Με τον πρωθυπουργό Κ. Μητσοτάκη και όλους τους παρατρεχάμενους του να
αναφέρονται στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ σαν να μην αφορά την κυβέρνηση, με
διαβεβαιώσεις τους για επίλυσή των προβλημάτων που παρουσιάστηκαν, γιατί ήταν ανεπαρκές το κράτος, γιατί ήταν
χρόνια η παθογένεια, με την εξεταστική επιτροπή για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, όπου
πολλές από τις στιχομυθίες μαρτύρων εμπλεκομένων στις επιδοτήσεις και βουλευτών
να μην έχουν τίποτε να ζηλέψουν από επιθεωρησιακά κείμενα, δίνεται γενικότερα η
εντύπωση εμπαιγμού του αγροτικού κόσμου και όχι μόνο.
Οι
αγρότες με τα μπλόκα στους δρόμους κάνουν ξανά τη φωνή τους να ακουστεί με τις
διαμαρτυρίες τους για ένα άδικο και διεφθαρμένο σύστημα που στην ουσία
ευρωπαϊκές και εθνικές επιδοτήσεις συγκεντρώνονται σε χέρια λίγων. Κανείς δεν
αμφισβητεί ότι οι αγρότες χρειάζονται δίκαιες τιμές για τα προϊόντα τους,
πολιτικές που να εξασφαλίζουν το μέλλον τους, ασφαλείς δεσμεύσεις
χρηματοδότησης τους, αλλά επί του πρακτέου ελάχιστα γίνονται.
Ο
αγρότης πάντα εξασφάλιζε μια ιδιαίτερη θέση στην κοινωνία, αφού αυτός παράγει
τα βασικά αγαθά για την ανθρώπινη διαβίωση. Τα οικογενειακά αγροκτήματα πάντα
ήταν κάτι περισσότερο από μια ευκαιρία για να κερδίσει κανείς χρήματα. Η
προστιθέμενη αξία ήταν η προσκόλληση σε παραδοσιακές αξίες, το δέσιμο με
τη γη, η διατήρηση των χωραφιών στην
οικογένεια για γενιές, η συμμετοχή όλης της οικογένειας στην καλλιέργειά τους.
Με τη μηχανοποίηση η απασχόληση στη
γεωργία μειώθηκε, το μέσο μέγεθος των εκμεταλλεύσεων αυξήθηκε, οι παραδοσιακές
δομές άλλαξαν. Και φαίνεται ότι έχει ξεκινήσει η διαδικασία ολοκληρωτικής
υπαγωγής της γεωργίας στο κεφάλαιο. Η έλευση της ψηφιακής γεωργίας, η δυναμική
των φυτικών γονιδιωμάτων κ.λ.π., είναι οι προάγγελοι της γεωργίας υψηλής
έντασης κεφαλαίου. Η καπιταλιστική γεωργία βασισμένη στη συγκέντρωση της
εκμετάλλευσης στα χέρια των καπιταλιστών επιχειρηματιών θα μετατρέψει τους μικροκαλλιεργητές σε υπαλλήλους. Και ο γεωργικός
τομέας θα λειτουργεί με τις αρχές του ανταγωνισμού για μεγιστοποίηση του
κέρδους.
Αν λοιπόν η γεωργία προωθήθηκε και επιδοτήθηκε σε μεγάλο
βαθμό από την Ε.Ε, με συνέπεια πολλοί οικογενειακοί αγρότες να διαφύγουν από τη
φτώχεια, αλλά και μεγάλοι γαιοκτήμονες να μετατραπούν σε παγκόσμιους κολοσσούς
τροφίμων, όμως τα τελευταία χρόνια για τους μικρούς και οικογενειακούς αγρότες
τίποτε δεν ανταποκρίνεται στις ελπίδες
που δόθηκαν παλιότερα, με πάρα πολλούς να αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες
ή και τα χειρότερα, την εγκατάλειψη της αγροτικής καλλιέργειας. Η Ε.Ε θεωρείται, και είναι πλέον για πολλούς, εχθρός,
καθώς αδιάφορη επιβάλλει γραφειοκρατικούς
κανόνες στους μικρούς αγρότες, ενώ οι ηγέτες της φαίνονται να χαλαρώνουν μια
χαρά τους περιορισμούς στις εισαγωγές για τις παγκόσμιες γεωργικές δυνάμεις.
Είναι που το όραμα της γεωργίας
της Ε.Ε από νωρίς ήταν η οικονομία κλίμακας, μεγαλύτερες αγροτικές ιδιοκτησίες,
μεγαλύτερες εκμεταλλεύσεις, καθορισμός τυποποιημένων κανόνων πέρα από σύνορα.
Και όσο οι επιδοτήσεις ήταν άφθονες, τα παράπονα περιορίζονταν. Αντί για πείνα,
υπήρχε σπατάλη με τη δημιουργία «βουνών από βούτυρο» ή, όπως το ζήσαμε κι εμείς, απόσυρση πλεονάζουσας παραγωγής, επειδή τα
γεωργικά προϊόντα πληρώνονταν ανεξάρτητα από τη ζήτηση των πελατών.
Γρήγορα όμως δημιουργήθηκε ένα
ρεύμα ανησυχίας μεταξύ των αγροτών, που ζούσαν με την αστάθεια των εποχών και
του κλίματος, και των αξιωματούχων της Ε.Ε που νομοθετούσαν στα γραφεία τους. Κάθε
αναθεώρηση της λεγόμενης Κοινής Αγροτικής Πολιτικής της Ε.Ε προκαλούσε
γκρίνιες, καθώς οι μικροκαλλιεργητές ένιωθαν όλο και πιο αποξενωμένοι από τις
νέες πολιτικές, αλλά αναγκάζονταν να προσαρμοστούν αν ήθελαν να επιβιώσουν. Με
επίκληση κάθε φορά της σωτηρίας του περιβάλλοντος περισσότεροι κανόνες, που
συνεπάγονταν μεγαλύτερο κόστος, επιβλήθηκαν στους αγρότες και διεύρυναν
περαιτέρω το χάσμα μεταξύ των αγροτικών καλλιεργειών και των πολιτικών
γραφείων. Κι αν όμως αυτοί έρχονται
αντιμέτωποι με κάθε είδους αυστηρούς κανόνες, οι εισαγωγείς δεν είναι
απαραίτητο να συμμορφώνονται με τους ίδιους κανονισμούς και διευκολύνουν προς όφελός
τους τον ανταγωνισμό με τις χαμηλότερες
τιμές.
Στη χώρα
μας τα προβλήματα έχουν φτάσει σε κρίσιμο σημείο για τους αγρότες και γενικά με
όσους ασχολούνται με τον πρωτογενή τομέα, που η θέση τους επιδεινώθηκε και από
την κακοκαιρία Ντάνιελ και από την κυβερνητική ολιγωρία στην εξάπλωση της ευλογιάς
στα αιγοπρόβατα, ενώ και με
το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ γίνεται φανερή η αδιαφορία των κυβερνώντων, σε βαθμό
προσβλητικό, για το μέλλον του πρωτογενούς τομέα στη χώρα μας. Η διαφθορά βέβαια που
αποκαλύπτεται με αυτό το σκάνδαλο δεν είναι η μόνη και κύρια αιτία της
κακοδαιμονίας της γεωργίας.
Εξάλλου η έννοια της πολιτικής
διαφθοράς είναι ένα από τα νήματα στο εννοιολογικό οικοδόμημα στις αστικές μας
δημοκρατίες, που ξετυλίγονται για να δικαιολογηθούν ανισότητες και ανάλγητες
πολιτικές. Και αν στο ζήτημα του ΟΠΕΚΕΠΕ η κινητοποίηση για αποκάλυψή του έχει
αφετηρία την Ε.Ε δεν γίνεται για άλλους λόγους παρά ακριβώς για μεγιστοποίηση
της κινητικότητας των κεφαλαίων με όρους και κανόνες που έχουν επιβληθεί απ’
αυτήν και πρέπει να ακολουθηθούν. Και μ’ αυτόν τον τρόπο, όπως και στην
αναζήτηση δικαιοσύνης στο έγκλημα των Τεμπών, η Ε.Ε των ισχυρών πολυεθνικών
συμφερόντων παρουσιάζει την πολιτική της ως καθολικό αγαθό, κάτι που γίνεται
προς όφελος και των πιο αδύναμων, παρά ως μέρος της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Κι
ενισχύεται έτσι και εγχωρίως ότι μια πιο διαφανής και ηθική κυβέρνηση μπορεί να
ωθήσει και σε μεγαλύτερη οικονομική ανάπτυξη και άμβλυνση των ανισοτήτων.
Επειδή όμως ο πυρήνας της αστικής πολιτικής είναι οι συγκρούσεις
ιδιωτικών συμφερόντων, η επιμονή στη διαφάνεια δεν έχει ως αποτέλεσμα μια
κυβέρνηση πιο ανοιχτή στα συμφέροντα και τις απαιτήσεις των αδύναμων, αλλά
μάλλον βοηθά στην απόκρυψη του τρόπου λειτουργίας και στόχων των καπιταλιστικών
κρατών. Καθώς χρέος, φτώχεια, υπανάπτυξη
στις καπιταλιστικές κοινωνίες παρουσιάζονται ως προϊόντα διαφθοράς, ενώ είναι
εγγενή του καπιταλιστικού τρόπου οργάνωσης της παραγωγής, η αναζήτηση έντιμων
και ηθικών πολιτικών γίνεται το αέναο, χωρίς αποτέλεσμα, διακύβευμα των εκλογών.
Βέβαια, όσο ο φόβος και η
ανασφάλεια των εργαζομένων αποθρασύνει τους κυβερνώντες, όσο το μαζικό λαϊκό
κίνημα είναι αποδυναμωμένο, κυβερνήσεις όπως του Κ. Μητσοτάκη δεν θα διστάζουν με
έπαρση και αλαζονεία να εμπαίζουν τους εργαζομένους με ελεημοσύνες επιδομάτων και
φρούδες υποσχέσεις. Όπως τώρα που αποκαλύπτεται η διαπλοκή της βιωσιμότητας του
πρωτογενούς τομέα και των μικροπολιτικών συμφερόντων και η κυβέρνηση παριστάνει
την έκπληκτη και ανίδεη. Για να φτάνει
σε τέτοιο σημείο η ανημποριά μας που να αρκούμαστε ακόμα και μόνο στην αποπομπή όλου αυτού του
κυβερνητικού συρφετού με παρατρεχάμενους πολιτικάντηδες ή προπαγανδιστές
δημοσιογράφους, πιστεύοντας ότι θα βελτιωθεί η κοινωνική μας πραγματικότητα. Μέχρι
να ξαναέλθει η διάψευση.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου