Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2012

ΕΥΘΥΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ

         Αυτές τις μέρες που εντείνονται οι διαμαρτυρίες των εργαζομένων στους ΟΤΑ για τις απολύσεις και οι σκηνές από τους προπηλακισμούς  της γερμανικής αντιπροσωπείας στη Θεσσαλονίκη εικονογραφούν  τους  ενδόμυχους φόβους  των κυβερνώντων όταν πια οι πολιτικοί και λοιποί μηχανισμοί, που είναι στην υπηρεσία τους,  κυκλοφορίας ιδεών και επιχειρημάτων εξαντλήσουν τις δυνατότητές τους να πείθουν. Γιατί, όταν πια ξεκάθαρα βιώνουν ολόκληρες ομάδες εργαζομένων την πολιτική που βασίζεται στην ευκολότερη λύση, την επιβολή της εξαθλίωσης μέσω της απώλειας εργασίας, ποια επιχειρήματα μπορεί να πείσουν για την αναγκαιότητά της;
         Τα επιχειρήματα βέβαια που επικαλούνται για τις τελευταίες αποφάσεις των απολύσεων δημοσίων υπαλλήλων, υπογεγραμμένες και από τους «αριστερούς» υπουργούς Μανιτάκη και Ρουπακιώτη,  δεν είναι νεόκοπα.  Και προηγουμένως, αλλά ιδιαίτερα με το πρώτο μνημόνιο, είχαν ενταθεί  οι φωνές αυτών που συνεχώς ανακάλυπταν τη στασιμότητα, δυσπλασία, παρασιτισμό ή ευδαιμονισμό της κοινωνίας. Σε αγαστή συμφωνία τεχνοκράτες, «σοσιαλιστές», φιλελεύθεροι  κλπ. δεν στηλίτευαν  μόνο την παραοικονομία ή και φοροδιαφυγή,  γενικώς και αορίστως, αλλά κυρίως τη χαμηλή παραγωγικότητα του δημόσιου τομέα για την οποία υπεύθυνοι ήταν οι δημόσιοι υπάλληλοι. Όσο πιο εμφανείς γίνονταν στην κοινωνία  οι διαστάσεις  του οικονομικού  προβλήματος, τόσο  πιο επιτακτική η ανάγκη για στοχευμένη κατεύθυνση της λαϊκής αγανάκτησης όχι μόνο γενικά στο δημόσιο τομέα αλλά στους υπαλλήλους του.
          Για χρόνια μετά τη δικτατορία, και ιδιαίτερα  την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, καλλιεργήθηκε ιδιαίτερα ο κρατισμός, με την προσπάθεια για σύσταση του  κράτους πρόνοιας και τη διαδικασία διεύρυνσης της μισθωτής εργασίας  στον οικονομικά ενεργά  πληθυσμό.   Όταν με το τέλος της πρώτης τετραετίας του ΠΑΣΟΚ έχουμε τη στροφή στο νεοφιλελευθερισμό, αυτή η στροφή άρχισε να καλλιεργείται  με την έντονη δυσφήμιση καθετί κρατικού, δημόσιου ως αναποτελεσματικού και αντιπαραγωγικού και στο τέλος κατέληξε να θεωρείται η αιτία των οικονομικών δεινών μας το υπερβολικό κράτος με τους ανίκανους, λουφαδόρους υπαλλήλους του.       Έτσι δημιουργήθηκε το στέρεο έδαφος, η απαραίτητη προϋπόθεση  για να ανθήσει  ο νεοφιλελευθερισμός. Στην ιδεολογική φαρέτρα για τη απαξίωσή του κράτους, και ιδιαίτερα του κράτους-πρόνοια,  περιλαμβάνονται και οι καταγγελίες των ιδιαίτερων προνομίων των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα με το καθεστώς μονιμότητας  και τον συντεχνιακό, οικονομίστικο συνδικαλισμό τους.
           Όλες αυτές οι καταγγελίες και η επιθετικότητα  δεν  κρύβει τίποτε άλλο παρά μόνο την προσπάθεια να καμφθούν  οι όποιες  αντιστάσεις των μισθωτών. Η μία αιχμή είναι να αισθανθούν οι μισθωτοί του δημόσιου τομέα υπεύθυνοι για την κατάσταση της οικονομίας και η άλλη να στραφεί η αγανάκτηση όλων των μη δημοσίων  σ’ αυτούς. Το πρόβλημα είναι ότι η πλειοψηφία πιστεύει ότι οι μισθωτοί  του δημοσίου απολαμβάνουν προνόμια, με πρώτο και κύριο τη μονιμότητα, που πραγματικά τους δίνει το πλεονέκτημα να μπορούν να αντιδρούν προς τον εργοδότη τους, το κράτος, χωρίς να φοβούνται την απώλεια της θέσης εργασίας. Γι’  αυτό και όλες οι απεργίες δημοσίων υπαλλήλων που γίνονται κατηγορούνται ως συντεχνιακές ή υποκινούμενες, θέλοντας  η κυρίαρχη πολιτική  να κρύψει το χαρακτήρα της σημερινής σύγκρουσης, όπου μια ευρείας αστικής συναίνεσης πολιτική επιχειρεί να αναδιαρθρώσει το οικονομικό σύστημα  ρίχνοντας την αμοιβή εργασίας και περιορίζοντας τις θέσεις εργασίας.
           Η επίθεση όμως κατά των εργαζόμενων στο δημόσιο τομέα έχει κι έναν ευδιάκριτο στόχο ή επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Ο καταιγισμός περί αργόσχολων, χαμηλής παραγωγικότητας, προνομίων και συντεχνιών  συνδυασμένη μάλιστα με την εικόνα της ανικανότητας, της ανυποληψίας και  διαφθοράς του δημοσίου  καθιστά αναξιόπιστους τους  εργαζόμενους του δημοσίου,  που είναι ισχυρότερα  οργανωμένοι,  για να  μη συναντηθούν  με τους εργαζόμενους  στον ιδιωτικό τομέα σε κοινό αγώνα. Γι’  αυτό άλλωστε  η κυβέρνηση προβαίνει συνεχώς σε  αποκαλύψεις σκανδαλωδώς παχυλών μισθών και επιδομάτων ή και περιπτώσεων διαφθοράς. Και φροντίζει με το τρίτο κατά σειράν μνημόνιο να τεθούν οι προϋποθέσεις οι υπάλληλοι να μη τολμούν  ποτέ ν’ αντισταθούν χωρίς να υπάρχει ο κίνδυνος της πειθαρχικής τους δίωξης ή αργίας.(βλ.http://leninreloaded.blogspot.gr/2012/11/blog-post_8765.html)
          Κι εμείς αναλωνόμαστε σε συζητήσεις για τις διακρίσεις παραγωγικά και αντιπαραγωγικά εργαζομένων μισθωτών, μόνιμων  και μη μόνιμων, δηλ. με το φάσμα της απόλυσης, για  τη μονιμότητα, για τους  ανταγωνισμούς ακόμα και τις  ιδιοτέλειες  των μισθωτών που τροφοδότησαν και τροφοδοτήθηκαν από τα πρώην κόμματα εξουσίας. Όμως αυτά τα προβλήματα, αυτές οι αντιθέσεις πρέπει να γίνονται μέσα στο εργατικό κίνημα που τίποτε δεν έχει να συζητήσει επ΄ αυτού τουλάχιστον, με τους παλιούς και όψιμους θιασώτες της ανασύνταξης του καπιταλισμού.  Εξάλλου σήμερα η κινητοποίηση  ξεπερνά τα όρια του συντεχνιακού χαρακτήρα. Η διαφορά με τον  συντεχνιασμό είναι καίρια, γιατί ανεξάρτητα από τα επιμέρους ιδιοτελή ή όχι κίνητρα όλοι  οι εργαζόμενοι είναι καιρός να καταλάβουμε  ότι  εδώ δεν μπορεί να σώσει ο καθένας τον  εαυτό του, ότι ο καθένας   είναι υποχρεωμένος να αμυνθεί αμυνόμενος και για τους άλλους, ότι στη σημερινή  επίθεση μόνο ένα κίνημα  μπορεί να αντισταθεί και όχι ένα άθροισμα ατόμων.

Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2012

ΕΝΩΤΙΚΑ ΠΡΟΣΚΛΗΤΗΡΙΑ;

       Βρισκόμαστε εν μέσω μιας βαθύτατης  κρίσης που συνταράσσει την ελληνική κοινωνία σε όλα τα επίπεδα. Κι αυτό που την προσδιορίζει ως τέτοια είναι ακριβώς  το γεγονός ότι οι συνέπειές της δεν περιορίζονται στην κεντρική πολιτική σκηνή αλλά διατρέχουν ολόκληρο τον κοινωνικό ιστό, πολλαπλασιάζοντας  τις επιπτώσεις  των αδιεξόδων της κεντρικής πολιτικής σκηνής.
        Δυόμιση χρόνια τώρα βιώνουμε την πλήρη χρεωκοπία του οικονομικού μοντέλου της ελληνικής κοινωνίας και την αποσύνθεση  του εκδημοκρατισμένου μεταπολιτευτικού κράτους. Η κοινωνία βρίσκεται σε αδιέξοδο και ιδιαίτερα η  μικρομεσαία τάξη  των μικρομεσαίων οραμάτων, που πια αναιρούνται τη στιγμή που  τίθενται. Αναζητούμε όμως ακόμα κοινούς στόχους με την άρχουσα τάξη, συνεχίζοντας να ζούμε τις αυταπάτες μας για  απόδοση δικαιοσύνης, πάταξη φοροδιαφυγής, αξιοκρατία, διαφάνεια κλπ. αδυνατώντας να καταλάβουμε ότι η ταξική συμμαχία που εξασφάλιζε τη συναίνεση στο καπιταλιστικό σύστημα  ήταν δυνατή όσο υπήρχαν οικονομικές δυνατότητες αναδιάρθρωσης και αναδιανομής εισοδημάτων, κάτω από την πίεση ενός ισχυρού εργατικού  κινήματος.  Ακόμα και τώρα βέβαια η ίδια η άρχουσα τάξη,  θεωρώντας ότι   προκειμένου να διατυπώσει μια διέξοδη απάντηση στην κρίση του συστήματος πρέπει να διευρύνει το χάσμα μεταξύ κυρίαρχων και υποτελών τάξεων, δεν θα διστάσει να επιχειρήσει  να αμβλύνει τις συνέπειες αυτής  της επιλογής στην πολιτική σφαίρα, πράγμα που σημαίνει την άσκηση της εξουσίας από πολιτικούς φορείς  με λαϊκά ερείσματα. Είναι εναλλακτική λύση  για την άρχουσα τάξη τη διαχείριση της καπιταλιστικής κρίσης  να μπορεί να αναλάβει ένας κυβερνητικός συνασπισμός αριστερών αποχρώσεων (ΣΥΡΙΖΑ;) με έμβλημά του  το κοινωνικό κράτος, αλλά με απαραίτητα στοιχεία, έστω κι αν θα θεωρούνται προσωρινά, του οικονομικού του προγράμματος τη διαχείριση ανεργίας και ανέχειας  για τα υποτελή κοινωνικά στρώματα. (Μια πρόβα έγινε με τη συμμετοχή της ΔΗΜΑΡ στην κυβέρνηση Σαμαρά). Έτσι θα κερδηθεί χρόνος, ώστε η πολιτική της βίαιης  οικονομικής ύφεσης που χτυπάει ταυτόχρονα, αλλά όχι με την ίδια ένταση,   όλα σχεδόν  τα κοινωνικά στρώματα  να μπορέσει να λειτουργήσει κερδίζοντας, έστω και βραχυπρόθεσμα, την   ιδεολογική και πολιτική συναίνεση των μαζών.
        Για τις υποτελείς όμως τάξεις από τη στιγμή που η συναίνεση δεν οδηγεί παρά στην εξαθλίωσή τους  δεν υπάρχει άλλος δρόμος από τη ρήξη. Η ρήξη όμως δεν οδηγεί παρά σε αντιπαράθεση που έχει σαν όρους της πια την υπέρβαση του συστήματος. Έχουμε φτάσει σε σημείο τομής, ανατροπής, χωρίς να σημαίνει ότι θα επέλθει αυτή η ανατροπή. Στο εξής ή το κεφάλαιο θα υποτάξει την εργατική τάξη επιβάλλοντας πλήρως την ηγεμονία του κι αφαιρώντας του ολοσχερώς  όλες τις κατακτήσεις είτε η εργατική τάξη, με τις σύμμαχες κοινωνικές ομάδες,  θα βαδίσει μια πορεία ανατροπής του κεφαλαίου προβάλλοντας το μοντέλο και την ανάγκη μια νέας πορείας πέρα από το υπάρχον σύστημα. Κι εδώ είναι το φοβερό κενό.  Καμιά πολιτική δύναμη, πλην ΚΚΕ, δεν προβάλλει την ανάγκη ανατροπής του συστήματος, όχι σε επίπεδο διαθέσεων αλλά πολιτικής πρακτικής,  και μάλλον ούτε και οι ίδιες οι μάζες, ίσως μόνο  κάποια  πρωτοπόρα  κομμάτια τους, έχουν φανταστεί κάποια τέτοια πιθανότητα. Έχουμε φτάσει πια μπροστά σε μεγάλα  και αποφασιστικά διλήμματα, χωρίς όμως  να υπάρχει παρά  ελάχιστη κατανόηση της φύσης της περιόδου που διανύουμε και των προτεραιοτήτων ανατροπής που αντικειμενικά  μπαίνουν μπροστά.  Γίνονται αναφορές στο ΕΑΜ και στη  δημιουργία μετώπων, αισιοδοξώντας  στη συνένωση διαφόρων κοινωνικών  δράσεων με βασικό στόχο την ανατροπή της πολιτικής  των μνημονίων, παίρνοντας ως δεδομένη τη διαταξική ενότητα,  παρακάμπτοντας έτσι τις  κοινωνικές τάξεις και τα συμφέροντά τους.  Οι πρωτοβουλίες αυτές γίνονται εκ των άνω, μέσα από τη διαμόρφωση της πολιτικής βούλησης, ενώ μεγάλα στρώματα του πληθυσμού ούτε καν ταξική συνείδηση δεν έχουν διαμορφώσει. Ριζοσπαστισμός στα λόγια  και τη θεωρία  αλλά στην κοινωνική πρακτική αναιμικές αντιδράσεις και ατέλειωτες συζητήσεις, χωρίς ταξικό περιεχόμενο και ξεκάθαρο στόχο. Κι όμως ο τόπος παραγωγής είναι  ο πρώτος και κύριος κοινωνικός χώρος που πρέπει να οργανωθεί μεθοδικά και είναι αυτή η αποφασιστική στιγμή, της συνειδητοποίησης  του εργαζόμενου στο χώρο δουλειάς και της ωρίμανσής του.  Κεντρικό σημείο λοιπόν θα πρέπει να είναι η αφύπνιση και η οργανωμένη αντίσταση ενάντια στο ίδιο το σύστημα, που  θα φουσκώνει στον κόσμο εργασίας, για να επεκταθεί και σ’  αυτόν της ανεργίας.
         Ακόμα όμως η πλειοψηφία ψάχνουμε δράσεις που να λούζονται στο φως της ανεξάρτητης κι αυτόνομης δραστηριότητας, όχι πάνω σε μια μαζική  ταξική βάση, σε μια ενιαία πολιτική γραμμή, αλλά μέσα από τις ενέργειες αυτόνομων ομάδων, διαφορετικών σε συμφέροντα, τακτικές και πολιτικές γραμμές, ενωμένες μόνο για να πολεμήσουν τα μνημόνια κι αυτά στο βαθμό που την κάθε ομάδα τη βλάπτει. Σ’ αυτό οφείλεται η ποικιλία, η αντιφατικότητα, το κομμάτιασμα των δράσεων και οι συνεχιζόμενες συγκρούσεις ανάμεσα σε τμήματα των εργαζομένων. 
        Κι ενώ οι κυρίαρχες  τάξεις δεν μπορούν να κυβερνούν όπως παλιά,  αλλά καταφέρνουν να διαχειρίζονται με νέους τρόπους την εξουσία,  η συνειδητοποίηση  των κοινών συμφερόντων των διαφόρων κοινωνικών στρωμάτων των εργαζομένων δεν έχει επιτευχθεί κι ας εδράζονται όλες οι προτάσεις για κοινωνικά μέτωπα στην προϋπόθεση της ενότητάς τους. Μάλιστα η μεγάλη πλειοψηφία δεν έχει βάλει καν αιτήματα συνολικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, ακριβώς γιατί δεν έχει   καν συνειδητοποιήσει το πρόβλημα ενός άλλου τρόπου οργάνωσης της κοινωνίας κι ίσως γιατί ακόμα ελπίζουμε, ιδιαίτερα τα μικρομεσαία στρώματα, ότι θα  αποφύγουμε τα χειρότερα.  Κι ίσως γι’  αυτό δεν υπάρχουν οι μαζικές κινητοποιήσεις που θ’  αντιστοιχούσαν στις συνθήκες που βιώνουμε. Σκεφτόμαστε κι ενεργούμε με όρους των χρόνων πριν από την ολομέτωπη επίθεση του κεφαλαίου, περιχαρακωμένοι στα ιδιαίτερα συμφέροντά μας η στη συνένωσή μας σε ένα συμβολικό επίπεδο και αναμένοντας τη μαγική λύση έξω από δικούς μας αγώνες.
       

Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2012

ΠΕΡΙΘΩΡΙΑΚΕΣ ΥΠΟΚΡΙΣΙΕΣ

           Από τις ήσσονος βαρύτητας ειδήσεις των τελευταίων ημερών είναι κι εκείνη που με εντολή του περιφερειακού διευθυντή Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Δυτικής Ελλάδος Γιώργου Παναγιωτόπουλου, το σχολείο επιστρέφει το φωτοτυπικό που έκανε δωρεά στο σχολείο οίκος ανοχής. Μεταξύ άλλων στην ανακοίνωση αναφέρεται: «Αποδεχόμενος την παιδαγωγική ευθύνη μου ως περιφερειακός διευθυντής εκπαίδευσης, έδωσα εντολή να επιστραφεί το φωτοτυπικό μηχάνημα το οποίο χορηγήθηκε στη σχολική μονάδα, ελπίζοντας ότι συγχρόνως δίνω το μήνυμα σε κάθε κατεύθυνση ότι κανένας δεν νομιμοποιείται να εκθέτει τον θεσμό του σχολείου και να αποκομίζει κέρδη εις βάρος των μαθητών. Ο,τι είναι νόμιμο δεν είναι κατ’ ανάγκη και ηθικό».
         Και ξαναθυμόμαστε  τα λόγια του Μάρξ:
        «.. Κάθε τι που σου ανήκει πρέπει να το κάνεις πωλήσιμο, δηλ. χρήσιμο. Αν ρωτήσω  τον πολιτικό οικονομολόγο: υπακούω στους οικονομικούς νόμους όταν βγάζω χρήματα προσφέροντας το κορμί μου για πούλημα, παραδίνοντάς το στη λαγνεία του άλλου; (οι βιομηχανικοί εργάτες στη Γαλλία αποκαλούν την εκπόρνευση των γυναικών και των θυγατέρων τους υπερωρία, πράγμα που είναι απόλυτα σωστό). ¨Η δεν δρω σύμφωνα με την πολιτική οικονομία όταν πουλώ το φίλο μου στους Μαροκινούς;(και η άμεση πώληση ανθρώπων με τη μορφή  εμπορίου στρατευσίμων κλπ.  συμβαίνει  σε όλες  τις πολιτισμένες χώρες).Τότε ο πολιτικός οικονομολόγος μου απαντάει: Δεν παραβαίνεις τους νόμους μου. άκου όμως τι έχουν  να σου πουν σχετικά η Αδελφή Ηθική και η Αδελφή Θρησκεία.  Η πολιτική  οικονομική  μου ηθική και θρησκεία δεν έχει να σε ψέξει στο παραμικρό, αλλά . – Ποιον πρέπει τώρα να πιστέψω, την πολιτική οικονομία ή την ηθική; Η ηθική της πολιτικής οικονομίας είναι το κέρδος, η εργασία, η αποταμίευση, η εγκράτεια – όμως η πολιτική οικονομία υπόσχεται να ικανοποιήσει τις ανάγκες μου. Η πολιτική οικονομία της ηθικής είναι ο πλούτος της ήσυχης συνείδησης, της αρετής κλπ. πώς όμως μπορώ να ζήσω ενάρετα όταν δεν ζω; Και πώς μπορώ να  έχω ήσυχη συνείδηση όταν δεν έχω ολωσδιόλου συνείδηση; Από την ίδια τη φύση της αποξένωσης πηγάζει το γεγονός ότι κάθε τομέας εφαρμόζει πάνω μου ένα διαφορετικό και αντίθετο μέτρο – ένα η ηθική και ένα άλλο  η πολιτική  οικονομία. Γιατί κάθε μια  αποτελεί συγκεκριμένη αποξένωση του ανθρώπου και συγκεντρώνει την προσοχή της σ’ ένα ιδιαίτερο τομέα της αποξενωμένης ουσιαστικής δραστηριότητας και κάθε μια τους βρίσκεται σε σχέση  αποξένωσης με την άλλη. Ετσι ο κ. Michel Chevalier κατηγορεί τον   Ricardo ότι έχει κάνει αφαίρεση από την ηθική.  Ο Ricardo  όμως επιτρέπει στην πολιτική οικονομία να μιλάει τη δική της γλώσσα, κι αν δεν μιλάει ηθικά, σ’ αυτό δεν φταίει ο Ricardo. Ο κ. Chevalier  αφαιρεί από την πολιτική οικονομία στο βαθμό που ηθικολογεί, αλλά πραγματικά και υποχρεωτικά αφαιρεί από την ηθική στο βαθμό που κάνει πολιτική οικονομία. Η σχέση της πολιτικής οικονομίας προς την ηθική, όταν δεν  είναι αυθαίρετη, τυχαία και γι’  αυτό αθεμελίωτη  και αντι- επιστημονική, όταν δεν τίθεται σαν επιφανειακή κι εννοείται σαν ουσιαστική, μπορεί να είναι μόνο η σχέση των νόμων της πολιτικής οικονομίας προς την ηθική. Αν δεν υπάρχει καμιά τέτοια σχέση ή αν πρόκειται μάλλον για την αντίθετη περίπτωση, σε τι μπορεί να βοηθήσει ο Ricardo; Αλλωστε, η αντίθεση ανάμεσα στην πολιτική οικονομία και στην ηθική είναι μόνο  επιφανειακή και καθόλου πραγματική. Εκείνο που  συμβαίνει είναι ότι  η πολιτική οικονομία εκφράζει τους ηθικούς  νόμους με τον δικό της τρόπο…» (Χειρόγραφα 1844, σελ. 155, εκδ.Διεθνής Βιβλιοθήκη, 1974)
            Σε μια ασήμαντη απόφαση της διοικητικής μηχανής αναγνωρίζουμε τη διαστρεβλωμένη  μορφή που παίρνει η υποκριτική αστική ιδεολογία, εκφράζοντας τα ιδιαίτερα συμφέροντά της  σαν καθολικά. Από τη μια μεριά, σε επίπεδο κεντρικής εξουσίας και κυρίαρχης ιδεολογίας αυτό που ενδιαφέρει είναι η ανάγκη για χρήμα, για το κέρδος που   παράγεται από το οικονομικό σύστημα, σε επίπεδο όμως επιμέρους περιπτώσεων αφήνεται να φανεί η κυριαρχία της ηθικής. Μια ηθική που μπορεί  μεν να  έχει ταξικό χαρακτήρα, σίγουρα όμως  οι  οικονομικές, πολιτικές και άλλες παράμετροι  δε προκαθορίζουν  απόλυτα τη λύση κάθε επιμέρους ηθικού προβλήματος, αλλά αυτά  μπορούν να αξιολογούνται  ευρύτερα με βάση τα κριτήρια του καλού, της δικαιοσύνης κλπ. Αυτό δεν σημαίνει ότι η σχετική αυτονομία αυτών  των κριτηρίων  δε συνίσταται  καθόλου στο ότι προέρχονται από κάποια πηγή διαφορετική από εκείνη των συγκεκριμένων  κοινωνικών  απαιτήσεων. Αντίθετα σημαίνει  ότι  αντανακλούν τις απαιτήσεις αυτές  στην πιο καθολική μορφή  και παίρνουν υπόψη όχι μόνο  την επίτευξη κάποιων  ειδικών στόχων, αλλά τις πολύπλευρες ανάγκες της κοινωνικής ζωής στο δοσμένο στάδιο της πολιτιστικής της ανάπτυξης. Γι’  αυτό και η ωφελιμιστική συγκυριακή προσέγγιση στην επίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων  μπορεί μερικές φορές να είναι και πολιτικά κοντόθωρη και καθόλου χρήσιμη από την άποψη  των ευρύτερων  και απώτερων κοινωνικών στόχων.  Με την απόφαση λοιπόν του περιφερειακού διευθυντή ίσως θεωρείται ότι διασώζονται εκείνες οι ηθικές αρχές  που υποστηρίζουν και επικυρώνουν το  καθορισμένο  κοινωνικό σύστημα, τον τρόπο ζωής και τις μορφές επικοινωνίας στη πιο γενική  τους  βέβαια μορφή. Γι’  αυτό έγινε αποδεκτή στη συγκεκριμένη περίπτωση, μετά από δεύτερη σκέψη βέβαια,  εκείνη η  ηθική που απαγορεύει και καταδικάζει ενέργειες ακόμα κι αν είναι πιο αποτελεσματικές και χρήσιμες από την άποψη  της τρέχουσας στιγμής και των επιμέρους στόχων (εξασφάλιση για τους μαθητές φωτοτυπικού)
            Αποσιωπώντας λοιπόν ότι στους ηθικούς κανόνες αντανακλώνται   οι ανάγκες του ανθρώπου και της κοινωνίας και  ιδιαίτερα ότι στην ταξική κοινωνία οι απαιτήσεις της, οι αρχές της, τα ιδανικά  και οι αξίες της  αποκτούν σε σημαντικό  βαθμό ταξικό χαρακτήρα και νόημα, τονίζεται και προβάλλεται  ότι διατηρούνται οι  πανανθρώπινοι  ηθικοί κανόνες, οι οποίοι συνδέονται με τις κοινές για όλες τις εποχές συνθήκες της ανθρώπινης συμβίωσης. Μόνο που στην προκειμένη περίπτωση οι κανόνες ηθικής, που τώρα τους  θυμήθηκαν, αναφέρονται σε θεσμούς που είναι απότοκοι του ίδιου του  συστήματος (δίπολο οικογένεια – πορνεία) σε ένα προγενέστερο μάλιστα στάδιο ιστορικών συνθηκών του τρόπου ζωής μας και μόνο υποκριτικά πια  αποτελούν κριτήριο ηθικότητας
            Τελικά,  αυτό που μένει είναι πάλι η προσπάθεια  ηθικοποίησης της κοινωνικής ζωής, με την ηθική σε ρόλο ανώτατου κριτή, όταν η εστίαση θα έπρεπε να επικεντρώνεται στην ανικανότητα της κεντρικής διοίκησης να εξασφαλίσει τα απαραίτητα σε δημόσιο σχολείο, δηλ. στην ακολουθούμενη πολιτική.