Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2025

ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΥ

 

Ο θάνατος του Κ. Σημίτη, του επί μια οκταετία, 1996-2004, πρωθυπουργού, έχει γίνει αφορμή τις τελευταίες ημέρες, από συστημικά ΜΜΕ και πολιτική ηγεσία,  για μια ιδεολογίζουσα πολυλογία που δικαιώνει πολιτικές επιλογές των τελευταίων δεκαετιών, και  της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Μόνο που φαίνεται ότι έχει φτωχύνει η εφευρετικότητα τους σε πολιτικούς νεολογισμούς και πλατειάζουν με επαναλήψεις περί εκσυγχρονισμού και εξευρωπαϊσμού, που ήταν οι κεντρικές επιδιώξεις του εκλιπόντος και τις συνεχίζει επάξια ο Κ. Μητσοτάκης.
        Με την ανάδειξη του Κ. Σημίτη στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ και την πρωθυπουργία της χώρας το 1996 έκανε την εμφάνισή του και ο εκσυγχρονισμός ως πρόγραμμα διακυβέρνησης και συγχρόνως και κυρίαρχη ιδεολογική πρόταση, που υιοθετήθηκε και από ένα τμήμα του πληθυσμού. Με το εκσυγχρονιστικό πρόταγμα  επιχείρησε το  ΠΑΣΟΚ να παρακάμψει τις παλιές πολιτικοϊδεολογικές διαιρέσεις, τις ταξικές τις είχε ήδη υπερβεί, βάζοντας στο επίκεντρο την επιδίωξη της προόδου. Εν ολίγοις, από τη δεκαετία του ’90 η υιοθέτηση των φιλελεύθερων πολιτικών, της τεχνοκρατικής λογικής, της προσήλωσης στους οικονομικούς δείκτες απώθησε, αν δεν δαιμονοποίησε μάλιστα,  ταξικές συγκρούσεις, πολιτικούς ανταγωνισμούς, λαϊκή δυσαρέσκεια. Ο προσανατολισμός της πολιτικής προς μια συναίνεση σ’ ένα ιδεατό πολιτικό και κοινωνικό κέντρο που συνέκλινε για μια ουδέτερη, ορθολογική πρόοδο, έτεινε να αμβλύνει τις διαφορές ανάμεσα στα δυο κόμματα εξουσίας και θόλωσε τα όρια  ανάμεσα σε δυο πολιτικές προτάσεις, που τα προηγούμενα χρόνια φάνταζαν διακριτές.
         Και στις εκλογές του 2004, που μεταβιβάστηκε η πολιτική εξουσία στην κυβέρνηση της Ν. Δημοκρατίας του γόνου Κ. Καραμανλή, η σύγκρουση ανάμεσα στα δυο κόμματα ήταν περισσότερο φαινομενική, που εστιάστηκε σε ζητήματα ηθικής και διαχειριστικής ικανότητας, με την πάταξη της διαφθοράς να γίνεται το κεντρικό διακύβευμα της προεκλογικής εκστρατείας της Ν.Δ. Σκάνδαλα επί σκανδάλων αποκαλύφτηκαν, που στα διάβα των χρόνων  και μέσα από νομικές διαδικασίες οι ένοχοι που βρέθηκαν και τιμωρήθηκαν συρρικνώθηκαν σε έναν, τον  Α. Τσοχατζόπουλου για τα εξοπλιστικά προγράμματα. Δεν φαινόταν  λοιπόν να υπάρχει μεταξύ των κομμάτων της Ν.Δ και ΠΑΣΟΚ μεγάλη διαφορά στο  πολιτικό πρόγραμμα ή ιδεολογικό πλαίσιο, πράγμα που αποκαλύφτηκε ξεκάθαρα με την κρίση και την είσοδο στα μνημόνια,  και η επιδίωξη της ανάπτυξης, ως μια συνεχούς διαδικασίας, θεωρήθηκε από τα αστικά κόμματα μονόδρομος. Ο  μονοσήμαντος στόχος της κυβέρνησης Σημίτη που ήταν η ένταξη στην Ευρωζώνη καθόρισε ιδεολογία και πολιτική για όλα τα επόμενα χρόνια του 21ου αιώνα.  
         Έτσι, απροκάλυπτα πια, χωρίς σοσιαλιστικές διακηρύξεις, επικαλούνται ανάπτυξη, πρόοδο, εκσυγχρονισμό, μεταρρυθμίσεις τα κόμματα της εξουσίας, κι αυτά που προπονούνται γι’ αυτήν, κάθε φορά για να καλύψουν την νοηματική κενότητα των λόγων τους, που κρύβει τον πραγματικό στόχο, την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της άρχουσας τάξης.  Η εικόνα του Κ. Σημίτη που κράδαινε θριαμβευτικά  τα ευρώ που έβγαλε από το ΑΤΜ συμπύκνωνε την πολιτική των επόμενων χρόνων.  Κοινό στοιχείο στη ρητορική των αστικών κομμάτων γίνεται  πια   η χρήση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως στόχου και κατάκτησης, αλλά και ως άλλοθι, επιταγή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για επιβολή νέων φόρων ή μέτρων λιτότητας.  
        Η προσπάθεια έκτοτε να επιρριφθεί η ευθύνη για την  οικονομική εξαθλίωση και την ιδεολογική κενότητα στα λαϊκά στρώματα αντλούσε επιχειρήματα, που συνοψίζονταν στη φράση «μαζί τα φάγαμε», από την εποχή της διακυβέρνησης της χώρας από τις κυβερνήσεις Σημίτη. Ακόμα και τώρα, ο θάνατος του Κ. Σημίτη θεωρήθηκε ευκαιρία για να γίνει υπενθύμιση στα λαϊκά στρώματα ότι  η  χρεοκοπία της Ελλάδας οφείλεται στις δικές τους αντιδράσεις, που δεν επέτρεψαν στον Κ. Σημίτη να εφαρμόσει τις μεταρρυθμίσεις του.  Γι’ αυτό και συστημικά μέσα ενημέρωσης και κοινωνικά δίκτυα αναφέρονται στην ματαίωση της προσπάθειας του Τ. Γιαννίτση για αναμόρφωση του ασφαλιστικού, μετά τις σχεδόν καθολικές αντιδράσεις από τους εργαζόμενους, σαν μια χαμένη ευκαιρία για την οικονομία.  Μόνο που όλη αυτή η προπαγάνδα του κυρίαρχου λόγου εσκεμμένα ξεχνά το σκάνδαλο του χρηματιστηρίου, που δεν περιορίστηκε μόνο στη μεταφορά πόρων από τους πολλούς στους λίγους και εκλεκτούς φίλους και παρατρεχάμενους της εξουσίας, αλλά και στη θεσμοθέτηση της λεηλασίας των ασφαλιστικών ταμείων. Είναι η κυβέρνηση του Κ. Σημίτη, που το 1999, με συμφωνία της Ν. Δημοκρατίας, ανεβάζει το ποσοστό των αποθεματικών των ταμείων που τοποθετούνται σε μετοχές και τραπεζικά προϊόντα υψηλού ρίσκου στο 23%, από το 20% που ήδη το 1992 είχε θεσμοθετήσει η κυβέρνηση του Κων. Μητσοτάκη. Και είναι το 2003 που πάλι η κυβέρνηση Σημίτη επέτρεψε στα Ταμεία να επενδύσουν τα αποθεματικά τους σε χρηματιστηριακά παράγωγα.
          Επειδή λοιπόν η αποκάλυψη της ιστορικής προοπτικής γεγονότων είναι προϋπόθεση για την κατανόηση της κοινωνικής πραγματικότητας, γι’ αυτό και με αφορμή το θάνατο του Κ. Σημίτη στην υπενθύμιση γεγονότων του παρελθόντος θα πρέπει να αναζητηθεί και η  σχέση τους στην ενότητα παρόντος, παρελθόντος και μέλλοντος.
         Εν ολίγοις, η  γιγαντιαία παραπλάνηση  του λαϊκού κινήματος που ανέλαβε το ΠΑΣΟΚ μετά την πτώση της χούντας για σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας οδήγησε στον εκσυγχρονιστή Σημίτη, για να καταλήξει στον Γ. Παπανδρέου και την επιβολή των μνημονίων. Όλα τα αστικά κόμματα προσανατολίζονται σε μια πολιτική διαχείρισης της κρίσης έτσι που να ρίχνεται όλο το βάρος της στους εργαζόμενους, επιδιώκοντας την αύξηση του κέρδους του μεγάλου κεφαλαίου, για να προχωρήσει και να συνεχίσει τη συσσώρευση.   Και αυτή η πολιτική, πολύ πιο επιθετικά, χωρίς πια αριστερόστροφη φρασεολογία ή σοσιαλιστικά συνθήματα συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας με κυβέρνηση Κ. Μητσοτάκη της Ν.Δημοκρατίας.

Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2024

ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΗ …ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΔΙΚΤΥΩΝ

 

Τα τελευταία χρόνια τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης χρησιμοποιεί η πλειοψηφία των  πολιτικών, με τον πρωθυπουργό Κ. Μητσοτάκη να κάνει εβδομαδιαίους απολογισμούς, πάντα σχεδόν θριαμβευτικούς, της διακυβέρνησής του. Από κοντά οπαδοί ή «πληρωμένα τρολ» με παραποιημένα επιχειρήματα ή πληροφορίες προσπαθούν να ενισχύσουν μια κατασκευασμένη πραγματικότητα που δικαιώνει την αποφάσεις και δράσεις της διακυβέρνησης της Ν. Δημοκρατίας του Κ. Μητσοτάκη. Κόμματα, όπως του Σ. Κασσελάκη μοιάζει να προσπαθούν  να πείσουν ότι η εικονική πραγματικότητά τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αντιστοιχεί σε επιρροή  στον πραγματικό κόσμο. Βίντεο που καθηγητές σε πανεπιστήμια εξωτερικού, κατά δήλωσή τους, καταγγέλλουν τις τριγωνικές σχέσεις εξουσίας ξεσηκώνουν διαμαρτυρίες από υπουργούς, όπως ο Α. Γεωργιάδης, γιατί γίνεται απαξιωτική και χλευαστική αναφορά στο δημοσιογράφο, φωνή της κυβέρνησης, Α. Πορτοσάλτε.  
        Γενικώς δίνεται η εντύπωση ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης παράγουν πολιτική. Όπως πριν μια δεκαπενταετία, με την «αραβική άνοιξη»  εκθειαζόταν η  δυναμική του φέισμπουκ που οργάνωνε κινητοποιήσεις, μέχρι που όλη αυτή η δυναμική κατέληξε σε δικτατορίες και διαλύσεις κρατών. Ακόμα και στα καθ’ ημάς, οι αγανακτισμένοι των πλατειών με τη ψηφιακή τεχνολογία συνδέονταν με καλέσματα στο φέϊσμπουκ ή αναλύσεις στην μπλογκόσφαιρα που ήταν τότε στις δόξες της,  για να διαλυθούν, αφού έδωσαν φιλί ζωής στο απαξιωμένο σύστημα και συμβάλλαν όσο μπορούσαν στη νεκρανάστασή του.
        Είναι αλήθεια ότι η άφιξη της ψηφιακής επανάστασης έχει ταράξει τις καθιερωμένες ισορροπίες και στον τομέα των επικοινωνιών, με τα κοινωνικά δίκτυα να έχουν γίνει ουσιαστικό μέρος της διαδικτυακής επικοινωνίας. Η ευκολία, η ποικιλομορφία των κοινωνικών δικτύων και η ελεύθερη πρόσβαση σ’ αυτά δημιούργησαν ένα νέο δημόσιο χώρο όπου μοιάζει όλοι έχουν την ευκαιρία να εκφραστούν. Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια δίνεται η εντύπωση ότι τα κοινωνικά δίκτυα έχουν αποκτήσει μεγάλο βάρος στη λειτουργία των δημοκρατιών μας, αφού παρηγορούν μεγάλες ομάδες πληθυσμών ότι δεν καταδικάζονται στη σιωπή και δεν ουρλιάζουν στο κενό χωρίς κανείς να τις ακούσει.
         Το διαδίκτυο φαινόταν στην αρχή ότι προοριζόταν να είναι ένας ανοιχτός, ελεύθερος και αποκεντρωμένος χώρος. Μέσα σ’ ένα καπιταλιστικό περιβάλλον, μελωδίες υποσχέσεων νανούριζαν για άλλη μια φορά  μια μεγάλη πλειοψηφία για τη δημιουργία ενός οργάνου απόλυτης ελευθερίας, ικανό να προσφέρει σε όλους την ίδια πρόσβαση στην πληροφόρηση, την εκπαίδευση, τον πολιτισμό, χωρίς ιεραρχία ή φίλτρο. Η εμφάνιση των κοινωνικών δικτύων πρόσθεσε και τη δυνατότητα σε όλους για δημόσια έκφραση των απόψεών τους και φάνηκε η προσδοκία να αποτελέσουν τα κοινωνικά δίκτυα μια αληθινή δημοκρατική επανάσταση ικανή να καταρρίψει το μονοπώλιο του κυρίαρχου λόγου και να αναδιανείμει τα μερίδια της φωνής με ισότιμο τρόπο στο επίπεδο του δημόσιου λόγου να γίνεται πραγματικότητα.
          Μόνο που  δεν πέρασε πολύς καιρός και ο καπιταλισμός και σ’ αυτόν τον τομέα φάνηκε πώς λειτουργεί,  με την εξαγορά και υπαγωγή τους στα εμπορικά και στρατηγικά συμφέροντα μεγάλων ομίλων. Και πάλι εμφανίστηκαν οι κίνδυνοι της αυθαίρετης λογοκρισίας, κι αποκαλύφτηκε η ικανότητα των κοινωνικών δικτύων για διακριτική αλλά καθοριστική λογοκρισία, ώστε   ορισμένες ιδέες ή προσωπικότητες να γίνονται αόρατες. Έτσι π.χ  είναι γεγονός ότι τα εγκλήματα του Ισραήλ στη Γάζα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έγιναν γνωστά, αφού τα συστημικά μέσα ενημέρωσης συστηματικά τα αγνοούν. Γι’ αυτό όμως από τη μια  και το Ισραήλ φρόντισε να δολοφονήσει  περίπου 200 δημοσιογράφους, ώστε να μην υπάρχουν μάρτυρες για τη γενοκτονία και από την άλλη, με διάφορους τρόπους τα κοινωνικά δίκτυα  φροντίζουν να μην προβάλλουν ή προωθούν εικόνες και πληροφορίες για τα εγκλήματα του ισραηλινού στρατού.   
         Ενώ λοιπόν φαίνεται ότι τα κοινωνικά δίκτυα κατέστησαν δυνατές πολυάριθμες προόδους όσον αφορά τον εκδημοκρατισμό του πολιτισμού και την πρόσβαση στην πληροφόρηση, στην τελική όμως οι αλγόριθμοί τους δεν αντικατοπτρίζουν πλέον την πραγματικότητα, αντίθετα προσπαθούν να  τη διαμορφώνουν επιβάλλοντας τον κυρίαρχο λόγο και ενισχύοντας τις πιο δυνατές φωνές. Επιπλέον και η ανάγκη επιβεβαίωσης καταλήγει να εγκλωβίζει τους συνδρομητές  σε πολύ ομοιογενείς κοινότητες που σκέφτονται αποκλειστικά σαν αυτούς. Η ανάγκη για προσέλκυση  και διατήρηση της προσοχής των συνδρομητών για όσο το δυνατόν περισσότερο καταλήγουν να διαμορφώνουν τη δικτυακή πραγματικότητα.
          Κι αν φαινόταν να αληθεύει ότι τα κοινωνικά δίκτυα επέτρεψαν, αρχικά, ορισμένες πολιτικές απόψεις που είχαν περιθωριοποιηθεί μέχρι τώρα στη δημόσια συζήτηση να εκφραστούν και να ακουστούν στις διάφορες κοινότητες τους, αυτό έγινε μάλλον συμπτωματικά. Γιατί το ενδιαφέρον δεν είναι η ανανέωση της πολιτικής συζήτησης, αλλά απλά η ανάδειξη θεμάτων που ενθαρρύνουν τους χρήστες του Διαδικτύου να παραμείνουν συνδεδεμένοι όσο το δυνατόν περισσότερο, χωρίς αυτό να γίνεται επικίνδυνο για το status quo. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι αυτά τα δίκτυα δεν υπερασπίζονται  πάντα την ελευθερία της έκφρασης με μεγάλο ζήλο, αλλά αντίθετα επιτρέπουν να επικρατήσει μια νέα και πιο αυθαίρετη μορφή λογοκρισίας. Το δικαίωμα κάποιου να εκφραστεί όλο και πιο συχνά τίθεται υπό αμφισβήτηση από πολυεθνικές  ψηφιακών δικτύων που ξεφεύγουν από νομικούς κανόνες, αλλά που δεν παραλείπουν να συνδράμουν την κυρίαρχη εξουσία.  Ακόμα και οι  προσπάθειες για  τη δημιουργία νομικού πλαισίου μάλλον ενισχύουν αυτήν την τάση παρά που υπερασπίζονται την ελευθερία της έκφρασης. Κανονισμοί ευρωπαϊκοί που ισχυρίζονται ότι έχουν σκοπό την καταπολέμηση του μίσους και κάθε παράνομου περιεχομένου στην πραγματικότητα επιδιώκουν ευθυγράμμιση με τον κυρίαρχο λόγο, όπου ορισμένες απόψεις  διαγράφονται συστηματικά. Επομένως  ευνοείται και σ’ αυτόν τον τομέα η πολιτική παρέμβαση.
         Η εποπτεία περιεχομένου μ’ αυτό το σκεπτικό οδηγεί σε νέα μορφή λογοκρισίας. Δεν υπάρχει πια ανάγκη να διαγράφεται ένας λογαριασμός για να μη διαδίδεται το περιεχόμενό του, γιατί οι αλγόριθμοι είναι σε θέση να κάνουν κάποιο περιεχόμενο ουσιαστικά αόρατο, χωρίς ποτέ να το αφαιρέσουν ρητά. Το φαινόμενο αυτό είναι ιδιαίτερα ολέθριο, γιατί ξεφεύγει από το άγρυπνο βλέμμα του κοινού. Οι χρήστες μπορούν να συνεχίσουν να δημοσιεύουν ό,τι θέλουν, αλλά η εμβέλεια των αναρτήσεών τους μειώνεται δραστικά. Αυτή η έλλειψη ορατότητας συνιστά σοβαρή απειλή για την ελευθερία της έκφρασης, επειδή πνίγει ορισμένες φωνές αντιφρονούντων υπό αλγοριθμική σιωπή, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση μιας συναίνεσης που δεν υπάρχει και διατηρώντας την ψευδαίσθηση μιας ελευθερίας της έκφρασης.
          Στην τελική, από τη στιγμή που τα κοινωνικά δίκτυα είναι ιδιωτικές εταιρείες που επιδιώκουν κέρδος και  δεν παύουν να ενεργούν υπό την πίεση κρατικών απαιτήσεων το βάρος τους στην πολιτική επικοινωνία θα ευνοεί πάντα την κυρίαρχη εξουσία. Γι’ αυτό και καταλήγουν ιδιωτικοί λογοκριτές, έτσι ώστε κάθε φορά  η κυβερνητική λογοκρισία να εμφανίζεται με διακριτικό τρόπο, είτε με πίεση είτε με ενθάρρυνση σε εταιρείες κοινωνικής δικτύωσης για να καταδικάζουν στην αφάνεια δράσεις, ενέργειες ή απόψεις που είναι δυσμενείς για την κυρίαρχη τάξη. Και όλοι οι υπόλοιποι, μακάριοι μέσα στις ψευδαισθήσεις τους, να είναι σίγουροι για  την ελευθερία που εξασφαλίζει η αστική μας δημοκρατία.

Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2024

«ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ»

 

Ο  γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Μ. Ρούτε μιλά για μεγάλο πόλεμο σε 4-5, χρόνια προειδοποιώντας την Ευρώπη για αύξηση τη αμυντικής της παραγωγής, στη Συρία οι μάχες συνεχίζονται με τα συμφέροντα των ΗΠΑ, Ισραήλ και Τουρκίας, που εμπλέκονται στη διάλυση της Συρίας, να μοιάζουν ένα μπερδεμένο κουβάρι, στην Ουκρανία η Ευρώπη συνεχίζει την αέναη προσπάθεια αποδυνάμωσης της Ρωσίας εγκλωβισμένη σε μια άνευ όρων στήριξη του Ζελένσκι.  Το πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα φαίνεται να τελειώνει με δυσοίωνους όρους και ίχνος  από την ευφορία της αυγής του αιώνα δεν μοιάζει να διασώζεται. Η ιμπεριαλιστική Δύση ετοιμάζεται για πόλεμο και φαίνεται ν’ αδιαφορεί, ή και να το επιδιώκει, αν συμπαρασύρει σ’ αυτόν και όλο τον κόσμο.
     Στα 1992, στο απόγειο του  φιλελεύθερου  ενθουσιασμού μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, ο Αμερικανός πολιτικός θεωρητικός  Φ. Φουκογιάμα έγραψε στο «Τέλος της Ιστορίας και ο Τελευταίος Άνθρωπος» για το τελικό σημείο της ιδεολογικής εξέλιξης της ανθρωπότητας και διαβεβαίωνε για  την καθολική ισχύ της δυτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας  ως τελικής μορφής της ανθρώπινης κυβέρνησης. Η οποία φιλελεύθερη δημοκρατία θα παρείχε ειρήνη και ευημερία και θα τιθάσευε συγκρούσεις και πολέμους κάτω από τη δύναμή της. Η φιλελεύθερη όμως δημοκρατία, που παρουσιαζόταν ως μονόδρομος,  κατέληξε να φαίνεται αδύναμη  έστω  και να διαχειριστεί μια  βαθύτατη και διαρκή οικονομική κρίση, αναδυόμενες εντάσεις και κηρυγμένους πολέμους και την αναζωπύρωση της ακροδεξιάς και φασιστικής ιδεολογίας. Η θεωρία του τέλους της ιστορίας επιχείρησε να αποτελέσει το κυρίαρχο ιδεολογικό σχήμα των χρόνων μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου, εξοβελίζοντας το σοσιαλιστικό όραμα που για παραπάνω από εκατό χρόνια ήταν πηγή έμπνευσης για τους εργατικούς αγώνες.
       Ακόμα και στη χώρα μας, αρκετά καθυστερημένα εκφράστηκε αυτή η αντίληψη  σε μια παρωδία ιδεολογικοπολιτικής ερμηνείας της πραγματικότητας επί κυβερνήσεως του Κ. Μητσοτάκη από μεταμφιεσμένους φασίστες όπως ο Α. Γεωργιάδης ή ο Μ. Βορίδης, με τις επαναλαμβανόμενες,  προς εμπέδωση, ρήσεις τους για το τέλος της ηγεμονίας της αριστεράς που χρεώνεται όλες τις πολιτικές αποτυχίες διαχρονικά. Και υπάρχουν ώτα ευήκοα, αφού δεκαετίες  τώρα μας γαλουχούν με τις αξίες του κλασικού φιλελευθερισμού, ορθολογικότητα και διαφάνεια, που υποτίθεται ότι είναι αυτές που κάνουν τις ελεύθερες αγορές και τις δημοκρατικές επιλογές να λειτουργούν και δεκαετίες τώρα τις αναζητούμε στην πράξη, μάλλον χωρίς αποτέλεσμα. Γι’ αυτό και ο συνεχής προς την Ευρώπη θαυμασμός των μικροαστών, που θεωρούν ότι κατανοούν πώς λειτουργεί το σύστημα και αυτό τους επιτρέπει να κάνουν λογικές επιλογές, έχει εναποθέσει σ’ αυτήν τις ελπίδες και προσδοκίες για τη σωστή λειτουργία του, που παραμένει γι’ αυτούς το ιδανικό πολιτικό και οικονομικό σύστημα.
         Κι αν όμως η κυρίαρχη τάξη κόμπαζε για την ιδεολογική της νίκη, εμφανίζοντας τις επιδιώξεις της ως πραγματικότητα, είναι όμως τα ιστορικά γεγονότα που καθορίζουν αν μια ιδεολογία παραμένει ή εξοστρακίζεται. Και τα γεγονότα στο πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα διέψευσαν πλήρως την έπαρση αυτής της νίκης.
           Όλα αυτά τα χρόνια φαντάζονταν οι δυτικοί θεωρητικοί του καπιταλισμού την ιστορία ως διαδικασία με την οποία οι φιλελεύθεροι θεσμοί, όπως η  αντιπροσωπευτική κυβέρνηση, οι ελεύθερες αγορές και η καταναλωτική κουλτούρα,  γίνονται καθολικοί, βαυκαλιζόμενοι ότι η ιστορία είχε φτάσει στο στόχο της.  Επιχειρηματολογούν πάνω σ’ ένα κανονιστικό μοντέλο παρά σε μια πραγματικότητα. Πρόκειται για μια  πραγματικότητα όπως θα έπρεπε κατ’ αυτούς να είναι, δηλ. η κυριαρχία   ενός ενιαίου πολιτικού και οικονομικού μοντέλου χωρίς αντίπαλο,  αφού η τελευταία ιδεολογική εναλλακτική λύση για τον καπιταλιστικό φιλελευθερισμό έχει εξαλειφθεί με την κατάρρευση του κομμουνισμού,  τον οποίο έκτοτε έχει φροντίσει η κυρίαρχη εξουσία να συκοφαντήσει και διαστρεβλώσει,  ενώ έχει νικηθεί και ο φασισμός από τον Β Παγκόσμιο πόλεμο. Η γραμμική αντίληψη της ιστορίας, ως μια συνεχής πρόοδος προς κάποια σταθερή κατάσταση, την εξάπλωση της φιλελεύθερης δημοκρατίας συνυφασμένης με την τεχνολογική πρόοδο,  επιβεβαίωνε ότι με τη νίκη της φιλελεύθερης δημοκρατίας και του καπιταλισμού δεν υπάρχουν πια προκλήσεις, αφού η ασφάλεια και η ελευθερία έχουν επιτευχθεί. Μόνο που στην ιστορία έχουμε οπισθοδρομήσεις και ανακατατάξεις και τίποτε δεν εγγυάται ότι οι διαφαινόμενες τάσεις σε μια περίοδό της θα πρέπει να συνεχίζονται, αφού ο κόσμος δεν είναι παρά μια σύγκρουση εξελισσόμενων αντίθετων.  Και ούτε η  αστική δημοκρατία  αποδεικνύεται η τελική μορφή της ανθρώπινης διακυβέρνησης  ούτε μαζί με την οικονομία της αγοράς  είναι ο τελευταίος ιστορικός σταθμός της ανθρώπινης ιδεολογικής και πολιτικής αναζήτησης. Και βέβαια η φιλελεύθερη δημοκρατία μας δεν απέτρεψε την αναβίωση φασιστικών και ακροδεξιών μορφωμάτων.
          Οι ταξικές αντιθέσεις και οι ιμπεριαλιστικές συγκρούσεις γίνονται επικίνδυνες και για στις  μητροπόλεις του καπιταλισμού.   Βέβαια, η  καπιταλιστική Δύση απασχολημένη στην προσδοκία της ευμάρειάς της, εθελοτυφλεί για την καταιγίδα που φαίνεται να πλησιάζει. Σε σοκ η Γερμανία, μετά την τρομοκρατική επίθεση στο Μαγδεμβούργο, μαζί με όλη την Ευρώπη απορεί όταν ψήγματα του κακού που ανέχεται ή και προκαλεί σε άλλες γωνιές του κόσμου φτάνουν στην αυλή της.  Η λαλίστατη περί δικαίου και λοιπών  ηχηρών  κυβέρνηση μας, με βασική της έγνοια να αποδεικνύεται βασιλικότερη των βασιλέων στην εξυπηρέτηση ιμπεριαλιστικών συμφερόντων, απέχει από ψηφοφορία στον ΟΗΕ για την ανθρωπιστική βοήθεια στη Γάζα κι ύστερα για να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα «πηγές» του υπουργείου Εξωτερικών δημοσιοποιούν επεξηγηματικές δηλώσεις.
         Ο εφιάλτης στην Παλαιστίνη συνεχίζεται να ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια μας και πολλοί ακόμα αναρωτιούνται αν συμβαίνει μια γενοκτονία, περιμένοντας απάντηση ή και λύση από κυβερνήσεις που για άλλο δεν ενδιαφέρονται από την επικράτηση των συμφερόντων της κυρίαρχης τάξης. Η οποία με το πραγματικό επιχείρημα της υπεροχής, το επιχείρημα της δύναμης, προσπαθεί να επιβάλλει τις λύσεις της, όσο παραμένει αποδυναμωμένη η αντίσταση από τους καταπιεσμένους.