Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2015

ΕΥΠΙΣΤΟΙ ΚΑΙ ΑΔΑΕΙΣ;

Εορτάζεται μια ακόμα επέτειος της 28ης Οκτωβρίου, έναρξης από τον λαό του αντιφασιστικού του αγώνα, με το φασιστικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής να φαίνεται πως έχει ριζώσει στο πολιτικό σύστημα. Κι αν βέβαια δεν έχει καταστεί ο αποφασιστικός παράγων στην πολιτική σκηνή αυτό δεν σημαίνει ότι δεν την επηρεάζει ή ότι δεν συντελεί στη διαμόρφωση αυτών των προϋποθέσεων που θα επιβάλλουν, αν χρειαστεί, αυτή ή άλλο φασιστικό μόρφωμα ως εταίρο του πολιτικού συστήματος. Οι αποκαλύψεις και η δημοσιοποίησή τους, παρόλη την υποτονική κάλυψή από τα ΜΜΕ, στη δίκη των κατηγορουμένων μελών της Χρυσής Αυγής για τη δολοφονία του Π. Φύσσα δεν δείχνουν παρά αυτό που είναι, «μια ναζιστική εγκληματική οργάνωση …το μαχαίρι και η σιδερογροθιά του συστήματος που στρέφεται ενάντια στο δίκιο του λαού». Και βέβαια δεν είναι καθόλου τυχαίες οι προκλήσεις της Χρυσής Αυγής προς τον ΚΚΕ, τον κύριο εχθρό του φασισμού, με κατηγορίες εναντίον του για αδιαφάνεια στα οικονομικά του και οι χαρακτηρισμοί της σαν «τα τσιράκια του συστήματος».
         Η Χρυσή Αυγή δεν κάνει τίποτε άλλο παρά σαν γνήσιο φασιστικό μόρφωμα να τρέφει ψεύτικες προσδοκίες στο λαό, προβάλλοντας ένα εθνικό -κοινωνικό κήρυγμα που καταγγέλλει το «σάπιο» κοινοβουλευτισμό και τη δημοκρατία γενικά, όχι μόνο την αστική, και τον καπιταλισμό σ’ ένα αφηρημένο και γενικό επίπεδο. Γιατί οι φασίστες δεν κάνουν άλλο παρά να εκμεταλλεύονται επιδέξια την οικονομική κρίση και τον ενστικτώδη και αφηρημένο αντικαπιταλισμό των εξαθλιωμένων εργαζομένων και των κατεστραμμένων μικρομεσαίων στρωμάτων, την αγανάκτηση εναντίον του πολιτικού συστήματος χρησιμοποιώντας τα σκάνδαλα πολιτικών. Μεσοπρόθεσμα αυτή η τακτική αποβλέπει να στραφεί η οργή και η αγανάκτηση των μαζών για την καπιταλιστική κρίση και τη δυστυχία τους κατά του αστικού κοινοβουλευτικού συστήματος και της δημοκρατίας που έχει χρεοκοπήσει στη συνείδηση του λαού, όχι για να την αντικαταστήσουν με ένα πραγματικά δημοκρατικό-λαϊκό σύστημα, αλλά για να καταργηθεί κάθε έννοια δημοκρατικότητας και αντιπροσωπευτικότητας των θεσμών και όλα τα δικαιώματα του λαού. Έτσι η χρεωκοπία του αστικού κοινοβουλευτισμού να μετατραπεί σε απόρριψη του κοινοβουλίου και κάθε δημοκρατίας με την εκμετάλλευση προπαγανδιστικά από τους φασίστες και όλης της γνωστής παθογένειας του αστικού κοινοβουλευτισμού. Κι όταν η εξαθλίωση μονιμοποιηθεί στην πλειοψηφία του λαού οι εργαζόμενες μάζες θα είναι έτοιμες πια να διαλέξουν όχι ανάμεσα σε μια λαϊκή δημοκρατία και την αστική δημοκρατία, αλλά ανάμεσα στην αστική δημοκρατία και το φασισμό, για να διαλέξουν τον δεύτερο, αφού η αστική δημοκρατία θα είναι υπεύθυνη για την φτωχοποίησή τους.
            Και μένει βέβαια η απορία πώς μάζες εργαζομένων, ένα τσιμενταρισμένο 7% προς το παρόν, επιδεικνύουν τέτοια άγνοια για το ίδιο το φασιστικό φαινόμενο, προβάλλουν παιδαριώδη επιχειρήματα για την ανταπόκρισή τους στο φασιστικό λόγο, επικαλούνται τον πατριωτισμό για να δικαιολογήσουν, όταν την ομολογούν, την επιλογή τους ακυρώνοντας την ίδια την ιστορία κι εθελοτυφλώντας σχετικά με το παρελθόν του φασισμού.
            Η αστική τάξη σε κανονικές ομαλές συνθήκες, όταν δεν απειλείται η πολιτική της κυριαρχία από το κομμουνιστικό κίνημα και μπορεί να κυβερνήσει με την εναλλαγή αστικών κομμάτων στην κυβέρνηση, ενδιαφέρεται και επιδιώκει τη νομιμοποίηση της πολιτικής εξουσίας της και της πολιτικής που εφαρμόζει, αμβλύνοντας μάλιστα τις ταξικές συγκρούσεις. Η νομιμοποίηση μέσα από το σύνταγμα του αστικού κοινοβουλευτικού συστήματος και της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, η νομιμοποίηση της αστικής πολιτικής μέσα από τη βουλή, είναι όρος για την ομαλή λειτουργία του αστικού πολιτεύματος, τη νομιμοποίηση των ταξικών συμφερόντων της αστικής τάξης, την καπιταλιστική εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και όλων των εργαζομένων. Ο φασισμός γίνεται η λύση που προκρίνεται από τον καπιταλισμό όταν χρειάζεται έναν τρόπο να ξεπεράσει τις κρίσεις του. 
          Γι’ αυτό και προέχει στο φασιστικό λόγο η κατασυκοφάντηση των κομμουνιστών σαν τσιράκια του συστήματος, με συνεχή αναφορά στα τεκταινόμενα του Μάη του 2010 που «απετράπη» η έφοδος στη βουλή, για να μεταθέσουν τη σύγκρουση στο πεδίο που ευνοεί τον καπιταλισμό, όταν έρχονται στην επιφάνεια επιτακτικά τα διαφορετικά ταξικά συμφέροντα και γίνεται φανερό πως η διατήρηση του καπιταλισμού εξαρτάται από την εξαθλίωση των εργαζομένων. Μπολιάζεται έτσι ο λαός με ιδέες εθνικιστικές για να καταλαγιάσει η ταξική πάλη και γίνεται αποδεκτό από τη μεγάλη πλειοψηφία η χρησιμοποίηση του κράτους σαν μιας πολεμικής μηχανής που αυθαιρετώντας και τρομοκρατώντας θα αγωνιστεί ενάντια σε εσωτερικούς κι εξωτερικούς εχθρούς –στην προκειμένη περίπτωση των κακών καπιταλιστών στο εξωτερικό, των υπηρετών του συστήματος που είναι οι κομμουνιστές στο εσωτερικό. Στη βάση των εμπρηστικών λόγων, που περιλαμβάνει και την ψευδεπίγραφη εναντίωση στον καπιταλισμό, και της συμπεριφοράς μπράβων των μελών της Χ.Α υπάρχει η ιδέα ότι ο φασισμός, εθνικισμό λέει η Χ.Α, θα χαλιναγωγήσει τους καπιταλιστές της Ευρώπης και θα τους υποχρεώσει να σεβαστούν τον ελληνικό λαό. Ο αντιδραστικός και πολλές φορές συγκεκαλυμμένα αντεργατικός λόγος που στηρίζεται στο μύθο της κατάργησης της ταξικής πάλης με την έξαρση, ακόμα και απροκάλυπτα, της βίας και την εφαρμογή πολιτικής της βίας και ισχύος απομακρύνουν την προοπτική του αγώνα για μια κοινωνική ανατροπή προς όφελος των εργαζομένων. 
            ¨Όμως, και η απαξίωση του κομμουνιστικού λόγου σε συνδυασμό με την ιδεολογική σύγχυση και τη χρεοκοπία του γενικώς κι αορίστως αριστερού λόγου που η πολιτική της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ επιφέρει, συντελούν κι αυτά στην καλλιέργεια γόνιμου εδάφους για το φασιστικό λόγο. Το φασισμό τον γεννά το μεγάλο κεφάλαιο κι είναι ουτοπία να πιστεύει κανείς ότι η πολιτική συμπόρευσης με τις επιταγές του μεγάλου κεφαλαίου μπορεί να τον αποτρέψει από τη στιγμή που θα εξυπηρετεί τα συμφέροντα των καπιταλιστών. Χειροπόδαρα δένεται το εργατικό κίνημα από τη «θεωρία της χρυσής μεσοβέζικης θέσης που προσπαθεί να δικαιολογήσει με μαρξιστικές λέξεις την οπορτουνιστική πράξη». Και όταν σκέφτεται κανείς πως και η ίδια η ιστορία έχει δείξει πως δεν είναι «ο οπορτουνισμός «νόμιμη απόχρωση» ενός ενιαίου κόμματος ξένου προς τις «ακρότητες» και ότι «έχει γίνει ο καλύτερος τρόπος εξαπάτησης των εργατών και το μεγαλύτερο εμπόδιο για το εργατικό κίνημα» δεν μπορεί να χρεώσει στο ΣΥΡΙΖΑ ούτε αφέλεια ούτε ευπιστία. Γι’ αυτό δεν είναι ούτε τυχαίες ή αφελείς οι συνεχείς μεταμορφώσεις του αριστερού ΣΥΡΙΖΑ, οι επανειλημμένες διαψεύσεις υποσχέσεών του και η προσπάθειά του να επιδείξει αριστερό προφίλ με ενδυματολογικές επιλογές και μαρξιστικό λεξιλόγιο υπονομεύοντας ύπουλα και επίμονα την κομμουνιστική προοπτική της κοινωνίας. 
          Πώς τώρα πια στα χρόνια μας μπορεί να δικαιολογείται κανείς για την ευπιστία και άγνοιά του;

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2015

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟΥ...



Και ξεκίνησε στη βουλή η διαδικασία νομιμοποίησης των ειλημμένων αποφάσεων που έχουν  γίνει αποδεκτές από την κυβέρνηση με την ψήφιση του μνημονίου. Στο επίκεντρο το ασφαλιστικό, για πολλοστή φορά προβάλλεται σαν στόχος ο «εξορθολογισμός» του από τους  κυβερνώντες, ενώ   η αναζήτηση ισοδυνάμων για διάφορα μέτρα όπως για τη μη επιβολή ΦΠΑ στην ιδιωτική εκπαίδευση, ο καημός των ΜΜΕ,  μοιάζει να μην καταλήγει πουθενά …σε κουβέντα να βρισκόμαστε.
               Ανάμεσα στις διάφορες τέτοιες κουβέντες κάπου στο διαδίκτυο εντοπίστηκαν κι εκείνες που αφορούσαν στην κατάργηση αδειών των περιπτέρων ή και αύξησης της φορολογίας καπνικών σαν ισοδύναμα μέτρα του τρίτου μνημονίου. Καθώς κανείς αναρωτιέται ποιες …μεγάλες μεταρρυθμίσεις προωθούνται μέσα από τις αλλαγές στη λειτουργία των περιπτέρων, που ήδη ξεκίνησαν από το 2012, καταλήγει πως σπουδαιότερες είναι οι κοινωνικές και οικονομικές σηματοδοτήσεις αυτών των αλλαγών.
Είναι, ή μάλλον ήταν, το περίπτερο θεσμός κοινωνικός –οικονομικός –πολιτικός, και προϋπόθετε την αγαστή συνύπαρξή των τριών αυτών δραστηριοτήτων που οδηγεί μοιραία στη συνηγορία της ισχύουσας τάξης πραγμάτων. Γιατί στις πρώτες βασικές  δομές και λειτουργίες του περιπτέρου ανταποκρινόταν ένα σύστημα οργάνωσης του σαν έννοια, θεσμός και λειτουργία που ήταν σε σχέση  και άμεση εξάρτηση με την κρατική πολιτική, κυρίαρχη και ανάλογη των χρόνων που το δημιούργησε. Κι αντίστοιχα οι τωρινές  αλλαγές σηματοδοτούν τις αλλαγές στο είδος εξάρτησης από την κυρίαρχη πολιτική. Η συρρίκνωσή τους ή  κατάργησή τους και αλλαγή του θεσμικού πλαισίου δεν σηματοδοτεί παρά το τέλος  των υποσχέσεων για μικροαστικά αναπτυξιακά όνειρα, το τέλος του πνεύματος συνεργασίας  πολιτικών και μικροαστικών πόθων.
                Μετά τους βαλκανικούς πολέμους η δημιουργία του περιπτέρου θεσμοθετήθηκε  σαν ανταμοιβή ηθική  και υλική προς τα θύματα  και αναπήρους του πολέμου και των οικογενειών τους. Κι έτσι η ύπαρξη των περιπτέρων συνδέεται  με την κρατική προστασία και μέριμνα, και τις μορφές που αυτή παίρνει, που αυξάνει τον αριθμό τους σε συνάρτηση πάντα  με τις εκάστοτε  πολεμικές συρράξεις και τα διαρκώς αυξανόμενα πλήθη τραυματιών και θυμάτων πολέμου. Στις πρώτες λίστες  τραυματιών –θυμάτων προστίθενται κι αυτές  από την νεώτερη ελληνική ιστορία, των χρόνων ΄40-‘45, ‘45-‘49, των επιχειρήσεων εν Κορέα και εν Κύπρω, με τις επιλογές βέβαια του εκδικητικού μετεμφυλιακού κράτους. Επί ΠΑΣΟΚ οι αποδέκτες της επέκτασης του ευεργετήματος ήταν οι κάθε είδους αποχρώσεων αντιστασιακοί.
            Το περίπτερο μεταπολεμικά γίνεται επίκεντρο  επικοινωνίας και πληροφόρησης. Με την αγορά μιας σοκολάτας ξεκινούσε η εκμάθηση της ανταλλακτικής –εμπορευματικής διαδικασίας και η συνειδητοποίηση της αξίας και του κοινωνικού γοήτρου  του χρήματος από τη μικρή ηλικία. Στάθμιζε και καθόριζε συμπεριφορές με την έκθεση της ζωής μας, με ενδείξεις και αποχρώσεις,  στο κουτσομπολιό, με τη συγκέντρωση πληροφοριών για κάποιο φάκελο στην Ασφάλεια. Κέντρο ανταλλακτικών σχέσεων και αμφισήμαντων πληροφοριών. Ανάμεσα  στην καθημερινότητά μας το περίπτερο μέσα σε αξίες ανταλλακτικές και ανταλλάξιμες, μέσα από διαδικασίες καθημερινές, -τηλεφωνήματα που γίνονταν από κει και συγχρόνως η μεταφορά της  άποψής μας στο αυτί της Ασφάλειας,  οι εφημερίδες που διπλώνονταν με τον τίτλο προς τα μέσα-,  εδραιώνονταν συνήθειες  ικανές  να σακατεύουν  ζωές και συνειδήσεις κι έτσι δεχόμαστε αυτήν την καθημερινή παρέμβαση στη ζωή μας και στον καθορισμό των συνειδήσεών μας   με όσα επέλεξε και διαμόρφωσε η κυρίαρχη  εξουσία μιας αστικής τάξης που ξαναστεκόταν στα πόδια της.
 Το περίπτερο, ένα μικρομπακάλικο, μια μικρογραφία, προγονική σύλληψη της έννοιας των σούπερμάρκετ, απίθανο σε ψιλολόγια, πρακτικό στη δομή και λειτουργικότητά του συντηρεί, χρηματοδοτεί και προσπορίζει ένα σημαντικό αριθμό πολιτών ατόμων ελέω κράτους, πολιτικών μηχανισμών, πολιτειακών θεσμών και προεκλογικών παροχών. Γιατί και για τη μεταπολεμική  Ελλάδα το συνταξιοδοτικό αποτέλεσε σοβαρό  οικονομικό πρόβλημα, πληγή ανοικτή. Και βέβαια και  οι πολεμικές αποζημιώσεις. Ένα οικονομικά αδύναμο κράτος στην υπηρεσία μιας αστικής  τάξης  που μόλις συνερχόταν από το τρόμο  της απώλειας της εξουσίας από τους κομμουνιστές, το μόνο ίσως που θα μπορούσε να παρέχει ήταν, επιλεκτικά,  άδειες λειτουργίες –στις μέρες μας είναι μια κατώτατη σύνταξη αντί για προνοιακό επίδομα.
            Το περίπτερο σαν να αποτυπώνει σε μικρογραφία τη μικροαστική ζωή και τα μικροαστικά όνειρα που καλλιεργήθηκαν μεταπολεμικά με  την αντίστοιχη ταξική διαστρωμάτωση και τις μορφές προσκόλλησης στην κυρίαρχη  εξουσία με τα αντίστοιχα ανταλλάξιμα. Η  φράση που συνδέεται με την διάρκειά και αποτελεσματικότητα της λειτουργίας του είναι ενδεικτικό της εικόνας που καλλιεργήθηκε να έχει  ο μικροαστός για τον εαυτό του, καταστάλαγμα  σε συσχετισμό με την αναπτυγμένη ατομικότητα της νεοελληνικής αντίληψης, όταν η οικονομία στηριζόταν στη μικροϊδιοκτησία «Γιατί ανθούν τα περίπτερα, γιατί μέσα χωρά μόνο ένας».
 Κι είναι ακριβώς γι’  αυτό που μέσα από τους νόμους, τις παροχές, ανακατανομές που αφορούν στα περίπτερα μπορεί να διακρίνει κανείς τη θλιβερή και τραγική ιστορία  ενός λαού, ηττημένου,  έρμαιο του κρατικού οίκτου και με σαφείς απαιτήσεις ελεημοσύνης και ανταλλαγών, είτε πληροφοριών, είτε αλληλοεκδουλεύσεων, είτε αλληλοεκβιασμών.
Στην πολιτικοοικονομική ιστορία του τόπου, μέχρι τις μέρες μας,  η έννοια  της κρατικής ελεημοσύνης –παροχής κυριαρχεί και πάλι, μετά την εξασθένιση του λαϊκού κινήματος και τη διάλυση του κοινωνικού κράτους  και διαιωνίζεται με διάφορες μορφές – π.χ. εγγυημένο εισόδημα, κάρτα σίτισης κλπ. Και τώρα δεν στεγάζεται πουθενά…

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2015

ΕΠΑΝΑΛΗΨΕΙΣ



Πέντε χρόνια τα ίδια και τα ίδια από τους κυβερνώντες.
 Πέντε χρόνια τώρα κι αν επαναλαμβάνονται και τα δικά μας λόγια ήταν σε μια προσπάθεια να γίνει η σκέψη μια επιθετική πράξη. Ίσως από πεποίθηση πως το να σκέφτεσαι είναι να προβάλλεις τη σκέψη σου, ακόμα και να την χτυπάς, όσο μπορείς, με ορμή πάνω σ’ έναν άλλο, να τη χτυπάς για να μπει στο κεφάλι του με το καλό, έ και με το κακό.  Να βγουν οι σκέψεις από το λήθαργο τους, το λήθαργο που κοιμίζει πόνους κι αμφιβολίες και τρέφει παραισθήσεις.
               Και η κυβέρνηση της για δεύτερη φορά αριστεράς φιλοδοξεί να διατηρήσει σε ύπνωση τη σκέψη μας επ’  αόριστον.
 Αυτήν τη φορά είναι ο πρωθυπουργός Α. Τσίπρας που διαβεβαιώνει ότι «η βουλή αυτή είναι αυτή που θα σφραγίσει κατά τη διάρκεια της τετραετούς θητείας της  την οριστική έξοδο από την κρίση», συνεχίζοντας σε ρόλο ανυποψίαστου αν και σφόδρα ευαισθητοποιημένου να παρηγορεί με νότες αισιοδοξίας. Είναι ο  υπουργός  οικονομικών Ευ. Τσακαλώτος  ο οποίος υπογραμμίζει πως «βασικός μας στόχος είναι ένα  συλλογικό εγχείρημα όλων μας ή θα καταστραφούμε μαζί ή θα επιτύχουμε μαζί» σε μια προσπάθεια να αποσπάσει τη συναίνεση δια της απειλής. Είναι ο αναπληρωτής υπουργός Τ. Αλεξιάδης που επιμένει να ξεκαθαρίζει ότι «η κυβέρνηση είναι αναγκασμένη να εφαρμόζει μια σειρά  από μέτρα που δεν είναι στο ιδεολογικό της DNA», για να τους αισθανόμαστε κοντά μας, σαν να είναι παγιδευμένοι κι αυτοί μαζί με μας από υπέρτερες δυνάμεις.
               Πέντε χρόνια επαναλήψεις ίδιων δικαιολογιών, υποσχέσεων, διαβεβαιώσεων, των οποίων αντιλαμβανόμαστε την κενότητα μονάχα όταν έχουμε βιώσει τα αποτελέσματα των ενεργειών των κυβερνώντων, ενώ όσο καιρό βρισκόμαστε στην περιοχή των λόγων συνεχίζουν να τροφοδοτούν τις ψευδαισθήσεις μας. Για να έχουμε  μικρά διαλείμματα, όσο να βγει το κεφάλι μας έξω από το νερό, ίσα για ν’ αναπνεύσουμε και  ν’ αντέξουμε ανανεώνοντας αυταπάτες και παραισθήσεις.  
               Το ζούμε όλα αυτά τα χρόνια. Δεν ήμασταν προετοιμασμένοι για τέτοιους καιρούς και αργούμε να προσαρμοστούμε. Καιρός να αποδεχτούμε ότι αυτό που ζούμε είναι το παρατεταμένο χτύπημα του τέλους των ψευδαισθήσεών μας για τον καπιταλισμό με το ανθρώπινο πρόσωπο και τη δυνατότητά του να μεταλλαχτεί επειδή απλώς το ευχόμαστε. Ο ιδεαλισμός του γραφείου που εμπιστευόταν στην καλή φύση και στην ανθρώπινη πρόοδο που προχωρούσε  δίχως εμπόδια στο ήσυχο δρομάκο της είναι μια φενάκη. Καμιά κοινωνική τάξη δεν αποποιείται τα προνόμιά της εθελοντικά, από καλοσύνη. Κι εμείς υπνωτισμένοι από τις ζαχαρωμένες αναθυμιάσεις προσδοκιών που μας καλλιεργούσαν για αέναη βελτίωση των υλικών όρων ζωής μας ήμασταν τόσο πεπεισμένοι γι’  αυτό  που δεν πήραμε κανένα μέτρο ούτε για άμυνα. Και το κακό είναι πως ενώ μοιάζουμε νικημένοι πριν καν πολεμήσουμε για τη ζωή μας φαίνεται πως αυτό δεν είναι αρκετό για να  ξυπνήσουμε από το λήθαργο.  Καταγγέλλοντας μια αντιφατική και σαθρή κοινωνική πραγματικότητα που τις χαλασμένες κοινωνικές της δομές δημιουργούν και συντηρούν οι σκάρτοι για να υπηρετήσουν  το προσωπικό τους συμφέρον,  βάζουμε όλους τους υπόλοιπους  να είναι θύματα  αυτής της κατάστασης χωρίς να καταλογίζεται ο βαθμός  συμμετοχής τους στη δημιουργία αυτής της κοινωνικής πραγματικότητας, εκμεταλλευτές κι εκμεταλλευόμενοι μαζί.   
Οι αυτοσχέδιες αντιδράσεις, οι αυθόρμητες επιλογές όλων αυτών των χρόνων δεν αντικαθρεφτίζουν  παρά τους απελπισμένους ελιγμούς μιας κοινωνίας  κάθε φορά που  έρχεται αντιμέτωπη και βιώνει τις κρυφές προθέσεις της άρχουσας τάξεις. Προθέσεις που αποκαλύπτονται στην εφαρμογή τους και ακυρώνουν κάθε πράξη αυθόρμητης και θεαματικής αντίδρασης, που τόσο καλλιέργησε ο ΣΥΡΙΖΑ σαν αντιπολίτευση, που δεν ήταν παρά τακτική της συγκεκριμένης στιγμής, όταν ο λόγος επένδυε με ψευδαισθήσεις τις πράξεις που ακολουθούσαν.
Η σύγκρουση πια μπορεί να εκφραστεί  μόνο με ένα τρόπο, σαν πάλη των εργαζομένων ενάντια στην άρχουσα τάξη και στους όρους που επιβάλλει όχι πια σαν παθητικότητα, αποχώρηση ή απομόνωση. Γιατί καμιά  απουσία ή παθητικότητα δεν οδηγεί  ούτε σε τριγμούς το σύστημα –εδώ εκλέχτηκε να μπει στη βουλή ο Β. Λεβέντης που στα όρια του γελοίου  καταριόταν τους πολιτικούς του αντιπάλους να πάθουν καρκίνο και το πολιτικό σύστημα συνεχίζει να προσποιείται το σοβαρό πυλώνα τον απαραίτητου για τη λειτουργία του πολιτεύματος. Απομόνωση, αποχή, παθητικότητα κλπ. είναι αφέλεια να θεωρούνται τρόποι αντίδρασης που δεν μπορεί να ενσωματωθούν  μέσα στις λειτουργικές διαδικασίες του καπιταλισμού, ενός συστήματος τόσο εύκαμπτου που  έχει την ικανότητα να εντάσσει μέσα στα πλαίσια του ακόμα και να θεσμοποιεί οποιαδήποτε κίνηση που αρχικά αμφισβητεί την κατεστημένη τάξη αλλά δεν απειλεί την ουσία της.
Η ιδεολογική αστική ηγεμονία έχει αποκοιμίσει τη συνείδηση και θέληση για λαϊκή πάλη και σίγουρα οι ιδεολογικές διατριβές και η θεωρητική προπαγάνδα από μόνες τους δεν είναι ικανές να απειλήσουν την εξουσία αν δεν μετασχηματιστούν και σε ενέργειες, ώστε οι καταπιεζόμενες τάξεις να αναγνωρίσουν τις δικές τους πραγματικές ανάγκες που αντιτίθενται μ’ αυτές της άρχουσας τάξης.  Κι ενώ έχει απλωθεί η ανησυχία και υπάρχει μια γενικευμένη αγανάκτηση, όμως ακόμα δεν έχουν μετασχηματιστεί σε θέληση για κοινωνική αλλαγή ούτε καν σε ξεκάθαρη αναγνώριση του εχθρού.
Και ζητούμενο παραμένει η ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης στην εργατική τάξη…

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2015

ΕΚΛΟΓΙΚΕΥΟΝΤΑΣ ΤΑ ΠΑΡΑΔΟΞΑ



Και μετά τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ και την καθήλωση του ΚΚΕ στα ίδια ποσοστά σ’  αυτές τις εκλογές, εύκολη έγινε η κριτική για την ανεπάρκεια του κομμουνιστικού λόγου και την ανυπαρξία κάποιας ιστορικής προοπτικής του κομμουνισμού στον τόπο μας –και όχι μόνο. Δεν πείθει το ΚΚΕ γιατί μόνο να αντιπολιτεύεται ξέρει, να αρνείται και να κρίνει είναι η βασική επιχειρηματολογία που ερμηνεύει την καθήλωσή του στο 5,5 % του εκλογικού σώματος. Μόνο που ακόμα και  η άρνηση μπορεί να μην είναι στείρα, γιατί εξαρτάται από τι αρνείται κανείς. Γιατί όταν ένα κόμμα βασίζει την ύπαρξή του σε μια κατ’  αρχήν άρνηση και αλλαγή  της πραγματικότητας, στην προκειμένη περίπτωση του καπιταλισμού, που άλλοι ορίζουν, η άρνηση αυτή μπορεί και είναι πράξη δημιουργική. Τώρα μάλιστα περισσότερο από ποτέ.
               Στις τελευταίες εκλογές έγινε φανερό πια  πως σ’  αυτήν την πενταετία εξαθλίωσης κανείς άλλος δεν έθετε θέμα σύγκρουσης με την υπάρχουσα πραγματικότητα του καπιταλισμού. Σ’ όλη αυτή την πενταετία επιλέγονταν κόμματα που υπόσχονταν έξοδο από τα μνημόνια και δεν αμφισβητούσαν την αιτία που τα προκαλούσε –τον καπιταλισμό. Όταν αυτά εξαντλήθηκαν, με τη διαδοχική προσχώρησή τους στη μνημονιακή πολιτική,   αρκεστήκαμε στην υπόσχεση για αναζήτηση ισοδυνάμων και ψηφίσαμε κατά 95% για μια μνημονιακή βουλή. Το εκλογικό σώμα σ’ αυτές τις εκλογές βολεύτηκε μ’ ένα κόμμα που θα εφαρμόσει τρίτο μνημόνιο ελπίζοντας πως θα βρει ισοδύναμα που θα απαλύνουν για πολύ κόσμο την σκληρότητά του. Το μνημόνιο με τη δική μας αποδοχή αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της πολιτικής εναντίον του οποίου πέντε χρόνια τώρα κόσμος αγωνίζεται, διαδηλώνει, απεργεί, γράφει, βρίζει κλπ
               Και από ό,τι φαίνεται η κατάσταση έφτασε πια σήμερα στην κατακλείδα της, για να μονιμοποιηθεί.  Η κύρια κατεύθυνση των νικητών των εκλογών επιδίωξε, και δίνει την εντύπωση ότι πέτυχε, την κατάργηση κάθε προοπτικής  που επέτρεπε  την διεκδίκηση μιας  κοινωνίας που η ίδια η ονομαζόμενη αριστερά καταδείκνυε και μας γυρίζει πίσω,  στην εποχή όπου η μετασχηματισμένη κοινωνία που υποσχόταν  δεν ήταν επιστημονικά ερευνήσιμη ούτε  και πολιτικά κατορθωτός στόχος αλλά μόνο ουτοπικό και ασαφές όραμα, συλλογική επιθυμία σχεδόν ασυνείδητη που δρα τυφλά και κατά τούτο ατελέσφορα. Η δικαιολογία για όλη τούτη την κατάληξη είναι ότι η για πρώτη φορά κυβέρνηση της Αριστεράς αγωνίστηκε, διαπραγματεύτηκε, -17 συνεχόμενες ώρες- αλλά δεν μπόρεσε να νικήσει υπέρτερες απ’ αυτήν δυνάμεις.  Το μόνο που μπορούμε πια να κάνουμε είναι στα ασφυκτικά πλαίσια που μας επιβλήθηκαν να επιβιώσουμε στα όρια της εξαθλίωσης κι αυτή την επιβίωση την εγγυάται η για δεύτερη φορά κυβέρνηση της αριστεράς (από την ομιλία του Τσίπρα τη βραδυά των εκλογών «Η ανάκαμψη από την κρίση δεν μπορεί να έρθει με τρόπο μαγικό, αλλά μπορεί να έρθει. Πρέπει να επιστρέψουμε στην ανάπτυξη, αλλά αυτή να έχει κοινωνικό πρόσημο. Να ξεμπερδέψουμε με τη φαυλότητα και το καθεστώς της διαφθοράς που τόσα χρόνια κυβερνούσε τον τόπο. Ξεμπερδεύουμε με το παλιό… Από αύριο σηκώνουμε τα μανίκια και δουλεύουμε σκληρά για να σηκώσουμε ψηλά τον ήλιο πάνω από τη χώρα). Το εκλογικό σώμα φάνηκε πως  ήθελε πρόγραμμα και πρόταση άμεσα εφαρμοζόμενα, εξωραϊσμένα για να μη διαλυθούν όλες οι ψευδαισθήσεις του, και  δεν το ενδιέφερε μια προοπτική που περιλαμβάνει αγώνες χωρίς εγγύηση νίκης.  
               Τις τελευταίες δεκαετίες καλλιεργήθηκε τόσο επιμελώς η φιλοτέχνηση του ΚΚΕ σαν ένα κόμμα που επιβιώνει μέσα σε ένα ιδιότυπο περιθώριο και που στηρίζεται σ’ ένα σύνολο από παραδοχές που ο κυρίαρχος λόγος ή έχει διαστρεβλώσει ή εξουδετερώσει την εμβέλειά τους. Φάνηκε ότι το μεγαλύτερο τμήμα  του εκλογικού σώματος δεν λαμβάνει ως αυτονόητο δεδομένο ότι η κομμουνιστική προοπτική αποτελεί τον ασυμφιλίωτο αντίπαλο του καπιταλισμού, την οποία το ΚΚΕ δεν έπαψε ποτέ με όλους τους τρόπους να διεκδικεί ρητά, γιατί δεν επιδιώκει την ανατροπή του καπιταλισμού. Είναι που δεκαετίες τώρα βομβαρδιζόμαστε για απαράδεκτα που συνέβαιναν στις σοσιαλιστικές κοινωνίες και γίνονται το επίκεντρο για το οποίο το ΚΚΕ καλείται να απολογηθεί, ενώ χρησιμοποιήθηκαν  πάντα σαν πρόσχημα  για την καταγγελία αυτής της κομμουνιστικής προοπτικής  και χρυσή ευκαιρία για στέρηση από κάθε κομμουνιστή του δικαιώματος  να ασκεί κριτική στον καπιταλισμό. Και  αυτοί που είναι, ή μάλλον ήταν μέχρι πρότινος, διαπρύσιοι κήρυκες της κάθετης ρήξης με την υπάρχουσα πολιτική κατάσταση και οι κάθε λογής  ρεαλιστές σύμμαχοι των λαϊκών τάξεων, ακόμα και οι αντίπαλοι που όμως πάσχουν για το καλό μας  και οι ανιδιοτελείς και μετριοπαθείς υπερασπιστές του καλού  του τόπου εν γένει, αλλά και οι εξ επαγγέλματος εκφραστές των μέσων όρων, που αποδεικνύουν έτσι την ελευθερία στην αστική δημοκρατία, (όρα Ν. Χατζηνικολάου) δηλ. εκείνοι που φτιάχνουν  οπαδούς για όλους τους άλλους κόβοντας όπου μπορούν τις αιχμές, αναφέρονται σε κομμουνιστικό φρόνημα φτάνει να αφορά το παρελθόν και να τονίζεται η ηθική διάστασή του που διαχωρίζεται από την πολιτική εφαρμογή του με τα αλλεπάλληλα λάθη του κόμματος.  
Κι έτσι έφτασε το ΚΚΕ να γίνει το επίκεντρο για συνεργασία με πατρικές μάλιστα παραινέσεις που συναγωνίζονται όμως σε πειστικότητα τις κακοήθειες μιας κριτικής επί προσωπικού (το περίφημο ρόλεξ του Δ. Κουτσούμπα) ή επί λανθασμένων χειρισμών για να εξωθηθεί να  κατανοήσει  την ιδιαιτέρως κολακευτική θέση  στην οποία είχε περιέλθει, χωρίς μάλιστα το ίδιο να το έχει  καταλάβει με την οπτική που η αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ την τοποθετεί.  Το μέλλον του προοδευτικού κινήματος τοπικά και διεθνώς, οι εξελίξεις στην ΕΕ των εργαζομένων, η τιμή της πατρίδος, η δόξα του παρελθόντος και άλλα τινά, μέχρι και οι τύχες όλου του κόσμου κρέμονταν από την κλωστή της δικής του υπεύθυνης επιτέλους κίνησης. Να δηλώσει δημόσια ότι απαρνείται αυτό  που όλοι έσχιζαν τα ιμάτιά τους ότι είναι  αξιοσέβαστο αλλά  ξεπερασμένο ή ανέφικτο, ενώ η βαθιά πίστη και η αμείωτη αφοσίωση παλιών και νέων αγωνιστών ήταν για άλλες εποχές. Και για να αποδειχτεί εν προκειμένω  η καλοπιστία τους παραχώρησαν  εις εαυτούς και αλλήλους γενναιόδωρα το δικαίωμα όχι μόνο  να μην αποκηρύξει  με βδελυγμίας το ευκλεές παρελθόν του το Κόμμα, αλλά να συνεχίσει εφόσον το επιθυμεί να δηλώνει μπροστά στον καθρέφτη ότι παραμένει  ασυμβίβαστα κομμουνιστικό, αρκεί να μη το βλέπει κανείς άλλος. Κι έτσι να καταλήξει χωρίς στρατηγική και με μοναδικά όπλα τους θεσμούς της αστικής δημοκρατίας να μαζεύει αξιοπρεπή ποσοστά στις εκλογές, αλλά συγχρόνως και να χαθεί ως αυτό που είναι –κόμμα κομμουνιστικό.
Κι όταν οι ενδιαφερόμενοι, ΣΥΡΙΖΑ και λοιποί, κατάφεραν να σταθούν μόνοι τους στην κυρίαρχη πολιτική σκηνή, έπαψαν να κηρύττουν ότι  ενδιαφέρονται για την αλλαγή του κόσμου και την προσέγγιση του ΚΚΕ σίγουροι  για την παλιννόστηση του  ΚΚΕ στην πεζή πραγματικότητα του πολιτικού περιθωρίου.
Σε τι αποβλέπει η πληθώρα και η ποικιλία  των μέσων που επιστρατεύονται για την κατεδάφιση του κομμουνιστικού λόγου; Είναι που παρόλα τα περισπούδαστα και πολυμήχανα τεχνάσματα που τις τελευταίες δεκαετίες παρήγαγε ακατάπαυστα η κυρίαρχη ιδεολογία για να το απαξιώσει η κομμουνιστική ιδεολογία εξακολουθεί παρά ταύτα να σημαίνει κίνδυνο για τον καπιταλισμό.  Για να ησυχάσει πρέπει να εξαφανιστεί ολοκληρωτικά από την πολιτική πιάτσα. Πρέπει να περιέλθει στο περιθώριο, να ασχολείται με υποθέσεις καθαρά ιδιωτικές, το κόμμα να περισταλεί πραγματικά στην αξιοπρέπεια της προσωπικής στάσης του καθενός που το υποστηρίζει και κάθε πολιτική του πρόταση να αναγνωρίζει αυτήν την πραγματικότητα
Όμως αυτό που είναι «πολύ σκληρό για να πεθάνει» είναι το ΚΚΕ. Γι’  αυτό και συνεχίζει:  «Το ΚΚΕ θα συμβάλει με όλες του τις δυνάμεις ώστε να οργανωθεί η λαϊκή αντεπίθεση, να εδραιωθεί ο προσανατολισμός του κινήματος σε αντιμονοπωλιακή, αντικαπιταλιστική κατεύθυνση, να μαζικοποιηθούν οι διαδικασίες του κινήματος και οι αγώνες(…) Θα αξιοποιήσει τη συσπείρωση δυνάμεων, που σε αυτήν τη φάση υπήρξε, για να κάνει αυτό που υποσχέθηκε στο λαό, να υπάρξει δυνατή εργατική - λαϊκή αντιπολίτευση και στη Βουλή, αλλά πάνω απ’ όλα στο κίνημα, για να δυναμώσει η Λαϊκή Συμμαχία για το σήμερα και για την προοπτική» (από την Ανακοίνωση της ΚΕ του ΚΚΕ για το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών της 20ής Σεπτέμβρη 2015)

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2015

ΠΡΙΝ ΑΝΟΙΞΟΥΝ ΟΙ ΚΑΛΠΕΣ



Προβληματισμοί, συζητήσεις, υποσχέσεις που αναπτύχτηκαν την τελευταία πενταετία γύρω από  το πρόβλημα του χρέους και της ευθύνης που μας επιρρίφτηκε γι’  αυτό μεταλλάσσονται. Η διαδικασία που ξεκίνησε, σύμφωνα με τον κυρίαρχο λόγο,  σαν μια προσπάθεια, από το κόμμα που ήταν τότε στην εξουσία, το ΠΑΣΟΚ,  διάσωσης της χώρας μορφοποιήθηκε στα πέντε χρόνια σε μια από κοινού, από όλα τα κόμματα εξουσίας και τις παραφυάδες τους,  ανάληψη προσπάθειας εφαρμογής της επιβαλλομένης πολιτικής, που τώρα αποκαλύπτεται ότι εξελίσσεται σε μια αναμέτρηση δυναμικής ανάμεσα στα δυο μπλοκ –όλα τα κόμματα του αστισμού από τη μια, που όταν ήρθε η ώρα των αποφάσεων προσχώρησαν στην εφαρμοζόμενη ευρωπαϊκή πολιτική, και το ΚΚΕ από την άλλη.
 Οι φασίστες αν και παραμένουν ακόμα στην ουρά των αστικών κομμάτων είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι σ’ αυτές τις εκλογές με το χαμηλό προφίλ και τη  σκόπιμη υιοθέτηση σχεδόν αστικής συμπεριφοράς.  Αφού προβλήθηκε η χρήση της ωμής βίας από μέρους τους σαν αρωγός στην απελπισμένη παθητικότητα του μικροαστού, η δολοφονία του Π. Φύσσα και η επακόλουθη φυλάκιση μελών της Χ.Α φάνηκε να ψαλίδισε την αλαζονεία τους. Κι ήρθε δια στόματος Ν. Μιχαλολιάκου η θρασύτατη ανάληψη από τη Χ.Α της  «πολιτικής ευθύνης» για τη δολοφονία του παλληκαριού για να μας βγάλει από την πλάνη μας. Αφού έγινε η εξοικείωση με την περιφρόνηση του "ορθού"  πολιτικού λόγου και την προβολή της σωματικής βίας μπορούν τώρα, ακολουθώντας μάλιστα του κανόνες της αστικής συμπεριφοράς, να χρησιμοποιήσουν και τα δυο χωρίς να προκληθεί αξιόλογη αντίδραση. Σιγά σιγά ο φασισμός ριζώνει χωρίς ψευδαισθήσεις για την ταυτότητά του στο εκλογικό σώμα και  στο πολιτικό σύστημα, για να επιβληθεί την κρίσιμη στιγμή σαν εταίρος του, αρωγός στην καπιταλιστική κρίση. 
Προς το παρόν, στις σημερινές συνθήκες διεξαγωγής των εκλογών, επιδιώκεται να εκφραστεί μια ευνουχισμένη πολιτικοποίηση μιας μεγάλης πλειοψηφίας  με τη συναίνεση ή την ανοχή για την πολιτική της υποταγή στις εκάστοτε επιλογές, αποπνικτικές μεθοδεύσεις, συμβιβασμούς και εξισορροπήσεις των κομματικών μηχανισμών της κυρίαρχης εξουσίας. Γι’  αυτό σ’ αυτές τις εκλογές εξαιτίας της  αδυναμίας να εκφραστεί ή και να υποταχτεί η κυρίαρχη στρατηγική σ’ ένα παιχνίδι διπολισμού, όπως μέχρι την εποχή των μνημονίων, ανακαλύφτηκε ξανά η εθνική ενότητα. Έτσι τα εκβιαστικά διλήμματα των προηγούμενων εκλογικών αναμετρήσεων μοιάζει να έχουν αντικατασταθεί από εκκλήσεις για ενότητα με στόχο να ενισχύσουν  στο εκλογικό σώμα την πεποίθηση για την αναγκαιότητα της ασκούμενης πολιτικής.
Με  τις τεχνητές πολώσεις –αποτυχημένη τέτοια προσπάθεια η σύγκρουση παλιού και νέου του ΣΥΡΙΖΑ-, τα υποτιθέμενα κομματικά τείχη –αναζητούνται διαφορές μεταξύ αστικών κομμάτων-, τις κραυγές της πλειοψηφίας των ΜΜΕ –π.χ ποιο κόμμα προηγείται-, επιδιώκεται η διαμόρφωση του πολιτικού χάρτη που θα πείθει ότι αντιπροσωπεύει μια κοινωνική πραγματικότητα η οποία δικαιώνει την κυρίαρχη πολιτική. Κι όλα τα αστικά κόμματα συμβάλλουν σ’  αυτό.
Στο επτάμηνο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ  αποδείχτηκε ότι ο δήθεν προοδευτικός λόγος του αναφέρεται σε διαδικασίες ισορροπίας που δεν είναι καν διαδικασίες ισορροπίας συμφερόντων, αλλά της  κυριαρχίας της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων, όπως έχει επιβληθεί από σχηματισμούς όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, και της αποδοχής της.  Στις προηγούμενες εκλογές ο  ΣΥΡΙΖΑ υιοθετούσε θέσεις που χαρακτήριζαν έντονα ο εκλεκτικισμός, βολανταρισμός, …ρομαντισμός, τις οποίες παρέλαβε αυτούσιες η Λαϊκή Ενότητα σε μια κακόγουστη επανάληψη. Σ’  αυτές τις εκλογές όμως η  αναφορά  από το ΣΥΡΙΖΑ στο άμεσο επίπεδο των προβλημάτων, των κοινωνικών εντάσεων και  αναγκών γίνεται απροκάλυπτα από τη σκοπιά  των προβλημάτων που  αυτά τα ζητήματα  θέτουν στην κυρίαρχη τάξη, συναντώντας έτσι τη Ν. Δημοκρατία, παρόλο που προσπαθούν και οι δυο να βρουν τις διαφορές τους. Επομένως τα λάθη, η άγνοια ή οι καλές προθέσεις  που επικαλείται ο ΣΥΡΙΖΑ για δικαιολόγηση της τελικής επιλογής του, υιοθέτηση του τρίτου μνημονίου,  δεν είναι παρά συνέπεια μιας τέτοιας πολιτικής αντίληψης, που εκ του αποτελέσματος δεν διαφοροποιείται από αυτή της Ν.Δ και  προκύπτει  από στάθμιση των ταξικών και κοινωνικών συντεταγμένων στον καθορισμό της πολιτικής.
Επιδίωξη και όλων των κομμάτων εξουσίας –ΠΑΣΟΚ, Ν.Δ. ΣΥΡΙΖΑ και των συνεργατών τους- ήταν  να επιτευχθεί μια τέτοια κοινωνική ισορροπία που θα επιτρέψει τον καπιταλισμό απρόσκοπτα να επιβάλλει τα συμφέροντά του.  Και προϋπόθεση γι’  αυτό είναι να  συνεχίζεται η διάζευξη της ταξικής  θέσης  και της ταξικής συνείδησης,  που για να διαμορφωθεί είναι απαραίτητη η συμβολή των οργανώσεων της εργατικής τάξης  και κύρια του κόμματός της, του κομμουνιστικού. Στο δρόμο λοιπόν του ΣΥΡΙΖΑ για την κατάκτηση των μαζών και την εξυπηρέτηση της πολιτικής των κέντρων εξουσίας ακυρώθηκε κάθε δράση κι ενέργεια που υπαγόρευε μια ταξική αντίληψη για την καπιταλιστική κρίση, γιατί η προοπτική αυτή απαιτούσε σύγκρουση, κάτι που έπρεπε να αποφευχθεί. Για να μην τρομάξουν τα καπιταλιστικά κέντρα που ασκούν εξουσία, για να αποθαρρυνθούν οι μάζες διαπιστώνοντας την αδυναμία αλλαγής πολιτικής μέσω των θεσμών.
Και όμως  και   οι εκλογές μπορούν να συμβάλλουν στην αλλαγή του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος αν υπάρχει ένα ισχυρό λαϊκό κίνημα που ορθώνει ένα ταξικό λόγο, που έχει διάθεση και δυνατότητα να συγκρουστεί και να δώσει τις δικές του λύσεις στο οικονομικό, το κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο.  Γι’ αυτό και σ’ αυτές τις εκλογές είναι απαραίτητη η ενίσχυση του Κομμουνιστικού Κόμματος, αφού αυτό είναι που μπορεί να οργανώσει τις λαϊκές τάξεις και να προσδώσει στη δράση τους και στις ενέργειές τους ταξικό χαρακτήρα και προσανατολισμό.