Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2012

"ΜΟΙΑΖΕΙ ΜΕ ΕΚΒΙΑΣΜΟ, ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ"

           Και εκεί που εννιά μήνες αγνοούσαν την απεργία στη χαλυβουργία, εφημερίδες και κανάλια, τις τελευταίες μέρες αναφέρονται επανειλημμένα σ’  αυτήν για να τονίσουν το αδιέξοδό της,  επειδή … θα αναγκαστεί   ο όμιλος Μάνεση να προχωρήσει στο κλείσιμο του  εργοστασίου. «Μοιάζει με εκβιασμό, αλλά δεν είναι… Η μάχη για τους συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ και των άλλων κομμάτων κερδήθηκε, ο απεργοί άντεξαν, αλλά ο πόλεμος χάνεται γιατί χάνονται οι θέσεις εργασίας» γράφει η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ στις 12 Ιουλίου
          Κι έτσι βγαίνει και το επιμύθιο προς γνώση και συμμόρφωση των απανταχού εργατών και επίδοξων απεργών, για το αδιέξοδο που οδηγεί η απεργία  και  για την  ολοκληρωτική απώλεια των θέσεων εργασίας που προκαλεί.
           Όσο μεγεθύνεται η όξυνση  της οικονομικής  και κοινωνικής κρίσης, η  καπιταλιστική ανασύνταξη προχωρά  με την ένταση της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης  πάνω σε όλο και πλατύτερα κοινωνικά στρώματα.  Η ανεργία, οι περικοπές των κοινωνικών δαπανών, η χωρίς άμεση εναλλακτική λύση κατάρρευση των κυρίαρχων αξιών δημιουργούν μια μόνιμη κατάσταση απελπισίας σχεδόν για το σύνολο των εργαζομένων. Οι συνθήκες αυτές πάντα  τροφοδοτούν το φόβο στην κυρίαρχη τάξη  ότι μπορεί να αποτελέσουν  τη βάση για αυθόρμητα ξεσπάσματα η και κινήματα με κάποια ίσως μονιμότητα και συνέχεια, που συνήθως τις  εξασφαλίζουν  οι δράσεις  που συνδέονται  με το εργατικό κίνημα. Η εργατική τάξη συνεχίζει να έχει  μια μορφή εξουσίας, γιατί συνεχίζει να  διατηρεί μια αντικειμενική θέσης δύναμης  μέσα από τη δυνατότητα να σταματάει άμεσα την παραγωγή, όταν το θελήσει, και κατ΄ επέκταση να εμποδίζει την εύρυθμη λειτουργία ολόκληρης της κοινωνίας. Αυτή τη δύναμη που έχει η εργατική τάξη είναι που θέλει η κυρίαρχη τάξη να εκμηδενίσει, γι’  αυτό κάθε απεργία  θα πρέπει  η να   οδηγεί  σε αδιέξοδο η να αποψιλώνονται τα αιτήματά της από το ουσιαστικό περιεχόμενό τους με μια κατ’  αρχήν αποδοχή τους, που  την αναβάλλει επ’  αόριστο.  
            Στον καιρό της ευμάρειας,   το εργατικό κίνημα  είτε με την  μετατροπή του σε συνέχεια και τμήμα της σοσιαλδημοκρατίας στους χώρους δουλειάς είτε με τη μυθοποίησή του σε  κάτι το αφηρημένο, είχε σαν συνέπεια την  ενσωμάτωση και αδρανοποίησή του με στόχο τον πλήρη αφοπλισμό του. Αυτό γινόταν πιο εύκολο με τις αυταπάτες που καλλιεργούνταν στους εργαζόμενους για έλεγχο της δουλειάς τους, των συνθηκών  της  κλπ. από τους ίδιους, μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία.  Συγχρόνως βέβαια προσέδιδαν στο εργατικό κίνημα και αναπτυξιακά καθήκοντα, δηλ.  στόχους που σκόπευαν  στην οικονομική ανάπτυξη και την ανάπτυξη της επιχειρηματικής δράσης, ιδιαίτερα στις μέρες μας μια εθνικοαναπτυξιακού τύπου αντίληψη  αποτελεί μια καλή ιδεολογική βάση για τον αφοπλισμό του εργατικού κινήματος. Καλλιεργείται έτσι η αντίληψη   ότι ο εργάτης  συμμετέχει   στην επιχείρηση, και    μ’  αυτό το σκεπτικό μεταφέρονται τα προβλήματα των επιχειρήσεων  στο ήδη προβληματικό  εργατικό εισόδημα, χωρίς τη χρήση άμεσων κατασταλτικών μέτρων και μάλιστα με τη σύμφωνη γνώμη του. Θεωρείται υπεύθυνος  και ο ίδιος για την κερδοφορία της επιχείρησης που εργάζεται και, στον καιρό της κρίσης,  ως συνέπεια αυτού του σκεπτικού,  επιβάλλεται επέκταση … της συμμετοχής του είτε  αυτή  είναι η μερική απασχόληση  είτε οι περικοπές στο μισθό  και η εντατικοποίηση, συνδυασμένες με την ιδεολογική προπαγάνδα για τον κοινωνικά ωφέλιμο ρόλο των εργαζομένων.
          Παγιδευμένοι  οι εργαζόμενοι  ανάμεσα στην ευθύνη που τους επιρρίπτουν για την καλή λειτουργία της επιχείρησης,  που τους εξασφαλίζει τη δουλειά τους,  και τα  πραγματικά ταξικά τους συμφέροντα μπερδεύουν την ταξική πάλη με την παραβολή του καλού Σαμαρείτη. Μέσα από τέτοιες διαδικασίες κοντεύει η παθητικότητα  της εργατικής τάξης, που βρίσκεται είτε διαλυμένη από την κρίση είτε στη μέγγενη της καταστολής ή ρεφορμιστικής κυριαρχίας, να γίνει μόνιμο χαρακτηριστικό της.
           Απεργία λοιπόν σαν  αυτή της χαλυβουργίας ανατρέπει όχι  μόνο την εικόνα του εργατικού κινήματος αλλά και τους όρους ύπαρξής του. Υποδεικνύει  άλλους δρόμους, πέρα από την παθητικότητα,   για αντιμετώπιση των χτυπημάτων ενάντια στην εργατική τάξη, που είναι η δυναμική αντίσταση, με τα όπλα του εργατικού κινήματος.
             Βέβαια, ο καπιταλισμός,  ειδικά σε περιόδους  ύφεσης   και αύξησης της ανεργίας,  πέρα από το φόβο της απόλυσης, επιβάλλει διασπάσεις πάνω στην εργατική τάξη που εκφράζονται με την αποσπασματικότητα στις όποιες αντιδράσεις, που επιδιώκεται να περιοριστούν  στα όρια συντεχνιών ή κλάδων.  Οι διασπάσεις αυτές  οδηγούν  να βλέπουν οι εργαζόμενοι  τα συμφέροντά τους αντιθετικά με εκείνα άλλων κλάδων εργαζομένων. Αυτό μπορεί να συμβαίνει και στον ίδιο κλάδο, στην ίδια επιχείρηση,  στο ίδιο εργοστάσιο  κλπ. Ταυτόχρονα, για χρόνια, στο ρόλο του μακρύ βραχίονα της εξουσίας,η συνδικαλιστική γραφειοκρατία, που  ένα μέρος της συνειδητά εξυπηρετούσε τα κόμματα εξουσίας,  ήθελε να ελέγχει τις αντιδράσεις των εργαζομένων μέσα από τα  σωματεία, απαξιώνοντας  έτσι το συνδικαλισμό και συντελώντας στην απομαζικοποίηση  του. Γι’  αυτό πάντα χρειαζόταν  ο έλεγχος της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας από τα κέντρα εξουσίας, που κατάφεραν να αποδυναμώσουν το εργατικό κίνημα, να μειώσουν τη δύναμη της βάσης του, επιβάλλοντας τον συντεχνιασμό ή τις διαφόρου τύπου  προσομοιώσεις αντίστασης διαλύοντας έτσι τις δυνατότητες γενίκευσης των κινητοποιήσεων. Η σιωπή της ΓΣΣΕ για την απεργία  στη χαλυβουργία είναι εύγλωττη.
       Και οι εργαζόμενοι διαλυμένοι, φοβισμένοι, αντί να πάρουμε στον έλεγχό μας τα συνδικάτα μας στραφήκαμε εναντίον του συνδικαλισμού, (την κατάργηση τους δεν απαιτούσαν πέρυσι οι πλατείες;) περιμένοντας παθητικά τις αποφάσεις άνωθεν.
         Σε κάθε απεργία όμως, πολύ περισσότερο στους χαλεπούς καιρούς σήμερα που πάντα μια απεργία μπορεί να πυροδοτήσει ανεξέλεγκτες καταστάσεις, που τα κυρίαρχα κέντρα απεύχονται,  μπαίνει πάντα  και παντού το ζήτημα της συμπαράστασης, από συνδικάτα, συντροφικά κόμματα ή οργανώσεις και γι’  αυτό, εκτός από το ΠΑΜΕ και το ΚΚΕ,  τα περισσότερα κόμματα και η πλειοψηφία των συνδικάτων απέφυγαν συστηματικά την οποιαδήποτε σύνδεση με την απεργία
          Η αφηρημένη  όμως συμπαράσταση πρέπει να συγκεκριμενοποιείται σε συμμετοχή σε διαδηλώσεις των απεργών και σε ομάδες περιφρούρησης της απεργίας, σε οικονομική βοήθεια η κι ακόμα  σε απεργιακή κινητοποίηση σε άλλους τόπους δουλειάς.  Στη συγκεκριμένη απεργία δεν έγινε στο  βαθμό και την έκταση που θα μπορούσαμε, όσοι εργαζόμενοι απομένουμε με τα σωματεία μας να συμπαρασταθούμε. Η δε συμπαράσταση του ΠΑΜΕ και του ΚΚΕ χρησιμοποιήθηκε από τον κυρίαρχο λόγο απαξιωτικά, ακριβώς γιατί έπαιρνε η συμπαράσταση χαρακτηριστικά ταξικής σύγκρουσης.
       Ανεξάρτητα  λοιπόν από την έκβαση των σημερινών συνομιλιών η νίκη είναι των απεργών  και αυτών που τους συμπαραστάθηκαν έμπρακτα και συγκεκριμένα, η ήττα είναι μόνο όλων των υπολοίπων  που ο φόβος μας έχει συρρικνώσει μέχρι εξαφανίσεως.

1 σχόλιο:

Αντωνης είπε...

Να η απάντηση στις Καθημερινές και στα Έθνη τους!

http://leninreloaded.blogspot.com/2012/07/phone-marketing.html