Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2012

ΠΡΟΣ ΕΚΦΑΣΙΣΜΟ ΟΛΟΤΑΧΩΣ

         Κι ενώ περνά ο καιρός, δεν έχουμε ακόμα ενδείξεις για έφοδο της εργατικής τάξης στον πολιτικό και κοινωνικό στίβο, που να αμφισβητεί  το σύνολο των πολιτικών οι οποίες επιβάλλονται από τα κυρίαρχα εγχώρια και διεθνή κέντρα του κεφαλαίου, με οποιαδήποτε μορφή, όπως του  εκσυγχρονισμού και εξευρωπαϊσμού, και με οποιαδήποτε πρόφαση, στην προκειμένη περίπτωση την οικονομική κρίση.
          Ο κυρίαρχος λόγος καλλιεργεί την ρεαλιστική ηττοπάθεια, περνώντας στα πλατιά  τμήματα των εργαζομένων την ψευδαίσθηση ότι  οι μηχανισμοί της ευρωζώνης  προστατεύουν την οικονομία μας από την κατάρρευση και αυτή η επιλογή είναι μονόδρομος. Συγχρόνως, επικρατούν οι διαιρετικές πολιτικές που αποδυναμώνουν τους εργαζόμενους απέναντι στην καπιταλιστική επίθεση και δημιουργούν εντάσεις και τριβές ανάμεσα σε κομμάτια του λαού. Αυτοί που κυρίως βρίσκονται στο στόχαστρο είναι οι ξένοι εργάτες,  μετανάστες νόμιμοι ή όχι, ενώ όλη η φιλολογία χρόνων για υψηλόμισθους, προνομιούχους υπαλλήλους λείανε το έδαφος για μεγαλύτερη καταστολή  και πιο οδυνηρά χτυπήματα. 
            Κι έτσι καλά κρατεί ο  ανταγωνισμός  ανάμεσα στους εργαζόμενους. Σιγά σιγά  μάλιστα διαμορφώθηκε στα δυο χρόνια του μνημονίου το περιβάλλον που ευνοεί τη μετακύλιση της  καπιταλιστικής κρίσης  σε εθνικισμό, ρατσισμό και φασισμό.
             Τρεις  μόλις μήνες από τις εκλογές που ανέδειξε πέμπτη δύναμη στο κοινοβούλιο της Χρυσή Αυγή, το θράσος και ο κυνισμός  περίσσεψαν, με αποτέλεσμα να αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο οι βίαιες ενέργειες των  μελών και βουλευτών  της Χρυσής Αυγής  εναντίον μεταναστών. Φαίνεται να δημιουργείται ένας μηχανισμός καταστολής, στο μισοσκόταδο της ημιπαρανομίας, που στην πραγματικότητα υπερασπίζει τα νώτα της εξουσίας. Κοινωνικές ομάδες  φοβισμένες, που ούτε πολιτική συνείδηση έχουν αναπτύξει, ούτε κι αισθάνονται περήφανοι για τον εαυτό τους, αλλά αντίθετα  δείχνουν ανίκανοι  να κατανοήσουν τις ρίζες και της αιτίες της εξαθλίωσής τους, κρύβουν τα κεφάλια τους πίσω από τις σιδερένιες γροθιές προστασίας  που τους υπόσχονται οι φασίστες, ξεχνώντας τον κίνδυνο που κρέμεται πάνω από τα κεφάλια τους. 
               Δημιουργούνται καταστάσεις   που θα αποτελέσουν  μιας πρώτης τάξης ευκαιρία για νομιμοποίηση και μονιμοποίηση  διαδικασιών που καταλύουν θεσμούς, νόμους και κανόνες του δημοκρατικού κράτους.  Θα καταλήξουμε, φασιστικές οργανώσεις ν’  αποκτήσουν αυτονόητα το δικαίωμα να εξοπλίζουν  έμπιστους ανθρώπους τους, να κατασκευάζουν πραγματικούς ιδιωτικούς  στρατούς με απεριόριστα δικαιώματα και δυνατότητες. Η δημιουργία συμμοριών θα είναι το απεχθέστερο  πρόσωπο της νέας κατάστασης. 
                 Μετά  τις εκλογές δίνεται η εντύπωση ότι επικρατεί  μια σχετική σταθεροποίηση στην κορυφή της πολιτικής ιεραρχίας, που περισσότερο  πραγματοποιήθηκε  όμως μέσα από τη συγκέντρωση της κυβερνητικής εξουσίας στα χέρια εκπροσώπων των ευρωπαϊκών και διεθνών κέντρων. Η αναντιστοιχία που φαίνεται να υπάρχει  ανάμεσα στην κορυφή της εξουσίας της χώρας και στην κοινωνική  βάση δεν έχει πάρει συγκεκριμένη μορφή. Οι δυνάμεις που αντιστρατεύονται την  κυρίαρχη πολιτική  και τις επιλογές της, που στην πραγματικότητα περιορίζονται στην κομμουνιστική αριστερά,  δεν έχουν γίνει  ακόμα ισχυρές. Αυτό όμως   δεν μετριάζει το  φόβο των κυβερνώντων μήπως και  γίνουν  μέσα στον κυκλώνα  των αδιεξόδων που απειλούν μια χώρα, η οποία  με επιταχυνόμενη ταχύτητα καταστρέφεται. Η αφόρητη πίεση που ασκεί αυτή η πολιτική  στα μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού, μπορεί να τα οδηγήσει σε αντιδράσεις τόσο πιο απελπισμένες και αποφασιστικές, όσο περιορίζονται οι διέξοδοι που τους αφήνονται ανοικτές.  
               Συγχρόνως,  οι  νέες συνθήκες που δημιουργήθηκαν, την τελευταία εικοσαετία,  μετά την ήττα του κομμουνιστικού κινήματος και τη κατασυκοφάντησή του, τους χειριστικούς και κατασταλτικούς μηχανισμούς, την αποϊδεολογικοποίηση, κάνουν τις ιθύνουσες τάξεις των καπιταλιστικών χωρών να μη θεωρούν τόσο επικίνδυνο το πέρασμα από την αστικοδημοκρατική μορφή  διακυβέρνησης στις  ανοιχτά αυταρχικές, αν κι όχι κατ΄ όνομα φασιστικές, μεθόδους.
       Καθόμαστε λοιπόν πάνω σ’ έναν κόσμο ερειπωμένο κι άς μη το συνειδητοποιούμε.  Ο εφιάλτης  της απειλής δεν τελειώνει, συνεχώς εφευρίσκεται νέα απειλή.
            Αφού ο ίδιος ο καπιταλισμός δημιούργησε  τα μεταναστευτικά ρεύματα,  για να εξασφαλίσει υπερεπάρκεια εργατικού  δυναμικού, τώρα χρησιμοποιεί το ρατσισμό για να διασπάσει τους εργαζόμενους, να αποπροσανατολίσει τους ντόπιους από τις πραγματικές αιτίες των προβλημάτων τους, δίνοντας ταυτόχρονα και διέξοδο στην αντίδρασή τους, ενώ παράλληλα κρατά σε καθεστώς τρόμου  και τους μετανάστες. Ο ρατσισμός χρησιμοποιείται για να καταστέλλεται και διαστρέφεται η αγωνιστική διάθεση των εργαζομένων. Παράλληλα, αυτές οι πολιτικές δημιουργούν ένα ιδεολογικοπολιτικό περιβάλλον, όπου η αναβίωση και ανάπτυξη του φασισμού, σαν πλήρης έκφραση του εθνικισμού, του ρατσισμού αλλά και του «συμμοριτισμού»,  μοιάζει σαν φυσική συνέπεια, χρήσιμη διέξοδος για δυναμικά στοιχεία από τους χώρους της νεολαίας και των ανέργων, και πολύτιμη εφεδρεία για το σύστημα στην περίπτωση που γίνει αναγκαία πολιτικά μια ανοιχτά φασιστική διαχείριση. Ρατσισμός και φασισμός, ακόμα και ο εθνικισμός, μπορούν να αποτελέσουν τους προπομπούς  της ακραίας διαχείρισης  του ταξικού πολέμου. 
            Αφού λοιπόν δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για την εκκόλαψη του φασισμού, τώρα κραδαίνουν την απειλή του οι κυβερνώντες,  για να συσπειρώσουν γύρω από τις δικές τους επιλογές μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, εξουδετερώνοντας τις όποιες αντιδράσεις τους, στο όνομα της δημοκρατίας που οι ίδιοι έχουν συντελέσει στη συρρίκνωσή της. 
              Οι φωνές,  μάλιστα, για εκτός νόμου της Χρυσής Αυγής ανοίγουν το δρόμο για τον ξεκάθαρο ιδεολογικοπολιτικό χειρισμό και την  αντιστροφή της πραγματικότητας.  Ετσι, από  τη μια θα αποχτήσει έναν ψευδεπίγραφο  αντισυστημικό χαρακτήρα η  Χ.Α, προσελκύοντας μεγάλες ομάδες πληθυσμού χωρίς ταξική συνείδηση,  που αποδίδουν την εξαθλίωσή μας στους κλέφτες πολιτικούς. Από την άλλη, δημιουργείται κι ένα προηγούμενο  για τον  παραγκωνισμό και την αποσάθρωση της κομμουνιστικής αριστεράς, που παραμένει ο κεντρικός στόχος, με επίκληση πάντα της νομιμότητας.     
             ¨Οσο  η μεγάλη πλειοψηφία εργαζομένων συμπεριφερόμαστε σαν ένα μεγάλο κοπάδι που περιπλανιέται, που χτυπιόμαστε από δω κι από κεί σηκώνοντας με τα πόδια μας τη σκόνη των ιδεών, χωρίς ταξική συνείδηση, οι προϋποθέσεις για τον εκφασισμό της κοινωνίας κτίζονται με μεγάλη ταχύτητα κι εμείς θα βρεθούμε σε κατάσταση ασφυξίας στον πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό χώρο.

Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2012

ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΕΣ ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

           H Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης αποτέλεσε την ευκαιρία, για μια ακόμα φορά, για την εκδήλωση της αγανάκτησης και της δυσαρέσκειας των εργαζομένων απέναντι στην αντιλαϊκή πολιτική που ακολουθείται.  Μόνο που φέτος ο πρωθυπουργός, εκφραστής της αντιλαϊκής πολιτικής,  δεν βρισκόταν εκεί την ώρα των κινητοποιήσεων. Οι διάφορες πορείες  περιφέρονταν στους δρόμους της πόλης περισσότερο ακολουθώντας ένα τελετουργικό και λιγότερο  εκδηλώνοντας μια μαχητικότητα και αγωνιστική διάθεση ενός κόσμου που θίγεται μέχρις εσχάτων από μέτρα, ρυθμίσεις κλπ.  Κι ενώ και με τις πρωινές πορείες,  την ίδια μέρα, των ένστολων δείχνει πως πλαταίνει ο αγώνας των εργαζομένων, αφού και πολλοί άλλοι μπαίνουν στο χορό, στην πραγματικότητα έχουμε  έναν ταξικό αποπροσανατολισμό, μια δρομολόγηση   της δυσφορίας  σε οικονομίστικες αντιδράσεις, που διευκολύνουν την απορρόφηση  τους και τη διοχέτευση τους σε ανώδυνους για το σύστημα δρόμους, αφού δεν αμφισβητούν ούτε κατ’  ελάχιστο το ίδιο. 
              Δυο χρόνια μετά το μνημόνιο, κάθε διεκδίκηση οικονομίστικου χαρακτήρα δεν αποτελεί πια  από μόνη της συμβολή στην συνειδητοποίηση και ενοποίηση της εργατικής τάξης, στην αλληλεγγύη και στον συντονισμό του αγώνα, ώστε να  τροποποιήσουμε το συσχετισμό δυνάμεων προς όφελός μας  και να πάψουμε να είμαστε αντικείμενο της αναδιάρθρωσης και  να γίνουμε υποκείμενα της ιστορικής διαδικασίας. 
         Πριν από την πολύπλευρη και πολυπλόκαμη επίθεση του καπιταλισμού εναντίον των εργαζομένων, πιστεύαμε, η πλειοψηφία,  πως ο στόχος των  όποιων αγώνων μας  ήταν με τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που διεκδικούσαμε,  και πολλές φορές πετυχαίναμε, η   βελτίωση της θέσης μας  στο υπάρχον σύστημα, η οποία νομοτελειακά σχεδόν θα έβαινε βελτιούμενη. Δίναμε  λοιπόν  πολλοί εργαζόμενοι,  ακολουθώντας τους ρεφορμιστές, σοσιαλδημοκράτες κλπ.  τη δυνατότητα στην αστική πολιτική να ελιχθεί, να οπισθοχωρήσει αλλά και συγχρόνως να αποδιαρθρώσει το διεκδικητικό μέτωπο, ξαναπαίρνοντας πολλές φορές πίσω αρκετά απ’ αυτά που έδωσε.
           Δυο χρόνια όμως τώρα,  αυτό που θα πρέπει να  συνειδητοποιήσουμε είναι πως πια  και η παραμικρή αλλαγή  προς όφελος των εργαζομένων προϋποθέτει μια συνολικότερη αλλαγή του οικονομικοκοινωνικού συστήματος. Γι΄ αυτό και η μεγαλύτερη μάχη δίνεται στο επίπεδο της συνείδησης. Αυτά τα δυο χρόνια υπάρχει μια μεγάλη ποικιλία από αντιδράσεις, υποκατάστατα, αντανακλαστικά. Υπάρχουν εργαζόμενοι με αστική ιδεολογία που επηρεάζονται  από διάφορα ιδεολογήματα, κάποιοι άλλοι με κακοχωνεμένη πείρα από αγώνες στη λογική  της ταξικής συνεργασίας και συμφιλίωσης, άλλοι με ταξικό ένστικτο που δεν είναι σίγουροι πού να το διοχετεύσουν, υπάρχουν μεμονωμένοι ταξικά συνειδητοί εργάτες, κάποιοι, πιο λίγοι, είναι  συνειδητοποιημένοι  κομμουνιστές,  υπάρχουν ακόμα οι αναστατώσεις  στις συνειδήσεις από τις γρήγορες εξελίξεις και αλλαγές κλπ. Και υπάρχει και η προσπάθεια της άρχουσας τάξης  να μεταφέρει  τον πόλεμο μέσα στους εργαζόμενους χύνοντας το δηλητήριο του φασισμού και ρατσισμού.
         Χωρίς λοιπόν μια οργανωμένη δύναμη που με συνέπεια και πείσμα να επιμείνει στη  κατεύθυνση δημιουργίας  ενός ταξικού ρεύματος, που θα παλεύει για τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, θα διαχωρίζεται  με την αστική ιδεολογία  και θα αντιστέκεται στις διαιρετικές πολιτικές της άρχουσας τάξης  δεν θα μπορέσουμε να οικοδομήσουμε ούτε μια γραμμή άμυνας ενάντια  στη διεθνή επίθεση του κεφαλαίου, την παγκόσμια λιτότητα και ανεργία. Το κομμουνιστικό κόμμα  μπορεί  να είναι αυτή η αποφασιστική δύναμη που θα συνενώνει  και θα δίνει προοπτική στους αγώνες, αναδεικνύοντας την επικαιρότητα του κομμουνισμού σαν μοναδικής  θετικής διεξόδου από την καπιταλιστική βαρβαρότητα. Γιατί το  εύρος και η σκληρότητα  του καπιταλισμού  στους εργαζομένους  είναι τέτοια  που μόνο ο ενιαίος πανεργατικός αγώνας μπορεί να ανατρέψει την πολιτική της φτώχειας, εξαθλίωσης, ανεργίας.
               Αυτό βέβαια δεν ακυρώνει  την καθημερινή πάλη των  εργαζομένων για  αντίσταση ή άμεσες διεκδικήσεις.  Το κρίσιμο όμως σημείο είναι η σχέση  τους με τον απώτερο στόχο, του μετασχηματισμού της κοινωνίας, της σφυρηλάτησης ταξικών σχέσεων και δεσμών στους εργαζόμενους. Γιατί μέσα από την καθημερινή πάλη αναγνωρίζει και  διαπαιδαγωγείται  ένα ολόκληρος κόσμος για το ποιοι είναι οι σύμμαχοι και οι εχθροί του,  ζυμώνονται οι προϋποθέσεις ακόμα και για ανατροπή ολόκληρης της δομής της πολιτικής εξουσίας, μπορεί να μετασχηματίζεται  η  νωθρή, απαίδευτη διάθεση του πολύ κόσμου και οργανώνεται και βαθαίνει στη συνείδησή του η ανάγκη μεγαλύτερων αλλαγών. 
               Ακόμα κι αυτές οι πορείες,  που μοιάζουν χωρίς κέντρο και στόχο,  μπορεί να είναι για πολύ κόσμο μια ευκαιρία για συμμετοχή  σε μια συλλογικότητα, η οποία  μπορεί να γίνει εφαλτήριο για μια διαφορετική στάση στην καθημερινότητα της δουλειάς ή της ανεργίας μας. 
       Τα περιθώρια όμως στενεύουν κι ακόμα λείπει από την πλειοψηφία των εργαζομένων η διαμόρφωση πολιτικής συνείδησης και η πεποίθηση της  ενιαίας αντιμετώπισης της  πολιτικής  των κυρίαρχων κέντρων εξουσίας με   μαζική  αντιπαράθεση στη συνολική αυτή επίθεση.

 

Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2012

ΑΝΤΙΝΟΜΙΕΣ

       Στις τελευταίες ειδήσεις συμπεριλαμβάνονται και  η συγκέντρωση έξω από τον Αρειο Πάγο των μελών έξι δικαστικών ενώσεων και η συμμετοχή ένστολων, - αστυνομικών, πυροσβεστών, λιμενικών,  - σε συλλαλητήριο διαμαρτυρίας σαν αντίδραση στις περικοπές στα ειδικά μισθολόγια στο πλαίσιο του πακέτου των 11,5 δις. ευρώ που σχεδιάζει η κυβέρνηση. 
              Δίνεται η εντύπωση ότι  διευρύνεται το πεδίο  των κοινωνικών ομάδων από τις οποίες δυσκολεύεται πια η άρχουσα τάξη να  αποσπάσει τη συναίνεση της. Κι αυτές οι κοινωνικές ομάδες είναι δικαστικοί, στρατιωτικοί, αστυνομικοί κλπ. Φαίνεται  σαν μ’  αυτές τις αντιδράσεις  να  αναδεικνύεται μια βασική εσωτερική αντινομία στη φιλελεύθερη δημοκρατία μας.  Η λειτουργία των θεσμών της, που έχουν θεσπιστεί από την αστική τάξη, μοιάζει να στρέφεται εναντίον της και φορείς αυτών των θεσμών να αμφισβητούν βασικές επιλογές της άρχουσας τάξης, όπως εκφράζονται από τους τωρινούς διαχειριστές της κρατικής εξουσίας. Εύκολα θα μπορούσαμε να καταλήξουμε  πως η οικονομική κρίση τείνει να γίνει και κρίση εξουσίας.
             Βέβαια,  η  κρατική εξουσία, για να υπάρξει σαν τέτοια,  πρέπει να έχει  ικανότητα αποτελεσματικής επιβολής, δηλ. να μπορεί  να κάμψει ακόμα και με τη βία κάθε άλλη θέληση ή δύναμη που της αντιτάσσεται.  Γι’  αυτό το κράτος διαθέτει  όργανα εξοπλισμένα με ικανότητα αποτελεσματικής επιβολής  και μέσα, υλικού ιδίως, καταναγκασμού ασυναγώνιστα,  ένοπλες δυνάμεις, αστυνομία, διοίκηση, δικαστήρια κλπ. που είναι ικανά να λυγίσουν  και να υποτάξουν κάθε δύναμη που αντιτίθεται στην εξουσία του, μέσα στο χώρο όπου αυτή ασκείται. 
                    Ταυτόχρονα όμως η κρατική εξουσία οργανώνει με κανόνες δικαίου, με νομικούς κανόνες τον τρόπο της άσκησής της, κι έτσι  δείχνει να αυτοπεριορίζεται,  να αυτοδεσμεύεται να μην ενεργεί αυθαίρετα, αλλά όταν και όπως ο νόμος ορίζει. Μ’  αυτόν τον τρόπο καθιδρύει μια συγκεκριμένη νομιμότητα και είναι οι δικαστές που την εκφράζουν. Στην ουσία βέβαια,   η θεωρία της κυριαρχίας των νόμων προσπαθεί να επικαλύψει το γεγονός ότι είναι  μια κυριαρχία της αστικής ελίτ μέσα στο πρίσμα των συμφερόντων της κοινωνικής της τάξης, ώστε οι πραγματικές σχέσεις εξουσίας  να βρίσκονται εκτός ορατού πεδίου.  
                      Επομένως,   τώρα που   βλέπουμε στηρίγματα  αυτής της εξουσίας, όπως αστυνομία, δικαστικό σώμα, στρατός να αισθάνονται  ότι η συγκεκριμένη κρατική εξουσία στρέφεται εναντίον τους  και  ότι των κυβερνώντων το ενδιαφέρον περιορίζεται μόνο στον επικοινωνιακό χειρισμό αυτής της αγανάκτησης, ίσως δεν θα πρέπει να παρασυρθούμε πιστεύοντας ότι η οικονομική κρίση προκάλεσε ή τουλάχιστον ενδέχεται  σύντομα να προκαλέσει και κρίση εξουσίας.
                 Όταν η άρχουσα τάξη φοβάται πως   η  λειτουργία των θεσμών της αστικής δημοκρατίας θα στραφεί  εναντίον της,   σε ένα πρώτο στάδιο δρομολογεί την πορεία  αναίρεσής τους, επιλέγοντας  μηχανισμούς  αναστολής τους, με τροποποιήσεις,  παραλλαγές και αλλοιώσεις θεσμών και διαδικασιών είτε ως προς τους φορείς τους είτε ως προς το αντικείμενό τους. Επιδιώκεται  λοιπόν να ελέγχονται αποτελεσματικά βουλή, διοίκηση κράτους, δικαιοσύνη, αστυνομία κλπ. ώστε τα κοινωνικοπολιτικά κινήματα που αντιδρούν στο υπάρχον καθεστώς  να μη διογκώνονται, αλλά να  διοχετεύονται αποστειρωμένα σε κανάλια που δεν ξεχειλίζουν και δεν διαρρηγνύονται.  Κι έτσι ενώ  διατηρούνται οι δημοκρατικές διαδικασίες, αρχίζουν να ανυψώνονται διαδοχικοί ανασταλτικοί φραγμοί  που να ελαχιστοποιούν η να ελέγχουν πλήρως την πολιτική και κοινωνική παρουσία των κυριαρχούμενων τάξεων.  
                   Όταν όμως διαπιστώνεται ότι οι  συγκεκριμένοι κυβερνώντες στρέφονται εναντίον των φορέων   αυτών των θεσμών  που μπορούν να λειτουργούν ως μηχανισμοί καταστολής, φυσικής ή ιδεολογικής, των κοινωνικών αντιδράσεων, αλλά μέσα σε πλαίσια, έστω και τυπικά, μιας δημοκρατικής νομιμότητας,  το γεγονός αυτό δεν μπορεί να ερμηνευθεί απλώς σαν πανικός  από τη μεριά της ντόπιας άρχουσας τάξης, μήπως δεν φανεί πειθήνια   στις εντολές των κυρίαρχων κέντρων,  αλλά ίσως και σαν ένδειξη για τους απώτερους στόχους της, που μπορεί να φτάνουν και στην  ανοιχτή  κατάλυση των θεσμών.  
                    Η πρόκληση δυσαρέσκειας σ’  αυτές τις κοινωνικές ομάδες, από τη μεριά των κυβερνώντων, ίσως είναι και  υπενθύμιση για το ποιος έχει τον ηγεμονικό ρόλο και  ένδειξη ότι πλησιάζουμε στο σημείο εκείνο, όπου αναζητούνται άλλες επιτήδειες μεθοδεύσεις, όχι πια για την απόσπαση της συγκατάθεσης, έστω και εκβιαστικά, αλλά για την αυταρχική επιβολή των επιλογών των κυρίαρχων κέντρων  με  νόθευση και διαστρέβλωση της φιλελεύθερης αστικής δημοκρατίας.  
                    Ισως πια η  εγχώρια κυρίαρχη τάξη, που στη διεθνή σκακιέρα δεν μετρά και πολύ, θεωρεί  ότι μπορεί  να παρατείνει  την επιβίωσή της  μόνο αν η  δημοκρατία ολοένα θα τείνει να παραμορφώνεται και να αναιρείται μετατρεπόμενη σε αυταρχικό καθεστώς, προετοιμάζοντας μάλιστα  αυτή τη μετεξέλιξη με την χρησιμοποίηση,  σαν το μακρύ της χέρι, της Χρυσής Αυγής.  Διαπιστώνοντας  πως οι διαδικασίες της αστικής δημοκρατίας  δεν εξυπηρετούν την κοινωνική τάξη προς όφελος της οποίας έχουν εγκαθιδρυθεί δεν είναι δύσκολο να τις απαρνηθεί με τον ένα ή άλλο τρόπο. Για το αν θα τις απαρνηθεί ολότελα και αν θα καταλύσει ανοιχτά τους θεσμούς της δημοκρατίας θα εξαρτηθεί από τον συσχετισμό των  πολιτικοκοινωνικών δυνάμεων. Και τότε βέβαια αυτές οι κοινωνικές ομάδες που τώρα διαμαρτύρονται προς τους συγκεκριμένους, αναλώσιμους πολιτικούς,  στην πλειοψηφία τους, θα γίνουν τα όργανα αυτής της μετεξέλιξης.   
                  Και βέβαια, μη ξεχνάμε,  ότι και ο ελάχιστος   περιορισμός των δημοκρατικών ελευθεριών  αφορά  όλους τους εξουσιαζόμενους, ακόμα κι αν φαίνεται πως σε συγκεκριμένη στιγμή αφορά και προσβάλλει  ορισμένους μόνο από αυτούς - η αρχή δεν θα είναι μόνο οι μετανάστες.

Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2012

ΕΧΩ, ΚΑΤΕΧΩ, ΑΠΕΧΩ


          Όσο βαθαίνει η κρίση, τόσο συνειδητοποιούμε  πόσο ταξική είναι η κοινωνία μας, τόσο περισσοτέρων ανθρώπων η ζωή κυριαρχείται σε μεγάλο βαθμό από  την ανάγκη της υλικής επιβίωσης και η φυσική και οικονομική  ασφάλεια αποτελεί την κύρια αξία που προσανατολίζει τη συνείδηση και τη συμπεριφορά τους, τόσο ο οικονομικός ρόλος της μικροαστικής τάξης, με τη συγκεντροποίηση της παραγωγής,   μειώνεται.
        ¨Όσο περισσότερο  βλέπουμε  το όνειρό μας  να διεισδύσουμε  στην προνομιούχα μειοψηφία  να απομακρύνεται, τόσο πιο συντηρητικοί γινόμαστε  και ανίκανοι να κατανοήσουμε τις αιτίες  της κοινωνικής ανισότητας.  Κυριευόμαστε από   το πνεύμα του ατομικισμού και το φόβο απέναντι στον κομμουνισμό που δήθεν επιβουλεύεται τη μικρή μας ιδιοκτησία και με ανεξάντλητη παθητικότητα υπομένουμε  τις επιπτώσεις από την κυρίαρχη πολιτική, προσπαθώντας να αποφύγουμε  τις σκληρές ταξικές συγκρούσεις για να διασώσουμε  το  βιός  μας… 
            Καιρός πάλι και πάλι να  ξαναθυμόμαστε τον  Κ. Μαρξ…
      « ...Όταν ο στενοκέφαλος αστός λέει στους κομμουνιστές: καταργώντας την ιδιοκτησία, δηλ. την ύπαρξή μου σαν κεφαλαιοκράτη, σα γαιοκτήμονα, σαν ιδιοκτήτη  εργοστασίου, και την ύπαρξή του σαν εργάτη, καταργείς την προσωπικότητα  μου και τη δικιά σου. Κάνοντας αδύνατο για μένα να εκμεταλλεύομαι εσάς τους εργάτες, να εισπράττω τα κέρδη μου, τους τόκους του ή το εισόδημά  μου, κάνετε αδύνατο για μένα να υπάρχω σαν άτομο. Όταν επομένως ο αστός εξηγεί στους κομμουνιστές: καταργώντας την ύπαρξή μου σαν αστού, καταργείτε την ύπαρξή μου σαν ατόμου, όταν έτσι ταυτίζει τον εαυτό του σαν  αστό μ ε τον εαυτό του σαν άτομο, πρέπει τουλάχιστο κανείς να αναγνωρίσει την ειλικρίνειά του και την αδιαντροπιά  του. Για τον αστό συμβαίνει ασφαλώς αυτό : πιστεύει πως είναι άτομο μονάχα  στο βαθμό που είναι αστός.
           Από  την ώρα ωστόσο, που οι θεωρητικοί της αστικής τάξης έρχονται και δίνουν μια γενική έκφραση σ’  αυτή τη βεβαίωση, ταυτίζοντας επίσης θεωρητικά την ιδιοκτησία του αστού με την ατομικότητα και θέλοντας να δώσουν μια λογική  δικαιολόγηση γι’  αυτή την ταύτιση, τότε αυτός ο παραλογισμός αρχίζει να γίνεται επίσημος και ιερός.
                 Πιο πάνω  ο «Στίρνερ»  ανασκεύασε την κομμουνιστική κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας μετατρέποντας πρώτον την ατομική ιδιοκτησία σε αυτό που «έχει» κανείς και διακηρύσσοντας ότι το ρήμα  «έχω» είναι μια απαραίτητη λέξη, μια αιώνια αλήθεια, γιατί ακόμα και στην κομμουνιστική  κοινωνία θα συμβαίνει να «έχει» ο «Στίρνερ» στομαχόπονο. Κατά τον ίδιο  ακριβώς τρόπο βασίζει  εδώ το αδύνατο να καταργηθεί  η ατομική ιδιοκτησία με το να τη μετατρέπει στην έννοια της κατοχής  ιδιοκτησίας, εκμεταλλευόμενος την ετυμολογική σύνδεση ανάμεσα στις λέξεις Eigentum(ιδιοκτησία) και  eigen(δικό μου)  και ανακηρύσσοντας τη λέξη eigen αιώνια αλήθεια,  διότι ακόμα και στο κομμουνιστικό  σύστημα θα μπορούσε να συμβεί ώστε ένας στομαχόπονος να είναι  eigen γι’  αυτόν. ¨Ολος αυτός ο θεωρητικός παραλογισμός, που ζητάει καταφύγιο  στην ετυμολογία, θα ήταν αδύνατος αν η τωρινή ατομική ιδιοκτησία, που οι κομμουνιστές θέλουν να καταργήσουν, δεν είχε μετατραπεί στην αφηρημένη ιδέα της «ιδιοκτησίας». Αυτή η μετατροπή, από τη μια μεριά, σε απαλλάσσει  από  τον κόπο να έχεις οτιδήποτε να πείς, ή ακόμα απλώς  και να ξέρεις οτιδήποτε, για την πραγματική ατομική ιδιοκτησία και, από την άλλη μεριά, σε διευκολύνει να  ανακαλύψεις μιαν  αντίφαση στον κομμουνισμό, μια και ύστερα από την κατάργηση της (τωρινής) ατομικής ιδιοκτησίας είναι ασφαλώς  εύκολο να ανακαλύψεις ακόμα όλων των ειδών τα πράγματα που μπορούν να συμπεριληφθούν στον όρο «ιδιοκτησία». Στην πραγματικότητα, διαθέτω  ατομική ιδιοκτησία μόνο στο βαθμό που έχω  κάτι που μπορεί να πουληθεί, ενώ κάτι που είναι ιδιαίτερο σε μένα  μπορεί να μην πουλιέται καθόλου. Το ρούχο μου είναι για μένα  ατομική ιδιοκτησία μονάχα στο βαθμό που μπορώ να το ανταλλάξω, να το βάλω ενέχυρο ή να το πουλήσω, μονάχα στο βαθμό που αυτό είναι εμπορεύσιμο.  Αν χάσει αυτό το χαρακτηριστικό, αν κουρελιαστεί, πάλι μπορεί να έχει ορισμένα χαρακτηριστικά που να το κάνουν χρήσιμο για μένα, μπορεί μάλιστα να γίνει χαρακτηριστικό  δικό μου και να με κάνει κουρελή. Αλλά κανένας οικονομολόγος  δε θα σκεφτόταν ποτέ να το χαρακτηρίσει ατομική μου ιδιοκτησία, μια κι αυτό δε μου δίνει τη δυνατότητα να εξουσιάσω ούτε  και την παραμικρή εργασία άλλου. Ενας νομικός, ένας ιδεολόγος της ατομικής ιδιοκτησίας, ίσως να επέτρεπε ακόμα στον εαυτό του τέτοιες μωρολογίες. Η ατομική ιδιοκτησία αλλοτριώνει την ατομικότητα όχι μόνο των ανθρώπων, αλλά και των πραγμάτων. Η γή δεν έχει καμιά σχέση με τη γαιοπρόσοδο κι η μηχανή δεν έχει καμιά σχέση με το κέρδος. Για το γαιοχτήμονα η γη έχει μονάχα μια σημασία: τη γαιοπρόσοδο. Νοικιάζει  τη γή του  και παίρνει νοίκι. Αλλά αυτό  είναι ένα χαρακτηριστικό που  μπορεί η γη να το χάσει, χωρίς να χάσει κανένα σύμφυτο χαρακτηριστικό της χωρίς, λόγου χάρη, να χάσει ένα μέρος  της γονιμότητάς της. Είναι ένα χαρακτηριστικό που η έκταση και ακόμα η ύπαρξη του εξαρτιέται από κοινωνικές σχέσεις που δημιουργούνται και καταστρέφονται χωρίς την ενεργητική  συμμετοχή των ατομικών γαιοκτημόνων. Το ίδιο συμβαίνει και με τις μηχανές. Το πόσο λίγη σχέση υπάρχει ανάμεσα  στο χρήμα , την πιο  γενική μορφή ιδιοκτησίας, και στις ιδιομορφίες του ατόμου, το πόσο άμεσα έρχονται σε αντιπαράθεση το ένα  εναντίον του άλλου, ήταν  ήδη γνωστό στον Σαίξπηρ, πολύ καλύτερα από ό,τι στο θεωρητικολόγο μας μικροαστό:
« Τόσο απ΄ αυτό κάνει το μαύρο  άσπρο, τ΄ άσκημο/ ωραίο, τ΄ άδικο δίκιο,  το χυδαίο ευγενικό,/ το παλιό νέο, τη δειλία αντρειά/… τούτο ο κίτρινος δούλος…/ … κάνει λατρευτή τη λέπρα…/ τούτο ξαναπαντρεύει χήρα μαραμένη/ γυναίκα απ’ το νοσοκομείο με σπυριά ομπυασμένα/ που προκαλεί εμετόν, αυτό τη μπαλσαμώνει/ και την αρωματίζει πάλι ανθό του Απρίλη./…Θεέ ορατέ/ που συγκολλάς τα αντίθετα, τα κάνεις να φιλιώνται!»  («Τίμων ο Αθηναίος», πράξη Δ, σκηνή 3, Μτφ. Β. Ρώτα)
              Με μια λέξη, η γαιοπρόσοδος, το κέρδος κτλ. αυτές οι  πραγματικές μορφές ύπαρξης της ατομικής  ιδιοκτησίας, είναι κοινωνικές σχέσεις που αντιστοιχούν σ΄ ένα καθορισμένο στάδιο της παραγωγής και είναι «ατομικές» μονάχα όσο δεν έχουν γίνει ακόμα εμπόδιο στις υπάρχουσες παραγωγικές δυνάμεις..." ( Κ. Μάρξ- Φρ. Εγκελς: «Η Γερμανική Ιδεολογία», σελ. 320-323, εκδ. Gutenberg,)
«..Το θετικό ξεπέρασμα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, σαν ιδιοποίηση της ανθρώπινης ζωής, είναι λοιπόν το θετικό ξεπέρασμα κάθε αποξένωσης – δηλ. η επιστροφή του ανθρώπου από τη θρησκεία, την οικογένεια, το κράτος κλπ. στην ανθρώπινη  δηλαδή στην κοινωνική  ύπαρξή του.»(Κ. Μάρξ: «Χειρόγραφα 1844», Διεθνής Βιβλιοθήκ,1974)