Κυριακή, 8 Σεπτεμβρίου 2013

ΛΑΪΚΙΣΜΟΣ

              Στην ομιλία του στη ΔΕΘ ο πρωθυπουργός Σαμαράς καταφέρθηκε εναντίον το «εθίμου», όπως το χαρακτήρισε, ο εκάστοτε πρωθυπουργός από το βήμα της ΔΕΘ «να εξαγγέλλει πώς θα μοιράσει στην κοινωνία ένα πλεόνασμα που η οικονομία δεν μπορούσε να παράγει. Πώς θα μοιράσει δανεικά και επιδοτήσεις» για να δώσει εμμέσως τα εύσημα στον πρώην πρωθυπουργό Κώστα Καραμανλή,  χωρίς να τον κατονομάζει,  προσθέτοντας «Υπήρξαν βέβαια, και φωτεινές εξαιρέσεις σε αυτό τον θλιβερό κανόνα. Αλλά όταν κάποιος πρωθυπουργός τολμούσε από το βήμα αυτό να πει την αλήθεια, ότι δεν υπάρχουν άλλα δανεικά για «αναδιανομή», τότε κύματα λαϊκισμού ξεσηκώνονταν εναντίον του. Και σχεδόν πάντα το πλήρωνε πολιτικά ακριβά…»
                Για πολλοστή φορά επιστρατεύεται η νεφελώδης έννοια «λαϊκισμός» για να δικαιολογηθούν κάθε είδους αντιλαϊκά μέτρα που παίρνουν οι κυβερνώντες. Η χρήση της σ’ όλα αυτά τα χρόνια έχει γίνει πολύ συχνή, σχεδόν κουραστική έχοντας επικρατήσει ο όρος να θεωρείται αυταπόδεικτα αρνητικός, μια κατηγορία.
               Και το εξωφρενικά αντιφατικό  είναι ότι οι ίδιοι που διακρίνονται για τη  δημαγωγική  αναφορά τους στο λαό, την ίδια στιγμή κατηγορούν άλλους για λαϊκισμό και τον ίδιο το λαό με  τα αιτήματά του για βελτίωση της ζωής του. Στην πράξη, όταν η κυρίαρχη πολιτική τάξη   καταφεύγει -με θετικό ή αρνητικό τρόπο-  στο λαϊκισμό  δεν επιδιώκει  τίποτε άλλο από την  εξασφάλιση και τη διατήρηση  ερεισμάτων στις μάζες, τη χειραγώγηση των εκλογέων, ακόμα κι όταν οι αποφάσεις τους στρέφονται εναντίον  τους, υποστηρίζοντας παρ’ όλα αυτά πως θεωρούν ότι αρχή τους είναι η προτεραιότητα της θέλησης του λαού.
              Η αναζήτηση ενιαίας εννοιολογικής προσέγγισης της έννοιας λαϊκισμός  όπως εμφανίζεται σε διάφορες ιστορικές συγκυρίες δεν είναι και εύκολη.  Πάντως ο εγχώριος  λαϊκισμός ταυτίστηκε σχεδόν με τον πασοκικό λόγο από τους αντιπάλους του, για να καταλήξει να θεωρείται στην τελική η αιτία  της κακοδαιμονίας μας στα τελευταία χρόνια.  
           Βασικά θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε στον πασοκικό  λόγο, που ο ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει να κληρονομεί,  εκείνο τον λαϊκισμό που, ως έκφραση αυξημένων η ανικανοποίητων προσδοκιών,  αναπλάθει στον ένα ή άλλο βαθμό  τις κοινωνικές και ψυχολογικές προσδοκίες  των κοινωνικών στρωμάτων, μη προνομιούχοι ονομάστηκαν,  που υποφέρουν  από τις κοινωνικές αντιφάσεις του καπιταλισμού.  Στα γνωρίσματά του περιλαμβανόταν –και περιλαμβάνεται- και  η κριτική του καπιταλισμού, αλλά και  η ιδέα του λαού ως κοινωνικού πολιτικού στρώματος που αποσυνθέτεται  όμως κάτω από την πίεση των αστικών σχέσεων και που ωστόσο πρέπει να διατηρηθεί και να ενισχυθεί για τους εθνικούς σκοπούς της ολόπλευρης ανάπτυξης. Κι ακόμα  η τάση για υπεράσπιση  του αταξικού  δρόμου κοινωνικής εξέλιξης με απόρριψη τόσο των ταξικών διαφορών μέσα στο λαό όσο και των ταξικών ρόλων των ηγετών του λαού. Εν ολίγοις  το ιδεολογικό ρεύμα αυτού του λαϊκισμού περιλάμβανε προγράμματα βελτιωμένου καπιταλισμού, σε μια ιστορική περίοδο που η ριζοσπαστικοποίηση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού φόβιζε τον κυρίαρχο λόγο που ήθελε να κρατήσει τις διεκδικήσεις τους μέσα στα αστικά πλαίσια. Και γι’ αυτό είναι υποκριτικό που σύμπασα η κυρίαρχη πολιτική τάξη αυτόν τον λαϊκισμό κατακρίνει, ενώ τον εκμεταλλεύτηκε σχεδόν σαράντα χρόνια τώρα και εξασφάλιζε την ηγεμονία της πετυχαίνοντας συναίνεση ακόμα και ριζοσπαστικών τμημάτων του πληθυσμού και συνεχίζει να  επιχειρεί και τώρα το ίδιο.
                Βέβαια τώρα η αναφορά από τους κυβερνώντες στο λαϊκισμό περισσότερο ερμηνεύεται σαν ανεπάρκεια  ενσωμάτωσης  στην καπιταλιστική κοινωνία και καταλήγει αυτή η άρνηση ή έστω  η δυσκολία ενσωμάτωσης στην κοινωνία του κέρδους και της μιζέριας να θεωρείται μεγαλύτερο κακό από την ίδια την ύπαρξή της.  Το πρόβλημα είναι πως η πλειοψηφία από τις υποτελείς τάξεις  με την εσωτερίκευση της κυρίαρχης ιδεολογίας συμφωνεί μ’ αυτή την ερμηνεία. Έτσι αυτό που προκρίνεται είναι η συνεχής επιδίωξη ισορροπίας, που καταλήγει σε αποθέωση της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων,  η απουσία κάθε μορφής αντιπαλότητας. Γι’ αυτό  η αναφορά μπορεί να γίνεται όχι στο άμεσο των προβλημάτων, στο χαρακτήρα των αναγκών των κοινωνικών εντάσεων, αλλά στα προβλήματα που αυτά τα ζητήματα θέτουν στο καθεστώς.
              Εξάλλου τα μη προνομιούχα στρώματα, που μέσα από  διαφορετικές πορείες και διαδρομές αντιστέκονταν στην «αστική κοινωνικοποίηση», στην ενσωμάτωση και στην ιδεολογία του καθεστώτος και  στα οποία απευθυνόταν ο λαϊκίστικος πολιτικός λόγος τώρα που η επίθεση του κεφαλαίου τα  πλήττει αποκαλύπτονται ότι όχι μόνο δεν είναι φορείς μιας πιο απελευθερωτικής ιδεολογίας  αλλά μάλλον ότι λειτουργούν το ίδιο αλλοτριωμένα. Τα χαρακτηρίζει βέβαια  η καταρχήν εχθρότητα, η αντιπαλότητα, συχνά ίσως μόνο λεκτική, με την υπάρχουσα κοινωνική δομή, όπως και μια διάθεση ρήξης συχνά και χωρίς αντίκρισμα. Όμως  η   σχετικά πρόσφατη προλεταριοποίηση αποτελεί μάλλον ανασταλτικό παράγοντα όχι μόνο να  πλησιάσουν τις αστικές δομές αλλά  και την εργατική ιδεολογία της κομμουνιστικής αριστεράς.Κι έτσι γίνονται και πιο ευάλωτες στο φασιστικό λόγο που μπορεί να υιοθετήσει το λαϊκισμό για να καλυφθεί.
           Ο λαϊκισμός λοιπόν  μπορεί να λειτουργεί σαν ένα παραφθαρμένο υποκατάστατο της ταξικότητας, να  εκφράζει τα χαρακτηριστικά μιας στρεβλής ταξικότητας, όμως ακόμα κι αν είναι μια καθυστερημένη πλευρά του αντικαπιταλιστικού αγώνα, επειδή είναι  πιο κοντά στην ταξική διάσταση αυτού του αγώνα ακόμα κι αν δίνει μάχη οπισθοφυλακής, μπορεί να γίνει αφετηρία  για ξεπέρασμα του ενσωματωμένου δημοκρατικού λόγου με τον οποίο εγκαταλείπεται κάθε ιδέα αντιπαλότητας σ’ αυτό το σύστημα που στέκεται απέναντί μας ως εχθρός. Αρκεί να αντιληφθούμε ότι οι ταξικές αντιθέσεις, η ανειρήνευτη αντίθεση ανάμεσα σε εκμεταλλευτές  και εκμεταλλευομένους, ανάμεσα σε εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους  αποτελούν ζωντανό παρόν που βιώνουμε στην καθημερινότητά μας.

1 σχόλιο:

Βασίλης Θεοδωρακόπουλος είπε...

aγαπητέ Προλύτη,αναλύεις σχετικά καλά το φαινόμενο στην πολιτική του διάσταση,αν και σήμερα δεν υπάρχει καθαρόαιμος λαικισμός. Βασίλης.