Σάββατο 8 Ιουνίου 2024

ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΚΚΕ

 

Οι Ευρωπαϊκές εκλογές μοιάζει να είναι στην πραγματικότητα μια αντιπαράθεση εθνικών εκλογών για την εκλογή ενός Ευρωπαϊκού κοινοβουλίου του οποίου η αντιπροσωπευτικότητα και η δημοκρατική λειτουργία είναι εύκολο να αμφισβητηθεί. Παρόλες τις προσπάθειες δημοκρατικού εξωραϊσμού της Ε.Ε και ευσεβών ή παραπλανητικών πόθων των αστικών κομμάτων που διακηρύσσουν τη μετατροπή της ΕΕ σε ένωση των λαών, αυτή παραμένει πάνω από όλα Ένωση καπιταλιστικών κρατών. Παρόλες τις περί αντιθέτου διακηρύξεις της ΕΕ ο αντιδημοκρατικός χαρακτήρας της, ακόμα και με όρους αστικής δημοκρατίας  γίνεται εμφανής όταν εξετάζεται η νομοθετική της διαδικασία, που καθίσταται ιδιαίτερη …ευαίσθητη στις ομάδες ειδικών συμφερόντων και καλά οργανωμένων συμφερόντων όπως οι μονοπωλιακοί όμιλοι. 
 Μπορεί λοιπόν το αποτέλεσμα των εκλογών ακόμα κι αν επηρεάσει τη σύνθεση του ευρωκοινοβουλίου να μην είναι καθοριστικό για τη λήψη των αποφάσεων, αφού οι νόμοι προτείνονται από την Επιτροπή και πρέπει να εγκρίνονται από το  Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μπορεί όμως να τροποποιήσει τους υπάρχοντες συσχετισμούς. Και καθώς η κυρίαρχη εξουσία, εγχώρια και ευρωπαϊκή, χρειάζεται τη συναίνεση  στην επιβολή των πολιτικών επιλογών της αυταρχικότητας,  της στρατιωτικοποίησης, της οικονομικής λιτότητας, ακόμα και η παραμικρή αντίδραση προκαλεί ανασφάλεια στην άσκηση αυτής της αντιλαϊκής πολιτικής, εφόσον ξεφεύγει από τον έλεγχό της.  Και καθώς  αυτό που την ενδιαφέρει είναι να  αποφευχθεί η αμφισβήτηση του ίδιου του πολιτικού συστήματος κι επειδή έχει γίνει κοινός τόπος η παραδοχή  και από τους αστούς πολιτικούς της δυσλειτουργίας του συστήματος, αυτή  κάθε φορά χρεώνεται είτε στην ανικανότητα των ανθρώπων που το διαχειρίζονται είτε σε παράγοντες εξωτερικούς, σχεδόν φυσικούς,  που δεν σχετίζονται με την ίδια τη λειτουργία του. Γι’ αυτό κάθε φορά τα αστικά κόμματα βλέπουν τη λύση στις εκλογές  και μιλούν για μια νέα σελίδα που πρέπει να γραφεί με στόχο αυτή να ξεπεραστεί με την ανανέωση του πολιτικού προσωπικού.  
Και βέβαια το σύστημα των εκλογών μπορεί να αποτελεί ένα εργαλείο ιδεολογικής και πολιτικής χειραγώγησης το οποίο επινοήθηκε και χρησιμοποιήθηκε για να ενισχυθεί η ηγεμονία της άρχουσας τάξης, όμως συγχρόνως προσφέρεται και ως πεδίο πάλης για τις εκμεταλλευόμενες τάξεις. Γιατί συμβάλλει  στην πολιτική ζύμωση και στην πάλη κατά της παθητικότητας, είναι ένα μέσο που μπορεί να εκμεταλλευτεί η τάξη των εργαζομένων για να οργανωθεί και να απειλήσει την κυρίαρχη τάξη.  Απ’  αυτήν την άποψη, η καθολική ψηφοφορία ουσιαστικά αυτό που κυρίως κάνει είναι να επικυρώνει έναν συσχετισμό δυνάμεων που έχει προηγουμένως επικρατήσει. Το ζήτημα λοιπόν  είναι να μη σταματά η συμμετοχή  της πλειοψηφίας  στη δημόσια ζωή με την ψηφοφορία, αλλά μάλλον να αρχίζει με αυτήν.  Ένας από τους λόγους της πτώσης του κινήματος όλα αυτά τα χρόνια οφείλεται και σ’ ένα  βαθμό και στην εσωτερική καταστολή του από τον ρεφορμισμό της σοσιαλδημοκρατίας που οι αμφισβητούμενες έως ύποπτες δράσεις της κατευθύνονταν να περιορίζουν την όποια δυναμική του σε μετάφρασή της μόνο σε εκλογικά ποσοστά, εκτρέποντάς τη από το πεδίο των αγωνιστικών κινητοποιήσεων.
Οι εκλογές  μπορούν να παίξουν τον διπλό ρόλο, της πολιτικής αγωγής και διαπαιδαγώγησης αφενός, της  πάλης κατά της παθητικότητας των μαζών αφετέρου, χωρίς αυτό να  σημαίνει ότι ο συσχετισμός των ταξικών δυνάμεων ανάγεται μόνο σε ζήτημα εκλογικών ποσοστών. Όπως το εκλογικά ποσοστά,  αντεστραμμένα, δεν αντικατοπτρίζονται στις προεκλογικές συγκεντρώσεις στο Σύνταγμα. Οι αναιμικές συγκεντρώσεις του ΣΥΡΙΖΑ και της Ν. Δημοκρατίας, που δεν μπορούσαν να συγκριθούν με τον όγκο και τον παλμό της συγκέντρωσης του ΚΚΕ δεν αποδεικνύει την πλειοψηφική κυριαρχία του ΚΚΕ, αλλά το δυναμισμό και την αγωνιστικότητά του, έτσι και μέσα από τις εκλογές  μπορεί να εκφραστεί η δυναμική μιας κοινωνίας ενάντια στην κυρίαρχη πολιτική.
Κι αυτός είναι ο φόβος του συστήματος. Οι εκλογές να καταλήξουν, από ένα  ισχυρό ιδεολογικό  όπλο του καπιταλιστικού συστήματος μέσω του οποίου χειραγωγεί τη συναίνεση και αναβαπτίζει την νομιμότητά του, να γίνουν εφαλτήριο για την οργάνωση και συσπείρωση ενάντια στις αντιλαϊκές πολιτικές. Γι’ αυτό η καταγραφή της κοινωνικής συσπείρωσης γύρω από το ΚΚΕ μέσα από την άνοδο της εκλογικής του δύναμης είναι σημαντική. Όχι γιατί έτσι θα αποκτήσει άμεσα τη δυνατότητα παρέμβασης στη διαμόρφωση της πολιτικής των κυρίαρχων κέντρων, αλλά γιατί είναι το πρώτο βήμα για την οργάνωση  και κινητοποίηση των λαϊκών στρωμάτων. Γιατί ακόμα κι αν η βασική αντίθεση δεν είναι παρά κεφάλαιο–εργασία, αυτή η αντίθεση πραγματώνεται και λειτουργεί μέσω όλων των κοινωνικών εκφράσεων, και βέβαια μέσω και των εκλογών, που αναδιατάσσουν τους πολιτικούς συσχετισμούς και μέσω των οποίων εκδηλώνεται αυτή η πάλη.
 Με  τη διαρκή οικονομική κρίση που πλήττει τα λαϊκά στρώματα, με την απειλή πολέμου που δεν είναι πια καθόλου θεωρητική, η άρχουσα τάξη επείγεται να τιθασεύσει όλους τους παράγοντες αντίστασης κάτω από τη δύναμη της αστικής δημοκρατίας. Μετά  την κρίση έβγαλε από το μπουκάλι το τζίνι του φασισμού σαν εφεδρεία,  για να εκφοβίσει και να προκαλέσει σύγχυση. Μάλιστα, όσο περισσότερο ενσωματώνονται στην κυρίαρχη πολιτική φασίζουσες  πρακτικές τόσο πιο πολύ κραυγάζει για τον κίνδυνο φασισμού. Στη συνέχεια,  αφού έδειχνε να κονταροχτυπιέται  με το ΣΥΡΙΖΑ βαφτίζοντάς τον βασικό αντίπαλο, για να ολοκληρώσει εξ αριστερών την καπιταλιστική πολιτική  εγκλωβίζοντας  σε αδράνεια τις λαϊκές αντιστάσεις,  μετατόπισε τη σημασία των εκλογών στη δυνατότητα εναλλαγής προσώπων. Κι επειδή όλα τα αστικά κόμματα διακηρύττουν ότι οι επιλογές στην άσκηση της πολιτικής είναι δεδομένες και δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις, γι’ αυτό η εκλογική διαδικασία αν διαιρεί το εκλογικό σώμα αυτό επιδιώκεται να γίνεται πάνω σε πρόσωπα, μόδες και στυλ. Άξιος εκπρόσωπος γι’ αυτό το ρόλο θέλει να είναι ο Σ. Κασσελάκης που συμπυκνώνει τον γελοιοποιημένο εκφυλισμό της πάλαι ποτέ σοσιαλδημοκρατίας του ΣΥΡΙΖΑ. Και βέβαια σε κάθε εκλογική αναμέτρηση οι κλώνοι των αστικών κομμάτων ανανεώνονται και πολλαπλασιάζονται από άκρα δεξιά, Νίκη, μέχρι άκρα αριστερά, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, για εκτόνωση της οργής.
Γι’ αυτό η ισχυροποίηση του Κομμουνιστικού Κόμματος σ’ αυτές μάλιστα τις συνθήκες θα είναι καταλυτική. Όχι μόνο γιατί δεν θα επικυρώσουν εκείνον το συσχετισμό δυνάμεων που είναι αποτελεσματικός για τη διατήρηση και προώθηση των συμφερόντων της κυρίαρχης τάξης, ώστε να φαίνεται ότι η πολιτική που εφαρμόζεται στηρίζεται στη συναίνεση της πλειοψηφίας.   
  Θα είναι καταλυτική και   για τη διεύρυνση του μικρόκοσμου μας και τη σύνδεσή του με τη κοινότητα της αγωνιστικής δράσης. Γιατί ο ατομικισμός μας είναι ικανός να δράσει και να μην σημαδεύεται από στειρότητα, αν ενωθεί με τις μεγάλες μάζες που αγωνίζονται. Όπως οι χιλιάδες αγωνιστές του ΚΚΕ όλο αυτόν τον αιώνα που η υπέρβαση του εαυτού τους έδωσε υποδείγματα ζωής  και αγώνα εναντίον της εξουσίας των οικονομικών δυνάμεων που μανουβράρουνε τις ζωές των ανθρώπων.
 Γι’ αυτό λοιπόν ψήφο στο ΚΚΕ. 
Δεν είναι μόνο το αγωνιστικό παρελθόν ενός αιώνα, δεν είναι μόνο η συνέπεια λόγων και έργων, που δεν ωραιοποιεί ούτε κολακεύει,  δεν είναι μόνο  ο αγωνιστικός πυρήνας των μελών του που βρίσκεται παντού όπου απαιτούν τα λαϊκά συμφέροντα. Είναι όλα αυτά  αλλά είναι και η πίστη που εμπνέει σ’ αυτό το όραμα μετασχηματισμού της κοινωνίας, μέσα από αγωνιστική δράση που ποτέ δεν παραιτείται και δεν ομφαλοσκοπεί. Η  αισιοδοξία ότι οι άνθρωποι είναι σε θέση να αλλάξουν τις συνθήκες ζωής τους και μέσω αυτής της αλλαγής να είναι και ο ίδιος ο άνθρωπος που τελικά θα μεταμορφωθεί δίνει δύναμη και νόημα σε μια ζωή που αλλιώς καταντά μίζερη, γεμάτη μεμψιμοιρία και επαναλαμβανόμενη δυστυχία.

Παρασκευή 31 Μαΐου 2024

ΚΑΤΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ

 

Βλέποντας κανείς στις οθόνες τις χιλιάδες κόσμου που βγήκαν στον Πειραιά να γιορτάσουν τη νίκη δεν μπορεί να μην αναρωτηθεί πώς βρέθηκε τόσος πολύς κόσμος με τέτοιο έξαλλο ενθουσιασμό να έχει πλημμυρίσει τους δρόμους. Ακούγοντας τον πρόεδρο του Ολυμπιακού Β. Μαρινάκη να αποθεώνεται από το πλήθος  μιλώντας  για την πραγματοποίηση των ονείρων, για «ατέλειωτο λαό» που μαζί με παίκτες και προπονητή δίνουν τη δύναμη «να συνεχίσουμε να ονειρευόμαστε»  ζητοκραυγάζοντας για το Θρύλο, τον Πειραιά και την Ελλάδα μένει με την απορία για την λαϊκή εμβέλεια του συγκεκριμένου επιχειρηματία με τις πολλές σκιές στη δράση του.    
 Όλοι αυτοί οι επιχειρηματίες που είναι ιδιοκτήτες ποδοσφαιρικών ομάδων είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα της επιρροής του ποδοσφαίρου στις μεγάλες μάζες. Η ιδιοκτησία μιας ομάδας είναι ένας ιδανικός τρόπος για τους επιχειρηματίες να ενισχύσουν τους δεσμούς με μια κοινότητα, όχι για εμπορικούς λόγους, για να προωθούν προϊόντα απευθείας στους υποστηρικτές τους, αλλά για να εξασφαλίσουν πολιτικά πλεονεκτήματα που θα τους επιτρέπουν ελιγμούς και διεκδικήσεις για τις επιχειρηματικές τους ή άλλες δραστηριότητες.  Επειδή λοιπόν τίποτε δεν μοιάζει με το ποδόσφαιρο που μπορεί να προσελκύει τέτοια μαζική υποστήριξη, αφού σε πολύ λίγες περιοχές της ζωής υπάρχουν  ευκαιρίες για δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους να ενώνονται μαζί σε μια συλλογική φωνή, χωρίς να είναι επαναστατική, το ποδόσφαιρο απολαμβάνει την υποστήριξη πλούσιων ιδιοκτητών, παγκόσμιων μέσων μαζικής ενημέρωσης και χορηγών εταιρειών. Όλοι αυτοί δηλ. που  επιθυμούν να έχουν πρόσβαση και να επηρεάζουν όχι μόνο φιλοδοξίες καταναλωτών αλλά και επιλογές  πολιτών στα εκατομμύρια των οπαδών των ποδοσφαιρικών ομάδων που παρευρίσκονται και παρακολουθούν τα παιχνίδια τους  σε όλον τον κόσμο.
 Με την εξύψωση του ανταγωνισμού και τον θρίαμβο των νικητών, το ποδόσφαιρο αποκρυσταλλώνει κοινωνικά, πολιτικά, εθνικά και διεθνή ζητήματα. Σήμερα έχει γίνει μια κερδοφόρα οικονομία, ένα θέαμα με τ’ αστέρια του, τους ναούς του, τις μεγάλες μάζες του, τα πάθη του, τις υπερβολές τους, ενώ είναι συγχρόνως και η συλλογικότητα, η αλληλεγγύη, το παιχνίδι.
 Χιλιοειπωμένο,  αλλά όχι φθαρμένο κλισέ, είναι ότι το ποδόσφαιρο,  κι ας είναι πολλές φορές συνώνυμο της διαφθοράς, έχει γίνει μια  μεγάλη επιχείρηση, που  έχει όμως τη δύναμη να κινητοποιεί τα πλήθη. Εξάλλου είναι ευρέως αναγνωρισμένος ο εμπορικός χαρακτήρας του αθλητισμού, που είναι σχετικά πρόσφατο φαινόμενο και παρατηρείται κάτι παραπάνω από μισό αιώνα για την πλειοψηφία των αθλημάτων. Μέχρι πριν 5 ή έξι δεκαετίες τα περισσότερα αθλήματα διοργανώνονταν σε ερασιτεχνικό επίπεδο,  ενώ και στον επαγγελματικό αθλητισμό τα ποσά που διακυβεύονταν ήταν αμελητέα. Ο εμπορικός αθλητισμός πια έχει γίνει μια από τις πιο ορατές εκδηλώσεις της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, με τις αναμεταδόσεις  και τις χορηγίες να έχουν  μετατρέψει συλλόγους και παίκτες σε οχήματα για την παραγωγή χρημάτων. Ο χώρος του αθλητισμού και ιδιαίτερα του ποδοσφαίρου λειτουργεί σαν ένας μικρόκοσμος του καπιταλισμού. Σ’ αυτόν βέβαια το χώρο εκδηλώσεις μονοπωλιακής εξουσίας που να γίνονται μάλιστα αντιληπτές δεν μπορεί να λειτουργήσουν, γιατί οι ομάδες και οι αθλητές χρειάζονται ανταγωνιστές. Γιατί πρέπει το παιχνίδι να είναι συναρπαστικό, πρέπει κάποιος να παίζει καλά, για να ταυτίζονται οι φίλαθλοι που παρακολουθούν μαζί του, συμμετέχοντας στο παιχνίδι κι αυτοί, νιώθοντας τη μαγεία του ποδοσφαίρου κι έτσι να αυξάνονται τα έσοδα για  τις ομάδες-εταιρείες και τους παίκτες.
 Μπορεί λοιπόν η χαρά και ο ενθουσιασμός να είναι  αυτονόητη συνέπεια της  νίκης του Ολυμπιακού στον τελικό του Conference League ενάντια της Φιορεντίνα, όμως και ο προβληματισμός για την ένταση, το πάθος και τη μαζικότητα των πανηγυρισμών στη συγκεκριμένη συγκυρία δεν μοιάζει παράδοξος.
Για άλλη μια φορά γεννούνται τα ίδια εύλογα ερωτήματα  Γιατί κατορθώνει το ποδόσφαιρο να βγάλει τόσους ανθρώπους στο δρόμο, που καμιά κινητοποίηση, για πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα, τα τελευταία χρόνια δεν έχει κατορθώσει; Είναι που συγκεντρώνει το ποδόσφαιρο πολλούς ανθρώπους που δεν έχουν καμιά σχέση μεταξύ τους, βάζοντας πολλά δυσάρεστα στην άκρη, ξεπερνώντας τα πάντα και ζώντας μόνο τη στιγμή της θριαμβευτικής νίκης; Είναι επειδή αυτές οι συγκεντρώσεις επιτρέπουν την πρόσβαση σε μια κοινή ταυτότητα, τη μετάβαση από μια θέση παθητικού θεατή σε θέση συμμετέχοντος, χωρίς όμως καμιά ευθύνη, καμιά διακινδύνευση; Οι πανηγυρισμοί για την ποδοσφαιρική νίκη ανταποκρίνονται σε μια θεμελιώδη ανάγκη συμμετοχής στη συλλογική οικοδόμηση ενός κοινού νοήματος, μιας στιγμής της Ιστορίας, ειδικά όταν πρόκειται για ζήτημα συλλογικής χαράς και ένταξης έστω και παροδικά σε συλλογικότητες που απορροφούν τις ταξικές;
Αυτές βέβαια οι επιδράσεις συλλογικού ζήλου έχουν λίγη διάρκεια, παρόλο που η συναισθηματική τους ένταση είναι τέτοια που καλύπτει τις παράφωνες φωνές. Όταν μάλιστα  νιώθουμε την ομάδα μας να απειλείται, η κοινή ταυτότητα μας ωθεί να ενωθούμε πίσω από τα σύμβολα της ομάδας για να την προστατέψουμε. Κι επειδή  η αγάπη για την ομάδα κάποιου μπορεί να μετατραπεί σε θυμό, να εκφυλιστεί σε επιθετικότητα, ακόμη και σε βία εναντίον εκείνων που θεωρούνται επιτιθέμενοι ή απλώς ότι μοιράζονται λιγότερο αυτήν την ομαδική ταυτότητα, γι’ αυτό και οι βιαιότητες μπορεί να μη λείπουν από τέτοιες εκδηλώσεις. 
 Όσοι λοιπόν κατέβηκαν στους δρόμους κυματίζοντας τα σύμβολα  του Ολυμπιακού μετακινήθηκαν από ένα προσωπικό επίπεδο ταύτισης σε ένα συλλογικό. Και είναι αυτές οι μαζικές εκδηλώσεις χαράς για τη νίκη σ’ ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι που αντικατοπτρίζουν την τάση να βλέπει ο καθένας τους άλλους αλλά και τον εαυτό του με ομαδικούς όρους.
Κατά τη διάρκεια των λεγόμενων έκτακτων γεγονότων, θετικών ή αρνητικών γεγονότων που έρχονται σε ρήξη με την καθημερινή ζωή και  στα οποία εμπλέκονται καθημερινοί άνθρωποι, οι συγκεντρώσεις επιτρέπουν την πρόσβαση σε μια κοινή ταυτότητα, τη μετάβαση από μια θέση παθητικού θεατή σε θέση συμμετέχοντος. Μια απειλή, μια αντιπαράθεση, είναι όλα καταλύτες για εμπλοκή της μεγάλης πλειοψηφίας, για κοινή ταυτότητα.
Γίνεται λοιπόν εμφανές πόσο ο καθένας έχει ανάγκη την ομάδα, πόσο σε κάθε ευκαιρία καθένας εκφράζεται από την άποψη της συλλογικής ταυτότητας εκείνης που έχει νόημα για τους εμπλεκομένους. Και το ερώτημα αιωρείται, για τις αιτίες που η  ταξικής πάλη δείχνει αδύναμη να εκφραστεί με τη δυναμική και μαζικότητα που βλέπουμε σε τέτοιες εκδηλώσεις.  
  Είναι επειδή  η απειλή σε κοινωνικό επίπεδο δεν βιώνεται άμεσα και συγκεκριμένα  που δεν μπορεί να δημιουργήσει για την πλειοψηφία συλλογικό νόημα; Είναι που οι ταξικές αντιπαραθέσεις, εξαιτίας της προπαγάνδας και χειραγώγησης,  δεν βιώνονται σαν τέτοιες; Είναι που χρειάζεται ένα έκτακτο γεγονός να βιωθεί ως απειλή για την ίδια την ύπαρξη του καθενός για να ενεργοποιήσει γύρω από ένα συναίσθημα τις μεγάλες μάζες, όπως έγινε με το έγκλημα στα Τέμπη;
Γι’ αυτό η ταξική συνειδητοποίηση είναι καίρια. Γι’ αυτό και η ενδυνάμωση του ΚΚΕ σε εκλογές είναι απαραίτητη, για καθοδήγηση και οργάνωση ταξικών αγώνων. Για να βιώνονται οι ταξικές συγκρούσεις ως τέτοιες, για να αντιλαμβάνεται η πλειοψηφία των εργαζομένων πόσο ζωτικής σημασίας είναι τα ταξικά προβλήματα. Για να νιώθουμε ότι μπορούμε να δράσουμε ως ομάδα με ταξικό πρόσημο, ότι ανήκουμε στην ίδια κοινωνική τάξη  για να αναπτύσσεται η ταξική αλληλεγγύη. Όσο περισσότερο θετικά ανταποκρινόμαστε σε όλα αυτά τόσο περισσότερο τείνουμε να κινητοποιούμαστε.

Τετάρτη 22 Μαΐου 2024

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΕΛΛΕΙΜΜΑ ΤΗΣ Ε.Ε

 

Εν μέσω δυο πολέμων με ενεργό ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σ’ αυτούς, σε λιγότερο από τρεις βδομάδες διεξάγονται οι εκλογές για την ανάδειξη μελών του κοινοβουλίου της. Και είναι τις εκλογές του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου που επιδεικνύουν οι πολιτικές ηγεσίας της Ευρώπης ως απόδειξη για το δημοκρατικό χαρακτήρα των θεσμών της, όσον αφορά τη μορφή διακυβέρνησής της, με την εφαρμογή των τυπικών μηχανισμών της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.
Βέβαια, ουσιαστικά η ύπαρξη δημοκρατικού ελλείμματος στην Ένωση και τους θεσμούς της είναι κραυγαλέα, υπολειπόμενη ακόμη και από την αστική δημοκρατία, εφόσον όλη η αρχιτεκτονική της Ευρωπαϊκής Ένωσης ευνοεί την εκτελεστική εξουσία, με επικάλυψη τεχνοκρατική, έναντι της νομοθετικής εξουσίας. Είναι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο που αποτελείται από τους αρχηγούς κρατών  και κυβερνήσεων των κρατών μελών που φαίνεται ότι καθορίζει τις πολιτικές κατευθύνσεις και προτεραιότητες της Ε.Ε, σε αφανή  σύμπραξη όμως με λόμπι και πολυεθνικές, γιατί η ΕΕ παραμένει πάνω απ’ όλα ένωση καπιταλιστικών κρατών, παρά τις διακηρύξεις και υποσχέσεις για μετατροπή της σε Ένωση λαών. Την πραγματική ιεραρχία της εξουσίας στην Ε.Ε την αποτελεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, μαζί με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο που έχουν ευήκοα ώτα στα πολυεθνικά συμφέροντα και τούς ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς και είναι σε θέση να επιβάλλουν πολύ επιζήμιες πολιτικές στους λαούς της Ευρώπης.
Ένα πολύ μεγάλο μέρος των νόμων που υιοθετούν τα εθνικά κοινοβούλια, σχετικά με ζητήματα που επηρεάζουν την καθημερινή ζωή των πολιτών σε ολόκληρη την Ευρώπη, αποφασίζεται σε επίπεδο Ε.Ε και στη συνέχεια απλώς μεταφέρεται στο εθνικό δίκαιο από τα εθνικά κοινοβούλια. Εξάλλου, οι Συνθήκες της Ε.Ε έχουν ουσιαστικά ενσωματώσει τον πιο άγριο καπιταλισμό στο ίδιο τον ιστό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κωδικοποιώντας όρους και προϋποθέσεις για αύξηση κερδοφορίας του κεφαλαίου. Γιατί στην οικοδόμηση της ενότητας της ευρωπαϊκής αγοράς κυριαρχεί η ταξική στρατηγική που δημιουργεί ευκαιρίες  για τις πολυεθνικές εταιρείες.
Αυτή η δομή της  όμως διευκολύνει τα μέγιστα τις πολιτικές ηγεσίες των συμμετεχόντων εθνικών κρατών, γιατί μεταφέροντας εξουσία στην Ε.Ε μειώνεται το πολιτικό κόστος της εφαρμογής  αντιδραστικών πολιτικών με την εκτόπιση της ευθύνης σε εξωτερικούς θεσμούς και παράγοντες. Καθιστώντας λοιπόν  ισχυρότερη τη βούληση της Ευρώπης, εμφανίζονται οι εγχώριες πολιτικές ηγεσίες αδύναμες, ώστε να μειώνονται οι πιέσεις προς αυτές από κοινωνικούς φορείς. Αλλά συγχρόνως, με τον εξωραϊσμό των στόχων και της πολιτικής της Ε.Ε δημιουργούνται και ελπίδες σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού για δημοκρατικότερη άσκηση της πολιτικής, προσβλέποντας σ’ αυτή όταν τους απογοητεύει η εγχώρια πολιτική ηγεσία. Πάνω σ’ αυτήν την ιδεολογική στρέβλωση πατά και ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης με την επιστολή που περηφανεύεται ότι έστειλε στην πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής  Ούρσουλα φον ντερ Λάϊεν για παρέμβαση της Ε.Ε, ώστε να εξομαλυνθούν οι διαφορές τιμών των πολυεθνικών μεταξύ των αγορών των  κρατών-μελών.
Καθώς η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις συνέπειές της έχει καταφέρει να εδραιωθεί,  για τα αστικά κόμματα η συζήτηση έχει ξεπεράσει την αμφισβήτηση της ευρωπαϊκής οικοδόμησης και του ενιαίου νομίσματος και επιδιώκεται να αποσυνδεθεί η Ε.Ε με τα σύμφωνα σταθερότητας της  από τις σκληρές πολιτικές λιτότητας που προκαλούν πραγματικές κοινωνικές καταστροφές. Ο προβληματισμός  επικεντρώνεται στην ανάδειξη ενός πολιτικού σχεδίου γι’ αυτήν που μπορεί να τη βελτιώσει, όπως είναι για τα κεντροαριστερά κόμματα η καταπολέμηση της φτώχειας, η πράσινη ανάπτυξη, η διεύρυνση και υπεράσπιση δικαιωμάτων ή για τα ακροδεξιά η καταπολέμηση της μετανάστευσης.  
Έχοντας αλλάξει τουλάχιστον τον τρόπο έκφρασής της η ακροδεξιά -που αποφεύγεται να χαρακτηρίζεται φασιστική και  δεν διεκδικεί πια ναζιστικές και φασιστικές ιδεολογίες του 1930, δεν εξυψώνει πλέον τη φυλή αλλά την ταυτότητα, τις εθνικές αξίες, την πατρίδα και τον πολιτισμό της- αντιτάσσεται στην αύξηση της μετανάστευσης επισείοντας την πολιτιστική απειλή που αντιπροσωπεύει το Ισλάμ. Ο λόγος της μ’ αυτόν τον τρόπο έχει αποκτήσει εμβέλεια που διαπερνά όλα τα αστικά κόμματα. Το σύνθημα του υποψήφιου  ευρωβουλευτή της Νέας Δημοκρατίας  Γ. Αυτιά που ξέθαψε ατόφιο από το ιδεολογικό της οπλοστάσιο «Πατρίδα, Θρησκεία, Οικογένεια», είναι ενδεικτικό των φασιστικών στοιχείων που έχουν διαχυθεί στον κοινωνικό και πολιτικό ιστό. Γιατί η ακροδεξιά χρησιμοποιείται για άλλη μια φορά για να απορροφήσει τους κραδασμούς από τους φόβους των μικροαστών, που τρομοκρατημένοι από τον κίνδυνο να υποβαθμιστούν κοινωνικοοικονομικά στρέφονται στις ακροδεξιές ή και φασιστικές δημαγωγίες που υπόσχονται βεβαιότητες στο κοινωνικό τους  status.
Βέβαια, η αντίληψη ότι η λύση για το δημοκρατικό έλλειμμα της Ε.Ε  συνίσταται στην κοινοβουλευτικοποίησή της  παραβλέπει ότι η ύπαρξη  μιας ευρωπαϊκής υπερεθνικής δημοκρατίας ακόμα και στα πλαίσια του αστικού κοινοβουλευτισμού προϋποθέτει μια πολιτική κοινότητα με κάποια ομοιογένεια ανάμεσα στα μέλη κράτη, και όχι τις χαοτικές διαφορές όπως ανάμεσα σε Γερμανία και Βουλγαρία ή Ελλάδα.
Αυτό όμως που κυρίως θα πρέπει να ενδιαφέρει τους εργαζόμενους της Ε.Ε είναι να μπορέσει να επιτευχθεί η ταξική τους ενότητα εντός της ένωσης. Δεν υπάρχει όμως ακόμα καμιά ταξική ενότητα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όπως το είδαμε και στις αγροτικές κινητοποιήσεις που εξαπλώθηκαν το χειμώνα σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης και  δεν κατάφεραν να συντονιστούν σε  μια ομοιογενή ευρωπαϊκή μορφή παρά παροδικά. Γιατί από την ίδρυσή της η Ε.Ε ήταν ένωση καπιταλιστών που απέβλεπε με τη  δομή και νομοθεσία της και στην αποτροπή μιας ταξικής ένωσης των εργαζομένων.  Γι’ αυτό και  τις τελευταίες δεκαετίες η μόνιμη μέριμνά της είναι νόμοι και ψηφίσματα που βάζουν στο στόχαστρο το κομμουνιστικό κίνημα, αναθεωρεί την ευρωπαϊκή ιστορία αγώνων των κομμουνιστών, δημιουργεί νομοθετικά προσκόμματα στην οργάνωση των εργαζομένων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ευρωπαϊκές εκλογές θα πρέπει και καλά να αγνοούνται ή να μποϊκοτάρονται, ακόμα κι αν η συμμετοχή σ’ αυτές, όπως και σε κάθε εκλογή, προσθέτει μια δημοκρατική επένδυση στο σύστημα, τροφοδοτώντας ίσως και την ψευδαίσθηση ότι η Ε.Ε μπορεί να μεταρρυθμιστεί και να ενδώσει σε δημοκρατικές πιέσεις. Γιατί  οι ευρωεκλογές μπορεί να γίνουν αφετηρία για την μετατόπιση της πολιτικής ισορροπίας περισσότερο εντός των μελών κρατών και  οι ταξικές διαιρέσεις που ισχύουν στα κράτη μέλη της να μπορούν να αντικατοπτρίζονται στις  πολιτικές αντιπαραθέσεις εντός των θεσμών της ΕΕ. Γι’ αυτό και θα πρέπει να  ενισχυθεί το  ΚΚΕ και σ’ αυτές τις εκλογές.  Και βέβαια το ζήτημα είναι  να μη σταματά η συμμετοχή στα κοινά με την ψηφοφορία αλλά να είναι μια από τις εκφράσεις του λαού, με κυρίαρχες βέβαια τις κινητοποιήσεις σε διαμαρτυρίες και τις οργανώσεις σε σωματεία.