Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

ΕΥΠΙΣΤΟΙ ΚΑΙ ΑΔΑΕΙΣ;

Εορτάζεται μια ακόμα επέτειος της 28ης Οκτωβρίου, έναρξης από τον λαό του αντιφασιστικού του αγώνα, με το φασιστικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής να φαίνεται πως έχει ριζώσει στο πολιτικό σύστημα. Κι αν βέβαια δεν έχει καταστεί ο αποφασιστικός παράγων στην πολιτική σκηνή αυτό δεν σημαίνει ότι δεν την επηρεάζει ή ότι δεν συντελεί στη διαμόρφωση αυτών των προϋποθέσεων που θα επιβάλλουν, αν χρειαστεί, αυτή ή άλλο φασιστικό μόρφωμα ως εταίρο του πολιτικού συστήματος. Οι αποκαλύψεις και η δημοσιοποίησή τους, παρόλη την υποτονική κάλυψή από τα ΜΜΕ, στη δίκη των κατηγορουμένων μελών της Χρυσής Αυγής για τη δολοφονία του Π. Φύσσα δεν δείχνουν παρά αυτό που είναι, «μια ναζιστική εγκληματική οργάνωση …το μαχαίρι και η σιδερογροθιά του συστήματος που στρέφεται ενάντια στο δίκιο του λαού». Και βέβαια δεν είναι καθόλου τυχαίες οι προκλήσεις της Χρυσής Αυγής προς τον ΚΚΕ, τον κύριο εχθρό του φασισμού, με κατηγορίες εναντίον του για αδιαφάνεια στα οικονομικά του και οι χαρακτηρισμοί της σαν «τα τσιράκια του συστήματος».
         Η Χρυσή Αυγή δεν κάνει τίποτε άλλο παρά σαν γνήσιο φασιστικό μόρφωμα να τρέφει ψεύτικες προσδοκίες στο λαό, προβάλλοντας ένα εθνικό -κοινωνικό κήρυγμα που καταγγέλλει το «σάπιο» κοινοβουλευτισμό και τη δημοκρατία γενικά, όχι μόνο την αστική, και τον καπιταλισμό σ’ ένα αφηρημένο και γενικό επίπεδο. Γιατί οι φασίστες δεν κάνουν άλλο παρά να εκμεταλλεύονται επιδέξια την οικονομική κρίση και τον ενστικτώδη και αφηρημένο αντικαπιταλισμό των εξαθλιωμένων εργαζομένων και των κατεστραμμένων μικρομεσαίων στρωμάτων, την αγανάκτηση εναντίον του πολιτικού συστήματος χρησιμοποιώντας τα σκάνδαλα πολιτικών. Μεσοπρόθεσμα αυτή η τακτική αποβλέπει να στραφεί η οργή και η αγανάκτηση των μαζών για την καπιταλιστική κρίση και τη δυστυχία τους κατά του αστικού κοινοβουλευτικού συστήματος και της δημοκρατίας που έχει χρεοκοπήσει στη συνείδηση του λαού, όχι για να την αντικαταστήσουν με ένα πραγματικά δημοκρατικό-λαϊκό σύστημα, αλλά για να καταργηθεί κάθε έννοια δημοκρατικότητας και αντιπροσωπευτικότητας των θεσμών και όλα τα δικαιώματα του λαού. Έτσι η χρεωκοπία του αστικού κοινοβουλευτισμού να μετατραπεί σε απόρριψη του κοινοβουλίου και κάθε δημοκρατίας με την εκμετάλλευση προπαγανδιστικά από τους φασίστες και όλης της γνωστής παθογένειας του αστικού κοινοβουλευτισμού. Κι όταν η εξαθλίωση μονιμοποιηθεί στην πλειοψηφία του λαού οι εργαζόμενες μάζες θα είναι έτοιμες πια να διαλέξουν όχι ανάμεσα σε μια λαϊκή δημοκρατία και την αστική δημοκρατία, αλλά ανάμεσα στην αστική δημοκρατία και το φασισμό, για να διαλέξουν τον δεύτερο, αφού η αστική δημοκρατία θα είναι υπεύθυνη για την φτωχοποίησή τους.
            Και μένει βέβαια η απορία πώς μάζες εργαζομένων, ένα τσιμενταρισμένο 7% προς το παρόν, επιδεικνύουν τέτοια άγνοια για το ίδιο το φασιστικό φαινόμενο, προβάλλουν παιδαριώδη επιχειρήματα για την ανταπόκρισή τους στο φασιστικό λόγο, επικαλούνται τον πατριωτισμό για να δικαιολογήσουν, όταν την ομολογούν, την επιλογή τους ακυρώνοντας την ίδια την ιστορία κι εθελοτυφλώντας σχετικά με το παρελθόν του φασισμού.
            Η αστική τάξη σε κανονικές ομαλές συνθήκες, όταν δεν απειλείται η πολιτική της κυριαρχία από το κομμουνιστικό κίνημα και μπορεί να κυβερνήσει με την εναλλαγή αστικών κομμάτων στην κυβέρνηση, ενδιαφέρεται και επιδιώκει τη νομιμοποίηση της πολιτικής εξουσίας της και της πολιτικής που εφαρμόζει, αμβλύνοντας μάλιστα τις ταξικές συγκρούσεις. Η νομιμοποίηση μέσα από το σύνταγμα του αστικού κοινοβουλευτικού συστήματος και της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, η νομιμοποίηση της αστικής πολιτικής μέσα από τη βουλή, είναι όρος για την ομαλή λειτουργία του αστικού πολιτεύματος, τη νομιμοποίηση των ταξικών συμφερόντων της αστικής τάξης, την καπιταλιστική εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και όλων των εργαζομένων. Ο φασισμός γίνεται η λύση που προκρίνεται από τον καπιταλισμό όταν χρειάζεται έναν τρόπο να ξεπεράσει τις κρίσεις του. 
          Γι’ αυτό και προέχει στο φασιστικό λόγο η κατασυκοφάντηση των κομμουνιστών σαν τσιράκια του συστήματος, με συνεχή αναφορά στα τεκταινόμενα του Μάη του 2010 που «απετράπη» η έφοδος στη βουλή, για να μεταθέσουν τη σύγκρουση στο πεδίο που ευνοεί τον καπιταλισμό, όταν έρχονται στην επιφάνεια επιτακτικά τα διαφορετικά ταξικά συμφέροντα και γίνεται φανερό πως η διατήρηση του καπιταλισμού εξαρτάται από την εξαθλίωση των εργαζομένων. Μπολιάζεται έτσι ο λαός με ιδέες εθνικιστικές για να καταλαγιάσει η ταξική πάλη και γίνεται αποδεκτό από τη μεγάλη πλειοψηφία η χρησιμοποίηση του κράτους σαν μιας πολεμικής μηχανής που αυθαιρετώντας και τρομοκρατώντας θα αγωνιστεί ενάντια σε εσωτερικούς κι εξωτερικούς εχθρούς –στην προκειμένη περίπτωση των κακών καπιταλιστών στο εξωτερικό, των υπηρετών του συστήματος που είναι οι κομμουνιστές στο εσωτερικό. Στη βάση των εμπρηστικών λόγων, που περιλαμβάνει και την ψευδεπίγραφη εναντίωση στον καπιταλισμό, και της συμπεριφοράς μπράβων των μελών της Χ.Α υπάρχει η ιδέα ότι ο φασισμός, εθνικισμό λέει η Χ.Α, θα χαλιναγωγήσει τους καπιταλιστές της Ευρώπης και θα τους υποχρεώσει να σεβαστούν τον ελληνικό λαό. Ο αντιδραστικός και πολλές φορές συγκεκαλυμμένα αντεργατικός λόγος που στηρίζεται στο μύθο της κατάργησης της ταξικής πάλης με την έξαρση, ακόμα και απροκάλυπτα, της βίας και την εφαρμογή πολιτικής της βίας και ισχύος απομακρύνουν την προοπτική του αγώνα για μια κοινωνική ανατροπή προς όφελος των εργαζομένων. 
            ¨Όμως, και η απαξίωση του κομμουνιστικού λόγου σε συνδυασμό με την ιδεολογική σύγχυση και τη χρεοκοπία του γενικώς κι αορίστως αριστερού λόγου που η πολιτική της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ επιφέρει, συντελούν κι αυτά στην καλλιέργεια γόνιμου εδάφους για το φασιστικό λόγο. Το φασισμό τον γεννά το μεγάλο κεφάλαιο κι είναι ουτοπία να πιστεύει κανείς ότι η πολιτική συμπόρευσης με τις επιταγές του μεγάλου κεφαλαίου μπορεί να τον αποτρέψει από τη στιγμή που θα εξυπηρετεί τα συμφέροντα των καπιταλιστών. Χειροπόδαρα δένεται το εργατικό κίνημα από τη «θεωρία της χρυσής μεσοβέζικης θέσης που προσπαθεί να δικαιολογήσει με μαρξιστικές λέξεις την οπορτουνιστική πράξη». Και όταν σκέφτεται κανείς πως και η ίδια η ιστορία έχει δείξει πως δεν είναι «ο οπορτουνισμός «νόμιμη απόχρωση» ενός ενιαίου κόμματος ξένου προς τις «ακρότητες» και ότι «έχει γίνει ο καλύτερος τρόπος εξαπάτησης των εργατών και το μεγαλύτερο εμπόδιο για το εργατικό κίνημα» δεν μπορεί να χρεώσει στο ΣΥΡΙΖΑ ούτε αφέλεια ούτε ευπιστία. Γι’ αυτό δεν είναι ούτε τυχαίες ή αφελείς οι συνεχείς μεταμορφώσεις του αριστερού ΣΥΡΙΖΑ, οι επανειλημμένες διαψεύσεις υποσχέσεών του και η προσπάθειά του να επιδείξει αριστερό προφίλ με ενδυματολογικές επιλογές και μαρξιστικό λεξιλόγιο υπονομεύοντας ύπουλα και επίμονα την κομμουνιστική προοπτική της κοινωνίας. 
          Πώς τώρα πια στα χρόνια μας μπορεί να δικαιολογείται κανείς για την ευπιστία και άγνοιά του;

Δεν υπάρχουν σχόλια: