Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2014

ΚΑΙ ΠΑΛΙ Η ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ!



Κάνοντας αναφορά στην τεσσαρακοστή επέτειο από την πτώση της χούντας, ίσως από μια υποδόρια νοσταλγία,  μπαίνει κανείς στον πειρασμό για αναζήτηση αναλογιών με σημερινές καταστάσεις, περισσότερο στον τρόπο αντίδρασης του λαϊκού παράγοντα στην πτώση της χούντας.  Κι αυτές οι αντιδράσεις δεν αποτυπώνονται τόσο στις φρενήρεις εκδηλώσεις ενθουσιασμού το βράδυ της πτώσης της με τις συναλλαγές μεταξύ  πολιτικών  και στρατιωτικών για τη διάδοχη κατάσταση, όσο στα αποτελέσματα των πρώτων εκλογών που ορίστηκαν την πρώτη επέτειο της εξέγερσης του πολυτεχνείου. Το μεθυστικό 54,6%  στο κόμμα του Κωνσταντίνου Καραμανλή σφράγισε και με τη βούλα της λαϊκής θέλησης τον χαρακτήρα της  μεταβολής της 23ης Ιουλίου. Έδειχνε αυτή η υπερψήφιση ότι η μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνικής βάσης που ανέχτηκε την επτάχρονη δικτατορία επιθυμούσε διακαώς μια σταθερή, ομαλή αστική δημοκρατία σε ήρεμη και ασφαλή πολιτική ατμόσφαιρα κι αρνιόταν να διακινδυνεύσει την όποια και όση νεοαποκτημένη ελευθερία με επιλογές που δεν είχαν την έγκριση αυτών που πρωτοστάτησαν στην πολιτική αλλαγή της 23ης Ιουλίου. Αποτέλεσμα της φοβίας, του ρεύματος υπέρ του Καραμανλή και της επιθυμίας για ομαλότητα, για σταθερότητα σε κλίμα εθνικής ενότητας για αντιμετώπιση εξωτερικών κινδύνων ήταν τότε  και η συρρικνωμένη παρουσία της Ενωμένης Αριστεράς, που περιλάμβανε το ΚΚΕ και το ΚΚΕ εσωτερικού. Και βέβαια η νομιμοποίηση του ΚΚΕ για την αστική δημοκρατία δεν ήταν παρά ένα στοιχείο της δημοκρατικοποίησης του κράτους μόνο, που μέσα από τον δημοκρατικό εκσυγχρονισμό του επιδίωκε σταθεροποίηση του συστήματος.
           Στη   θετική κληρονομιά που, πέρα από τις εθνικές συμφορές και τον κλονισμό της οικονομίας,  θεωρήθηκε ότι άφησε η χούντα συμπεριλαμβάνονταν  λοιπόν η ένωση του λαού εναντίον της, έστω κι αν στην πραγματικότητα η πλειοψηφία την ανέχτηκε,  η ριζοσπαστικοποίηση της σπουδάζουσας νεολαίας και των νέων επιστημόνων, η συνειδητοποίηση από μεγάλο τμήμα της Δεξιάς της ανάγκης να διαχωριστεί από τη φασιστική της πτέρυγα και να εξευρωπαϊστεί,  το ξεπέρασμα των αγκυλώσεων του εμφυλίου πολέμου. Κι είναι που πάνω σ’  αυτήν την κληρονομιά, περισσότερο κατασκευασμένη παρά αληθινή,  οικοδομήθηκε το μεταπολιτευτικό κράτος και σύστημα. 
Έτσι, στην παγιωμένη  πεποίθηση ότι στην ιστορία του τόπου η εσωτερική του εξέλιξη εξαρτάται σχεδόν ολοκληρωτικά από την ξενική επέμβαση, πιστεύοντας ότι η εξέλιξη της πολιτικής κατάστασης αντανακλά σχεδόν εξ ολοκλήρου  τους συσχετισμούς των μεγάλων δυνάμεων  και ελάχιστα έως καθόλου  τον εσωτερικό συσχετισμό  των κοινωνικών δυνάμεων και τάξεων  στην Ελλάδα στήριξε σχεδόν όλη την πολιτική  του το ΠΑΣΟΚ, διαγράφοντας σχεδόν τις ταξικές συγκρούσεις, που τις υπέταξε κι αυτές στο εθνικό συμφέρον.  Η επιδίωξη της ενότητας, η απόρριψη  κάθε δογματικής  σκέψης και νοοτροπίας, πάει να πει κάθε προσπάθειας για ερμηνεία μέσα από την ταξική πάλη,  η αναγνώριση της ανάγκης διαμόρφωσης ενός ανοιχτού, δημοκρατικού και ρεαλιστικά προσανατολισμένου αριστερού σχήματος έγινε το ζητούμενο των κοινωνικών στρωμάτων που αναρριχώνται στην  εξουσία με περγαμηνές αντιστασιακές κι επομένως κατά τεκμήριο δημοκρατικές. Οι εργατικές κινητοποιήσεις της πρώτης δεκαετίας της μεταπολίτευσης τσακίζονταν, αφού πρώτα απομονώνονταν από τα μικροαστικά στρώματα που ετοίμαζαν την αναρρίχησή τους.  Είναι που και  οι τρομοκρατημένες μέχρι και τη χούντα κυρίαρχες τάξεις  που έδειχναν ευπείθεια στους ξένους προστάτες τους απέκτησαν τώρα την ευελιξία και γνώση των αντίστοιχων της Ευρώπης, αφού με τη χούντα τσάκισαν ολοκληρωτικά το αντιστασιακό κίνημα που τόλμησε να πάρει τα όπλα εναντίον τους, παλεύοντας για τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.  Δεν δίσταζαν πια να χρησιμοποιούν, ή να ανέχονται τη χρήση, κατά το δοκούν, παραποιώντας τα, τα ερμηνευτικά εργαλεία του μαρξισμού για να δικαιολογούνται οι αστικές επιλογές. Κι έγινε κοινός τόπος η χρήση ενός ιδιόρρυθμου αριστερού λεξιλογίου την ίδια στιγμή  που εξασφαλιζόταν η συνέχεια του καθεστώτος της ελεύθερης οικονομίας, τα κατεστημένα συμφέροντα, η αποφυγή σοβαρών θεσμικών αλλαγών και βέβαια και σοσιαλιστικών πειραμάτων. Η πορεία εκσυγχρονισμού του συστήματος ολοκληρώθηκε με τη συνθήκη του Μάστριχντ, την παγκόσμια αγορά και τις ανάγκες πειθάρχησης της εργατικής δύναμης.
 Κι όλη αυτή η …ποτ πουρί ιδεολογία της μεταπολίτευσης  εκφράστηκε επιτυχημένα στον λόγο του προέδρου της ελληνικής δημοκρατίας Κ. Στεφανόπουλου στην επίσκεψη του Μπιλ Κλίντον το 1999, στον οποίο βρίσκουμε και τον πυρήνα της βασικής ιδεολογίας που διατρέχει τις  πολιτικοοικονομικές αναλύσεις που αντιτίθενται  στα μνημόνια,  αλλά όχι και στους στόχους που αυτά αποβλέπουν.  
Και αν και η κοινωνική συμμαχία της μεταπολίτευσης έχει τελειώσει, με την εργατική τάξη βέβαια να πληρώνει τα σπασμένα της άγριας καπιταλιστικής επίθεσης, και τα κοινωνικά διλήμματα πια να είναι μεγάλα και αποφασιστικά συνεχίζει όμως  να κυριαρχεί η πεποίθηση ότι η προοπτική της ομαλοποίησης της κοινωνικοοικονομικής μας  ζωής, εννοώντας επιστροφή  στο μοντέλο προ της κρίσης,  μπορεί να γίνει χωρίς τη συμμετοχή  και παρεμβολή μας, γι’  αυτό αναζητείται μια  εγγυημένη  από τα πάνω πολιτική που να εξασφαλίζει την ομαλότητα και σταθερότητα.
Μόνο που τώρα δεν είναι όπως η δικτατορία που θεωρούνταν  μια υπόθεση ελληνική, που χρεώνονταν στην οπισθοδρόμηση του ελληνικού καπιταλισμού χωρίς παρόμοιο καθεστώς γενικότερης αποδοχής που θα την επικύρωνε πλατύτερα, αλλά πρόκειται για μια παγκόσμια επίθεση του κεφαλαίου. Η ρήξη δεν μπορεί παρά να οδηγεί σε μια αντιπαράθεση που σαν όρους της  δεν μπορεί παρά να έχει πια την υπέρβαση του καπιταλιστικού συστήματος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: