Σάββατο, 14 Ιουλίου 2012

ΞΕΣΤΡΑΤΙΖΟΥΜΕ;


           «Σε σχέση με το βαρόμετρο Μαΐου, σχεδόν όλες οι δυνάμεις της Αριστεράς καταγράφουν μείωση της δημοτικότητάς τους, ενώ αντίθετα όλα τα Δεξιά κόμματα ανεβαίνουν ή παραμένουν στάσιμα. Τη μεγαλύτερη άνοδο σε δημοτικότητα σημειώνει η Νέα Δημοκρατία (12%) ενώ αύξηση της τάξης του 8% καταγράφεται για τη Χρυσή Αυγή», υπογραμμίζει το νέο βαρόμετρο της Public Issue για την Καθημερινή και τον ΣΚΑΪ.
      Δεν έκλεισε ούτε μήνας από τις εκλογές, με μια κυβέρνηση χαμένη σε αρρώστιες και παραιτήσεις, που λειτουργεί όμως χάρη στον αυτόματο πιλότο του μνημονίου, και το εκλογικό σώμα  αρχίζει να αποκτά ξεκάθαρα την ταυτότητά του που τα ψευτοδιλήμματα  των εκλογών συσκότιζαν.
      Η κοινωνία συνεχώς συντηρητικοποιείται, ξεστρατίζει σε γνωστές από το παρελθόν  ατραπούς που οδηγούν στον εκφασισμό της.
        Η ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ  στη θέση  της αξιωματικής αντιπολίτευσης   είναι  μεν η πειστικότερη απόδειξη για την αλματώδη αύξηση της πολιτικής του δύναμης, αφού κατάφερε  να εισπράξει το μεγαλύτερο ποσοστό από το κοινωνικό υπόστρωμα του όποιου  λαϊκού ριζοσπαστισμού και της ανασύνθεσης της καπιταλιστικής εξουσίας, όχι όμως  για την αριστερή στροφή της κοινωνίας.
          Όταν η λαϊκή αγανάκτηση άρχισε να αναπτύσσεται   σαν ένας  αδιαμόρφωτος  αλλά σημαντικός αντίπαλος  της μνημονιακής πολιτικής, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν δίστασε, με ένα νεφελώδη λόγο,  να συμπαραταχθεί,  γενικά και αόριστα, μαζί της, κατορθώνοντας να υπερκεράσει τελικά τις δυνάμεις της κομμουνιστικής αριστεράς.  Ταυτόχρονα, η λαϊκή αγανάκτηση σε συνδυασμό με την απαξίωση των  πρώην κομμάτων εξουσίας βρήκαν   άνετα  θέση στο ΣΥΡΙΖΑ, αφού ιδιαίτερα η απαξίωση  νομιμοποιείται από τον θεωρητικό λόγο του, ενώ γενικώς η αγανάκτηση  μπορεί  να διατηρεί  πάντα μια ιδιαίτερη σχέση με την πολιτική του,  που δεν έχει την ταξική  και ξεκάθαρη διάσταση   της πολιτικής  της κομμουνιστικής αριστεράς. Γι’ αυτό και ο  ΣΥΡΙΖΑ απρόθυμα χαράζει ευκρινώς την  πολιτική του για βασικά ζητήματα, όπως τις ιδιωτικοποιήσεις – από την απόλυτη άρνηση πέρασε στην πρόταση για αναπτυξιακές κοινοπραξίες.  Εξάλλου, ο θεωρητικός εκλεκτικισμός του μπορεί να εξυπηρετεί πολιτικές προτεραιότητες ευρύτερων και ίσως και ετερόκλητων  κοινωνικών ομάδων.   Δεν ήταν  επομένως  ο αριστερός λόγος που προσείλκυσε τους ψηφοφόρους, αλλά οι υποσχέσεις για επιτυχία στην καταγγελία του μνημονίου, για ακύρωση των αντεργατικών  μέτρων, που τις παρουσίαζε σαν βόλτα σε μεγάλες λεωφόρους. Γιατί, στις εκλογές οι περισσότεροι αναζητούσαν πολιτικούς σχηματισμούς που υπόσχονταν την πραγματοποίηση των επιθυμιών τους, πολλοί χωρίς να αντιλαμβάνονται καν τις διαφορές ανάμεσα τους.
           Στην ίδια δημοσκόπηση    η δημοτικότητα της ΔΗΜΑΡ φτάνει στο εντυπωσιακό 60% και η εμπιστοσύνη του εκλογικού σώματος σ’  αυτήν ισοψηφεί με  αυτή στον ΣΥΡΙΖΑ. Το εκλογικό σώμα φαίνεται να επιδοκιμάζει τη σύμπραξη  της ΔΗΜΑΡ στην κυβέρνηση Σαμαρά.
          Αν η προσδοκία  του εκλογικού σώματος για την αποστολή της αριστεράς περιορίζεται  αφενός στην ολοκλήρωση του εκσυγχρονισμού με τους όρους που υπαγορεύουν τα κυρίαρχα κέντρα εξουσίας  κι αφετέρου  στην ανάπτυξη και στη χώρα μας του καπιταλισμού όχι με στρεβλό  τρόπο και εξαρτημένο  αλλά  αυτοδύναμα και με βάσεις κοινωνικής δικαιοσύνης, τότε κανείς δε θα μπορούσε να  το χαρακτηρίσει αυτό το σώμα  αριστερό. Αυτή η προσδοκία αντιμάχεται  την ίδια την αριστερά, αν και δεν έρχεται σε αντίθεση ούτε με το ΣΥΡΙΖΑ ούτε πολύ περισσότερο με τη ΔΗΜΑΡ. Η ουσία του προβλήματος βρίσκεται  στον τρόπο με τον οποίο  η αριστερά αντιμάχεται τη σημερινή πολιτική όχι γιατί είναι ανάλγητη ή αποτυχημένη,  αλλά γιατί είναι καπιταλιστική, δηλ. κοινωνικά ανίκανη να εκφράσει την κοινωνική προοπτική της αριστεράς. Η επίκληση στην ανάπτυξη, σαν μέσο για ξεπέρασμα της κρίσης, και η πολεμική  ενάντια στο ΠΑΣΟΚ και τη Ν. Δ, για την έλλειψη μέριμνας στα μνημόνια για την ανάπτυξη,  δεν μπορεί να περιορίζεται επειδή  είναι ανύπαρκτη  ή στρεβλή,  αλλά γιατί είναι καπιταλιστική και κοινωνική ανάπηρη. Αποστολή της αριστεράς  δεν είναι το ξεπέρασμα της καπιταλιστικής κρίσης, ως αρωγός του έργου που εδώ και δυο χρόνια έχουν αναλάβει Ν.Δ και ΠΑΣΟΚ, ως βοηθητικό προσωπικό του κυρίαρχου συστήματος.  Η ιστορική επιβίωση της αριστεράς εξαρτάται από το αν θα καταφέρει να οργανώσει  την αντιπαλότητά της προς την καπιταλιστική εξουσία και την πολιτική στρατηγική  που έχει επιβληθεί μέσω της Ν.Δ  και ΠΑΣΟΚ  και προς αυτό που πραγματικά εκπροσωπούν  και εκφράζουν.
         Η κομμουνιστική αριστερά προσπάθησε να αποκαλύψει την αφερεγγυότητα και αναξιοπιστία της πολιτικής κριτικής που δεν έθιγε την ουσία της, αναδεικνύοντας κομβικό σημείο της αντίδρασης την ταξική πάλη και προβάλλοντας μια άλλη πρόταση  και προοπτική στις λαϊκές δυνάμεις, που όμως,  με την αρωγή του συστήματος, συνάντησαν ευρεία δυσπιστία σε σχέση με το ρεαλιστικό τους χαρακτήρα.
        Ενα μήνα μετά τις εκλογές είμαστε σε αναμονή ή σε αποστρατεία;  Οι αντιδράσεις μας μέχρι τώρα ήταν αναιμικές, αρνούμαστε  την ύπαρξη ενός κέντρου  που να συντονίζει δραστηριότητες και να επεξεργάζεται τακτικές και στρατηγικές. Όλα να γίνονται αυτόνομα. Τι θα συμβεί απο δω και πέρα;
    Προς τα παρόν, συνεχίζουμε  να επαναλαμβάνουμε τα περί κοινωνικής συναίνεσης και εθνικής σωτηρίας.                
       Δεν    μπορεί όμως να  υπάρχει κοινωνική συναίνεση, εφόσον η περίοδος που περνάμε είναι περίοδος ωμής και απροσχημάτιστης επίθεσης του κεφαλαίου στα πιο στοιχειώδη δικαιώματα των εργαζομένων. Η συναίνεση χρησιμοποιείται,  ξεκινώντας από   τους όρους του πολιτικού παιχνιδιού, τις διαδικασίες των  κοινοβουλευτικών αναμετρήσεων, τις σχέσεις δηλ. μεταξύ των κομμάτων, για να εξουδετερωθούν οι ταξικές συγκρούσεις  και να περιθωριοποιηθεί ο κομμουνιστικός λόγος,  Ούτε υπάρχει ζήτημα  εθνικής σωτηρίας, γιατί τα μέτρα που λαμβάνονται είναι καθαρά ταξικά και δεν αφορούν σε μόνο μια χώρα. Η εθνική σωτηρία χρησιμοποιείται για να υπερκεραστούν οι ταξικές διαφορές, να μετατεθεί το πεδίο της αντιπαλότητας και να αποκτήσει ερείσματα ο φασιστικός λόγος.
    Μοιάζει σαν να  έχουμε ξεστρατίσει. Όλα αυτά τα χρόνια της μεταπολίτευσης ξεχαστήκαμε. Όλα τα θεωρήσαμε εύκολα, μετρήσιμα, με κριτήριο το άμεσο  όφελος, και συνεχίζουμε να αντιδρούμε με τον ίδιο τρόπο, ενώ άλλαξαν άρδην οι συνθήκες. Συνεχίζουμε να πιστεύουμε στις ίδιες υποσχέσεις της ίδιας πολιτικής αντίληψης και δεν σταθμίζουμε τις ταξικές και κοινωνικές συντεταγμένες στον καθορισμό της πολιτικής.

Δεν υπάρχουν σχόλια: