Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

ΠΟΙΑ ΔΙΚΑΙΩΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ;

       Πόσο αντέχουμε να υποβάλλουμε σε δοκιμασία όλες τις σκέψεις  που κυριαρχούν στα μέσα ενημέρωσης, στις συζητήσεις μας, στο μυαλό μας;  Τις σκέψεις των βιβλίων που διαβάσαμε, των φιλοσόφων που  μας γοήτευσαν, των πολιτικών που πιστέψαμε, των καλλιτεχνών ακόμα που μας ταξίδεψαν;  Πόσες απ’ αυτές θα βρούμε να αξίζουν τον κόπο; Να είναι  ίσως μόνο κάποια ψίχουλα; Όλα είναι  λόγια και θεατρικές εκδηλώσεις;
       Ετσι, ενώ   όλη αυτή η κρίση είναι σαν ένας πόλεμος,  χωρίς όπλα  βέβαια που άμεσα σκοτώνουν, ο οποίος  όμως έχει τις ίδιες συνέπειες, συνεχίζεται να θεωρούνται  αγώνας  εκείνες οι δράσεις που περιορίζονται στο συμβολικό και θεατρικό. Μια ολόκληρη γενιά γαλουχήθηκε με την πεποίθηση  ότι ο κόσμος που διαμορφώθηκε μετά τη μεταπολίτευση είναι σταθερός και αμετακίνητος, καταφύγιο σε στιγμές κρίσης, που αρκούν κάποιες διαμαρτυρίες για να ξαναβρεί την ισορροπία του προς όφελός μας. Και τώρα βλέπουμε πως αυτό δεν αρκεί…
      Αναμφισβήτητα,  η περίοδος της μεταπολίτευσης ήταν μια περίοδος εκδημοκρατισμού της κοινωνικής δομής και των θεσμών, με την προϋπόθεση βέβαια  πως οι πολιτικοϊδεολογικές διαφορές δεν θα οδηγούσαν σε συγκρούσεις, αλλά θα περιορίζονταν  στην πολιτική αντιπαράθεση στο κοινοβούλιο  η και  στους δρόμους, σε καθορισμένα εκ των προτέρων πλαίσια, στη βάση μιας ελάχιστης συναίνεσης των κοινωνικών τάξεων.  Στην ουσία  αυτή η συναίνεση  αναγνώριζε τον εαυτό της και αναζητούσε τη δικαίωσή της σε δυο έννοιες που ενέπνευσαν και εμπνέουν ακόμη την πλειοψηφία του λαού,  την ανάπτυξη και τον  εκδημοκρατισμό. Δεν ετίθετο πια ζήτημα αλλαγής προσανατολισμού, αφού αυτός ήταν δεδομένος.  Το ζήτημα αφορούσε μόνο  τον πολιτικό εκείνο φορέα που θα αναλάμβανε να διαχειριστεί και να πραγματώσει κοινωνικά μια πολιτική ευρείας απήχησης και για χρόνια αυτόν το έργο είχε αναλάβει το ΠΑΣΟΚ.
       Αυτός ο προσανατολισμός  μιας ολόκληρης κοινωνίας αντανακλάται και στο  βασικό προβληματισμό, που για χρόνια πριν τη κρίση ήταν το επίκεντρο αντιπαράθεσης, αν  η εξέγερση του πολυτεχνείου δικαιώθηκε με την μεταπολίτευση. Με την άνοδο στην εξουσία του ΠΑΣΟΚ οι πολυάριθμοι οπαδοί του αποφαίνονταν με  βεβαιότητα ότι δικαιώθηκε και ίσως από τη δική τους οπτική δεν είχαν άδικο, γιατί το πολυτεχνείο από την άποψη των κεντρικών του κατευθύνσεων και προσανατολισμών,  που επικράτησαν μέσα από τον κυρίαρχο λόγο σ’ όλη τη μεταπολίτευση, δικαιώθηκε, αφού η δημοκρατία αποκαταστάθηκε και βελτιώθηκε το επίπεδο ζωής μας.
        Άλλωστε, με την εξέγερση αποκρυσταλλώθηκε η αντίθεση μεγάλων στρωμάτων, και αστικών,  της ελληνικής κοινωνίας με τη χούντα, με αιχμή τα αιτήματα της νεολαίας εκείνης της εποχής. Το περιεχόμενό της  είχε σα κέντρο του την αποκατάσταση της δημοκρατίας ή καλύτερα τη θεμελίωσή της στις σύγχρονες βάσεις πάνω στις οποίες λειτουργούσε στην δυτική Ευρώπη. Δηλ. μιας δημοκρατίας διαφορετικής από το παρελθόν, διαφορετικής απ’  αυτήν που είχε στηθεί πάνω στο φόβο της αστικής τάξης εξαιτίας του εμφυλίου, που είχε προηγηθεί, και ήταν περισσότερο ένα καθεστώς εκτάκτου ανάγκης με κοινοβουλευτικό μανδύα. Το βασικό αίτημα εκείνα τα χρόνια  ήταν μια δημοκρατία με περισσότερα δικαιώματα για το σύνολο του λαού, με περιορισμένη εξάρτηση από ξένες δυνάμεις. Και βέβαια το πιο βασικό αίτημα ήταν η πτώση της δικτατορίας. Παράλληλα βέβαια είχε κι άλλους στόχους, από άλλες δυνάμεις που έθεταν και την αμφισβήτηση της ίδιας της αστικής δημοκρατίας. Αυτές  όμως οι δυνάμεις και τα αιτήματα μπήκαν στο περιθώριο  και από την πολιτική εξέλιξη στην περίοδο της μεταπολίτευσης.
           Αναμφισβήτητα όμως η Ελλάδα μετά τη μεταπολίτευση δεν ήταν ίδια με την προδικτατορική. Η μεταπολίτευση έλυσε προβλήματα αναδρομικά που ετίθεντο ήδη από τα χρόνια της αντίστασης και ιδιαίτερα μετά τον εμφύλιο. Κατέρρευσε το καθεστώς έκτακτης ανάγκης, νομιμοποιήθηκε το ΚΚΕ, λύθηκε το πολιτειακό και με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία οι μικροαστικές τάξεις βγήκαν στο προσκήνιο βελτιώνοντας του όρους διαβίωσής τους.
      Βέβαια, επανάσταση δεν έγινε.  Ποιος όμως ήθελε την επανάσταση τριάντα χρόνια μετά την τελευταία;  Γιατί η επανάσταση έγινε στα χρόνια του εμφυλίου και νικήθηκε. Από τότε οι χιλιάδες μάζες που προδικτατορικά ή και μεταπολιτευτικά διαμαρτύρονταν ή αντιστέκονταν δεν την επιδίωκε. Σε μεταρρυθμίσεις σχεδόν το σύνολο απέβλεπαν. Και το πολυτεχνείο όμως  δεν είχε στόχο την επανάσταση, ανεξάρτητα αν  σ’ αυτό συμμετείχαν  και επαναστάτες που τους κατάπιε η σιωπή, στην καλύτερη περίπτωση, ή κι αν ακούστηκαν και αιτήματα βαθύτερης ανατροπής. Ούτε η κοινωνία της χούντας ούτε η μεταπολιτευτική ήθελε να πάει παραπέρα την εξέγερση εκείνη. Γι’  αυτό δεν έχει νόημα να μιλάμε για προδοσία του πολυτεχνείου ή ξεπούλημα των αγώνων από τους πρωτεργάτες που γίνανε επιφανείς εξαιτίας της συμμετοχής τους σ’ αυτό. Γιατί οι περισσότεροι απ’ αυτούς για εκδημοκρατισμό και εκσυγχρονισμό του συστήματος πάλευαν και γι’ αυτό έβρισκαν συμπαραστάτες και από το πολιτικό κατεστημένο των δυτικοευρωπαίων. Τα βασικά λοιπόν αιτήματα του πολυτεχνείου, για τα οποία βρήκε και μια θέση στις θεσμοποιημένες γιορτές του συστήματος,  οδηγήθηκαν  στην εκπλήρωσή τους με την μεταπολίτευση.
        Ομως  δεν ήταν μόνο αυτό το πολυτεχνείο. Αυτό που αντιστέκεται στην ενσωμάτωσή του στον κυρίαρχο λόγο και ξεπερνά την όποια θεσμοποίησή του  ήταν η ίδια η εξέγερση. Αυτό που μένει είναι η ίδια η δυναμική που μπορεί να αποκτήσει ένα λαϊκό κίνημα, που εκείνα τα χρόνια στην εμπροσθοφυλακή του ήταν η σπουδάζουσα νεολαία, ενάντια στο πολιτικοοικονομικό κατεστημένο, Η εξέγερση του πολυτεχνείου  δεν μας δείχνει παρά πως μπορεί να εξελιχθεί η δυναμική του λαϊκού κινήματος ακόμα κι αν ξεκινά από τα συγκεκριμένα, καθημερινά προβλήματα, αρκεί να υπάρχει η συνειδητοποίηση για τον προσανατολισμό, το συνολικό όραμα που θα τα τροφοδοτεί. Αλλα και πως μπορεί να καταλήξει, όταν δεν καταφέρει να οργανωθεί και να αποκτήσει προοπτική.
       Ενώ λοιπόν η εξέγερση ξεκίνησε με πολύ συγκεκριμένα αιτήματα με σπουδαστικό περιεχόμενο, έκανε τα πρώτα βήματα στη σύνθεση τους και την ένταξή τους σε ένα συνολικότερο διεκδικητικό πλαίσιο, προχωρώντας πέρα από τη νεολαιίστικη κίνηση. Την απάντηση, γιατί δεν  προχώρησε  στην πραγμάτωση εκείνων των αιτημάτων, που πήγαιναν πέρα από το σύγχρονο εκδημοκρατισμό της κοινωνίας, τη δινει η αδυναμία του να ξεπεράσει το αυθόρμητο, αλλά και η απροθυμία  των χιλιάδων λαού που έμειναν κλεισμένοι στα σπίτια τους ή και τα έκλειναν στους καταδιωκόμενους αγωνιστές, αλλά δεν παραλείψαμε σύσσωμοι  μετά να βγούμε να γιορτάσουμε την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Το δίνουν και οι μετέπειτα εορτασμοί του με τους νεκρούς τους που χάθηκαν στη λήθη (πόσοι θυμούνται τον Κουμή και την Κανελλοπούλου;)
             Ας μη ψάχνουμε  δικαιωτικούς μύθους ή παρηγοριά τώρα στα δύσκολα χρόνια για το  πώς καταφέραμε και χάθηκαν όλα αυτά που πιστέψαμε πως τα είχαμε κατακτήσει. Δεν υπάρχει καμιά γενιά του πολυτεχνείου.  Μόνο πολιτικά κινήματα, ταξικοί προσανατολισμοί, κοινωνικά οράματα υπήρχαν και υπάρχουν στα οποία κάποιοι στρατεύτηκαν κάποια στιγμή κι ύστερα αποχώρησαν,(το σύστημα είχε γίνει πολύ ευέλικτο για να πετυχαίνει την ενσωμάτωσή τους) ενώ  κάποιοι άλλοι επέμεναν  και επιμένουν μέχρι το τέλος να πιστεύουν σ’ αυτά τα οράματα. Γι’  αυτούς  τους άλλους, τώρα και πάντα δικαιώνονται οι αγώνες, όταν γίνονται χώρος ζύμωσης για διαμόρφωση ενός ρωμαλέου επαναστατικού κινήματος, που θα κάνει το βήμα για να μας φέρει στον κόσμο και τα αιτήματα μιας απελευθερωμένης, κομμουνιστικής κοινωνίας.

         

Δεν υπάρχουν σχόλια: