Τετάρτη 8 Ιουνίου 2022

ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΜΕΝΗ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΤΗΤΑ

 Σε σύσκεψη στο Δημαρχείο της Κω ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης τόνισε πως η βελτίωσης της εικόνας της χώρας στηρίζει τον τουρισμό, ο οποίος, σύμφωνα με δηλώσεις του υπουργού Οικονομικών Χ. Σταϊκούρα είναι η δεύτερη πηγή, η πρώτη είναι τα φορολογικά έσοδα,  αύξησης εσόδων, για να γίνει δυνατή η χρηματοδότηση μιας νέας παρέμβασης, ώστε να μετριαστούν οι συνέπειες που προκαλούν ο πληθωρισμός και οι αυξημένες τιμές στην ενέργεια στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Σύμφωνα με άρθρο στον Οικονομικό Ταχυδρόμο του υπουργού τουρισμού Β. Κικίλια τα έσοδα από τον τουρισμό αποτελούν το 25% του ΑΕΠ και «ο τουρισμός αποτελεί το ισχυρότερο μέσο περιφερειακής ανάπτυξης και τόνωσης της οικονομίας». Εν ολίγοις, η πολιτική μας ηγεσία σε όλους τους τόνους επαναλαμβάνει ότι ο τουρισμός είναι η βασική δύναμη για την κοινωνικοοικονομική μας ανάπτυξη.
          Τις τελευταίες δεκαετίες, ιδιαίτερα μετά τη μεταπολίτευση,  όλο και αυξανόταν στη χώρα μας ο ρόλος του τουρισμού στην τόνωση της οικονομίας, σε σημείο που η τουριστική βιομηχανία να αναδειχτεί η βασική, αν όχι η κύρια, πηγή και το θεμέλιο για την οικονομική της ανάπτυξη. Γιατί πραγματικά τις τελευταίες δεκαετίες, με τη συρρίκνωση του παραγωγικού ιστού στους περισσότερους τομείς, ο τουρισμός συνέχισε να συμβάλλει  στην αύξηση των ευκαιριών απασχόλησης και των κερδών, ενισχύοντας το εισόδημα των νοικοκυριών, ιδιαίτερα σε νησιά της  άγονης γραμμής. Διανύοντας λοιπόν τώρα την τρίτη δεκαετία του 21ου  αιώνα η τουριστική βιομηχανία κατέληξε να είναι η πιο σημαντική πηγή για τη δημιουργία απασχόλησης και εισοδήματος. 
         Κι έτσι όλη η χώρα κοντεύει να μετατραπεί σ’ ένα τεχνητό σκηνικό για να γίνει ελκυστικό τουριστικό προϊόν,  ο πολιτισμός της να υποβιβάζεται σε εμπόρευμα και ό,τι απ’ αυτόν δεν μπορεί εύκολα να εμπορευματοποιηθεί να πέφτει σε δυσμένεια και να χάνεται. Η εμπορευματοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς κατέστησε αυτονόητη τη διαδικασία μέσω της οποίας πολιτιστικά θέματα και εκδηλώσεις αξιολογούνται κυρίως ως προς την ανταλλακτική τους αξία. Καθώς επομένως μετατρέπονται σε εμπορεύματα, όπως σε όλες τις αγορές πρέπει να προσαρμόζονται  σ’  αυτές, ώστε να πωλούνται ακριβότερα.  
           Η εμπορευματοποίηση λοιπόν είναι παρούσα σχεδόν σε κάθε πτυχή της ζωής. Και δεν είναι αυτό βέβαια  μια πρόσφατη καινοτομία. Αυτό όμως  που είναι νέο είναι το εύρος και η δύναμή της. Η εμπορευματοποίηση έχει  ενταθεί και θεσμοθετηθεί με νέους και εκτεταμένους τρόπους, φέρνοντας νοήματα που επαναδιαμορφώνουν την κατανόησή μας για τον κόσμο και τη θέση μας μέσα σε αυτόν, ενώ ο χαρακτήρας της ζωής φαίνεται όλο και πιο καταναλωτικός και εμπορικός. Όταν  εφαρμόζεται σε έναν πολιτισμό, σημαίνει ότι τμήματα του πολιτισμού, τεχνουργήματα, ρούχα, χορός, μουσική, αρχιτεκτονική κλπ. συσκευάζονται και προσφέρονται προς πώληση, για να αυξάνεται ο τουρισμός. Κι έτσι ο τουρισμός μπορεί να επιφέρει αλλαγές στα συστήματα αξιών και στη συμπεριφορά, απειλώντας μάλιστα και την ταυτότητα των ντόπιων.
        Μόλις ένας προορισμός πουληθεί ως τουριστικό προϊόν, όπως π.χ. ένας αρχαιολογικός χώρος ή και ένας παραδοσιακός οικισμός και η τουριστική ζήτηση για αναμνηστικά, τέχνες, ψυχαγωγία και άλλα εμπορεύματα αρχίσει να ασκεί επιρροή, μπορεί να συμβούν βασικές αλλαγές στις ανθρώπινες αξίες. Ο θάνατος της αυθεντικότητας ακολουθεί,  εφόσον οι τουρίστες ενδιαφέρονται μόνο για μια ματιά στην τοπική ατμόσφαιρα και στην τοπική ζωή, χωρίς καμία γνώση ή ακόμη και βαθύτερο ενδιαφέρον και τότε η αναδιοργάνωση του πολιτισμού και των παραδόσεων προς αυτή την κατεύθυνση είναι αναπόφευκτη.                                                                          Όταν οι θρησκευτικές τελετουργίες ή και εθνικές αλλοιώνονται και αποστειρώνονται από τις αντιφάσεις τους, έτσι  ώστε να συμμορφώνονται με τις προσδοκίες των τουριστών, δημιουργείται  μια ανακατασκευασμένη εθνότητα και θρησκευτικότητα. Και η σκηνοθετημένη αυθεντικότητα προσαρμόζει τις  πολιτιστικές εκφράσεις στα γούστα των τουριστών ή ακόμη και την καθημερινότητα των ντόπιων σε παραστάσεις που μιμούνται την πραγματική ζωή. Η πραγματική μας ζωή σε προσομοίωση, με τους αμέτρητους Ζορμπάδες που ξέρουν να γλεντούν, τις ατέλειωτες θυμόσοφες γιαγιάδες με τις πίτες τους, τους  ανεξάντλητους σοφούς παππούδες με την αγάπη  της γης  και της θάλασσας, γίνεται πιο γοητευτική, ώστε να πουληθεί σε υψηλότερη τιμή.   
        Το σύνολο των προσδοκιών που έχουν οι τουρίστες από τους τοπικούς πληθυσμούς στην αναζήτηση μιας αυθεντικής εμπειρίας είναι ακριβώς που θέτει σε κίνδυνο την αυθεντικότητα. Βέβαια και μια άλλη απειλή πάντα καραδοκεί. Δηλ. όσο  περισσότερο εμπλέκονται στον τουρισμό οι ντόπιοι, τόσο λιγότερο αυθεντικές να γίνονται οι πολιτιστικές πρακτικές τους  και επομένως να αυξάνει ο κίνδυνος να είναι λιγότερο επιθυμητές ως τουριστικά αντικείμενα.  Γιατί   οι τοπικοί πληθυσμοί, προκειμένου να επωφεληθούν οικονομικά, αντανακλούν τις προσδοκίες των τουριστών, με καταστροφικές συνέπειες για κάθε αυθεντικότητα,  στις πολιτιστικές εκφράσεις και εκδηλώσεις τους. Όλα καταναλώνονται σαν μέρος μιας  οικονομικής διαδικασίας που δίνει αξία ανάλογα με τα οικονομικά αποτελέσματα. Η αυθεντικότητα μετατρέπεται σε  κάτι πολύ απτό και απαραίτητο για την επίτευξη της οικονομικής επιτυχίας. Επικρατούν εκείνα τα  πολιτιστικά  πρότυπα και συμπεριφορές που θεωρείται ότι θα ικανοποιήσουν περισσότερο τους τουρίστες. Αυτό σημαίνει ότι οι τοπικοί πληθυσμοί παίζουν με στερεότυπα που έχουν οι τουρίστες, κυρίως της Δύσης,  για τον πολιτισμό τους και επιδιώκουν να τα αποδώσουν όσο καλύτερα μπορούν για να ικανοποιήσουν την καταναλωτική ζήτηση. 
      Βέβαια, αυτές οι ιδέες περί αυθεντικότητας έχουν μακρά ιστορία, από τότε που οι βαριεστημένοι νέοι ευρωπαίοι αριστοκράτες του 18ου αι.  σκέφτηκαν να βρουν διέξοδο μέσα από τους αρχαίους πολιτισμούς της νότιας Ευρώπης, με όλη την έπαρση του αριστοκράτη και αποικιοκράτη. Έτσι λοιπόν,  ο  χαρούμενος τρόπος με τον οποίο θεωρούμε τις Άλπεις είναι ένα κοινωνικό κατασκεύασμα ρομαντικών συγγραφέων του δέκατου ένατου αιώνα, οι οποίοι μετέτρεψαν την εικόνα των επικίνδυνων  βουνών και τη δυσκολία τους  σε μια απόλαυση δημοσίων σχέσεων με χιονισμένες όψεις, νέους που χορεύουν και εγκάρδιους αγρότες τύπου Χάϊντι. Ούτε οι λαοί στο Μεσαίωνα στόλιζαν τις παλιές τους πόλεις με γεράνια και τα κάστρα δεν ήταν καταφύγια για ιππότες, αλλά τρομακτικά φρούρια. Στην πραγματικότητα η αποικιοκρατική αντίληψη  και η τουριστική βιομηχανία σε μεγάλο βαθμό έχουν διαμορφώσει  την άποψή μας για τον κόσμο και για το τι είναι συναρπαστικό. 
         Επομένως, εάν η πώληση διακοπών έχει να κάνει με την πώληση ενός ονείρου, τότε ίσως τα ψεύτικα αξιοθέατα το κάνουν καλύτερα, εφόσον η ψεύτικη εμπειρία είναι μια σταθερά στο σύγχρονο πολιτισμό μας. Στην πραγματικότητα, σε μεγάλο βαθμό, τα τουριστικά ταξίδια είναι γεμάτα ψεύτικη εμπειρία και ψεύτικα συναισθήματα. Οι άνθρωποι θέλουν να βιώσουν ακραία αλλά ελεγχόμενα συναισθήματα και οι εταιρείες και οι κυβερνήσεις είναι έτοιμες να ικανοποιήσουν αυτή την πείνα. Κι έτσι εξηγείται  όχι μόνο πώς οι ψεύτικες πραγματικότητες, από την Ντίσνευλάντ μέχρι ένα τεχνητό στρατόπεδο εκπαίδευσης τρομοκρατών, έχουν γίνει τουριστικοί προορισμοί, αλλά και γιατί ένα στρατόπεδο θανάτου όπως το Άουσβιτς δεν είναι μόνο μνημείο για κείνους που δολοφονήθηκαν από τους Ναζί, αλλά έχει ενταχθεί ως σημαντικό στοιχείο στην τουριστική βιομηχανία της Πολωνίας.             Αυτά τα χρόνια μπορούμε ν’ αγοράσουμε σχεδόν τα πάντα. Εγκυμοσύνη – το σπέρμα και τα ωάρια διαφημίζονται στο διαδίκτυο για εκείνα τα ζευγάρια που δεν μπορούν να αποκτήσουν παιδί. Υπηρεσίες γνωριμιών έρωτα –προσφέρουν συναρπαστικά ραντεβού στη σωστή τιμή. Υγεία – ανθρώπινα όργανα αγοράζονται και πωλούνται σε όλο τον κόσμο. Εκπαίδευση – τα πανεπιστήμια σκέφτονται όλο και περισσότερο την εκπαίδευση που προσφέρουν ως προϊόν και τους  μαθητές τους ως καταναλωτές. Υπάρχουν όλο και λιγότερες σφαίρες ζωής στις οποίες η γλώσσα του χρήματος δεν μιλάει δυνατά. Επομένως, δεν είναι κάτι παράδοξο ότι ακόμη και ο πολιτισμός, η κληρονομιά και η ταυτότητα μπορούν πλέον να πωληθούν σε πανάκριβη τιμή ή σε τιμή ευκαιρίας, ανάλογα των αναγκών και του μάρκετινγκ.     
      Και κάπως έτσι δεν μένει χώρος δικός μας για ν’ αντλήσουμε δύναμη, να ξαποστάσουμε αποκαμωμένοι και τρέχουμε χωρίς σκοπό, αναζητώντας τα μέσα για την επιβίωσή μας χωρίς σταθερό σημείο αναφοράς, ηττημένοι χωρίς να έχουμε δώσει μάχη.

 

Κυριακή 29 Μαΐου 2022

ΑΝΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΜΙΚΡΟΑΣΤΩΝ

 Τις τελευταίες μέρες η αστυνομική αγριότητα από τα ΜΑΤ, που μόνιμα έχουν εγκατασταθεί στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, σε μια προσπάθεια γενικής πρόβας για επιβολή της πανεπιστημιακής αστυνομίας,  μετά και τον τραυματισμό φοιτητή γεννά εύλογα ερωτηματικά για τη σκοπιμότητά της. Οι δηλώσεις τόσο του υπουργού Προστασίας του Πολίτη Π. Θεοδωρικάκου περί μπαχαλάκηδων, αναφερόμενος στις φοιτητικές κινητοποιήσεις,  όσο και του πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη, με τα απλοϊκώς ψευδή διλήμματα ανάμεσα στη γνώση και ελευθερία από τη μια και τις κουκούλες και τη βία από την άλλη αποκαλύπτουν όχι μόνο τις μικροπολιτικές στοχεύσεις, αλλά την κατευθυντήρια γραμμή της πολιτικής που σταδιακά μετατρέπει την περίφημη αστική δημοκρατία σε καθαρά αστυνομικό κράτος. Το πιο ανησυχητικό όμως  είναι πως η αύξηση της αστυνομικής καταστολής, που προπαγανδίζεται με την ευγενική υποστήριξη των δημοσιογράφων, βρίσκει επιδοκιμασία σε ένα τμήμα του πληθυσμού.          Είναι κυρίως η περιβόητη μεσαία τάξη, στην οποία τα συμφέροντα των βασικών τάξεων της καπιταλιστικής κοινωνίας, δηλ. της αστικής τάξης και της εργατικής, συναντώνται και γίνονται θολά, καθώς αυτά τα μικροαστικά στρώματα βρίσκονται στριμωγμένα ανάμεσα στην κυρίαρχη αστική τάξη και την εργατική της καπιταλιστικής κοινωνίας και ως προς τα συμφέροντα και ως κοινωνική κατάσταση. Εμφανίζονται  οι μικροαστοί στην καπιταλιστική αγορά όχι ως πωλητές της εργατικής τους δύναμης, αλλά ως πωλητές είτε των εμπορευμάτων που παρήγαγαν οι ίδιοι, είτε των υπηρεσιών που προσέφεραν. Η μικροαστική τους αυταπάτη έγκειται στην προσδοκία τους, βάσει ιδεολογικών, πολιτικών και οικονομικών κριτηρίων, για ενσωμάτωση στην αστική τάξη, γι’ αυτό και βασικά γίνονται φορείς της κυρίαρχης ιδεολογίας.
       Μόνο που τις τελευταίες δεκαετίες η παγκοσμιοποίηση και ο συγκεντρωτισμός του κεφαλαίου φαίνεται να ρίχνει τα μικροαστικά στρώματα μάλλον στις τάξεις της ολοένα και πιο εξαθλιωμένης εργατικής τάξης. Προσπαθώντας οι μικροαστοί μας να αποφύγουν τις σκληρές ταξικές συγκρούσειςσε περιόδους  μεγάλων κοινωνικοπολιτικών κλονισμών επιχειρούν να τηρήσουν μέση στάση στην πολιτική, και τότε εμφανίζονται κόμματα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ ή το ΠΑΣΟΚ για να  τους εκφράσουν.  Στην πραγματικότητα  βέβαια ταλαντεύονται ακούσια και αναπόφευκτα μεταξύ αστικής και εργατικής τάξης.
          Γιατί ως εργαζόμενος ο μικροαστός όταν πιέζεται συμπαθεί την εργατική τάξη και νιώθει  σε πολλά μ’  αυτήν αλληλέγγυος και αυτό τον  ωθεί   να συμμετέχει σε διεκδικήσεις δημοκρατικές και εργασιακές, στην τάση για δικαιοσύνη και ισότητα και εχθρότητα απέναντι στο μεγάλο κεφάλαιο και τα μονοπώλια. Ως ιδιοκτήτης όμως φθονεί τη θέση και τον πλούτο του αστού, επιδιώκει και ποθεί να διεισδύσει στην προνομιούχο μειοψηφία, πράγμα που καθορίζει τη συντηρητικότητα του, το πνεύμα του μικροαστισμού και ατομικισμού που τον διακρίνει, το φόβο απέναντι στον κομμουνισμό που δήθεν επιβουλεύεται τη μικρή ιδιοκτησία. 
       Καθώς λοιπόν η κυρίαρχη τάξη έχει διαμορφώσει εξαιρετικά δραστικούς  μηχανισμούς  μορφοποίησης και χειραγώγησης  της κοινής γνώμης, για την ενστάλλαξη εκείνης της ιδεολογίας που οδηγεί στην πειθήνια διαβίωση ή στην αποδυνάμωση των δράσεων και κινητοποιήσεων με τη διάλυσή τους στην αποχαυνωτική αντιμετώπιση της ζωής ως θεάματος, ο μικροαστός αυτήν την πραγματικότητα αποδέχεται και δύσκολα θα εναντιωθεί σ’ αυτήν. Σκέφτεται λοιπόν  κι αυτός την πραγμα­τικότητα με τα σχήματα της χειραγώγησης, της ωφελιμότητας και της κυριαρχίας, θεωρεί πραγματικό  μόνο εκείνο με το οποίο μπορεί να κυρι­αρχήσει, να χειραγωγήσει και να αξιοποιήσει, και οτιδήποτε  άλλο αποσυντίθεται και σκορπίζεται σαν τιποτένιο, ασήμαντο και μη πραγματικό, απαξιώνοντας τις κινητοποιήσεις, υποτιμώντας τους αγώνες. Και δεν  αντιτίθεται στη διόγκωση των κατασταλτικών μηχανισμών, τη βίαιη αστυνόμευση της ιδιωτικής ζωής, τη βάναυση επέμβαση για την καταστολή  των εργατικών αγώνων.  Τα οποία δεν είναι πια παθογόνα στοιχεία του συνολικού κρατικού συστήματος, αλλά αποτελούν  δομικά χαρακτηριστικά του συστήματος κυριαρχίας που δεν πρέπει καθόλου να υποτιμώνται. Γιατί ο  αυταρχικός κρατισμός δεν εξαντλείται  στην έξαρση των μηχανισμών  καταστολής, αλλά  κύρια χαρακτηριστικά του αυταρχισμού είναι η συρρίκνωση και  η παρακμή των θεσμών της πολιτικής δημοκρατίας στο αστικό καθεστώς.   
Επιπλέον, οι μικροαστικές συμπεριφορές αντικατοπτρίζουν πρωτίστως μια νοοτροπία που ξεπερνά κατά πολύ τη θέση που κατέχουν τα μέλη των μικροαστικών στρωμάτων στο σημερινό καπιταλιστικό σύστημα, σε σημείο να μιλάμε για  ζήτημα μικροαστικής νοοτροπίας που αφορά σχεδόν το σύνολο της κοινωνίας. Υποστηρίζοντας ο μικροαστός στην πολιτική την εναλλαγή κομμάτων με δυσδιάκριτες διαφορές σ’ ένα ουσιαστικά δικομματικό πλαίσιο λειτουργίας του κοινοβουλευτισμού, προσπαθώντας να μιμηθεί, στο πλαίσιο των περιορισμένων δυνατοτήτων του, το στυλ και το βιοτικό επίπεδο της μεγάλης αστικής τάξης, προσπαθώντας να αντικατοπτρίσει τα πολιτικοοικονομικά ιδεώδη της πλούσιας ελίτ, και έχοντας γίνει ο συνεργός και το δουλάκι του αστού καπιταλιστή, ο μικροαστός εμποτίζεται στην ηθική, ή μάλλον την έλλειψή της, του καπιταλισμού και αποκτά την κακή μικρή ψυχή, τα διεφθαρμένα ήθη, το φανατισμό, τη φιλαργυρία και τη μικροψυχία που τόσο συχνά του αποδίδονται. Και η  ασάφεια και ρευστότητα, χαρακτηριστικά του μικροαστού που μπορεί να τον οδηγήσει είτε εδώ είτε εκεί, σε μια κοινωνία με το εργατικό κίνημα σε ύφεση διαχέεται σχεδόν παντού.   
   Οι ανασφαλείς λοιπόν  μικροαστοί έχουν απόλυτη ανάγκη από το status quo, την κοινωνική σταθερότητα και τις σταθερές οικονομικές συνθήκες, γι΄ αυτό τρέχουν πίσω από όποιον τους τα υπόσχεται. Γι’ αυτό και στις δημοσκοπήσεις καταγράφονται  αυτές οι μεγάλες πλειοψηφίες που αποδέχονται την πανεπιστημιακή αστυνομία. Και σ’ αυτούς περιλαμβάνονται και καθηγητές πανεπιστημίου που για να φτάσουν στις παρυφές της εξουσίας αδιαφορούν αν θα πρέπει να έρπουν για να τα καταφέρουν, οι οποίοι ασυστόλως υποστηρίζουν και διευκολύνουν τη μετατροπή του πανεπιστημίου σε αστυνομοκρατούμενο χώρο. Χρησιμοποιώντας  μάλιστα τις γνώσεις τους για να δικαιολογήσουν την αστυνομοκρατία, βρίσκουν την αιτία, μέσα από περίπλοκα επιχειρήματα με σοφιστείες, να καταλήξουν πως για όλα φταίει ο αριστερός λόγος και κυρίως οι αριστερές οργανώσεις.  Αποκαλύπτοντας έτσι και το στόχο αυτής της πολιτικής, που δεν είναι παρά η εναλλακτική λύση στον καπιταλισμό, ο κομμουνισμός.      
 Ζώντας λοιπόν οι μικροαστοί με μια καθημερινή, συνεχή υπαρξιακή ανασφάλεια, εφόσον με  μια λάθος κίνηση, μια κακή τύχη και θα μπορούσαν να βγουν στο περιθώριο, παρόλο που  είναι καλά μορφωμένοι για τις δουλειές που αναγκάζονται να κάνουν, χάνουν συστηματικά τα δικαιώματά τους, πολιτικά, πολιτιστικά, κοινωνικά. Καθώς οι συνθήκες εργασίας έχουν γίνει άθλιες και επισφαλείς, δεν υπάρχει χώρος για αλληλεγγύη, διότι όλοι οι άλλοι είναι ανταγωνιστές. Είναι δύσκολο  λοιπόν να είναι ανοιχτόμυαλοι και προοδευτικοί όταν οι υπαρξιακές τους αξίες απειλούνται συνεχώς. Γίνονται δειλοί κι εκδικητικοί,  ζητώντας περισσότερη αστυνόμευση, εκδίωξη των μεταναστών, αύξηση των ποινών φυλάκισης. Λόγω της υπαρξιακής τους ανασφάλειας, της αστάθειας και της επισφάλειας της κοινωνικής και οικονομικής τους κατάστασης, πολλοί από αυτούς είναι  ικανοί να συμπεριφέρονται σαν αρουραίοι, και αυτό ακριβώς έκαναν πολλοί από αυτούς  και παλιότερα και έτσι έγιναν η ραχοκοκαλιά του φασισμού.

Δευτέρα 23 Μαΐου 2022

ΦΟΙΤΗΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ

 

Στις φετινές φοιτητικές εκλογές μετά από δεκαετίες, από το 1986, η ανάδειξη της  Πανσπουδαστικής Κίνησης Συνεργασίας  σε πρώτη δύναμη δίνει,  σύμφωνα με δήλωση του γενικού γραμματέα του ΚΚΕ Δ. Κουτσούμπας «μήνυμα αισιοδοξίας, μήνυμα αγώνα ενάντια στα σχέδια της κυβέρνησης να συκοφαντήσει και να καταπνίξει τη φωνή των φοιτητών». Ίσως το αποτέλεσμα των φοιτητικών εκλογών, που μόνο η ΔΑΠ-ΝΔΦΚ επιμένει να το αρνείται, να είναι μια ένδειξη ότι η απάθεια μπορεί να μετατραπεί σε αντίδραση όταν ο δρόμος των επιμέρους μεταρρυθμίσεων στενεύει και οι υποσχέσεις διαψεύδονται στην πράξη. 
       Κι αν πέρασαν πολλά χρόνια από την εποχή που θεωρούνταν ότι οι φοιτητές μπορούσαν να είναι  στην εμπροσθοφυλακή του κινήματος που θα άλλαζε την ιστορία, φαίνεται πως στις μέρες μας, καθώς η καπιταλιστική επίθεση αγριεύει και τα προβλήματα που συναντώνται στα πανεπιστήμια παραπέμπουν στα αντίστοιχα προβλήματα που αφορούν στην ευρύτερη πολιτική, αρχίζει να γίνεται συνείδηση ότι το πανεπιστήμιο δεν είναι αυτόνομη νησίδα σ’ έναν καπιταλιστικό κόσμο. Έτσι η ενίσχυση της κατασταλτικής εξουσίας, όχι μόνο νομοθετικά αλλά και με υλική υποδομή και προσωπικό,  επεκτείνεται και στο πανεπιστήμιο με την ίδρυση της πανεπιστημιακής αστυνομίας. Η ίδρυσή της παρέχει ακόμη μεγαλύτερη εξουσία στην αστυνομία, ενισχύοντας το κατασταλτικό οπλοστάσιο της κυρίαρχης εξουσίας και συνάδει με την πολιτική της ασφάλειας και τάξης που ιδιαίτερα από την εποχή της οικονομικής κρίσης αποτέλεσε  κεντρική επιδίωξη όλων των κυβερνήσεων.   
       Μπορεί βέβαια το ζήτημα της πανεπιστημιακής αστυνομίας να είναι το πιο σημαντικό αυτήν την εποχή, έχοντας συσπειρώσει τους φοιτητές σε κινητοποιήσεις για την αποτροπή της υλοποίησης της κυβερνητικής απόφασης, δεν είναι όμως το μοναδικό που ανατρέπει κατακτήσεις δεκαετιών στο χώρο της εκπαίδευσης. Η κυβερνητική πολιτική στο χώρο της Παιδείας συμπληρώνει και ολοκληρώνει αντίστοιχες πολιτικές προηγούμενων κυβερνήσεων που χαρίζουν κομμάτια της ανώτατης εκπαίδευσης στην αγορά είτε μέσα από τη συμμετοχή των εταιρειών στα εκπαιδευτικά προγράμματα, ακόμα και καθορίζοντας προγράμματα σπουδών και μεταπτυχιακά, είτε αρπάζοντας κερδοφόρα κομμάτια της είτε προωθώντας την εξίσωση με τα Ανώτατα Ιδρύματα ιδιωτικών κολλεγίων με σκοπό την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων.
          Συνεχίζοντας μια τάση μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, η τριτοβάθμια εκπαίδευση επεκτάθηκε ακόμη περισσότερο για να καλύψει την ανάγκη του κεφαλαίου για εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό και προηγμένη τεχνολογία. Κι έτσι άνοιξε το πανεπιστήμιο και στην εργατική τάξη, με την εισροή φοιτητών της εργατικής τάξης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, που τις τελευταίες δεκαετίες οι πολιτικές όλων των κυβερνήσεων με μικρά, συνεχή και σταθερά βήματα θέλουν να περιορίσουν, γιατί βέβαια και το πανεπιστήμιο δεν μένει έξω από την καπιταλιστική ανασυγκρότηση. Ανασύρονται λοιπόν ιδεολογίες περί αξιοκρατίας που πατάν πάνω στον άγριο ανταγωνισμό και δικαιολογούν τον αποκλεισμό για να καταξιωθούν οι καπιταλιστικές πολιτικές στον χώρο της παιδείας. Ακόμα και το διεθνές πρόγραμμα αξιολόγησης των μαθητών PISA, που στην πρώτη ελληνική του εφαρμογή τόσο διαφημίστηκε από την κυβέρνηση, σαν ένα μέσο που βοηθά με τα στοιχεία του στη χάραξη της πολιτικής στην εκπαίδευση, δεν κάνει άλλο από το να συμβάλλει σε μια συνεχώς αναπτυσσόμενη αγορά και εμπορευματοποίηση της γνώσης και της εκπαίδευσης. Γιατί αντιμετωπίζει το σχολείο κυρίως ως χώρο για την παραγωγή των σωστών δεξιοτήτων που η αγορά εργασίας απαιτεί,  ώστε οι επενδύσεις που γίνονται σ’ αυτό  να  μπορούν να αντιστοιχούν με τα αποτελέσματά τους. Το PISA παρέχει πρωτοφανείς πληροφορίες για τη συγκριτική απόδοση του εκπαιδευτικού συστήματος σ’ ένα σύνολο χωρών,  είναι ένα όργανο πολιτικής, γιατί χωρίς πληροφορίες  οι πολιτικές αποφάσεις που βασίζονται περισσότερο σε αντιλήψεις παρά σε πραγματικότητες παρουσιάζουν υψηλούς κινδύνους αποτυχίας, με σημαντικό κόστος σε οικονομικό αλλά και ανθρώπινο επίπεδο. Δεν είναι λοιπόν ένα εργαλείο αξιολόγησης ουδέτερο, αλλά ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο που σκοπεύει να διέπει την εκπαίδευση, το σχολείο, τη ζωή και την κοινωνία παγκοσμίως. Γι’ αυτό και οι ανησυχίες είναι βάσιμες ότι η εκπαίδευση και η μάθηση γίνονται προϊόντα και ότι, κατά συνέπεια, διατρέχουμε τον κίνδυνο να μετατρέψουμε τα σχολεία σε παρόχους και τους δασκάλους σε φορείς προσχεδιασμένων πακέτων μάθησης.
        Είναι που οι αλλαγές με τη σφραγίδα του κεφαλαίου επεκτείνονται σ’ όλο το φάσμα της εκπαίδευσης. Οι κομμουνιστές χρόνια τώρα υποψιασμένοι κατέγραφαν τις τάσεις του κεφαλαίου και τον τρόπο ανασύνθεσής του με τις διαδικασίες οργάνωσης σπουδών, αποκλεισμού χιλιάδων νέων από την ανώτατη εκπαίδευση κλπ.  Γι’ αυτό και στα πανεπιστήμια, όπως και ευρύτερα στην κοινωνία, είναι η μόνη πια δύναμη που οργανώνει και κινητοποιεί.  Και είναι αυτός ο λόγος που οι βερμπαλισμοί οι οποίοι απαξιώνουν τις φοιτητικές παρατάξεις είτε ως ετερόφωτες είτε ως αιτία περιορισμού της  ανεξαρτησίας ή ελευθερίας των φοιτητών μορφοποιούνται στην απαίτηση για κατάργησή τους δηλ.  στην αποπολιτικοποίηση των αγώνων, μιλώντας για πολιτική αυτονομία, θεωρώντας το πανεπιστήμιο ξεκομμένο από την υπόλοιπη κοινωνία.   
          Στα τελευταία, πάνω από δέκα, χρόνια οι φοιτητές υφίστανται πολύ μεγαλύτερη πίεση για να πετύχουν από ό,τι τις προηγούμενες δεκαετίες, ώστε να έχουν την ευκαιρία για μια δουλειά όταν αποφοιτήσουν, που κι αυτό συν τω χρόνω έχει γίνει ιδιαίτερα δύσκολο. Γι’ αυτό και οι φοιτητές δεν παύουν να είναι ενσωματωμένοι, ακόμα και στα χρόνια των σπουδών τους,  στον κόσμο εκτός πανεπιστημίου στην πραγματική ζωή, γιατί έχουν πολύ μεγαλύτερη αγωνία  από ό,τι στο παρελθόν για το μέλλον τους.  Γεγονός που  μπορεί να οδηγήσει σε παθητικότητα, άγχος για το βιογραφικό, ή και σε εκρήξεις γιατί δεν αντέχεται αυτή η κατάσταση. Όταν επομένως για την αγανάκτηση, το θυμό,  την απογοήτευση δεν αναζητούνται οι αιτίες τους και δεν βρίσκονται τα πολιτικά κανάλια να εκφραστούν συλλογικά και οργανωμένα, καταλήγουν να τροφοδοτούν σπασμωδικές και μεμονωμένες διαμαρτυρίες. Η  ανάδειξη  λοιπόν σε πρώτη δύναμη της Πανσπουδαστικής παράταξης στο χώρο του πανεπιστημίου είναι μια ένδειξη ότι οι φοιτητικές κινητοποιήσεις και διαμαρτυρίες δεν αναπτύσσονται μεμονωμένα από ευρύτερες κοινωνικές συγκρούσεις, παρόλο που  κατέχουν τη δική τους συγκεκριμένη δυναμική, ως προϊόν της ιδιαίτερης κοινωνικής τους σύνθεσης και των καταστάσεων ανάδυσής τους.
         Κι αν είναι σημαντικό ένα ανερχόμενο και διευρυνόμενο κύμα διαμαρτυρίας, είναι γιατί έτσι δημιουργείται ένα  περιβάλλον στο οποίο αλλάζουν οι αντιλήψεις  για τον εαυτό και την κοινωνία, αλλάζοντας πιθανώς την ισορροπία μεταξύ μοιρολατρίας και αποδοχής από τη μια πλευρά και την πεποίθηση, από την άλλη, ότι η κοινωνική τάξη μπορεί να επικριθεί και να αλλάξει. Η εμπιστοσύνη στις δυνατότητες συλλογικής δράσης μπορεί να αυξηθεί, μαζί με την προσδοκία για νέες δυνατότητες. Αυτό που προηγουμένως φαινόταν σταθερό και αναλλοίωτο μπορεί να φαίνεται ευκίνητο και ανοιχτό σε πρακτική αμφισβήτηση. Η αίσθηση της σχετικής αδυναμίας που καλλιεργούν οι αστικές πολιτικές δυνάμεις και  μολύνει την πολιτική της καθημερινής ζωής, μπορεί να μετατραπεί, πιο  γρήγορα, σε μια πιο ενεργή και αισιόδοξη αντίληψη. Γιατί η φυσική και δοσμένη ποιότητα της παρούσας κοινωνικής τάξης αρχίζει να διαλύεται μόνο όταν αμφισβητείται στην πράξη, και όταν η πρόκληση ενσωματώνει, το σχήμα μιας διαφορετικής πιθανής τάξης, αυτής της κομμουνιστικής κοινωνίας.