τους νέους που συμμετείχαν βίωναν ήδη από τότε τις επισφαλείς  συνθήκες εργασίας περισσότερο όμως σαν μεταβατικό στάδιο παρά σαν μια σταθερή, αδιέξοδη κατάσταση, όπως τώρα, και, ελλείψει μιας θεωρητικής ανάλυσης  για τις γενεσιουργικές αιτίες που να τους είναι πειστική, την έβλεπαν περισσότερο σαν αποτέλεσμα της σήψης της κοινωνίας, στα πλαίσια πάλι μιας  ηθικιστικής αντίληψης γι΄ αυτήν,  χωρίς να απαρνούνται στην πλειοψηφία τους  την εκδοχή του αμερικανικού ονείρου στα ελληνικά.
          Μια  δεύτερη διαπίστωση είναι  ότι δεν υπήρχε η  αίσθηση κοινού συμφέρο­ντος και κοινής πίστης που να προσβλέπει σε ένα  μακροπρόθεσμο κοινό στόχο, αλλά περισσότερο η έκφραση μιας  δυσαρέσκειας που η συγκεκριμένη πράξη την έκανε οργή και εκδηλώθηκε με άγριες συγκρούσεις, καταστροφές κλπ. Το ταξικό στοιχείο δεν ήταν το πιο καθοριστικό, ίσως γιατί πίστευαν οι πρωταγωνιστές των γεγονότων  στο μεταβατικό χαρακτήρα της κοινωνικής τους θέσης,  εφόσον ακόμα τότε πίστευαν  στις  δυνατότητες διαπήδησης από τάξη σε τάξη. Έτσι,   για τις πολλές μέρες της εξέγερσης επιδιώκονταν μικρές και περιορισμένης εμβέλειας παρεμβάσεις, (όπως απελευθέρωση  των συλληφθέντων)  και το  βασικό αίτημα παρέμενε η  τιμωρία των ενόχων, χωρίς την αναβάθμισή του σε αιτήματα που αφορούν στην αλλαγή της πολιτικής και κοινωνικής δομής.  Ίσως γιατί  τα τελευταία χρόνια δεν υπήρξε εμφανής  προσπάθεια για θεωρητική παραγωγή που θα ανέλυε την ελληνική πραγματικότητα  σε όλο αυτό το χώρο τον  αναρχικό,  από τον οποίο στην πραγματικότητα ξεπήδησαν οι πρωταγωνιστές των συγκρούσεων και οι οποίοι είχαν μια αρνητική στάση απέναντι στην πολιτική και ιδιαίτερα στις παραδοσιακές οργανώσεις της αριστεράς. Στο υπόβαθρο παρέμενε βέβαια πάντα, στους πιο συνειδητοποιημένους, η  σταθερή τους πεποίθηση που συνδυάζει  την πίστη στη δυνατότητα βίαιης και ξαφνικής μεταμόρφωσης της κοινωνίας  με την εμπιστοσύνη στη δυνατότητα ανθρώπινης βελτίωσης και τελείωσης. Δεν υπήρχε όμως καμιά επεξεργασία για το πώς αυτή η βασική πεποίθηση θα μετουσιωθεί σε πράξη μετασχηματισμού της κοινωνίας. Και τελικά όλη αυτή η έκρηξη προσέκρουε σε μια σχεδόν ολοκληρωτική πολιτική απομόνωση, ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε προσπάθεια  ιδιοποίησής του μάλλον μικροπολιτικής στόχευσης, και εξαντλήθηκε σε ένα είδος συγκρουσιακής λογικής χωρίς κατάφαση.
         Μια τρίτη διαπίστωση είναι πως πέρα από μια στοιχειώδη συσπείρωση  και συντονισμό ομάδων  για άμεση δράση ούτε υπήρξε μια ευρύτερη οργάνωση ούτε ακολουθήθηκε μια συγκεκριμένη στρατηγική και ούτε υπήρξε μια ηγετική πρωτοπορία. Περισσότερο ήταν μια επίθεση, με σκληρό και άμεσο τρόπο, ενάντια στις αξίες και τους θεσμούς της κατεστημένης κοινωνικής και ηθικής τάξης πραγμάτων. Εμφανίστηκε ξαφνικά  και φάνηκε ότι είχε την ικανότητα δημιουργίας καταστάσεων, απελευθερώνοντας μάλιστα και  δημιουργικές δυνάμεις που παρέσυραν  στη δίνη τους πολλούς νέους (να θυμηθούμε καταλήψεις ΜΜΕ, διακοπή θεατρικών παραστάσεων κλπ.), αλλά μάλλον μόνο επιφανειακά. Ήταν στο εποικοδόμημα που γινόταν η επίθεση και όχι στο επίπεδο υλικής καταπίεσης. Αν προκάλεσε φόβο  ήταν γιατί διαλύθηκε ο  μικροαστικός μύθος της μη βίας.  Σε πολλές πόλεις  πλήθος τρομοκρατημένοι πολίτες, ιδίως μαγαζάτορες, στρέφονταν, συνεπικουρούμενοι από αστυνομία, μέλη Χρυσής Αυγής, εναντίον φοιτητών με το φόβο καταστροφής της περιουσίας τους.  Αυτή η πρακτική των συγκρούσεων  δεν έγινε κατανοητή από ευρύτερες μάζες κι ίσως εμπόδισε την επέκταση της αντιπαράθεσης στο σύνολο της κοινωνίας. Μα και οι ίδιοι που συμμετείχαν σ’  αυτήν την έκρηξη έδειξαν ότι δεν είχαν τη δυνατότητα να οργανώσουν τις πρωτοβουλίες που έπαιρναν.  Δεν υπήρχαν πρωτοπορίες η τουλάχιστον δεν αναδείχτηκαν και όλο το κίνημα δεν συντρίφτηκε, αλλά απλά έσβησε. Η κυβέρνηση της Ν.Δ, ακόμα κι αν το έκανε από φόβο, που το έκανε,  είχε την πρόνοια να υποχωρήσει. Έτσι φάνηκε να έχασε  μια μάχη, αλλά απέφυγε τον πόλεμο, που υπήρχε ο φόβος να  συσπείρωνε πολλές δυνάμεις πιο οργανωμένες και με προοπτική.    
      Δεν είναι βέβαια η αστική τακτική που έσβησε την έκρηξη, αλλά μάλλον το πολιτικό και οργανωτικό κενό, η αδυναμία προώθησης  παραπέρα  των αντιθέσεων και σύνδεσης με κοινωνικούς και εργασιακούς χώρους. Το ζήτημα είναι ότι δεν θα μπορούσαν έτοιμες πολιτικές γραμμές να έχουν καμιά τύχη σε ένα χώρο που δεν είχε συνολική εικόνα  της πολιτικοοικονομικής κατάστασης, αλλά περισσότερο δεν θα μπορούσαν να πείσουν  όλους αυτούς που περισσότερο με το ένστιχτο συλλάμβαναν τους κραδασμούς της κοινωνίας, ξεκινώντας από το μικρόκοσμό τους. Και σ’  αυτό το σημείο φάνηκε η αδυναμία του κομμουνιστικού λόγου να ακουστεί.  Ίσως η αδυναμία του ΚΚΕ να παρέμβει μέσα σ’  ένα κλίμα αναταραχής με δυσδιάκριτα ιδεολογικά στοιχεία  είχε σαν αποτέλεσμα να περιοριστεί η πειστικότητά του σε στρώματα του πληθυσμού που ψυχανεμίζονταν από τότε αυτό που βιώνουμε τώρα.  Σίγουρα σε κείνη την έκρηξη συμμετείχαν παιδιά χωρίς όραμα, τρελαμένα από τις συνθήκες που βίωναν, πρόδρομες αυτών που θα επικρατούσαν με το μνημόνιο,  και αντέτασσαν  βία στη βία της εξουσίας. Αλλά δίπλα σ’  αυτούς ήταν κι ο άνεργος και ο σπουδαστής, με ελάχιστες προοπτικές στο χώρο εργασίας, και ο εργαζόμενος των 700 ευρώ τότε, που δεν ανέχονταν την κρατική καταστολή, που  διαμόρφωναν  δικούς τους κώδικες επικοινωνίας και αντιπαράθεσης, αλλά κι ενσωμάτωναν ένα σύνολο από ιδεολογικά στοιχεία που έφερνε η αναρχική κριτική  στο σύστημα, αλλά και η  κομμουνιστική ιδεολογία (και βέβαια δεν έλειπαν οι προβοκάτορες, αλλά πότε λείπουν;).
         Παρόλο λοιπόν που το κυρίαρχο σύστημα συνήλθε πολύ γρήγορα από το σοκ του Δεκεμβρίου και δεν υποχώρησε από τους σχεδιασμούς του κι ενώ στο σύνολο της κοινωνίας φαίνεται σαν ελάχιστα να την επηρέασε, ακόμα και σήμερα δεν ξέρουμε τι υπόστρωμα δημιουργήθηκε από τότε για τροποποίηση του συσχετισμού των δυνάμεων που συγκρούονται.

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012

ΠΑΙΧΝΙΔΑΚΙΑ


               Κάποιες από τις τελευταίες αποφάσεις ή προθέσεις   των κυβερνώντων,  για πολλοστή φορά αποκαλύπτουν το είδος εξουσίας που ασκείται. Ετσι, θεωρείται ότι γίνεται το φορολογικό σύστημα δικαιότερο με την αύξηση του τέλους επιτηδεύματος  για επαγγελματίες, που διαρρέεται ότι  θα είναι το ισοδύναμο για να αποδεχθεί η τρόικα την ενίσχυση των επιδομάτων για τρίτεκνους και πολύτεκνους. Προβάλλεται ως εξορθολογισμός της δημόσια διοίκησης η αμετάκλητη απόφαση της κυβέρνησης για εφαρμογή της μνημονικής απαίτησης για την απόλυση δημοσίων υπάλληλων, που την φέρνει  σε ευθεία σύγκρουση με τους πρώτους επιλεγέντας  προς απόλυση δημοτικούς υπαλλήλους.  Επιδιώκοντας  λοιπόν να εφαρμόσει με κάθε μέσο τη διαθεσιμότητα, παρακάμπτοντας  την άρνηση κυρίως των δημάρχων, προωθεί Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου που θέτει σε διαθεσιμότητα  το σύνολο των υπαλλήλων αορίστου χρόνου Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Όσοι εργαζόμενοι  δεν εμπίπτουν στις διατάξεις περί διαθεσιμότητας πρέπει να προσκομίσουν οι ίδιοι τα δικαιολογητικά για την εξαίρεσή τους
          Και οι δυο οι αποφάσεις, που δίνουν την εντύπωση θρυμματισμού και διαχείρισης επιμέρους  προβλημάτων, λειτουργούν διχαστικά στο σώμα των εργαζομένων κατακερματίζοντάς τους και δημιουργώντας συνθήκες αντιπαλότητας  μεταξύ τους. Έτσι οι επαγγελματίες  που θα χρηματοδοτήσουν εκόντες άκοντες τους τρίτεκνους,  κι αυτοί που  θα τεθούν σε «διαθεσιμότητα», ενώ  δεν πληρούν τις προϋποθέσεις,  εμφανίζονται σαν να τιμωρούνται  εξαιτίας των αντιδράσεων αυτών που πλήττονται άμεσα από τα μέτρα.
         Συγχρόνως, μοιάζει  ο συνεταιρισμός των τριών κομμάτων που ασκούν  την εξουσία να μην ενδιαφέρεται πια ούτε καν για την  επίτευξη κάποιων, έστω κι ελάχιστα, αποδεκτών συμβιβασμών, για  να αποφεύγονται οι συγκρούσεις.  Με τις Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου, που ενέχουν στοιχεία αυταρχικότητας και βίας που δεν μπορούν να αποκρυβούν,  καταρρίπτεται και η επικρατούσα αντίληψη  ότι οι αποφάσεις πάνω σε θέματα κοινού ενδιαφέροντος προκύπτουν από την ελεύθερη και απρόσκοπτη δημόσια διαβούλευση.  Έχει πια αποκαλυφτεί και ότι ο διάλογος χωρίς τέλος, που τόσες φορές τον πρόβαλλαν οι κυβερνώντες  ως στοιχείο δημοκρατικότητας, αν και η πραγματική τους επιδίωξη ήταν απλώς η ανάπτυξη διαλογικών σχέσεων με τον αντίπαλο για να τον αφομοιώσουν, δεν τους ενδιαφέρει πια ούτε ως πρόσχημα.  Αφού λοιπόν ξέρουν πως μια τέτοια πολιτική δεν μπορεί να περάσει χωρίς την αντίσταση των εργαζομένων και  μόνο κυβερνήσεις  που με τις ενέργειές τους έχουν ξεκαθαρίσει ότι δεν πρόκειται να δείξουν σεβασμό σε θεσμούς και δικαιώματα, που νοθεύουν κατά τη γνώμη τους  την ομαλή λειτουργία της οικονομίας της αγοράς, δηλ. μόνο κυβερνήσεις που είναι αποφασισμένες να κλείσουν  τα αυτιά τους στις διαμαρτυρίες  εργαζομένων μπορούν να την υλοποιήσουν, η κυβέρνηση Σαμαρά υποδύεται μια τέτοια κυβέρνηση, ελπίζοντας ότι έτσι θα αναχαιτιστούν οι λαϊκές αντιδράσεις. Βέβαια, η επίκληση στη συναίνεση δεν εγκαταλείπεται, μόνο που τώρα αυτή δεν  εδράζεται πια στα καλά του καπιταλισμού αλλά στην αποφυγή του χειρότερου κακού, κι αυτό βεβαίως είναι η Χρυσή Αυγή. Ως εφεδρεία, σε ακραίες καταστάσεις απειλής του συστήματος, υπάρχει και η Χ.Α, της οποίας η επιτυχία ήδη έχει αρχίσει να χρησιμοποιείται για τη διατήρηση της συναίνεσης που δικαιολογεί την ύπαρξή της με την ανάγκη να εμποδιστεί η άνοδος της Χ.Α. Αφού τα κυρίαρχα κόμματα εκχώρησαν σχεδόν  στη Χ.Α το μονοπώλιο της  φαινομενικής σύγκρουσης με την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, τώρα θεωρούν σαν τον καλύτερο τρόπο αντιμετώπισής της  τη δημιουργία δημοκρατικού μετώπου από τη δεξιά ως την αριστερή  άκρη του πολιτικού φάσματος, συγχωνευμένα όλα στην κυρίαρχη ιδεολογία, για να εξουδετερωθεί κάθε ουσιαστική αντίδραση στην καπιταλιστική επίθεση.
        Κι ενώ οι κυβερνώντες  δείχνουν  να αδιαφορούν ή, όταν δεν το μπορούν, να παρακάμπτουν με ενέργειες στα όρια της νομιμότητας λαϊκές αντιδράσεις, συγχρόνως  οξύνουν τη λεκτική σύγκρουση με τον κοινοβουλευτικό αντίπαλο, το ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή τη φορά την πρωτοβουλία γι’  αυτό ανέλαβε η Ν.Δ, με αφορμή τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008, κατηγορώντας τους βουλευτές του  ΣΥΡΙΖΑ «δοσίλογους κουκουλοφόρους  που στοχοποιούν αστυνομικούς και τις οικογένειές τους». Έτσι μέσα  απ’  αυτόν τον πόλεμο ανακοινώσεων δίνεται   η εντύπωση ότι  η συναινετική πολιτική, που στα χρόνια της ευμάρειας  φαινόταν να εξασφαλίζει τη σταθερότητα του πολιτικού συστήματος, καταρρέει. Η τρικομματική κυβέρνηση, με άρωμα από «υπεύθυνη αριστερά», όσο σκληραίνουν τα μέτρα που παίρνει και  χάνει και τη διαχειριστική της ικανότητα, κι επομένως θα είναι άχρηστη για την εφαρμογή της πολιτικής που της έχει ανατεθεί, μέσα από λεκτικούς διαξιφισμούς  θέλει να πείσει για τη δυναμική της. Συγχρόνως όμως αυτός ο λεκτικός πόλεμος ανάμεσα στη Ν.Δ και το ΣΥΡΙΖΑ, που περιορίζεται σε ακραίους  περιγραφικούς χαρακτηρισμούς  δεν είναι παρά πολιτικές ακροβασίες, με δίχτυ ασφαλείας, για να μη προκληθεί ασφυξία στο υπάρχον πολιτικό σύστημα, αν δεν αφεθούν   κάποια, έστω και μικρά, περιθώρια για την έκφραση αμφισβήτησης αυτής της πολιτικής. Η Ν.Δ  μοιάζει να χάνει την ψυχραιμία της, ίσως γιατί φοβάται πως χάνει την εξουσία. Οσο πιο αναποτελεσματική όμως γίνεται η κυβέρνηση τόσο πιο εύκολο για την αξιωματική αντιπολίτευση η αξιοποίηση των θεμάτων,  για να αρθρωθούν οι εντεινόμενες αντιδράσεις  στον αναποτελεσματικό  και αυταρχικό τρόπο με τον οποίο κυβερνάται  η χώρα, χωρίς να θίγεται το ίδιο το οικονομικοπολιτικό σύστημα, που εξαθλιώνει χιλιάδες ανθρώπους.  Η ύπαρξη μιας αξιωματικής αντιπολίτευσης όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, με αρκετά νεφελώδες λόγο διαχείρισης της κρίσης, εξασφαλίζει την εναλλακτική λύση που δεν απειλεί το ίδιο το σύστημα, μεριμνά για  την παράταση του ίδιου του  πολιτικού κατεστημένου, αφοπλίζει μεγάλες μάζες εργαζομένων.

Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2012

ΕΘΕΛΟΝΤΙΣΜΟΣ



             Τα μνημόνια και οι απορρέουσες  απ’  αυτά πολιτικές ανέλαβαν την αποδιάρθρωση του εργασιακού χώρου με τις απολύσεις, ανεργία, περικοπές κοινωνικών επιδομάτων, ιδιωτικοποιήσεις κλπ. Η κυρίαρχη  πολιτική βέβαια  δεν στράφηκε από την αρχή μετωπικά και  συνολικά ενάντια του κόσμου της εργασίας, αλλά,  ταχύτατα είναι αλήθεια, διέλυσε και αποδιάρθρωσε  έναν έναν τους βασικούς τομείς της,  ενώ  κάθε φορά παροδικά προσεταιρίζεται κάποιους άλλους.  Τρία χρόνια τώρα απροκάλυπτα  δημιουργεί όρους  διαίρεσης  στους κόλπους των εργαζομένων. Διογκώνοντας τις παθογένειες κάθε τομέα εργασίας και επικαλούμενοι οι κυβερνώντες την πρόθεσή τους για εξυγίανσή τους έχουν καταλήξει στην πλήρη αποδιάρθρωσή τους:   Οι δημόσιοι υπάλληλοι να απολύονται, οι ιδιωτικοί να μην  πληρώνονται, οι μικροεπιχειρηματίες  να υπερφολογούνται κλπ. Η σαλαμοποίηση του εργατικού μετώπου αποδίδει, όσο οι εργαζόμενοι δεν συνειδητοποιούμε την ταξική αντιπαράθεση και κάθε αγώνας παραμένει μοναχικός. Οι απεργίες συκοφαντούνται  για να  απομονωθούν οι απεργοί. Έτσι, κάνουν απεργία τα μέσα μεταφοράς, επικεντρώνεται το ενδιαφέρον στην ταλαιπωρία του κοινού, κάνουν απεργία για τη «διαθεσιμότητα» οι δημοτικοί υπάλληλοι, πολλαπλές επαναλήψεις του βίντεο που δείχνει τον πρόεδρο σωματείου να στρέφεται εναντίον αυτών που δεν απεργούν καταστρατηγώντας το ιερό δικαίωμα στην εργασία,  κάνουν απεργία εργολαβικοί υπάλληλοι στον τομέα καθαριότητας, μας πνίγουν οι εικόνες των σκουπιδιών στις τηλεοράσεις, κλπ. Αν πάλι,  παρ’ ελπίδα, οι απεργοί εργαζόμενοι αντέχουν επιστρατεύονται τα ΜΑΤ (χαλυβουργία, εργολαβικοί υπάλληλοι κλπ). Ο κυρίαρχος λόγος σε καμιά περίπτωση δεν παραδέχεται ότι η απεργία δεν είναι δικαίωμα του εργαζομένου, μόνο που κάθε φορά  δεν ξεχνά, διογκώνονας τις επιπτώσεις της στο  κοινωνικό σύνολο, να προσπαθεί να πείσει τους  πολλούς όχι μόνο για την ματαιότητά της, αλλά και τη βλαβερότητά της.
           Στην απεργία των εργολαβικών υπαλλήλων στο τομέα καθαριότητας του ΑΠΘ γέμισε το διαδίκτυο από  βίντεο με σκουπίδια που έχουν συσσωρευτεί στους χώρους του πανεπιστημίου. Κι είναι ακριβώς αυτές οι εικόνες που αναπαράγονται σε όλα τα ΜΜΕ και επιδιώκουν να ακυρώσουν τις απεργιακές κινητοποιήσεις  ως μέσο αγώνα. Όταν λοιπόν δείχνουν τους τόνους των σκουπιδιών, πώς είναι δυνατό να μην επαινεθούν  «καθηγητές, φοιτητές, διοικητικοί υπάλληλοι του ΑΠΘ μαζί με το συνεργείο καθαριότητας που διέθεσε δωρεάν ιδιωτική εταιρεία, απομάκρυναν μέρος από τα συσσωρευμένα σκουπίδια στους χώρους του Ιδρύματος που απειλούσαν την υγεία επί εννέα εβδομάδες»;
          Να λοιπόν που εμφανίζεται η εθελοντική εργασία για να θεραπεύσει τα κακά που επιφέρουν οι απεργίες. Αυτοί οι εθελοντές, υπεράνω κομμάτων, εργασιακών δικαιωμάτων, που ενδιαφέρονται για το καλό του κοινωνικού συνόλου, είναι μια από τις  κληρονομιές που άφησαν οι ολυμπιακοί αγώνες. Μαζεύουν σκουπίδια, δενδροφυτεύουν, βάφουν στάσεις λεωφορείων κλπ. Κι αν στο καιρό της ευμάρειας τέτοιες εθελοντικές εργασίες μπορούσαν να ταυτιστούν με προσκοπικές δραστηριότητες σε ένα κλίμα ευφορίας, στην σκληρή εποχή των μνημονίων  ο άνευ ταυτότητας εθελοντισμός δεν μπορεί να υποκρίνεται τον αθώο. Είτε το παραδέχεται είτε όχι είναι πολιτικοποιημένος. Οι εθελοντές παρουσιάζονται σαν να ενσαρκώνουν το πρότυπο του κοινωνικού ανθρώπου που προσφέρει πέρα και πάνω από ωράρια, μισθούς κλπ. Μέσω του εθελοντισμού στο τέλος θα πειστούμε ότι πραγματοποιείται η απελευθέρωση της μισθωτής εργασίας, αφού οι πάντες προσφέρονται οικειοθελώς. Επαρκώς προβαλλόμενη μάλιστα  η εικόνα του εθελοντή από τα ΜΜΕ  προσπαθεί να επιβληθεί σαν πρότυπο κοινωνικής συνεισφοράς, να γίνει κινητήρια δύναμη για να επιλέγεται εθελουσίως ως καθήκον αυτό που προαποφασίζεται από την κυρίαρχη πολιτική. Άξιο τέκνο της  πολιτικής συναίνεσης,  ο εθελοντισμός  θέλει να δείχνει ότι διοχετεύεται σε ενέργειες πολιτικά ουδέτερες και κοινωνικά ωφέλιμες, διαβρώνοντας την πολιτική σκέψη που αναρωτιέται για το διακύβευμα, τις προθέσεις και τους σκοπούς στη συγκεκριμένη κοινωνία με τα αντιτιθέμενα συμφέροντα. Οι εθελοντές, στρατολογημένοι στο παιχνίδι της συναίνεσης,  συμμετέχουν  στην ανάπτυξη μιας συλλογικής συνείδησης  που μάλλον είναι προβολή  μιας φανταστικής πραγματικότητας, που εκτυλίσσεται εκτός της αρένας των ταξικών αγώνων. Οι εθελοντές ποτέ δεν έρχονται σε σύγκρουση με το όποιο θεσμικό σύστημα, αλλά αντίθετα κερδίζουν την αναγνώρισή τους απ’ αυτό, και πολύ περισσότερο ούτε αναπτύσσουν κάποια δυναμική για να το αλλάξουν, αλλά έχουν αφομοιωθεί παθητικά απ’  αυτό και το πολύ πολύ να διευρύνουν την αφομοιωτική δυναμική του.
          Ο εθελοντισμός θέλει να δείχνει απόγονος της  ταξικής  αλληλεγγύης, που αναπτύσσεται ανάμεσα σ’ αυτούς που βιώνουν την ίδιες ανάγκες, διακινδυνεύουν στους ίδιους αγώνες, έχουν την ίδια ταυτότητα και συμφέρον, αλλά δεν είναι. Αντίθετα, χρησιμοποιείται για να φανεί η εξάλειψη των ταξικών ζητημάτων από το επίκεντρο της διεκδίκησης και να τονιστεί η ταύτιση των συμφερόντων ανεξαρτήτως τάξης.  Καθάρισαν τα σκουπίδια φοιτητές που φρόντισαν όλους τους μήνες της απεργίας να αφήσουν να δημιουργηθούν οι εικόνες με τα σκουπίδια στο πανεπιστήμιο, καθηγητές που φρόντισαν να παραδώσουν σε εργολάβους την καθαριότητα του πανεπιστημιακού χώρου και συνεργείο καθαρισμού που προσλαμβάνει για ένα κομμάτι ψωμί τους καθαριστές. Διαφορετικές ταξικές ταυτότητες και διαφορετικά συμφέροντα, που, κάτω από την εθελουσία εργασία, θέλουν να εξουδετερώσουν, αποκρύπτοντας την μάλιστα, τη σύγκρουση συμφερόντων που λυσσομανά στην κοινωνία μας.
          Κι αυτό που μένει είναι η πεποίθηση ότι τα συλλογικά προβλήματα απαιτούν ατομικές λύσεις, με συλλογισμούς που φαίνονται προφανείς και γι’  αυτό δύσκολα πείθει η αποδόμησή τους. Δεν είναι πολλοί αυτοί που αγανακτούν με τους τόνους σκουπιδιών ή με την ταλαιπωρία που προκύπτει από κάθε είδους απεργία;
            Όσο απομονώνονται οι αγωνιστικές δράσεις, θέτοντας τα αποτελέσματά τους ως αιτία για το συλλογισμό που τις ακυρώνει, και πείθοντας μ’ αυτόν τον τρόπο, κανένας αγώνας δεν θα προσλαμβάνεται από την πλειοψηφία ως δικαιωμένος. Είναι που από τους συλλογισμούς  αυτούς ποτέ δεν τίθεται  ως μείζονα προκείμενη αυτή που πραγματικά είναι, η δομή και λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος, ως παραγωγός  ανισότητας και εξαθλίωσης.