Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2014

ΣΤΑ ΕΠΩΔΥΝΑ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ



Συνεχίζονται οι αντίλαλοι θρήνων για κείνα που πρέπει να θυσιάσουμε σε αντάλλαγμα των ευεργεσιών που θα προκύψουν από αυτή τη θυσία. Αυτές τις μέρες πέρα από τους θρήνους για αδικίες του ΕΝΦΙΑ, αρκετά πιο διακριτικά και στο περιθώριο των δραματοποιημένων αντιδράσεων γι’  αυτόν  ακούγονται τα παράπονα για τις  κατευθυντήριες οδηγίες στους γιατρούς για τη συνταγογράφηση εξετάσεων που βάζουν φραγμό σε προληπτικές εξετάσεις. Ο υπουργός υγείας Μ. Βορίδης υποστήριξε όχι μόνο ότι αυτές δίνονται από την αρμόδια επιστημονική εταιρεία αλλά και ότι στοχεύουν να «πιαστούν και να τιμωρηθούν τα λαμόγια».
Η επανάληψη για άλλη μια φορά της πρόθεσης για τιμωρία «λαμογιών» συμβαδίζει με την ανάδειξη ως συνολικής της όποιας παθογένειας μιας υπηρεσίας,  έτσι που να δικαιολογεί την διάλυσή της. Κι έτσι όμως δεν θίγεται η καρδιά του ζητήματος των υπηρεσιών υγείας, δηλ. εκείνη η καπιταλιστική δομή που λέμε κέρδος, παρά μόνο στα πλαίσια σκανδάλων που αφορούν χρηματισμούς με διάφορους τρόπους των υπαλλήλων τους. Αντίθετα, υπονοείται πως οι κοινωνικές παροχές του κράτους υπονομεύουν και τελικά καταστρέφουν εκείνο το παραγωγικό σύστημα με τους καρπούς του οποίου αυτό το κράτος θα εκπληρώνει τις υποσχέσεις του. Οι επιβαρύνσεις από το κοινωνικό κράτος  παρουσιάζονται σαν  ένα αφόρητο βάρος που οδηγεί σε μια  φθίνουσα   επενδυτική τάση, ενώ το σχετικό με το κοινωνικό κράτος κόστος θα πρέπει να μειωθεί με την εφαρμογή  τέτοιων μέτρων. Μόνο που το κράτος είναι συστατικό στοιχείο της παραγωγικής διαδικασίας, άρα και η μορφή του και το είδος παρέμβασής του στην οικονομία  εξαρτώνται από την πάλη των τάξεων.
Στις συγκεκριμένες κοινωνικές συνθήκες μιας καπιταλιστικά οργανωμένης παραγωγής η ζωή μας  κατευθύνεται από την αύξηση της παραγωγικότητας για  την εξασφάλιση κέρδους στο κεφάλαιο. Επομένως θα πρέπει να εξασφαλίζεται η αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης και η αύξηση της ικανότητάς της εργατικής τάξης για κατανάλωση. Και είναι το κράτος  που εμφανίζεται σαν  θεσμός που δίνει την εντύπως ότι διαθέτει σχετική αυτονομία απέναντι στην κυρίαρχη τάξη και συμβάλλει στην ένταξη αυτών που δεν διαθέτουν μέσα παραγωγής  στο καθεστώς της μισθωτής εργασίας, στην αναπαραγωγή των κοινωνικών τάξεων και των καπιταλιστικών  σχέσεων παραγωγής χωρίς να είναι αναγκαία γι’  αυτό η φυσική χρήση βίας από την κυρίαρχη  τάξη. Στη φάση του μονοπωλιακού καπιταλισμού  με την αλλαγή  στον τρόπο εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης αρχίζει να αλλάζει και ο τρόπος αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης. Ενώ στη φάση του ανταγωνιστικού καπιταλισμού το κράτος είχε μειώσει τις επεμβάσεις του στο ελάχιστο, τώρα μια σειρά λειτουργίες που συντελούνταν στα πλαίσια της οικογένειας, όπως εκπαίδευση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη κλπ. πέρασαν με την πίεση και του εργατικού κινήματος στα χέρια του κράτους. Αναδιανέμεται λοιπόν μέρος της κοινωνικής παραγωγής  προς όφελος κοινωνικών επενδύσεων, όπως Παιδεία, Υγεία κλπ που θεωρούνται όμως  πριν από όλα ότι εξυπηρετούν την ανάπτυξη. Ο αγώνας ενάντια στην αρρώστια, η απώθηση  του θανάτου γίνονται μια από τις μορφές της ανάπτυξης, μια από τις απαιτήσεις της κατανάλωσης. Προς δόξαν όμως του κεφαλαίου.
Με την κρίση αποδεικνύεται ότι ο ρόλος αυτός του κράτους ολοκλήρωσε το σκοπό του και πρέπει να διαλυθεί. Οι εφεδρείες των ανέργων ευτελίζουν την αξία της  εργατικής δύναμης κι ένα μεγάλο μέρος της εργατικής τάξης μπαίνει στο περιθώριο.  Μέσα λοιπόν  από τα όρια και τους νόμους της κυρίαρχης τάξης που καθορίζει και τις δυσκολίες όλης της λοιπής κοινωνίας θεωρείται αυτονόητο να διευκολύνεται το κεφάλαιο από τις δυσκολίες έτσι που κοινωνικές παροχές και κοινωνικές κατακτήσεις να θεωρούνται ότι υπονομεύουν την οικονομία και να πρέπει  οι μη «παραγωγικές» δαπάνες για κοινωνικές παροχές να περιορίζονται έως εξαφανίσεως. Γι’  αυτό και δεν υπάρχει καμιά αντίφαση ανάμεσα στον εκθειασμό της προληπτικής ιατρικής μέχρι πριν λίγο καιρό και στον περιορισμό των προληπτικών εξετάσεων τώρα. Κάθε σκέψη και δράση προσανατολίζεται στην προσαρμογή και υπαγωγή στις οικονομικές αναγκαιότητες των κελευσμάτων της κυρίαρχης εξουσίας που εξυπηρετεί το κεφάλαιο. Και η εξασφάλιση της υγείας είναι θέμα ταξικότητας.
Γιατί  και η  υγεία δεν είναι μια έννοια απόλυτη, όπως προσπαθούν να μας πείσουν. Σε κάθε ιστορικά διαμορφωμένη κοινωνία ορίζεται εντελώς διαφορετικά, αφορά την ικανότητα του ατόμου να συμμετέχει ενεργά στις δραστηριότητες ανάπτυξης και αναπαραγωγής της κάθε συγκεκριμένης κοινωνίας, μια  ικανότητα που καθορίζεται από  τη σωματική και  ψυχολογική κατάσταση του κάθε ατόμου. Κάποιες αρρώστιες μπορεί και να μην είναι πρόβλημα παρά μόνο στο βαθμό που επιβάλλουν στα άτομα μια τέτοια σωματική και ψυχική κατάσταση που είναι ασύμβατη  με το κοινωνικά καθορισμένο τρόπο υγείας που ανταποκρίνεται στον τρόπο οργάνωσης της παραγωγής. Η σημασία μιας αρρώστιας, οι συνέπειές της  και η θεραπεία της έχουν και ταξικό προσδιορισμό.
Κι αν το θέμα της υγείας η ιατρική του κεφαλαίου το κλείνει σε τεχνικά ουδέτερα όρια και το διαστρεβλώνει σαν προσωπικό, σαν ατομικό και τυχαίο πρόβλημα, είναι ακριβώς για να αποσιωπώνται τα  συλλογικά και συγκεκριμένα κοινωνικά αίτια  από την οποία  σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται. Η έννοια της αρρώστιας  δεν μπορεί να περιοριστεί ούτε σε μια αφηρημένη νοσηρή κατάσταση ούτε απλώς  στην κακή λειτουργία  του οργανισμού ή κάποιου από τα όργανά του αλλά θα πρέπει να εξεταστεί σε σχέση με μια σύνθετη πραγματικότητα προσωπικής ανασφάλειας, δυστυχίας και κοινωνικής μειονεκτικότητας. Ακόμα και τα μοντέλα υγείας που επικρατούν μη ξεχνάμε ότι προσδιορίζονται με βάση τα στάνταρ των εργαστηρίων που χρηματοδοτούνται από το ίδιο το κεφάλαιο.
Και τελικά,  οι  αλλαγές  που αποφασίζονται στα θέματα υγείας από τους κυβερνώντες αποκαλύπτουν  ξεκάθαρα ότι στον καθορισμό της αρρώστιας η κοινωνική τάξη  του αρρώστου έχει μεγάλη πρακτική  αξία όχι μόνο όσον αφορά στις αιτίες και το νόημα της αρρώστιας αλλά κυρίως τη θεραπεία και τις πιθανότητές της.

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΙ ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΙ ΚΑΙ ΤΑΞΙΚΕΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ



Πιστέψαμε  πως στη σημερινή μεταβιομηχανική  εποχή   ο πολιτικός βίος δεν  θεμελιώνεται  πλέον στην πάλη των τάξεων, γιατί  οι κοινωνικές αντιθέσεις που τον διατρέχουν και τον κινούν έχουν πολιτισμικό και όχι ταξικό χαρακτήρα. Απορρέουν δηλ.  από κοινωνικές διαφοροποιήσεις, ανισότητες και συγκρούσεις που σχετίζονται με  πολιτισμικές η βιολογικές ιδιαιτερότητες, όπως φύλο, σεξουαλικά πρότυπα και συμπεριφορά κλπ. διαφόρων κοινωνικών ομάδων  που συγκροτούν  τη σύγχρονη κοινωνία. Ο αγώνας πια  δεν χρειάζεται να γίνεται για την ανακατανομή των υλικών αγαθών  και πόρων της κοινωνίας, αλλά για τον  επανακαθορισμό πολιτισμικών αγαθών αμφισβητώντας κυρίαρχους κώδικες ή σύμβολα της καθημερινής ζωής. Κεντρική επιδίωξη είναι να μπορούν τα άτομα ελεύθερα να επιλέγουν τον τρόπο  σκέψης  και ζωής που αρμόζει  στο φύλο τους, στη φυλή τους, στην εθνοτική ομάδα τους  κλπ. και να απολαμβάνουν  ισότιμης μεταχείριση και κοινωνική  καταξίωση εντός της  κοινωνίας. Η υλική βάση της ζωής θεωρήθηκε αυτονόητα λυμένη ή δευτερεύουσας σημασίας.
Κι έτσι, βάζοντας την πολιτική στο περιθώριο, αδυνατούμε να αντιμετωπίσουμε τα κοινωνικά ζητήματα με πολιτικό τρόπο και συναινούμε να τα  οδηγούμε προς την δικαστική οδό δίνοντάς τα νομική λύση,  όπως απαιτεί το αστικό κράτος.  Γιατί είναι το αστικό κράτος δικαίου που  αντιμετωπίζει και μεταχειρίζεται τα μέλη της κοινωνίας ως πολίτες δηλ. ως τυπικά ίσα και νομικά υποκείμενα, απεκδυόμενα την ταξική τους ταυτότητα που όμως ούτε στιγμή δεν παύει να τους καθορίζει στον καπιταλισμό.  Κι έτσι κατοχυρώνεται νομικά και πολιτικά η τυπική ελευθερία και ισότητα  που αποτελεί  προϋπόθεση της εύρυθμης λειτουργίας της καπιταλιστικής αγοράς, όπως φυσικά και το δικαίωμα της ιδιοκτησίας.  Οι κανόνες όμως αυτοί,  σε συνδυασμό  με τον κατασταλτικό μηχανισμό του κράτους  που εγγυάται την τήρηση και επιβολή τους, διασφαλίζουν  ότι τα μέλη της κοινωνίας θα είναι πρόθυμα να μπουν στην αγορά και να  συνάψουν ανταλλαγές και συμφωνίες, και η εργατική δύναμη περιλαμβάνεται σ’  αυτές, και  πρόθυμα να αναγνωρίσουν το δικαίωμα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Κι έτσι θριαμβεύει η αστική  αντίληψη της ελευθερίας και της ισότητας που  ισοδυναμεί με ελευθερία και ισότητα ευκαιριών ή επιλογών.
Γι’ αυτό και δεν είναι δύσκολο ο κυρίαρχος λόγος να  εγκολπώνεται, τις τελευταίες δεκαετίες, ακόμα και μειοψηφικούς λόγους κοινωνικών κινημάτων, αρκεί να μην αμφισβητείται ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής,  καταφέρνοντας έτσι να  τον μεταβάλει σε λόγο της εξουσίας και  να τον μετατρέπει σε θεσμό. Γι’ αυτό και δεν ήταν επαναστατικό  η  θεσμοποίηση  πολιτικού  γάμου,  η νομιμοποίηση των  εκτρώσεων κλπ. παρά μόνο  για όσους ταύτιζαν και δεν ξεχώριζαν  εποικοδόμημα με οικονομική βάση. Αντίθετα περιφρουρείται και δεν αγγίζεται η σχέση κεφαλαίου –εργασίας, ενώ συγχρόνως  συγκαλύπτεται  ο ανελεύθερος και εκμεταλλευτικός της χαρακτήρας
Στο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο  λοιπόν η  επικέντρωση του ενδιαφέροντος  πολλών στην   καθιέρωση ή όχι συμφώνου συμβίωσης και για ομόφυλα ζευγάρια   τις περισσότερες φορές δεν συνδέεται καθόλου  με την ανικανότητα του καπιταλισμού να καλύψει τις  βασικές ανάγκες των υποτελών τάξεων, που μεταθέτοντας  το πρόβλημα δημιουργεί πολλές φορές  μια κατάσταση όπου μέρος του πληθυσμού, μια μειοψηφία  όπως π.χ οι ομοφυλόφιλοι, χρησιμοποιείται σαν αποδιοπομπαίος  τράγος, ποντάροντας στις  αντιδραστικές προκαταλήψεις της πλειοψηφίας, ή χρησιμοποιείται σαν απόδειξη της δικαιοσύνης και ελευθερίας του αστικού κράτους.  Και στις δυο περιπτώσεις αποκρύπτονται οι πολύ πραγματικές  κοινωνικές ταξικές ανισότητες που είναι αυτές που μας διαφοροποιούν, πηγή των οποίων είναι οι παραγωγικές σχέσεις στον καπιταλισμό.
Για χρόνια η καπιταλιστική κοινωνία μας που βασιζόταν  σε ιερές αρχές όπως ο μονογαμικός γάμος, η ετεροφυλία, η πατριαρχία προστάτευε  και   συγκάλυπτε  τη  βασική  οικονομική τους φύση με την αποδοκιμασία  και την ηθική  και θρησκευτική  άρνηση όλων των εκδηλώσεων που ξέφευγαν  από αυτές  τις ιερές αρχές. Επομένως  ο ομοφυλόφιλος δεν ήταν ελεύθερος  στις επιλογές του και αναγκαζόταν να υποχωρεί  σ’ έναν διφορούμενο, παράνομο, ταπεινωτικό, περιθωριακό και σκληρό κόσμο, με τον οποίο δεν ταυτιζόταν, κι όταν ένιωθε κάποια σιγουριά ήταν μόνο αν οι διανοητικές του  ικανότητες και η οικονομική του κατάσταση μπορούσαν να εξαγοράσουν τη συγγνώμη ή την ανοχή της κοινωνίας. Μόνο που τώρα αυτοί οι θεσμοί δεν είναι πια καθοριστικοί για τη δημιουργία προτύπων  που αποσκοπούν να κρατήσουν τους ανθρώπους στη «σωστή» τους θέση  μέσα στην κοινωνία. Οι νέες επικοινωνιακές τεχνολογίες μεταμορφώνουν δραστικά τον τρόπο κοινωνικής οργάνωσης και ζωής, αναπαριστούν αλλά και κατασκευάζουν την κοινωνική πραγματικότητα διαβρώνοντας τις ταξικές ταυτότητες και δημιουργώντας άλλες. Και βέβαια ο καπιταλισμός δεν δημιουργεί την ομοφυλοφιλία, αλλά δημιουργεί αυτήν την gay αλλοτριωμένη, εκμεταλλευόμενη και εκμεταλλευτική ουσιαστικά υποκουλτούρα που βασίζεται σε μια  κατασκευασμένη εικόνα αυτής της μειονότητας που αν προβάλλεται είναι γιατί  χαρακτηρίζεται μόνο από τη σεξουαλικότητά της. Γιατί στον μεταβιομηχανικό καπιταλισμό  κυρίαρχες ταυτότητες μένουν αυτές που απορρέουν από μη υλικές αξίες, από το στυλ ζωής, από προτιμήσεις και επιλογές –και η σεξουαλικότητα τείνει να κυριαρχήσει- και δεν εξαρτώνται από την υλική βάση οργάνωσης της παραγωγής ούτε και  την απειλούν. Αυτό όμως οδηγεί, και είναι το επιδιωκόμενο,  στην ανάπτυξη μορφών πολιτικής οργάνωσης και δράσης που δεν εκφράζουν  ή απορρέουν  από ταξικές αντιθέσεις και δεν στοχεύουν  στην αλλαγή οικονομικών και πολιτικών δομών.
Γι’  αυτό στην ταξική σύγκρουση δεν έχει νόημα η ενασχόληση με  το  σύμφωνο συμβίωσης για ομόφυλα ζευγάρια, αφού  δεν είναι στόχος του ταξικού κινήματος  η αναδιάρθρωση της κοινωνίας μέσω μεταρρυθμίσεων  στο λεγόμενο μικροεπίπεδο, στην προσωπική ζωή, στον εκδημοκρατισμό των δομών της καθημερινής ζωής.
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει αρνητική αντιμετώπισή του. Όχι μόνο γιατί ξεσκεπάζει το συγκινησιακό αισθηματικό περίβλημα που κάλυπτε τον οικονομικό σκελετό του γάμου, αποκαλύπτοντας τις αλλαγές που αυτός υφίσταται ακολουθώντας την εξέλιξη της οικονομικής βάσης της κοινωνίας. Αλλά γιατί ακόμα κι αν χρησιμοποιείται από την εξουσία για μετάθεση  ή συσκότιση  της ταξικής άποψης, (αφού  στηρίζεται  η διεκδίκηση σαν δικαίωμα στο περιθώριο της ιδιωτικής-προσωπικής ζωής του ατόμου, σαν αφηρημένου νομικού υποκειμένου πέρα από ταξικούς προσδιορισμούς) απελευθερώνοντας  μια καταπιεστική  κατάσταση που δοκιμάζει μια μειονότητα στο σεξουαλικό πεδίο ανοίγει ο δρόμος να ενταχθεί, ένα μέρος της,  στο πιο πλατύ μέτωπο του αγώνα ενάντια στην εκμετάλλευση και καταπίεση του  καπιταλισμού με την ταξική της  ταυτότητα.  

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΛΟΓΙΑ ΑΤΕΛΕΙΩΤΑ



Η εγχώρια ειδησεογραφία αναφέρεται στα σαραντάχρονα του ΠΑΣΟΚ και  στον επεισοδιακό τρόπο με τον οποίο  εξελίχθηκαν οι εκδηλώσεις του ΙΣΤΑΜΕ για τον εορτασμό τους,  επιμένει στα διάφορα σενάρια για την εκλογή προέδρου δημοκρατίας, επαναλαμβάνει υποθέσεις και προσδοκίες για τις  συνομιλίες εις Παρισίους με την τρόικα. Κι έχει κανείς την εντύπωση πως πολιτικοί και δημοσιογράφοι σαν να έχουν χάσει  το δεσμό τους με την πραγματικότητα, δεν καταλαβαίνουν τίποτε πια κι εξακολουθούν να ρητορεύουν, να διαπληχτίζονται, να διατάζουν δίχως να βλέπουν πως έχουν ξεπεραστεί. Κι ίσως επειδή το νιώθουν αυτό να φλυαρούν ατέρμονα, να  ουρλιάζουν  όλο και περισσότερο προς το θεό και το διάβολο, τη δημοκρατία και το φασισμό, προς την  Ευρώπη και τη χώρα τους αρνούμενοι ότι ανήκουν σε έναν κόσμο που βουλιάζει και χάνεται. Και μια πλειοψηφία, πιασμένη από τα ρετάλια της προηγούμενης ευημερίας, όσο νιώθουμε όλο το οικοδόμημα των δοκιμασμένων ηθικών και κοινωνικών συνθηκών  να καταρρέει τόσο στρεφόμαστε στη δουλειά μας,  στα οικονομικά μας, στην καλοπέρασή μας, προσπαθώντας να προφυλάξουμε το σπίτι μας χωρίς να νοιαζόμαστε  για τις αναταράξεις εκεί έξω,ενώ η οσμή από το μπαρούτι φτάνει μέχρι την αυλή μας.
               Κι όσο περνά ο καιρός αυτό που χαρακτηρίστηκε σαν οικονομική κρίση παίρνει μόνιμα χαρακτηριστικά και διαμορφώνει έναν ορισμένο τρόπο ζωής και αντίληψης της πραγματικότητας. Αφού  στροβιλιστήκαμε  χωρίς κανένα  σταθερό σημείο, μοιάζουμε ναρκωμένοι, σαν να μη ξέρουμε πού βρισκόμαστε. Σαν να αράξαμε σε μια παθητικότητα από φτώχεια, εξάντληση κι αηδία. Ίσως να είναι η αηδία τόσο δυνατή ώστε να έχουμε εγκαταλειφθεί σ’  αυτή και να βουλιάζουμε. Δεν έχουμε πια να διαλέξουμε ανάμεσα στο λιγότερο η περισσότερο κακό. Θεωρείται δεδομένη η κατάσταση που ζούμε και το κυριότερο μοιάζει να έχει πάψει να είναι αντικείμενο αμφισβήτησης, σαν ένα είμαστε έτοιμοι να πέσουμε κάτω από φρίκη και ασφυξία. Η αποσύνθεση ενός κόσμου πεσμένου στο λάκκο του που  αναπνέει  τις βρώμικες αναθυμιάσεις που βγαίνουν  από το πτώμα του…
               Πνιγήκαμε στο λόγια –κι εδώ. Στη βουλή, στο διαδίκτυο, στην καθημερινότητα ένα παραλήρημα. Ελάχιστα από τα λόγια είναι  εκείνα στα οποία  να συμπυκνώνονται εκτιμήσεις  για την εσωτερική και  διεθνή κατάσταση, και έτσι να διαγράφονται τα κύρια σημεία στα οποία να προσανατολίζονται οι σκέψεις. Νιώθει κανείς τέτοια ανεπάρκεια και αδυναμία να εντοπίσει ιεραρχήσεις, στόχους, έστω και μέσα από αμήχανες αναλύσεις και παραλείψεις, αλλά και ορισμένα κλειδιά  με  τα οποία  εν μέρει τουλάχιστον να μπορούν να ερμηνευθούν κάποια φαινόμενα.
 ¨Όσο πιο σύνθετη γίνεται η πολιτική πραγματικότητα τόσο πιο μεγάλη γίνεται η αδυναμία να δοθεί μια διαυγής  εικόνα των αντιθέσεών της και κατά συνέπεια  τόσο πιο δύσκολο να οργανωθεί  η κατάλληλη πολιτική δράση.  Ο μαρξισμός μας δίνει τα εργαλεία για να κατανοήσουμε τα γεγονότα, να δούμε πίσω από αυτά, να δούμε  τη δυνατότητα δημιουργίας νέου συνόλου γεγονότων, τη  δυνατότητα για πρόβλεψη όσον  εξαρτάται από το βαθμό της δράσης μας. Και πάντα όμως υπάρχει ο κίνδυνος αντί να διερευνήσουμε την αντικειμενική κατάσταση βάσει όλων των παραγόντων της, της εξέλιξής τους από κάθε πλευρά και στις αμοιβαίες σχέσεις τους να περιοριστούμε στη βάση μιας τυχαίας σχέσης δυο ή περισσότερων παραγόντων της αντικειμενικής κατάστασης κι αυτό να  καθορίσει την τακτική που θα ακολουθηθεί.
Και στη χώρα μας εξαντληθήκαμε να απομονώνουμε έναν ή  δυο παράγοντες, να τους περιορίζουμε στο χώρο της γειτονιάς του ο καθένας, είτε αυτή είναι η δουλειά του είτε η ηλικία  του κλπ., και να φλυαρούμε ατέρμονα για  σπρεντ, PSI, πλεονάσματα, ΕΝΦΙΑ κλπ. ανάλογα με την εποχή. Όταν πολεμικές συγκρούσεις κυκλώνουν την Ευρώπη από τη τη Β. Αφρική, τη Μ. Ανατολή μέχρι την Ουκρανία η επιμονή απομόνωσης των τεκταινόμενων στην Ελλάδα και  στην οικονομική ζώνη της Ευρώπης δημιουργεί μια μαγική εικόνα όπου σ’ αυτή  έχουν θέση  οι υπονομεύσεις ανάμεσα σε πρώην και νυν αρχηγούς στο ΠΑΣΟΚ, τα ευφυολογήματα υπουργών, οι υποσχέσεις για φοροαπαλλαγές, τα ατέλειωτα σενάρια προεδρολογίας, τα σύμφωνα συμβίωσης κλπ.
Μόνο που η κοινωνία, και όχι μόνο η δικιά μας,  που βασίζεται στον ταξικό  ανταγωνισμό διαρθρώνεται οικονομικά και πολιτικά με πολύ σύνθετο τρόπο και η αντιπαράθεση των συγκρουόμενων δυνάμεων είναι που διαμορφώνει την πορεία της  στην αναζήτηση διαφορετικών κάθε φορά  διεξόδων  από τα προβλήματα που προκύπτουν. Και τίποτε δεν είναι ευθύγραμμο. Αυτό που έδειξε η τετραετής οικονομική κρίση είναι πως  ακόμα κι αν οι άνθρωποι κινούνται και  δρουν  αυθόρμητα υπό την πίεση των οικονομικών γεγονότων αυτό δε σημαίνει πως οδηγούνται αυτομάτως στην αποκάλυψη του ρόλου του καπιταλισμού και στη συνειδητοποίηση της ταξικής τους θέσης.
Κι αν θεωρείται αυτονόητο να επαναλαμβάνονται κι εδώ οι ίδιες διαπιστώσεις    για το ρόλο του κομμουνιστικού κόμματος και της θεωρίας για την κριτική του καπιταλιστικού  τρόπου παραγωγής και τις κατευθύνσεις της υπέρβασής του είναι γιατί πια θα πρέπει να ξεπεράσουμε αυτόν τον τύπο ιδεαλισμού όπου πιστεύουμε πως στις κοινωνίες μας ούτε τάξεις υπάρχουν ούτε καπιταλιστές. Μόνο καλοί και κακοί άνθρωποι και νίκες χωρίς αγώνες, εξαντλώντας τις δυνάμεις μας σε προσδοκίες για ξαναχτίσιμο  του αστικού  μας  οικοδομήματος που η οικονομική κρίση υπονόμευσε για τα καλά και οι κανονιές ακόμα κι αν ακούγονται από μακριά το αναταράζουν.



Σάββατο 30 Αυγούστου 2014

ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ ΚΑΙ ΑΔΙΕΞΟΔΑ

Οι τζιχαντιστές ανάρτησαν, μετά το βίντεο με την εκτέλεση του αμερικανού δημοσιογράφου,  άλλο ένα βίντεο-σοκ στο YouTube στο οποίο απεικονίζονται να εκτελούν 250 Σύρους στρατιώτες. Το ΝΑΤΟ σχεδιάζει να αναπτύξει στρατιωτικές δυνάμεις και οπλικά συστήματα σε μεγάλη κλίμακα στην ανατολική Ευρώπη.  Το μέτωπο των συγκρούσεων διευρύνεται στην Ουκρανία και ο Μπ. Ομπάμα δηλώνει ότι η  ρωσική παρείσφρηση που εκτυλίσσεται αυτή τη στιγμή στην Ουκρανία δε μπορεί παρά να προκαλέσει επιβολή πρόσθετων κυρώσεων εναντίον της Ρωσίας.
               Οι ειδήσεις από τα πολεμικά μέτωπα της περιοχής μας γίνονται όλο και πιο ανησυχητικές. Κι αναρωτιέται κανείς  για τις πολύπλοκες στρατηγικές του κεφαλαίου απέναντι στον πόλεμο και την αδυναμία μας να τις ερμηνεύσουμε για να μπορέσουμε να τις αντιμετωπίσουμε. Η αναγνώριση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και της συνθετότητας της ταξικής πάλης είναι η αφετηρία  για κατανόηση των συγκρούσεων, ακόμα κι αν μοιάζει τα ταξικά ιδεολογικά  και πολιτικά ρεύματα να συγχωνεύονται με εθνικές ή θρησκευτικές  στοχεύσεις. Και η ανησυχία για επεκτάσεις των συγκρούσεων σε συνάρτηση με ιδιαίτερα καπιταλιστικά συμφέροντα  μπορεί και να μην είναι υπερβολική. Κι αν ο πόλεμος χρόνια τώρα κάνει την εμφάνισή του από μακριά, με την απόσταση μια  να ελαττώνεται (Γιουγκοσλαβία) μια  να μεγαλώνει, και μάλιστα ιχνογραφημένος κάτω από ωραία σκηνικά ή από ιδέες, θέαμα συγκλονιστικό ή θέμα για συζήτηση ηθικής ή μεταφυσικής,  τώρα μοιάζει να  εγκαθίστανται μόνιμα στην περιοχή  μας, σε ανάσα αναπνοής από εμάς. Και αν η δική μας αναζήτηση για καλούς και κακούς εμπλεκόμενους καταλήγει ατελέσφορη, έρχονται τα βίντεο με τις φρικιαστικές σκηνές των εκτελέσεων ομήρων  κι αιχμαλώτων που νιώθουμε να πλήττουν την  ηθική τάξη πραγμάτων, για να βοηθήσουν  να διαλέξουμε εχθρό, τουλάχιστον στο μέτωπο της Μ. Ανατολής. Το μέτωπο της Ουκρανίας γίνεται πεδίο κυριαρχίας της καπιταλιστικής τάξης με τους εσωτερικούς ανταγωνισμούς της που το μετατρέπουν κυριολεκτικά σε πεδίο μάχης, χωρίς να αναφαίνεται στον ορίζοντα η δυνατότητα να διασταυρωθούν με συγκρούσεις μεταξύ εργατικής τάξης και αστών. Πόλεμοι που μοιάζουν ελεγχόμενοι στα όρια του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, που μοιάζει να μην προκαλούν καθοριστική κρίση του καπιταλισμού για να οδηγήσουν στην κατάρρευσή του και την παγκόσμια ανατροπή του.
               Και θυμάται κανείς την έναρξη του Μεγάλου Πολέμου έναν αιώνα πριν, όταν στα περισσότερα σημεία  του ανεπτυγμένου κόσμου υπήρχαν ήδη μαζικά κινήματα του προλεταριάτου που θεωρητικά υπηρετούσαν αυτόν το σκοπό, την καταστροφή της αστικής τάξης και την εγκαθίδρυση της σοσιαλιστικής κοινωνίας, πόσο ο πατριωτισμός ελαχιστοποίησε τα σοβαρά κρούσματα αντίστασης και μη συνεργασίας. Οι ηγέτες των περισσότερων  σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων που συμμετείχαν στη Β Διεθνή συντάχτηκαν με την άρχουσα τάξη των χωρών τους υπέρ του πολέμου. Και μαζί τους οι προλετάριοι παρασύρθηκαν  από αδυναμία μπροστά στην κοινή γνώμη,  από φόβο κυρώσεων, από ξαναζωντανεμένα παλιά όνειρα εθνικής περηφάνιας αλλά και από σύγχυση από ιδέες ρητορικές των οπορτουνιστών. Κι ήταν ο πόλεμος καταλύτης, τόσο για τη διάλυση των ψευδαισθήσεων και αυταπατών  για συνεχή οικονομική ειρηνική ανάπτυξη όσο και για  την αποκάλυψη  των πραγματικών θέσεων  των σοσιαλδημοκρατικών ηγετών που είχαν εγκαταλείψει  την προοπτική της σοσιαλιστικής επανάστασης.  Κι ήταν η ρωσική επανάσταση που έκανε απτό και άμεσο τον κίνδυνο για τον καπιταλισμό και κυριάρχησε σε όλη την παγκόσμια ιστορία μέχρι την πτώση της ΕΣΣΔ.
               Αυτόν τον κίνδυνο για να αποτρέψει ο καπιταλισμός προσπάθησε να μετασχηματιστεί, προσεγγίζοντας τα ρεφορμιστικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, που αναδείχτηκαν στη Δυτική Ευρώπη ως κύριοι εγγυητές της συνέχειας του καπιταλισμού και ως εκ τούτου  μετατράπηκαν σε κόμματα που μπορούσαν να αναλάβουν τη διακυβέρνηση, υποσχόμενα το σταδιακό και ειρηνικό  μετασχηματισμό του καπιταλισμού σε σοσιαλισμό. Και νάμαστε τώρα στα μέσα της δεύτερης δεκαετίας του 21ου  αιώνα να ζούμε τις συνέπειες αυτής της σταθερότητας του καπιταλισμού που εδραιώθηκε με τη βοήθεια του ρεφορμισμού πάνω στην υπόσχεση της διανομής μέρους του τεράστιου πλούτου, και μάλιστα με κάποιο βαθμό δικαιοσύνης, στους εργαζόμενους των πλουσιότερων χωρών. Χαμένοι στις αυταπάτες μας, χωρίς θεωρητική θεμελίωση που αντικαθίσταται από τον καθημερινό εμπειρισμό, χωρίς τα εργαλεία εκείνα που θα βοηθούσαν στην ερμηνεία της πραγματικότητας πελαγοδρομούμε ανάμεσα στη  μοιρολατρική παθητικότητα και σε επαναστατική ρητορική. Η οικονομική κρίση δεν φαίνεται να δρα σαν καταλύτης για τη διάλυση των αυταπατών μας. Ζώντας σε ένα διαρκές παρόν βιώνουμε τα ιστορικά γεγονότα αποσπασματικά, χωρίς να συγκροτούν μια συνέχεια με το παρελθόν, και η αδυναμία μας για μια συνολική οπτική μας αφαιρεί τη δυνατότητα να ερμηνεύσουμε και να κατανοήσουμε την πραγματικότητα για να δράσουμε. Δεν είναι τώρα ο πατριωτισμός μας, το παρελθόν των αυταπατών της σοσιαλδημοκρατίας είναι που κληροδότησε τις στάσεις με τις οποίες αδυνατούμε να κατανοήσουμε την επίθεση του κεφαλαίου, την ανατροπή του συσχετισμού των δυνάμεων υπέρ του καπιταλισμού που καθόλου πια δεν μετασχηματίζεται σε σοσιαλισμό, τη ματαίωση των κατακτήσεων του εργατικού κινήματος, τις πολεμικές εστίες που πολλαπλασιάζονται, το φασισμό που καραδοκεί να κυριαρχήσει.
               Η οπισθοχώρηση του κομμουνιστικού κινήματος δεν οφείλεται στη χρεοκοπία του κομμουνισμού, αλλά στην οριστική αποτυχία των κυρίαρχων στρατηγικών του ρεφορμισμού (κι ας συνεχίζει ο ΣΥΡΙΖΑ να αναδιπλώνεται μέσα στις ίδιες ηττημένες πια στρατηγικές),  που στην τελική αντί να  ανοίξουν το δρόμο για το σοσιαλισμό δημιούργησαν τις καλύτερες προϋποθέσεις της επίθεσης του κεφαλαίου ενάντια στις δυνάμεις της εργασίας.

Τρίτη 26 Αυγούστου 2014

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟΝ ΕΝ.Φ.Ι.Α



Η ελπίδα πολλών μικρομεσαίων, οι οποίοι κατάφεραν στα χρόνια της σοσιαλδημοκρατίας του ΠΑΣΟΚ να αποκτήσουν περιουσία, για μελλοντική φορολογική  ελάφρυνση, επικαλούμενοι  αίσθημα δικαίου των κυβερνώντων μόλις ξεπεραστεί η κρίση, που στηρίζει τις αγωνιώδεις προσπάθειές τους να ανταποκριθούν στην ολοένα αυξανόμενη φορολογική επιβάρυνση των χρόνων των μνημονίων δεν διαφοροποιείται και πολύ  από την αφελή πίστη  στον καπιταλισμό που καλλιεργούσε η προπαγάνδα της κυρίαρχης εξουσίας  σε ανθρώπους, χωρίς καμιά γνώση, παλιότερων εποχών. Για παράδειγμα,  προ πεντηκονταετίας, σε κάποιο περιστατικό πολιτικής διαφωνίας μεταξύ χωρικών, το επιχείρημα πάμπτωχης γυναίκας για την εχθρότητά της στους  κομμουνιστές που στηριζόταν στο φόβο της ότι με την επικράτηση του κομμουνισμού θα της αφαιρεθεί η ραπτομηχανή της,  το μόνο περιουσιακό της στοιχείο, συνοψίζει τις ψευδαισθήσεις κι αυταπάτες στον καπιταλισμό, που ταυτίζουν την ελευθερία με τον αστικό ατομισμό, αλλά και το πιο χειροπιαστό, με την ατομική ιδιοκτησία.
               Κι ενώ την τελευταία τριακονταετία έχουν καταναλωθεί τόνοι αναλύσεων για την οικονομικοπολιτική πραγματικότητα το απλό, όπως το διατυπώνει ο  Φ. Ενγκελς  για να την κατανοήσουμε το ξεχνάμε ότι δηλ.  «η παραγωγή, και μαζί με την παραγωγή η ανταλλαγή των προϊόντων, αποτελεί τη βάση κάθε κοινωνικού συστήματος, πως, σε κάθε κοινωνία που αναδύεται ιστορικά, η κατανομή του πλούτου και μαζί μ' αυτή η διάρθρωση σε τάξεις ή κάστες, καθορίζεται από τo τι παράγεται, πώς παράγεται, καθώς και από τον τρόπο με τον οποίο ανταλλάσσονται τα πράγματα που παράγονται. Κατά συνέπεια, η τελική αιτία όλων των κοινωνικών μεταβολών και όλων των πολιτικών ανατροπών δεν πρέπει να αναζητηθεί στα κεφάλια των ανθρώπων, στην αυξανόμενη κατανόηση της αιώνιας αλήθειας και δικαιοσύνης, μα στις μεταβολές που συντελούνται στον τρόπο παραγωγής και ανταλλαγής. Δεν πρέπει να αναζητηθεί στη φιλοσοφία της εκάστοτε εποχής, μα στην οικονομία».
Κι αν  στις μέρες μας ο καπιταλισμός έχει κοινωνικοποιήσει την παραγωγή σε πρωτόγνωρη κλίμακα, όμως τα μέσα παραγωγής αποτελούν ατομική,  καπιταλιστική ιδιοκτησία κι είναι αυτή που προσδιορίζει τη θεμελιακή αντίθεση της καπιταλιστικής κοινωνίας. Οι δε δοξαστικοί ύμνοι στην ιδιωτική πρωτοβουλία που  συνοδεύονται από διαβεβαιώσεις για προστασία  της  ατομικής ιδιοκτησίας, πάντα στο όνομα του ορθολογισμού και της δικαιοσύνης,  κυρίως στον μικροαστό απευθύνονται που ευημερούσε μέχρι τώρα πουλώντας εμπορεύματα ή προσφέροντας υπηρεσίες. Μόνο που όσο αυξάνεται η συγκεντροποίηση της παραγωγής που συνοδεύεται από  το δυνάμωμα του ανταγωνισμού τόσο ο οικονομικός του ρόλος μειώνεται συνεχώς.   Κι όταν αυτό αποτυπώνεται στις   εγκυκλίους για τον  Ενιαίο Φόρο  Ιδιοκτησίας Ακινήτων, μόνο όταν ξεσηκώνουν διαμαρτυρίες  τα υπέρογκα ποσά που πιστώνονται στους ιδιοκτήτες, οι κυβερνώντες συναγωνίζονται ο ένας τον άλλο σε προτεινόμενες αλλαγές στον τρόπο υπολογισμού του, διαφημίζοντας ότι αποβλέπουν στη δικαιότερη κατανομή των φορολογικών βαρών. Κι εμείς μαζί τους θεωρούμε ότι το πρόβλημα είναι καθαρά σωστής εφαρμογής μιας δίκαιης αντίληψης για την κατανομή των φορολογικών βαρών. Μικροϊδιοκτήτες, μια μεγάλη πλειοψηφία, αποδεχόμαστε λοιπόν στον καπιταλισμό την κοινωνική ανισότητα, την ιδιοποίηση των αντικειμένων παραγωγικής και μη παραγωγικής κατανάλωσης,  τις σχέσεις των ανθρώπων  αναφορικά με το αντικείμενο της ιδιοποίησης, δηλ. το σύνολο  των σχέσεων παραγωγής που στην τελική είναι σχέσεις κυριαρχίας και υποταγής. « Η ιδιωτική  ιδιοκτησία  μας έκανε τόσο βλάκες και στενόμυαλους που ένα αντικείμενο είναι δικό μας μόνο όταν το κατέχουμε –όταν υπάρχει για μας σαν κεφάλαιο ή όταν άμεσα κατέχεται, τρώγεται, πίνεται, φοριέται, κατοικείται κλπ –όταν λοιπόν χρησιμοποιείται από εμάς. Παρ’ όλο που η ίδια η ιδιωτική ιδιοκτησία αντιλαμβάνεται πάλι όλες αυτές τις άμεσες πραγματώσεις της κατοχής μόνο σαν μέσα επιβίωσης, και η ζωή που υπηρετούν σαν μέσα είναι η ζωή  της ιδιωτικής ιδιοκτησίας –η εργασία και η κεφαλαιοποίηση»(Κ. Μαρξ, «Χειρόγραφα 1844», Διεθνής Βιβλιοθήκη, 1974)
Συμφωνώντας  με τον κυρίαρχο λόγο που προσπαθεί να ορίσει την ιδιοκτησία σαν ιδιαίτερη κατηγορία που έχει τη μορφή  αφηρημένης και αιώνιας ιδέας, ενώ ο καθορισμός της αστικής ιδιοκτησίας δεν σημαίνει παρά την περιγραφή όλων  των κοινωνικών σχέσεων  της καπιταλιστικής παραγωγής, γλιστράμε στη μεταφυσική και σε αυταπάτες για την πραγματικότητά μας. Κι είναι αυτονόητο επομένως να εκλιπαρούμε για δικαιοσύνη, συμπόνια, κοινωνική αλληλεγγύη κλπ.
       Αυτή όμως η έκκληση στη δικαιοσύνη όπως σημειώνει ο Φ. Ενγκελς στο «Σοσιαλισμός, Ουτοπικός και Επιστημονικός», είναι και ένδειξη ότι δυσλειτουργίες του συστήματος βγήκαν στην επιφάνεια.  «Όταν οι άνθρωποι αρχίζουν να κατανοούν ότι οι υπάρχοντες κοινωνικοί θεσμοί είναι παράλογοι και άδικοι, πως η λογική έγινε παραλογισμός και η αρετή κακό, αυτό φανερώνει πως αθόρυβα έχουν λάβει χώρα μεταβολές στις μεθόδους παραγωγής και ανταλλαγής, με τις οποίες το υπάρχον κοινωνικό σύστημα, που ήταν δομημένο με βάση παλιότερες οικονομικές συνθήκες, δεν μπορεί να προσαρμοστεί». (Εκδ. Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, 2006)