Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2021

ΟΡΓΗ ΨΗΦΟΦΟΡΟΥ

 

Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν ποικιλοτρόπως σχολιαστεί λεκτικές επιθέσεις και  αποδοκιμασίες των απολυμένων εργαζομένων στα λιπάσματα Καβάλας προς τον υπουργό Κ. Χατζηδάκη σε καφετέρια  της Θεσσαλονίκης. Κι αν εντυπωσιάζει η αγανάκτηση ενός από τους απολυμένους ο οποίος διαμαρτυρόταν  έξω φρενών για την απόλυσή του, ενώ 30 χρόνια ψήφιζε Νέα Δημοκρατία, ακόμα μεγαλύτερη εντύπωση κάνουν τα σχόλια  για την εκλογική προτίμηση του απολυμένου. Πολλά θέλουν να αναδείξουν τις εναλλαγές που προσφέρουν οι εκλογικές διαδικασίες εντοπίζοντας το πρόβλημα στη λανθασμένη αξιολόγηση κομμάτων από τους εκλογείς, όπως από τον συγκεκριμένο απολυμένο, ενώ άλλα προσπαθούν να δώσουν ψυχολογικές ερμηνείες στις πολιτικές επιλογές των εργαζομένων και ελάχιστα επικεντρώνονται στο μείζον πρόβλημα, την έλλειψη ταξικής συνείδησης. 
     Και ο αποδέκτης της αγανάκτησης του απολυμένου, ο υπουργός Κ. Χατζηδάκης,  και τα αποδοκιμαστικά σχόλια για την εκλογική του  προτίμηση, η Νέα Δημοκρατία,  εντάσσονται  στην ίδια λογική που αντιμετωπίζει τα ταξικά ζητήματα ως προβλήματα προσώπων ή κομμάτων, αποκομμένα από την καπιταλιστική οργάνωση της παραγωγής.
       Είναι που δεκαετίες τώρα το κυρίαρχο αφήγημα είναι πως  δεν υπάρχει εργατική τάξη. Μάλιστα η κυβέρνηση Μητσοτάκη με μεγαθυμία περιέλαβε στην επινοημένη από την κυρίαρχη εξουσία  μεσαία τάξη όλους με ετήσιο εισόδημα επακριβώς 6294 ευρώ, όπως ανακοίνωσε πριν δυο χρόνια ο υπουργός Οικονομικών Χρ. Σταϊκούρας.
        Μόνο που η εργατική τάξη συνεχίζει να  υπάρχει, όσο κι αν η μετατόπιση της οικονομικής δραστηριότητας από τη βιομηχανία πέρασε στις υπηρεσίες κι επομένως αυξήθηκαν οι απασχολούμενοι στον τριτογενή τομέα. Γι’ αυτό θεωρείται ότι, αφού μειώνεται ο βιομηχανικός εργάτης, περιορίζεται η εργατική τάξη, γιατί όλοι αυτοί που εργάζονται στα ηλεκτρονικά, επικοινωνίες, στη συναρμολόγηση, στις τεχνολογίες αιχμής κλπ. που βαφτίζονται υπηρεσίες δεν θεωρούνται εργάτες. Ακόμα και ο προλεταριοποιημένος διανοούμενος που το μεταβιομηχανικό μοντέλο  απορρίπτει τις σπουδές του, τις γνώσεις του και τον περιθωριοποιεί,  σπάνια το συνειδητοποιεί,  πιστεύοντας τις δικαιολογίες ότι βρισκόμαστε μπροστά σε προσωρινές αδυναμίες, δυσκολίες προσαρμογής των οικονομιών και των κοινωνιών που θα ξεπεραστούν, ενώ ο εργαζόμενος σε διάφορες εργασίες παροχής υπηρεσιών, ο μισθωτός  υπάλληλος στα μαγαζιά κ.λ.π  δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του στην εικόνα του προλετάριου του προηγούμενο αιώνα και συμπεραίνει ότι  δεν ανήκει στην εργατική τάξη. Κι έτσι  όλοι αυτοί δεν διαμορφώνουν μια κοινή ταυτότητα, και γι’ αυτό δεν  αναγνωρίζουν τα κοινά τους συμφέροντα, δεν συνειδητοποιούν τη φύση της εκμετάλλευσής τους και δεν αναπτύσσουν ταξική  αλληλεγγύη που επιτυγχάνεται με τη συνειδητοποίηση πως μόνον με τον συλλογικό αγώνα μπορούν να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους.
       Γι’ αυτό και ψηφίζουν 30 χρόνια Νέα Δημοκρατία ή ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ, πολιτικούς  διαχειριστές του καπιταλισμού,  και νιώθουν προδομένοι όταν δεν υλοποιούνται οι προεκλογικές υποσχέσεις τους και τρέχουν συνέχεια  πίσω από κάθε  αστικό κόμμα που υπόσχεται τα ίδια σ’ ένα φαύλο κύκλο μάταιων ελπίδων. Εγκλωβίζονται στην αστική αντίληψη ότι αρκεί οι εργαζόμενοι να ψηφίσουν στις εκλογές και δεν χρειάζεται να κάνουν τίποτα άλλο, αφού τα πάντα, από τα πιο ελάχιστα, η σύγκρουση με τα  άλλα κόμματα ή η  δημιουργία νόμων, μέχρι τα μέγιστα, η εξασφάλιση αξιοπρεπών συνθηκών εργασίας και διαβίωσης,  είναι φροντίδα των εκλεγμένων των εκπροσώπων.
           Επιπλέον,  οι επιθέσεις του κεφαλαίου ενάντια στους  εργαζόμενους  όλα αυτά τα χρόνια δεν πραγματοποιούνται με μια μετωπική επίθεση εναντίον τους, αλλά με την αποδιάρθρωση της εργατικής τάξης. Άλλοτε λοιπόν  η κυρίαρχη εξουσία επιδιώκει τον παροδικό προσεταιρισμό κάποιων τμημάτων της, άλλοτε με τη συκοφάντηση και αντιπαράθεση κλάδων εργαζομένων  επιρρίπτει σ’ αυτούς τις ευθύνες για την οικονομική εξαθλίωση, ενισχύοντας τον κοινωνικό αυτοματισμό. Δημιουργούνται  έτσι οι  προϋποθέσεις διαίρεσής των εργαζομένων  που χρησιμοποιούνται, με την ιδεολογικοπολιτική παραπλάνησή τους, για την πιο αποτελεσματική εκμετάλλευσή τους.
       Επομένως, μια τάξη που δεν έχει συνείδηση του εαυτού της, κατακερματισμένη και χειραγωγημένη είναι εύκολο να τσακιστεί. Και οι αγανακτισμένοι απολυμένοι των λιπασμάτων Καβάλας είναι ένα μικρό μέρος απ’ αυτούς τους εργαζόμενους που τσάκισε ο καπιταλισμός για να ξεπεράσει τις κρίσεις του. Με  τις ομαδικές απολύσεις στα λιπάσματα Καβάλας αποδεικνύεται πως οι δικαστικές αποφάσεις έχουν περισσότερο επικοινωνιακή σκοπιμότητα και πως καμιά νομική διεκδίκηση των συμφερόντων της εργατικής τάξης μπορεί να μην υλοποιείται, με τη σύμπραξη της εκτελεστικής εξουσίας,  όταν δεν υπάρχει ένα ισχυρό εργατικό κίνημα.
         Ανατροπή αυτής της πολιτικής αναδιάρθρωσης του καπιταλισμού δεν γίνεται ούτε με αλλαγή κυβερνήσεων, ούτε με αποδοκιμασίες προσώπων χωρίς οργανωμένη αντίσταση από ένα ισχυρό εργατικό κίνημα μέσα από τα συνδικάτα τα οποία μπορούν και πρέπει να γίνουν μοχλοί για αυτή την ανατροπή.  Είναι τα εργατικά συνδικάτα που ενώνουν τους εργαζόμενους σε μεγάλες οργανώσεις, στις οποίες ο κοινός αγώνας αντικαθιστά τον ατομικό  ανταγωνισμό για μια θέση εργασίας αναπτύσσουν την ταξική συνείδηση και διδάσκουν μέσα από τους αγώνες ταξική αλληλεγγύη. Γι’ αυτό και είναι τόσο σημαντικός ο ρόλος του κομμουνιστικού κόμματος που οργανώνει,  εκφράζει την αναγκαιότητα για ταξική ενότητα του συνδικαλιστικού κινήματος και βάζει στο στόχαστρο την κυρίαρχη τάξη «που εξοπλίζει την εκάστοτε κυβέρνηση». Γι' αυτό και το πιο σημαντικό από όσα συνέβησαν στην Έκθεση Θεσσαλονίκης ήταν το πλήθος κόσμου που διαδήλωνε με τα συνδικάτα του ενάντια στην καπιταλιστική επίθεση, που στη συγκεκριμένη στιγμή υλοποιεί η κυβέρνηση του Κ. Μητσοτάκη. 

Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 2021

«ΕΓΩ Η ΜΝΗΜΗ Η ΑΝΗΜΕΡΗ»

 

Και ήρθε με το  θάνατο του  ο Μ. Θεοδωράκης να θυμίσει την υπεροχή των κομμουνιστικών ιδανικών και να μην τολμά, άμεσα και ξεκάθαρα,  κανείς ούτε να αρθρώσει ένα ψιθυριστό αλλά. Από τον Θ. Πλεύρη μέχρι τον Ν. Μαστοράκη και από τον Κ. Μητσοτάκη μέχρι τον Κ. Βελόπουλο όλοι αναλώνονται σε ύμνους για τον μεγάλο καλλιτέχνη. Ο οποίος  προς το τέλος της ζωής του, μιας μακράς γεμάτης αγώνες, με τις αντιφάσεις του και  τις απρόσμενες  πολιτικές επιλογές του ιδιαίτερα στη δύση   της ζωής του, στην επιστολή στο γ.γ. του ΚΚΕ  «την ώρα των μεγάλων απολογισμών», που  «μένουν τα Μεγάλα Μεγέθη», βλέπει « τα πιο κρίσιμα, τα δυνατά και τα ώριμα χρόνια μου τα πέρασα κάτω από τη σημαία του ΚΚΕ. Για το λόγο αυτό θέλω να αφήσω αυτόν τον κόσμο σαν κομουνιστής». 
          Αυτές τις μέρες που οι ύμνοι για τη μουσική του ιδιοφυία δεν σταματούν παρά μόνο για κάποιες παύσεις, στις οποίες  δήθεν τυχαία γίνονται αναφορές για κείνα τα κομμάτια της ζωής του που ταιριάζουν με το επιδιωκόμενο κάθε φορά διαφορετικό αφήγημα, γίνεται φανερό  με ποιο τρόπο προσπαθούν από εκείνες τις προσωπικότητες που λάμπουν να φωτιστούν οι στρατιές των υποκριτών. Αυτών που δεν τολμούν να συγκρουστούν κατά μέτωπο και υποκλίνονται μπροστά σ’ αυτό που τους ξεπερνά,  μόνο και μόνο για να μπορέσουν να το προδώσουν πιο αποτελεσματικά. Κι όλα αυτά που λέγονται από τους πολιτικούς απογόνους όσων κυνήγησαν τον ίδιο και τη μουσική του για τους αγώνες του, είναι γιατί ακόμα  οι σκιές από τον μεγάλο αγώνα που σημάδεψε αυτόν τον τόπο, τη ματωμένη δεκαετία του ’40, πέφτουν βαριές στην πολιτική ζωή του τόπου. Ενώ  κάποιοι άλλοι, από τους δηλωμένους ασυμβίβαστους επαναστάτες, εν είδει αδέκαστων κριτών, αρθρώνουν περίπλοκη την αμφισβήτηση τους για το Θεοδωράκη, είτε με συγκαταβατικότητα για τη μουσική του είτε με θυμό για τις αντιφατικές πολιτικές του επιλογές.  Και μοιάζει, ακόμα κι έτσι, να θέλουν να γίνουν άρπαγες μιας δημοτικότητας ή επαναστατικότητας που δεν είναι δική τους.  
      Ο Θεοδωράκης όμως παραμένει αδιαπραγμάτευτα ο καλλιτέχνης που από μέσα του πέρασε η καταιγίδα της ματωμένης δεκαετίας του  ’40, που καθρεφτίζεται μέσα στο έργο του η ιερή αγωνία για τους λαϊκούς αγώνες. Και είναι  αυτά τα χρόνια που άφησαν το πύρινο ίχνος τους στα έργα  του που αγαπήσαμε, γιατί  ο Θεοδωράκης  συσχέτιζε  πάντα τις καλλιτεχνικές του δημιουργίες με τους  λαϊκούς αγώνες. Κι είναι στο  θυελλώδες πλαίσιο της εποχής του, ματωμένη δεκαετία του ’40, δικτατορία,  που ανέπτυξε την επίγνωση της ευθύνης του ως καλλιτέχνη σε σχέση με τις αγωνίες και τους αγώνες  του λαού. Γι’ αυτό και  η μουσική του προκαλεί αντίλαλους που ούτε κι ο καλλιτέχνης δεν προέβλεπε.
          Ανεξάρτητα από τις πολιτικές επιλογές του Θεοδωράκη μετά τη μεταπολίτευση, είναι το μουσικό του έργο που τις ξεπερνά, και δεν έχει νόημα η αναζήτηση ταύτισης της βιογραφίας του δημιουργού με το έργο του, ιδιαίτερα τέτοιου μεγέθους.   Ο Θεοδωράκης φύλαξε με τη μουσική του σαν ιερή παρακαταθήκη το φως που φτάνει μέχρι τις μέρες μας από τους αγώνες εκείνης της δεκαετίας,  προστατεύοντάς το από τους εχθρικούς αέρηδες που πασχίζουν δεκαετίες να το σβήσουν. Ο Θεοδωράκης πια δεν έχει ιστορία, το έργο που έχει δημιουργήσει αυτή είναι η ιστορία.
          Και φαίνεται  μέσα στους ύμνους προς αυτόν,  όταν συνοδεύονται από υπονοούμενα  απαξιωτικά  ή από δηλώσεις αυθαίρετης ιδιοποίησης του έργου του, όλη η μολυσμένη ατμόσφαιρα αυτών που δεκαετίες τώρα έχουν χυμήξει στη σκέψη μας για να τη λεηλατήσουν, που μολύνουν την καρδιά μας,  οι δειλοί που μας κολακεύουν  και μας εφησυχάζουν, μετατρέποντας το καλό σε κακό. Για να ξεχάσουμε και να χαθούν στη λήθη οι αγώνες. Ν’ αναρωτιόμαστε τι μας συνδέει πια μ’ αυτούς που  σκοτώθηκαν, φυλακίστηκαν, εξορίστηκαν αγωνιζόμενοι για μια ζωή στο ύψος του ανθρώπου.
           Γεννημένοι σε χαροκαμένα σπίτια, κάτω από τη σκιά της ήττας, θρεμμένοι από αποθαρρημένες σκέψεις πως το πνεύμα μας και η ζωή μας βρίσκεται  στη διάθεση ενός συστήματος που μπορεί να συντρίψει τα πάντα  ή αναθρεμμένοι με την ελπίδα μιας νικηφόρας  ανταπόδοσης, το πρώτο πράγμα που καταλαβαίνει κανείς είναι πως δεν υπάρχει  δικαιοσύνη σ’ αυτόν τον κόσμο, η δύναμη συντρίβει το δίκιο. Τέτοιες ανακαλύψεις ή πληγώνουν ή ανυψώνουν για όλη τη ζωή. Πολλοί λύγισαν, είδαν σαν μάταιο τον αγώνα και συμβιβάστηκαν για την επιβίωση. Κι άλλοι που συνέχισαν να αντιστέκονται τα χρόνια μετά τον εμφύλιο και  στη δικτατορία, που πέρασαν τη δοκιμασία της φωτιάς έμοιαζαν να μη φοβούνται.  Κι ίσως γι’ αυτό ακόμα επιβιώνει το Κομμουνιστικό Κόμμα.
         Πληρώνει όμως ακριβά κανείς το προνόμιο να μεγαλώνει κουβαλώντας όλο το μύθο της καταγωγής από μια πολύ παλιά ράτσα που τη σημαδεύουν καταστροφές, αγώνες και ήττες. Κουβαλάει ένα συντριπτικό φορτίο παρελθόντος, γεμάτο δοκιμασίες, καταπονημένη εμπειρία, απογοητεύσεις, διαψευσμένες ελπίδες. Κι έρχεται κάποια στιγμή που σε όλο το βάρος δεκαετιών πόνου μαζεύεται ένα στυφό κατακάθι αδράνειας και πλήξης, σαν ηρεμούν λίγο τα πράγματα έτσι που να  τροφοδοτεί η κυρίαρχη εξουσία   τις αυταπάτες μας για δικαίωση αγώνων,  όπως έγινε στη μεταπολίτευση. Και δεν είναι αυτή του είδους  η πλήξη που έχει συγκεκριμένες αιτίες, αλλά αυτή που δηλητηριάζει την ίδια την πηγή μιας ζωής δημιουργικής και αγωνιστικής. Οι επιθυμίες είναι πια μόνο για το εδώ και τώρα και τα ενδιαφέροντα μόνο για τη μικρή μοναδική ύπαρξή μας που ρίχνεται στην απόλαυση. Και όλες πια αυτές οι ιδέες που ωθούν σε μια ζωή ακίνδυνη, συμβιβασμένη με τα συμφέροντα των αφεντικών και υποχρεωμένη στη μεγαθυμία τους,  με απολαύσεις και αδιαφορία για τον άλλο, σε διάφορες μεταμφιέσεις, κυριαρχούν και κυλούν στις φλέβες μας δεκαετίες τώρα. Το πνεύμα μας, ναρκωμένο, βρίσκει βολική μια αδράνεια όπου οι αντιθέσεις της σκέψης συναντιούνται δίχως συγκρούσεις, ενωμένες ήσυχα-ήσυχα γελαστές, αμβλυμμένες, έχοντας καταντήσει ακίνδυνες. Και φοβόμαστε να πιστέψουμε στη δύναμή μας,  βολευόμαστε με μισές λύσεις και μισές σκέψεις. Για να γίνουν οι επαναστάτες του καιρού τους στην εποχή μας αστοί, οι ήρωες του καιρού  τους  στην εποχή μας άνθρωποι της μόδας. Και μια μεγάλη πλειοψηφία παραδομένη στην απάθεια και στον σκεπτικισμό.
           Αυτό το κλίμα εξηγεί την προσπάθεια να συσχετιστούν δυο θάνατοι που συμπέσανε χρονικά, του Θεοδωράκη και του τράπερ Mad Clip, για να μπει στο κάδρο η αμφισβήτηση για την απήχηση στους νέους της μουσικής του Θεοδωράκη, σ’ αντίθεση με αυτής του ράπερ. Και συγχρόνως έρχεται στο προσκήνιο ο κόσμος που αντανακλάται στο έργο του ράπερ, ίσως σε μια προσπάθεια να προωθηθεί απενοχοποιημένα το όνειρο για μια πολυτελή ζωή ως  η μόνη αξία.  Όμως  είναι μόνο το έργο του Θεοδωράκη που μπορεί να γεννήσει καινούργιες δυνάμεις. Το έργο του είναι ένας σπόρος που οι επόμενοι μπορούν να το κάνουν ό,τι θέλουν,  να τραφούν ή όχι απ’ αυτό.
         Η μουσική του  Μ. Θεοδωράκη, με τη συνδρομή και των μεγάλων ποιητών, παίρνει τη μορφή συμβολικών προτάσεων, μέσω μιας αφύπνισης της μνήμης, απαραίτητης για την ανασυγκρότηση της συλλογικής μνήμης. Βέβαια, για να υπάρξει ανάγκη ανασυγκρότησης της συλλογικής μνήμης και επαναπροσδιορισμού της, πρέπει πρώτα να νιώσουμε ότι μας διαφεύγει, ότι τροποποιείται ή ακόμη και εξαφανίζεται. Η  συστηματοποίηση του ελέγχου της μνήμης είναι ένα από τα πιο αποτελεσματικά μέσα ελέγχου ενός πληθυσμού. Γιατί η συλλογική μνήμη φαίνεται άρρηκτα συνδεδεμένη με την κατασκευή της ταυτότητας, εφόσον η  αναγνώριση ενός κοινού παρελθόντος την επηρεάζει. Το έργο του λοιπόν,  καθώς συσχετίζει τις καλλιτεχνικές του δημιουργίες με τους λαϊκούς αγώνες,  παραμένει το όχημα για την ανασυγκρότηση της συλλογικής μας μνήμης,  που μας συνδέει με το αγωνιστικό παρελθόν και η κυρίαρχη εξουσία προσπάθησε να διαλύσει στη μεν δικτατορία με την απαγόρευση, στα χρόνια μας με την παραμόρφωση. Η μουσική του όμως συνεχίζει να μας υπενθυμίζει τις δυνάμεις μας και τις αδυναμίες μας και μας επιτρέπει να ονειρευόμαστε έναν άλλο κόσμο, σαν μέρος ενός συνόλου που αγωνίζεται.

Τρίτη 31 Αυγούστου 2021

ΕΝΑ ΔΕΚΑΧΡΟΝΟ ΑΓΩΝΩΝ

 

Η 29η Αυγούστου, ημέρα που το 1949 με την οπισθοχώρηση των τμημάτων του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας στη μάχη του Γράμμου έληξε ο εμφύλιος με νίκη για τον Εθνικό Στρατό και τους  Αμερικανούς συμμάχους του, για δεκαετίες γινόταν προσπάθεια, αναλόγως των πολιτικών εξελίξεων, να ενταχθεί στο εθνικό εορτολόγιο, με τη δικτατορία να δίνει ιδιαίτερη έμφαση στον εορτασμό, χωρίς ποτέ να αναδειχτεί σε εθνική εορτή. Και καθώς τα τελευταία χρόνια αναβιώνουν τελετές εορτασμού γι’ αυτή τη νίκη,   στις οποίες  η κυρίαρχη εξουσία όλο και περισσότερο κάνει πιο φανερή την παρουσία της,  που περισσότερο στοχεύουν να διατηρήσουν και να επιβάλουν την κυρίαρχη αφήγηση ενός εμφυλίου στον οποίο εξαιτίας των κομμουνιστών κινδύνεψε η χώρα και απειλήθηκαν οι κάτοικοί της με αφανισμό, τα συμπεράσματα και τα διδάγματα γι’ αυτόν τον ένοπλο αγώνα των κομμουνιστών από τους πρωταγωνιστές της νοηματοδοτούν διαφορετικά αυτήν την ημερομηνία.
       Σε άρθρα για την 3η συνδιάσκεψη του ΚΚΕ, που πραγματοποιήθηκε στη Ρουμανία τον Οκτώβρη του 1950, ένα χρόνο περίπου μετά την ήττα της επανάστασης, κατά την οποία επιχειρήθηκε μια  συνολική εκτίμηση  της δράσης στη δεκαετία του 1940 «κατά την οποία το Κόμμα ηγήθηκε δύο ένοπλων αγώνων, του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ (1941-1944) και του ΔΣΕ(1946-1949)» ο γ.γ. του κόμματος Ν. Ζαχαριάδης καταγράφει  «Συμπεράσματα και διδάγματα από ένα δεκάχρονο»
              «Ποια τα βασικά συμπεράσματα και διδάγματα απ’ την πολιτική δουλειά και δράση του ΚΚΕ στα 1940-1949, ένα σχεδόν δεκάχρονο που είναι γιομάτο από τους πιο ένδοξους αγώνες που διεξήγαγε  λαός μας για την κοινωνική απελευθέρωση, ένα δεκάχρονο που στο διάστημά του οι εργαζόμενες μάζες, με επικεφαλής το ΚΚΕ, δύο φορές πήρα τα όπλα ενάντια στους ντόπιους και ξένους εκμεταλλευτές; 
          Το ΚΚΕ, όταν στα 1931 με την άμεση επέμβαση και βοήθεια της ΚΔ ξεπέρασε τη μακρόχρονη κρίση του, βγήκε στην πλατιά λεωφόρο των κοινωνικών και πολιτικών αγώνων ηγέτης της εργατικής τάξης, οδηγός ολόκληρου του εργαζόμενου λαού. Απ’ τη φωτιά της μεταξικής δικτατορίας βγήκε πιο ατσαλωμένο. Στα χρόνια της χιτλερικής κατοχής το ΚΚΕ αναδείχτηκε στην πρώτη  πολιτική δύναμη της χώρας και το ακολούθησε η τεράστια πλειοψηφία του λαού. Και την θέση του αυτή την κρατά και την στεριώνει καθημερινά. Γι’ αυτό, το ΚΚΕ όχι μόνον εκφράζει τα βασικά συμφέροντα της εργατικής τάξης και ολόκληρου του εργαζόμενου λαού, μα και μέσα σε τριάντα και δύο χρόνια -που είναι γιομάτα από σκληρούς αγώνες, αφάνταστες στερήσεις, ολοκληρωτικό  δόσιμο και αφοσίωση στη λαϊκή υπόθεση και μεγάλες θυσίες- έπεισε την εργατική τάξη, έπεισε τις εργαζόμενες μάζες στις πόλεις και στα χωριά ότι άξια εκπροσωπεί τα συμφέροντά τους, ότι μόνο το ΚΚΕ επικεφαλής, μόνο με τους κουκουέδες σαν οδηγητές θα κατακτήσουν τη λευτεριά, την κοινωνική απολύτρωση, τη λαϊκή δημοκρατία και το σοσιαλισμό. Αυτό είναι το βασικό για το λαό δίδαγμα και συμπέρασμα απ’ τους σκληρούς επαναστατικούς αγώνες δέκα χρόνων. Με το αίμα δεκάδων μελών της ΚΕ και ανώτατων στελεχών του, εκατοντάδων στελεχών και πολλών χιλιάδων μελών και οπαδών που έπεσαν  στο πεδίο της μάχης είτε εκτελέστηκαν απ’ τον ταξικό εχθρό, το ΚΚΕ σφυρηλάτησε τους αδιάρρηκτους δεσμούς του με το λαό. 
          Ποιο το βασικό όπλο που επέτρεψε στο ΚΚΕ να αναδειχτεί στην πρώτη πολιτική δύναμη στη χώρα, να κατακτήσει την εργατιά και τις εργαζόμενες μάζες και να τις οδηγήσει  δυο φορές στην ένοπλη πάλη για την εξουσία; Το βασικό και κύριο  αυτό όπλο μας είναι η θεωρία του μαρξισμού -λενισμού. Διδαγμένο και βαφτισμένο στη διδασκαλία των μεγάλων δασκάλων μας, Μαρξ-Ένγκελς-Λένιν-Στάλιν, στο φως και στην πείρα  που μας δίνει  το μεγάλο Κόμμα του Λένιν και του Στάλιν, το ΚΚΕ αναδείχτηκε σε πραγματικό επαναστατικό, προλεταριακό κόμμα, σε ηγέτη της εργατιάς και του εργαζόμενου λαού. Όταν ξεφύγαμε, έστω και προσωρινά, απ’ τη διδασκαλία αυτή, κάναμε θεμελιακά λάθη και χάσαμε την επανάσταση. Αυτό μας διδάσκει ότι το ακατανίκητο  αυτό όπλο μας πρέπει να το κρατάμε πάντα καθαρό, ανόθευτο, ακονισμένο, ετοιμοπόλεμο. 
          Και εδώ προβάλλει το ερώτημα: Χάσαμε δύο ένοπλους αγώνες, του 1941-1944 και του 1946-1949. Ποια διαφορά, βασική θεμελιακή διαφορά ανάμεσα σ’ αυτούς τους δυο αγώνες;
         Στα 1941-1944 στην ουσία δεν παλεύαμε για την εξουσία. Περιμέναμε να νικήσουν οι σύμμαχοι και να μας δώσουν την εξουσία. Ήρθαν όμως οι Άγγλοι-ή καλύτερα τους φέραμε- και αντί να μας δώσουν, μας πήραν την εξουσία. Δεν ήμασταν έτοιμοι να τους αντιμετωπίσουμε. 
         Στα 1946-1949 παλέψαμε για την εξουσία. Παρά τα μερικά λάθη μας, σημαντικά όμως και σοβαρά, και παρά τις ελλείψεις και αδυναμίες που παρουσιάσαμε στον πολιτικό και στρατιωτικό τομέα, η γραμμή μας ήταν βασικά σωστή. Μέσα στον αγώνα αυτόν ευθυγραμμίσαμε ιδεολογικά-πολιτικά-οργανωτικά-στρατιωτικοπολεμικά το ΚΚΕ προς τη μεγάλη αποστολή του, ξεπερνώντας κριτικά και δημιουργικά τα θεμελιακά λάθη της πρώτης Κατοχής. Μπροστά σε μια τεράστια υλική υπεροχή του εχθρού που είχε την ολόπλευρη αμερικανοαγγλική υποστήριξη και βοήθεια και που με την προδοσία του Τίτο πέτυχε σ’ αυτό που αφορά το κίνημά μας, μια αποφασιστική έστω και πρόσκαιρη πολιτική βαλκανική ανακατάταξη προς όφελός του, αναγκαστήκαμε να κάνουμε μια κανονική  προσωρινή υποχώρηση, με διαφύλαξη των κύριων δυνάμεών μας, υποχώρηση που πολιτικά φωτίστηκε σωστά και οργανωτικά σωστά πραγματοποιήθηκε. Και που σωστά την κατάλαβε και ΔΣΕ και ο λαός. 
        Αυτή είναι η βασική διαφορά σ’ αυτό που αφορά την πολιτική και δράση του Κόμματός μας ανάμεσα στις δυο περιόδους του ένοπλου αγώνα, την περίοδο του 1941-1944 και την περίοδο του  1946-1949.
       Χωρίς σωστά να δούμε και σωστά να καταλάβουμε τη διαφορά αυτή, δε θα μπορέσουμε να καταλήξουμε σε σωστά συμπεράσματα και διδάγματα: 
         Στην πρώτη περίοδο η γραμμή μας ήταν βασικά λαθεμένη. 
         Στη δεύτερη περίοδο η γραμμή μας ήταν βασικά σωστή. 
       Για να φτάσουμε στο δεύτερο ένοπλο αγώνα, έπρεπε να ευθυγραμμίσουμε τη βασική, τη γενική κομματική γραμμή, να διορθώσουμε και να ξεπεράσουμε τα θεμελιακά μας λάθη στην πρώτη Κατοχή, στην Καζέρτα, στο Δεκέμβρη και στη Βάρκιζα (…) 
      Κλείνοντας σήμερα ένα δεκάχρονο αγώνα, ύστερα από δυο ήττες, σε ποιο βασικό πολιτικό συμπέρασμα μπορούμε να καταλήξουμε;
         Ο ταξικός εχθρός, οι αντίπαλοί μας με τρόμο και λαχτάρα ύστερα από κάθε «νίκη» τους μιλάν για νέο γύρο του ΚΚΕ. Αυτό δείχνει πόσο λίγο πιστεύουν στη «νίκη» τους. Όταν νικήσουμε  εμείς θα ‘ναι ο τελευταίος γύρος, γιατί δε θα ‘χουν τα κότσια να φτιάσουν ένα δικό τους γύρο. 
        Εμείς όμως μπήκαμε σε νέο «γύρο», σε καινούργιο κύκλο αγώνων. Γιατί όσο υπάρχει πλουτοκρατική σκλαβιά και ξενική υποδούλωση, θα υπάρχει και λαϊκός αγώνας ενάντια στη κλαβιά και την υποδούλωση. Και ο λαϊκός αυτός αγώνας θα τελειώσει μόνον όταν θα γκρεμιστεί η σκλαβιά και η υποδούλωση και ο λαός θα γίνει αφέντης στον τόπο του.
          Ο αγώνας συνεχίζεται και θα συνεχίζεται ως τη νίκη. Αυτό είναι το συμπέρασμα για το λαό. Και δεν μπορεί να ‘ναι άλλο. 
       Μπήκαμε ύστερα απ’ την υποχώρηση μας στο Βίτσι-Γράμμο, σε νέα περίοδο ανασύνταξης και ανασυγκρότησης των δυνάμεων μας, σε νέα περίοδο πολιτικής και οργανωτικής αναδιάταξης σύμφωνα με τις καινούργιες συνθήκες του αγώνα.
        Η ανασύνταξη και η αναδιάταξη αυτή μπορεί σωστά να πραγματοποιηθεί μόνο μέσα στους καινούργιους αγώνες που φουντώνουν και ξεσπούν, που ωριμάζουν και επέρχονται ακόμα πιο μεγάλοι. Μόνο εφόσον παντού και πάντοτε θα στεκόμαστε επικεφαλής του εργαζόμενου λαού, διαφωτιστές του, εμψυχωτές, οργανωτές και καθοδηγητές στους αγώνες του, μικρούς και μεγάλους, πολιτικούς, οικονομικούς και ιδεολογικούς, κοινοβουλευτικούς και εξωκοινοβουλευτικούς. Μόνο εφόσον αντιμετωπίσουμε αποφασιστικά και αμείλιχτα κάθε προσπάθεια και απόπειρα να υπονομευθεί η μονολιθική ενότητα του ΚΚΕ, να διαστρεβλωθεί η πολιτική του, να νοθευτεί η θεωρία του.»

 

Η 3η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ, 10-14 Οκτώβρη 1950, Πρακτικά», εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2011, σελ. 619-622)