Παρασκευή 6 Ιουλίου 2012

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΣ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΣΜΟΣ


        Τελικά, η οικονομική ολοκλήρωση της Ευρώπης αποκαλύπτεται  ότι  είναι αυτοσκοπός, που εξυπηρετεί μόνο την  κυρίαρχη τάξη, και η τεχνοκρατική κατασκευή της ενιαίας αγοράς του κοινού νομίσματος  είναι η κοινή οικονομική βάση που πάνω της στήνεται το καινούργιο πολιτικό οικοδόμημα που θα την ευνοεί, εις βάρος βέβαια των εργαζομένων.
             Όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης  υποχρεώνονται  να υλοποιήσουν αυτό που έχει ανακηρυχθεί σε ύψιστο  ιδανικό, την  ελεύθερη οικονομία της αγοράς, απαλείφοντας όλα  τα στοιχεία της κοινωνικής τους πολιτικής που θεωρούνται δυσλειτουργικά και εμποδίζουν την υλοποίηση αυτού το στόχου. Η ελεύθερη οικονομία της αγοράς αποτέλεσε τον ιδρυτικό μύθο  της ενοποίησης της Ευρώπης, που η οικονομική θεωρία του φιλελευθερισμού  του προσέδωσε το κύρος της επιστημονικότητας, ενώ η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού  προπαγανδίστηκε ότι προσέδωσε τόσο την εμπειρική έμμεση επιβεβαίωση  όσο και την πολιτική. Φτάσαμε έτσι σήμερα  σχεδόν όλοι, αριστεροί όλων των αποχρώσεων, πλην κομμουνιστών, και δεξιοί  να έχουν πεισθεί για την ελεύθερη οικονομία της αγοράς, θεωρώντας τη επιστημονικά επικυρωμένη και πολιτικά επιβαλλόμενη.
            Η πορεία της οικονομικής ολοκλήρωσης της Ευρώπης μπορεί να εκληφθεί σαν μια  άλλη μορφή ιμπεριαλισμού, εφόσον η παλιά ιμπεριαλιστική Ευρώπη εκθρονίστηκε από την ηγεμονία του κόσμου. Η βούληση λοιπόν για δύναμη της παλιάς ιμπεριαλιστικής Ευρώπης αναγκάστηκε να συμβιβαστεί  και επανήλθε στο προσκήνιο με νέο δημοκρατικό ένδυμα και με άλλοθι το ιδεολόγημα της προώθησης της ελεύθερης οικονομίας της αγοράς και της εθελούσιας συνεργασίας των λαών της, χωρίς μάλιστα, όπως υποστηρίζεται,  ηγεμονικές βλέψεις των μεγάλων μελών της ενάντια στα μικρά μέλη.
           Συγχρόνως όμως η πορεία  της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης προβάλλεται ως νομοτελειακή ανάγκη και ως επιτακτικό καθήκον  των κρατών η στράτευση σ’  αυτή. Όσα  αντιστέκονται  σ’  αυτό το ιστορικό  πρόταγμα μοιραία περιέρχονται στη δυσάρεστη θέση των άφρονων και μωρών που είναι καταδικασμένα  να «χάσουν το τρένο» της εξέλιξης και της προόδου, που θα φέρει την ευημερία.
       Ο δρόμος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης θεωρείται μονόδρομος,  δεν υπάρχει άλλη επιλογή που να οδηγεί στην ευημερία.  Η Ευρώπη στην πραγματικότητα υποκύπτει σ’  έναν ιδιότυπο ολοκληρωτισμό. Οι υπέρμαχοι  της ολοκλήρωσης της Ευρώπης γίνονται  έτσι ολοκληρωτικοί, δηλ. δικτατορικοί,  και οι  αντίπαλοι της ολοκλήρωσης  κατηγορούνται ότι αρνούνται να αναλάβουν τη συνευθύνη στην ένδοξη πορεία ανοικοδόμησης της Ευρώπης.  Η δημοκρατία της μάλιστα με τους πραγματικούς περιορισμούς που της έχουν επιβληθεί θεωρείται το μοναδικό πολιτικό σύστημα και αποκλείεται, ως ανορθολογική, κάθε άλλη μορφή  πολιτικής οργάνωσης.  Βεβαίως, κρατούνται στην εφεδρεία και τα ακροδεξιά ή φασιστικά πολιτικά μορφώματα, που θα επιστρατευτούν σε περίπτωση κάποιας αποτυχίας αυτού του εγχειρήματος.
          Τελικά, η οικονομική ολοκλήρωση στο πλαίσιο της ελεύθερης οικονομίας της αγοράς οδηγεί ξεκάθαρα στην ηγεμονία των οικονομιών των μεγάλων μελών πάνω στις οικονομίες των μικρών και ο μύθος της ενότητας της Ευρώπης απλώς κρύβει ένα βίαιο πόλεμο. Βέβαια, έχοντας πίσω της η Ευρώπη  δυο παγκόσμιους πολέμους, που είχαν ως σκηνικό κυρίως το χώρο της,  η πολιτική της πια δεν προσδιορίζεται με την αρχή της εχθρικότητας αλλά της διαπραγματευσιμότητας. Άλλωστε η ειρήνευση και συνεργασία βρίσκεται στον ιδρυτικό  πολιτικό μύθο της ενοποιημένης Ευρώπης.  Αυτά που αποφασίζονται λοιπόν τώρα πανευρωπαϊκά θεωρούνται ως αποτέλεσμα κοινής διαπραγμάτευσης, είναι ευθύνη όμως των εθνικών κυβερνήσεων η εκτέλεσή τους, που στο εσωτερικό  κάθε κυβέρνηση το προβάλλει  ως νίκη της εις βάρος μάλιστα των άλλων. Η πολιτική ταυτίζεται με διαπραγμάτευση ενός κοινού συμβιβασμού, όπου, στο εσωτερικό των κρατών, τα οφέλη του συμβιβασμού αποδίδονται στην πρωτοβουλία των εθνικών κυβερνήσεων και τα μείον του συμβιβασμού στην «απληστία» των εταίρων.
          Το κοινό αγαθό που θεωρείται ότι προκύπτει από την άσκηση της πολιτικής  δεν προσδιορίζεται καθόλου  από τις διεκδικήσεις και αγώνες  των εργαζομένων, αλλά από τη διαπραγμάτευση μεταξύ των μελών την ευρωπαϊκής ένωσης, όπου η ικανότητα των  κυβερνήσεων φαίνεται από την προσπάθεια που καταβάλλουν  να κερδίσουν δήθεν  το καλύτερο για ίδιο συμφέρον των κρατών τους.  Οι πολιτικοί μοιάζουν περισσότερο με διαπραγματευόμενους συνεταίρους  ανωνύμων εταιρειών παρά με πολιτικούς που διαβουλεύονται για το συμφέρον των πολιτών τους. Πρόκειται για αυτοκατάργηση της πολιτικής, εφόσον η οικονομική ενοποίηση της Ευρώπης καταλήγει να  γίνεται πραγματικότητα μέσω της απολιτικοποίησης των μελών της. Τελικά,  μ΄  αυτόν τον τρόπο πολύ ευκολότερα επιβάλλονται, με  πολιτικές αποφάσεις,  τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης, τα οποία εξυπηρετούνται από αυτήν την ενοποίηση, χωρίς οι εργαζόμενοι  των χωρών  να συνειδητοποιούν   την καταπάτηση των δικών τους συμφερόντων.
       Οι εργαζόμενοι, έχοντας  διαπαιδαγωγηθεί στο περιβάλλον της ενοποιημένης Ευρώπης να λειτουργούν ως καταναλωτές οικονομικών, πολιτισμικών κλπ. αγαθών, ζουν σε εξάρτηση από τους πολλούς συμβουλάτορες που τους υπαγορεύουν τι, πως και πότε θα πράξουν κάτι. Αποκομμένοι από τη διαδικασία συγκρότησης της ευρωπαϊκής πολιτικής και βεβαίως και της εθνικής, που υπάγεται στην ευρωπαϊκή, γίνονται απλώς τα μέσα για την εκτέλεσή της, που δεν αμφισβητείται. Τεχνοκράτες και γραφειοκράτες αναλαμβάνουν την επιλογή και επίλυση των προβλημάτων και οι πολιτικοί τα διαπραγματεύονται. Τα προβλήματα όμως  που  πραγματικά απασχολούν τους εργαζόμενους π.χ. η ανεργία δεν γίνονται κοινός στόχος  όχι μόνο των κυβερνώντων αλλά ούτε και όλων των εργαζομένων  της Ευρώπης, αλλά το  πολύ πολύ να  περιορίζονται στα όρια των εθνικών κρατών, που χρεώνονται την κακή εκτέλεση των οικονομικών προγραμμάτων.
         Ενα βασικός λοιπόν  λόγος που η κομμουνιστική ιδεολογία απαξιώθηκε και καταβάλλεται τόση προσπάθεια να περιθωριοποιηθεί είναι και  γιατί  ακριβώς οι κομμουνιστές υποστηρίζουν παντού κάθε αγώνα που γίνεται ενάντια στις υφιστάμενες κοινωνικοοικονομικές και πολιτικές συνθήκες. Είναι αυτοί που εργάζονται παντού για συνεργασία και συνεννόηση  των εργαζομένων όλων των χωρών και αποκαλύπτουν τον τρόπο που η κυρίαρχη τάξη, μέσω της εκμετάλλευσης της παγκόσμιας αγοράς, υποτάσσει και εκμεταλλεύεται τις υποτελείς τάξεις. Μόνο αν οι υποτελείς τάξεις συνειδητοποιήσουν το παγκόσμιο χαρακτήρα των συνθηκών της ζωής τους και του αγώνα για την  απελευθέρωσή  τους θα είναι δυνατή η συσπείρωση όλων των εργαζομένων ενάντια  στην οικονομική παγκοσμιοποίηση που οδηγεί στον παγκόσμιο πολιτικό ολοκληρωτισμό.
      Μήπως σαν πρώτο βήμα να ξαναθυμηθούμε το «προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε»;

Δευτέρα 2 Ιουλίου 2012

ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ ΧΩΡΙΣ ΟΡΑΜΑ

        Στο ΒΗΜΑ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ, με αφορμή το ρητορικό ερώτημα «Οι έλληνες στα όρια;» αναπτύσσουν τις θέσεις τους για την ελληνική κοινωνία του σήμερα οι Τσαλίκογλου,  Λιάκος, Γιατρομανωλάκης με κείμενα που ερμηνεύουν επιλεκτικά την κοινωνικοοικονομική κατάσταση στην Ελλάδα και τις συνέπειές της.
      Η Φ. Τσαλίκογλου  έχοντας  πυρήνα της ερμηνευτικής οπτικής της τον  ψυχολογικό παράγοντα,  καταλήγει με μια  μεταφυσική αισιοδοξία  που στηρίζεται στην ύπαρξη της  σκέψης και του  έρωτα, που κανείς δεν μπορεί να μας … πάρει.
      Ο Α. Λιάκος  εμπλουτίζοντας   την ευθύγραμμη αντίληψη της ιστορίας με … στροφές, όπου οι αποτυχημένες χώρες πετάγονται έξω   και γκρεμίζονται, τελειώνει το άρθρο του με προτροπή για  αναζήτηση, μέσω συζήτησης, θύρας εξόδου για να μη γίνουμε « το πρώτο  αποτυχημένο  κράτος  αυτής της νέας ιστορικής στροφή»
        Ο Γ. Γιατρομανωλάκης με αφετηρία τη ρήση του Θουκυδίδη για τον πόλεμο σαν δάσκαλο της βιαιότητας, συνδέει την κοινωνική ηθική με την οικονομία,  για να υποδείξει στο τέλος  ως σωτηρία «την πατριωτικού τύπου αυτοσυνειδησία» και την αγαθή παιδεία ως την έξοδο κινδύνου.
        Δυο χρόνια τώρα,   αναζητά κανείς  μια σκέψη, ένα όραμα που να απευθύνεται και να εμψυχώνει πραγματικούς ανθρώπους των υποτελών τάξεων,  που να  προτείνει ερμηνευτικά σχήματα για κατανόηση αυτής  της πραγματικότητας, χωρίς να την ανακηρύσσει, έστω και υπογείως, σε αξεπέραστη, και αντί γι’  αυτό πνιγήκαμε στις αοριστίες, διαπιστώσεις,  τα ευχολόγια,  τις παραμυθίες. Τι λένε και οι τρεις και όχι μόνο αυτοί; Μας προτείνουν τρόπους διαφυγής από  ένα κοινωνικό πεπρωμένο που είναι τυφλό και αναπότρεπτο, σαν φυσικό φαινόμενο, μέσα από τον έρωτα, την παιδεία που κάποια στιγμή θα αποδώσει καρπούς, τη συζήτηση, αν είμαστε αποτυχημένη χώρα, που θα ανοίξει τη θύρα εξόδου από την κρίση. Ολα θέμα διαχείρισης, με μια χροιά μεταφυσική.
        Κανένα όραμα, αντίθετα,   έχουμε πια μόνο διάλυση κάθε οράματος, με τη μετατροπή  του σε απλό μαθηματικό σύνολο επιμέρους ζητημάτων, που η επίλυσή τους θα επιτρέψει την προοδευτική σταθεροποίηση της οικονομίας, η οποία  είναι και ο μοναδικός σκοπός της μικρομεσαίας τάξης και  η διανόηση σπεύδει να καταξιώσει.
      Μικροαστοί και μεσοαστοί, παραδέρνουμε χωρίς μπούσουλα,  δύσπιστοι, και εν πολλοίς αρνητικοί,  στο απαξιωμένο, από το μεγαλύτερο μέρος της διανόησης,  όραμα μιας κομμουνιστικής κοινωνίας, το μόνο ζωντανό όραμα.
          Και αυτοί που  περιλαμβάνονται  στην κάστα των διανοουμένων  αποχτούν  τις πνευματικές της ανάγκες, το πάθος της για τη λογική, την περηφάνια του εκλεκτού  ακόμα κι αν κουρελιάστηκε εκατό φορές,  όχι μόνο στη χώρα μας,  αλλά σ’  όλη την Ευρώπη.   
         Σχεδόν όλοι  οι διανοούμενοι θέλουν να δίνουν την εντύπωση είτε του μεγαλόψυχου είτε του αντικειμενικού και  δίνουν στη σκέψη τους μια προνομιακή θέση, που βέβαια, συνηθέστατα είναι ολότελα βολική γι’… αυτούς. Σκέφτονται  κάτι κι αυτό είναι το παν, ο κόσμος μπορεί να δρα γύρω τους. Αυτοί μόνο κοιτούν και σκέφτονται,   κι όσο ευρύτερο είναι  το πεδίο της σκέψης τους, τόσο πιο ασήμαντος φαίνεται  ο κόσμος που δρα. Ακόμα κι αν δεν φτάνουν   στο σημείο να αδιαφορούν για τα βάσανα του κόσμου και τις αδιέξοδες προσπάθειές του, ελάχιστα συμμετέχουν   σ΄ αυτές. Απορρίπτουν αποφασιστικά, από τη δική τους πλευρά, το συγχρωτισμό με τους χιλιάδες εξαθλιωμένους, με ένα είδος αριστοκρατικής περιφρόνησης. Κι επιμένουν στην ανακήρυξη αυτού του κόσμου σαν του καλύτερου.
          Ανάμεσά τους δεν λείπουν  κι αυτοί που βλέπουν   την κατάσταση με καθαρότητα, ακόμα ίσως να  βλέπουν και τι πρέπει  να κάνουν. Μα,  οι περισσότεροι, προκειμένου να το κάνουν δε θα σαλέψουν  ούτε την άκρη από το μικρό τους δαχτυλάκι. Άλλοι γιατί η πονηρή και δειλή τους σύνεση, σαν καλών υπαλλήλων, δυσπιστεί  σε ό,τι θα μπορεί  να ταράξει την ξεγνοιασιά τους, τον κοιμισμένο δρόμο τους, το μικρό  τους μαραθώνιο, προς τις τιμές και τους μισθούς. Άλλοι, αυτοί  που είναι  ανεβασμένοι πιο ψηλά δεν έχουν  πια κανένα όφελος για να το κουνήσουν, ενώ  άλλοι, γιατί λιγότερο ή περισσότερο ασυνείδητα, φοβούνται  την όποια  ανατροπή. Οι συνήθειές τους, συνήθειες αποκαταστημένων αστών, θα μπορούσαν  στην ανάγκη να παραδεχτούν μια τάξη διαφορετική  από αυτή, όπου είναι  καλοκαθισμένοι, αλλά δε θα ανέχονταν την ιδέα της ανατροπής  που θα αναστάτωνε τα … έπιπλα  και τα χαρτιά τους. Η ανατροπή, ακόμα και την επανάσταση πόσοι δεν την επικαλούνται, τους  αρέσει  μόνο ύστερα από εκατό χρόνια, όταν όλα πια θα έχουν ταχτοποιηθεί.
     Φοβούνται να αλλάξουν σπίτι, ακόμα κι  όταν ξέρουν πως η παλιά τους παράγκα είναι καταδικασμένη. Γιατί πολλοί από αυτούς το ξέρουν. Ίσως  όμως να λένε  με τον εαυτό τους , για να αποδιώξουν την οδυνηρή εικόνα, την αναπόφευκτη εκπόρθηση του καταφυγίου τους,  πως  θα διαρκέσει  η παράγκα όσο και αυτοί.
       Οι διανοούμενοι,  δεν μπορούν  πια να παίξουν  άλλο αποφασιστικό ρόλο παρά μόνο για να δικαιώσουν το  κοινωνικό status quo. Ο παλιός ριζοσπαστισμός πολλών απ’  αυτών είχε ελάχιστα βαθιές ρίζες. Οφειλόταν κυρίως  στο φόβο του μετεμφυλιακού κράτους να τους ενσωματώσει στη κοινωνία όπως  διαμορφωνόταν και στηριζόταν  αφενός στον  απόλυτο αποκλεισμό  των ηττημένων και αφετέρου   στην παροδική, όπως αποδείχτηκε, ανικανότητα της αστικής κοινωνίας να εξασφαλίσει αρκετές θέσεις ανάλογης περιωπής  στους μορφωμένους της, χωρίς να απαιτεί την πλήρη υποταγή τους. Μετά τη μεταπολίτευση δίνονταν άφθονες δυνατότητες να αναδειχτούν, ιδιαίτερα καθώς η απόσυρση  και ταυτόχρονα απαξίωση της προδικτατορικής διανόησης άφηνε πολύ χώρο  στους νέους διανοούμενους, που ενστερνίζονταν έναν δημοκρατικό ριζοσπαστισμό, ο οποίος ταυτίζονταν με εκείνον που αναδείχτηκε  στην Ευρώπη τον Μάιο του 1968. Πλημμύρισε η πολιτική και η διανόηση από αριστερούς που κατέληξαν πια να συνωστίζονται στις τάξεις του ΣΥΡΙΖΑ, έτοιμοι να προσφέρουν εναλλακτικές λύσεις  στο σύστημα μόλις χρεοκοπήσουν οι παρούσες.  
         Όλοι αυτοί οι ριζοσπάστες διανοούμενοι, που η πλειοψηφία τους δήλωναν ακροαριστεροί και επαναστάτες στα νιάτα τους, κατά την  περίοδο της ευημερίας,  ολοκλήρωσαν το παραδεκτό  βιογραφικό πρότυπο των νεαρών μικροαστών ή μεσοαστών  που επιδίδονται σε πολιτικές ακρότητες στα νιάτα τους, πριν κατασταλάξουν στα ώριμα χρόνια τους να δικαιώσουν το πολιτικό σύστημα που τους ενσωμάτωσε.   Έτσι, στην εποχή της κρίσης,  οι περισσότεροι απ’ αυτούς  εκδηλώνουν την τάση να καταφύγουν σε ρητορείες, παρασυρμένοι από αγάπη για τιμές, πλούτη και κοινωνική καταξίωση. Στην πραγματικότητα, δεν άλλαξαν παράταξη. Αμφιταλαντεύονταν πάντα, χωρίς ποτέ να τολμήσουν, οι περισσότεροι, να πάρουν θέση,  περιμένοντας το νικητή. Συμβάλλουν για να διαμορφώσουν το πολιτικό, οικονομικό, θεσμικό καθεστώς της παραγωγής της αλήθειας  της κυρίαρχης τάξης,  που όλοι εμείς θα την  πιστέψουμε για να εγκλωβιστούμε. Μέχρι πότε;

Παρασκευή 29 Ιουνίου 2012

Η ΤΑΞΙΚΗ ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΝΑΖΙΣΤΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ

«… Το «Εθνικό Σοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα» ( Nazional-Sozialistische Deutsche Arbeiter Partei - NSDAP) ήταν πάντα και έμεινε ως το τέλος το κόμμα που εξυπηρέτησε κατά τον πιο τέλειο, ως τώρα, τρόπο τα συμφέροντα της μεγάλης αστικής τάξης, των κορυφών του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Τέτιο ήταν και πριν το 1933, και μετά, τέτιο έμεινε και ως τις 9 Μάη 1945.
          Αυτό φαίνεται καθαρά από το δείκτη εκείνο που ενδιέφερε πιο πολύ το μονοπωλιακό κεφάλαιο: την πορεία των κερδών. Και δεν μπορεί κανείς να μην παραδεχτεί ότι η κυβέρνηση του ΝSDAP εξασφάλισε συνθήκες εξαιρετικής σε έκταση και βάθος συσσώρευσης κερδών. Η πορεία των τελευταίων υπήρξε πράγματι θεαματική, όπως δείχνει ο παρακάτω πίνακας:
          Επίσημα κέρδη επιχειρήσεων (εκατομμύρια μάρκα)
                 1933         1936      1938
                   6,6           12,2        15
             Η ναζιστική 12ετία υπήρξε περίοδος ταχύτατης ανόδου των κερδών και των περιουσιών των μεγιστάνων, όπως μαρτυρούν όλα, χωρίς εξαίρεση, τα στοιχεία. Οι κρατικομονοπωλιακές μέθοδοι που τελειοποίησε ή εγκαινίασε το «1000χρονο Ράιχ» δεν ήταν τίποτε άλλο από μια παραχώρηση — συχνά, με φανερά σκανδαλώδη τρόπο— όλης της γερμανικής οικονομίας σε μια χούφτα μεγάλων επιχειρήσεων. Αυτές οι επιχειρήσεις «τσέπωσαν» τα κολοσσιαία κέρδη της στρατιωτικοποίησης και της δουλικής εκμετάλλευσης των ξένων, ιδιαίτερα «Ανατολικών» εργατών, αλλά και της λεηλασίας όλης της Ευρώπης. Αυτή η μυθικών διαστάσεων συσσώρευση — που εμφάνισε και χαρακτηριστικά παρόμοια με αυτά της περιόδου της πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου — εξηγεί σε μεγάλο βαθμό και την εντυπωσιακή ανάκαμψη της ΟΔ Γερμανίας μετά το 1945.
              Η συντριβή κάθε οργάνωσης των εργαζομένων έκανε τη δράση του NSDAP «θαυματουργή» και στον πολιτικό τομέα. Στη διάρκεια της εξουσίας του, οι εργαζόμενοι δεν διαμαρτυρήθηκαν καθόλου ή σχεδόν καθόλου. Η ένταση της εκμετάλλευσης, μόνος τρόπος δημιουργίας και ενίσχυσης του τεράστιου πολεμικοβιομηχανικού συγκροτήματος μιας ιμπεριαλιαστικής δύναμης χωρίς αποικίες, «πέρασε» ανεμπόδιστα. Αρκετά πριν από τον πόλεμο, η ελεύθερη εκλογή θέσης εργασίας είχε καταργηθεί. Σε ορισμένες κρατικές επιχειρήσεις όπως η «Οργάνωση Todt» ((Organisation Todt –OT), είχαν επιβληθεί όχι μόνο στρατιωτικοί κανονισμοί, αλλά και στρατιωτικές στολές. Τα πολιτικά κέρδη του κεφαλαίου ήταν και μακροπρόθεσμα. Καταρχήν, ο πόλεμος δεν φαίνεται να προκάλεσε σχεδόν καμιά κίνηση διαμαρτυρίας ή και απλής δυσαρέσκειας. Ενα δείγμα μας δίνει έκθεση του «Γερμανικού Μετώπου Εργασίας» (Deutsche Arbeitsfront - DAF), οργάνωσης που ήταν αρμόδια για την οργάνωση του εργατικού δυναμικού και την κίνησή του, του τέλους του 1942: «Το 1917, χάθηκαν σε πολιτικές απεργίες περίπου 2.000.000 εργατοημέρες. Το 1918, ήταν 5.000.000 εργατοημέρες. Στο πολεμικό έτος 1942, κερδίθηκαν αμέτρητα εκατομμύρια προσθέτων εργατοημερών, χωρίς να υπολογίσουμε την εργασιακή απόδοση εκατομμυρίων επιστρατευμένων ξένων εργατών» (η έμφαση δική μας).
         Και όλα αυτά, χωρίς να υπολογίσουμε ένα άλλο πολιτικό κέρδος πολύ μεγάλης, όπως αποδείχτηκε, σημασίας: την σχεδόν ολοκληρωτική εξόντωση όλων των επαναστατικών στοιχείων και την απώλεια σχεδόν κάθε επιρροής τους.
            Ποτέ πριν από την εγκαθίδρυση του Γ' Ράιχ οι μεγάλοι καπιταλιστές της Γερμανίας ή οι άμεσοι άνθρωποι τους δεν συμμετείχαν τόσο άμεσα στη διεύθυνση της οικονομίας, και αυτό παρά το γεγονός ότι στη Γερμανία οι σχέσεις κράτους- μεγάλου κεφαλαίου ήταν πάντα πολύ στενές. Κάτι περισσότερο: ο Χίτλερ δεν το είχε σε τίποτε να αλλάξει τους στρατηγούς του με τη μεγαλύτερη ευκολία για παραπτώματα πολλές φορές φανταστικά ή συνήθως χωρίς να φταίνε. Αντίθετα, στις κορυφές των οικονομικών-διαχειριστικών υπηρεσιών της χιτλερικής Γερμανίας βλέπει κανείς πάντα αναδιανομή των ίδιων προσώπων: γενικών μετόχων, γενικών διευθυντών ή έμπιστων στελεχών των γιγάντων του χρηματιστηρίου. Και κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον: Οι στρατηγοί του Χίτλερ ήταν —ή έγιναν     διάσημοι. Ποιος, όμως ξέρει τον Albert Pieg της Siemens  ή τον Wilhelm  Zangen της MANNESMAN; Αυτοί δεν άφησαν απομνημονεύματα. Η διακριτικότητα ήταν, άλλωστε, αυτό που τους ενδιέφερε περισσότερο.
            Εδώ πρέπει να προστεθεί ότι η πολιτική εξουσία του NSDAP βοήθησε πολύ όχι μόνο τους καπιταλιστές ενάντια στους εργαζόμενους, αλλά και τους πολύ μεγάλους καπιταλιστές ενάντια σε όλους τους υπολοίπους. Η συγκεντροποίηση, που το κράτος ενθαρρύνει ή και επιβάλλει, παίρνει πρωτοφανείς διαστάσεις: Το μέσο κεφάλαιο των μετοχικών εταιριών περνά από 2.300.000 (1932) σε 5.500.000 μάρκα (1943). Ο νόμος της 7ης Μάρτη 1939 φτάνει ως την κατάργηση των επιχειρήσεων που δεν έφταναν ένα ορισμένο minimum τζίρου, υποχρεώνοντας τους πρώην ιδιοκτήτες τους να γίνουν εργαζόμενοι στη μεγάλη βιομηχανία. Στην περίοδο 1933-1939, ο αριθμός των επιχειρηματιών και των οικογενειών τους πέφτει από 11.247.000 σε 9.612.00 (-14,54%) και το ποσοστό τους στον πληθυσμό από 19,8% σε 16,2%....
              Όμως το NSDAP είναι ακριβώς αυτό που λέει η ονομασία του, δηλ. ένα πολιτικό κόμμα, και όχι ένας απλός εκτελεστικός μηχανισμός του μεγάλου κεφαλαίου, όπως θα ήταν πχ, μία νομική ή λογιστική εταιρία. Έρχεται σε επαφή και σύνδεση με μάζες, από τη φύση τους διαφορετικές από τα συμφέροντα που το NSDAP εκφράζει, και, έτσι, διαφοροποιείται και αυτό. Το ίδιο το όνομα του κόμματος είναι χαρακτηριστικό. Εθνικό Σοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα. Η μαζική βάση του NSDAP είναι κυρίως μικροαστική και, κατά πιο δεύτερο λόγο, μεσοαστική.
Μια στατιστική της 1ης Γενάρη 1935 μας δίνει μία εικόνα:
—    Το 7,3% όλου του «επαγγελματικά απασχολούμενου πληθυσμού» του Ράιχ ανήκει στο NSDAP. Απ' αυτό βλέπουμε ότι το NSDAP  ήταν ένα τεράστιο κόμμα.
—    Στο NSDAP ανήκει το 15% των «αυτοαπασχολουμένων».
—    Στο NSDAP ανήκει το 12% των «μη δημοσίων» υπαλλήλων (Angestellten).
—    Το ποσοστό των βιομηχανικών εργατών που είναι μέλη του NSDAP είναι γύρω στο 5% του συνόλου των βιομηχανικών εργατών. Γενικά, λίγοι εργάτες έγιναν μέλη του NSDAP παρά το όνομά του. Πριν το 1933, το NSDAP ούτε κατόρθωσε, αλλά ούτε έδειξε μεγάλη συνέπεια στην προσπάθεια να δημιουργήσει χωριστή οργάνωση εργατών. ….Ο ίδιος ο Χίτλερ «υπέδειξε» στο Συνέδριο του NSDAP του 1937 να μην παρελάσουν χωριστές ομάδες εργατών. Αυτό δείχνει καθαρά ότι δεν ήθελε τη χωριστή παρουσία των εργατών γιατί αυτό θύμιζε την ταξική πάλη ή, έστω, την ταξική «απόσταση». Σαν γνήσιο κόμμα της αστικής τάξης, το NSDAP δεν μπορούσε να υποφέρει τη θέα των χωριστά οργανωμένων εργατών ούτε μέσα στα ίδια του τα πλαίσια
          ….  το βασικό μαζικό στήριγμα του NSDAP ήταν — από άποψη οργανωμένης μαζικής βάσης, αλλά και εκλογικής βάσης — τα μεσαία στρώματα, ιδιαίτερα αυτά της πόλης. Αυτό χρησιμοποιήθηκε για να «ξαναγραφτεί», δηλ. να παραποιηθεί η ιστορία. Στη σειρά των άρθρων, μελετών κλπ, που γράφτηκαν στην Ομοσποδνιακή Δημοκρατία της Γερμανίας με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 50 χρόνων από την άνοδο στην εξουσία του NSDAP, προβλήθηκε συχνά το επιχείρημα: Αφού μέσα στο NSDAP βρίσκονταν κυρίως μεσαία στρώματα, το NSDAP ήταν το κόμμα των μεσαίων στρωμάτων έτσι «βγαίνουν λάδι» τα μονοπώλια. Οι τοποθετήσεις αυτές «ξεχνούν» τη βασική ιστορική αποστολή του NSDAP: να συνδέσει τις μάζες με την πολιτική και την άσκηση της πολιτικής του μεγάλου κεφαλαίου. Πράγμα που το NSDAP πέτυχε λαμπρά.
          Για να το πετύχει, όμως, αυτό έπρεπε να γίνει αυτό ακριβώς που έγινε: ένας πολιτικός οργανισμός της αστικής τάξης, κατά συνέπεια ένας οργανισμός βαθιά αντιφατικός, που θα ήταν σε θέση να εκφράζει με ένα μαζικό τρόπο την πολιτική των μεγιστάνων. Ο ίδιος ο χαρακτήρας του επέβαλε την αντιφατικότητά του.
       … Η αντιφατικότητά του NSDAP δεν σημαίνει συνύπαρξη στο εσωτερικό  του αντιπάλων ισοτίμων παραγόντων. Σημαίνει αντανάκλαση στο εσωτερικό των πραγματικών ταξικών αντιθέσεων, αλλά κάτω από την κυριαρχία ενός από τους πόλους, στη συγκεκριμένη περίπτωση του μεγάλου κεφαλαίου, ο οποίος προσδιορίζει τον πραγματικό ταξικό χαρακτήρα του Κόμματος. Η κυριαρχία αυτή εκφράζεται πολιτικοΐδεολογικά και «ψυχολογικά». Πράγμα που σημαίνει ότι η δικτατορία της κυρίαρχης τάξης υπάρχει και μέσα στο κόμμα ή στα κόμματα της.
       Η πορεία των πραγμάτων δείχνει ακριβώς αυτό: Οτι τα διάφορα στοιχεία του NSDAP διαφορετικά και — ως ένα βαθμό — αντίθετα μεταξύ τους, βαδίζουν μαζί και μαθαίνουν βαθμιαία να προσαρμόζονται μεταξύ τους. Το ένα δεν μπορεί να κάνει χωρίς το άλλο.
        Η προσαρμογή, όμως, δεν γίνεται ισότιμα. Σε τελευταία ανάλυση, δεν είναι, ίσως, ούτε καν αμοιβαία. Στην πραγματικότητα, η μικροαστική μάζα προσαρμόζεται στις απαιτήσεις της πολιτικής της μεγαλοαστικής τάξης....»
              Του   Θ. ΠΑΠΑΡΗΓΑ στο  περιοδικό   «Επιστημονική Σκέψη» στα 1985
                                                 

Τρίτη 26 Ιουνίου 2012

ΚΥΡΙΑΡΧΕΣ ΙΔΕΕΣ


« Οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης  είναι σε κάθε εποχή οι κυρίαρχες ιδέες. Με άλλα λόγια,  η τάξη που είναι η κυρίαρχη υλική δύναμη της κοινωνίας, είναι ταυτόχρονα η κυρίαρχη  πνευματική της δύναμη. Η τάξη που έχει στη διάθεσή της τα μέσα της υλικής παραγωγής, διαθέτει  ταυτόχρονα τα μέσα  της πνευματικής παραγωγής, έτσι ώστε μιλώντας γενικά,  οι ιδέες αυτών που δεν έχουν τα μέσα της πνευματικής παραγωγής υποτάσσονται σ’  αυτά. Οι κυρίαρχες ιδέες δεν είναι τίποτε άλλο από την ιδεατή έκφραση των κυρίαρχων  υλικών σχέσεων, είναι  οι κυρίαρχες υλικές σχέσεις που συλλαμβάνονται σαν ιδέες, άρα είναι η έκφραση των σχέσεων που κάνουν  μια τάξη κυρίαρχη, επομένως οι ιδέες της κυριαρχίας της.  Τα άτομα που αποτελούν την κυρίαρχη τάξη, διαθέτουν ανάμεσα στ’  άλλα συνείδηση, και άρα σκέφτονται. Στο βαθμό επομένως που κυριαρχούν σαν τάξη και καθορίζουν όλη  την έκταση μιας εποχής, είναι αυτονόητο ότι το κάνουν  αυτό παντού, επομένως ανάμεσα στα άλλα κυριαρχούν επίσης σα στοχαστές, σαν παραγωγοί ιδεών, και ρυθμίζουν  την παραγωγή και διανομή των ιδεών της εποχής τους. Ετσι οι ιδέες τους είναι οι κυρίαρχες ιδέες της εποχής τους. Λόγου χάρη, σε μιαν εποχή και σε μια χώρα όπου η βασιλική εξουσία η αριστοκρατία και η αστική τάξη αγωνίζονται για την κυριαρχία και όπου επομένως η κυριαρχία είναι μοιρασμένη, η θεωρία της διάκρισης των εξουσιών αποδείχνεται σαν η κυρίαρχη ιδέα και εκφράζεται σαν ένας «αιώνιος νόμος»
                                             Κ. Μαρξ «Η γερμανική ιδεολογία»
                                                 Εκδ. Gytenberg,

        Στα χρόνια μας οι ιδεολογίες για μετασχηματισμό του κόσμου  παρουσιάζονται ως επικίνδυνα νεφελώματα που γεννούν  αδιαλλαξία και φρούδες ελπίδες. Η  αστική ιδεολογία  πια δεν δρα σαν  την κλασσική προπαγάνδα  με απλά ψέματα και επαναλήψεις, δεν αρκείται  στο να προτείνει στις μάζες απατηλές αξίες και πρότυπα. Το κυρίαρχο σύστημα δεν  προσπαθεί  απλώς να δώσει  μια ψεύτικη  και σφαλερή εικόνα του κόσμου, αλλά τον χαρακτηρίζει αξεπέραστο και αποσκοπεί στην ειρήνευση όλων των συγκρούσεων, γιατί καμιά θρησκεία, καμιά ιδεολογία δεν προσφέρει  τη λύση των προβλημάτων, αλλά η διαπραγμάτευση, ο συνεχής διάλογος, η απόλυτη επικοινωνία. Η σύντηξη διαφορετικών ιδεών καταλήγει  σε μια μεταλλαγή  τους,  προς όφελος του κυρίαρχου συστήματος.
        Και φυσικά  είναι οι διανοούμενοι που όχι μόνο βοηθούν στην κυοφορία των ιδεών αλλά και την κυριαρχία τους.
        Την τελευταία εικοσαετία  διανοούμενοι που θεωρούνταν της αριστεράς αποδέχτηκαν άνευ όρων τις σταθερές εκείνες που συγκροτούν το ιδεολογικό οπλοστάσιο του φιλελευθερισμού. Στο επίκεντρο της προβληματικής τους βρίσκεται η θεωρία περί «ολοκληρωτισμού», που αναδεικνύεται σαν κεντρική αιχμή και δημιουργεί το βασικό κριτήριο προσδιορισμού όχι μόνο των ιδεολογικών αλλά και των πολιτικών μετώπων.  Πρόκειται για  μια θέση που παράγει έναν νέου τύπου αντικομμουνισμό. Ο κομμουνισμός οδηγεί υποχρεωτικά κατ’  αυτούς στα … γκουλάγκ και εποφθαλμιά τις ελευθερίες του φιλελεύθερου  παράδεισου. Η αριστερά, και ιδιαίτερα η κομμουνιστική, θα πρέπει λοιπόν, ερχόμενη σε επαφή  με την πραγματικότητα να εγκαταλείψει τις φαντασιώσεις της και να προσηλυτιστεί σε έναν πεφωτισμένο  πραγματισμό. Η κατεύθυνση αυτή κάνει πλέον πολύ δυσδιάκριτη τα όρια που νομιμοποιούν την ταξινόμηση ανάμεσα σ’ αυτούς που χαρακτηρίζονται αριστεροί  και τους δεξιούς. Όλους  τους χαρακτηρίζει ο φιλελευθερισμός στην οικονομία, υποκλίνονται μπροστά στις δυνατότητες της αγοράς, ο πραγματισμός σφραγίζει τις αναλύσεις τους, θεοποιούν το επιχειρηματικό δαιμόνιο, τον τεχνοκρατισμό, την αξιοκρατία.
      Ζώντας σε μια εποχή  που διακηρύσσεται η απαλλαγή από ιδεολογίες, ανακηρύσσεται αυτή η άρνηση σε ιδεολογία που  προορίζεται να εξασφαλίσει την ελάχιστη δυνατή κοινωνική συναίνεση. Οι ιδέες διχάζουν, δεν χρειάζεται πλέον να υπάρχουν. Δεν ωφελεί λοιπόν  σε τίποτε να θέλουμε να αλλάξουμε την μορφή του κόσμου: κάθε όραμα οδηγεί στην βαρβαρότητα, όλες οι λύσεις έχουν αποτύχει. Καλύτερα να υπομένουμε καρτερικά τα γεγονότα,  είναι δεδομένα a priori ,  στα οποία  δεν θα κυριαρχήσουμε ποτέ. Το μόνο που μένει,    να εμπιστευόμαστε αυτούς που ξέρουν  να τα διαχειρίζονται.
       Τελικά, ο κόσμος που μας υπόσχονται δεν μπορεί να εγκαθιδρυθεί και να σταθεροποιηθεί παρά μόνο αφού «παγώσει» η κοινωνία, αποποιούμενη κάθε όραμα και προσπάθεια για αλλαγή της. Το βασικό επιχείρημα είναι πως ο κόσμος  στον  οποίο ζούμε είναι «ο μη χείρων» και άρα τελικά ο βέλτιστος, πράγμα που σε καιρούς κρίσης διατυπώνεται με τρόπο τρομακτικό – η αυτός  ο κόσμος ή η καταστροφή μας. Το πρότυπο της κοινωνίας που προτείνεται είναι χωρίς  αντιπαραθέσεις  και ταξικές αντιθέσεις που είναι ξεπερασμένες. Τον αποδεχόμαστε αυτόν τον κόσμο για να αποφύγουμε το χειρότερο, το απαράδεκτο. 
      Μόνο που τελικά φαίνεται πως δεν θα  αποφύγουμε τον καταποντισμό μας και τότε θα συνειδητοποιήσουμε πως οι κυρίαρχες ιδέες που πιστεύαμε για αξεπέραστες είναι οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης, η οποία  ακριβώς  τον καταποντισμό των υποτελών τάξεων είχε στόχο της…  με τη συναίνεσή μας.
 «Η ύπαρξη επαναστατικών ιδεών σε μιαν ειδική περίοδο προϋποθέτει  ήδη την ύπαρξη μιας επαναστατικής τάξης»

Πέμπτη 21 Ιουνίου 2012

ΣΥΓΚΛΙΣΕΙΣ, ΣΥΝΑΙΝΕΣΕΙΣ, ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ


            Η οικονομική κρίση  στη χώρα μας επέβαλλε τη νέα καπιταλιστική στρατηγική διεξόδου, η υλοποίηση της οποίας σημαίνει  τη συνολική ανατροπή του συσχετισμού ανάμεσα στο κεφάλαιο και τους εργαζόμενους. Αυτό  βέβαια προϋποθέτει  συντριβή του εργατικού κινήματος, αφαίρεση των κοινωνικών κατακτήσεων και ελευθεριών των λαϊκών τάξεων, αυταρχικοποίηση, στροφή  της κυρίαρχης ιδεολογίας προς ανοιχτά αντιδραστικές θέσεις. Ορατά αποτελέσματα αυτής της στρατηγικής είναι η θεαματική αύξηση της ανεργίας, η εξαθλίωση των λαϊκών, και όχι μόνο,  μαζών και η κατακόρυφη διεύρυνση της καταστολής.
           Αυτό το  υλικό κοινωνικό υπόβαθρο καθιστά αναγκαίες  για το πολιτικό σύστημα,  και δρομολογεί, τις διαδικασίες σύγκλισης, στην κορυφή, των πολιτικών κομμάτων του κυρίαρχου συστήματος,   όπως και στην αναζήτηση συναινετικών λύσεων, γιατί  κανένα κόμμα  μόνο του δεν είναι πια  ικανό να εκφράσει και να υλοποιήσει αυτήν τη στρατηγική σκληρής διαχείρισης του καπιταλιστικού συστήματος. Η στρατηγική που υλοποιείται, το μόνο όραμα που έχει να προτείνει περιορίζεται στην εξύμνηση του καπιταλιστικού κέρδους και της λιτότητας. Είναι λοιπόν  προφανής  η αμηχανία και  αδυναμία διατύπωσης ενός νέου πειστικού ιδεολογικού λόγου.
             Οι εκλογές αποκάλυψαν τη διάλυση των δυο κομμάτων, Ν.Δ και ΠΑΣΟΚ, και οδήγησαν στις διεργασίες για την οργάνωση ενός νέου διευρυμένου μπλοκ εξουσίας, ικανού να οργανώσει τη συναίνεση  και με συμμαχικές κυβερνήσεις. ΟΙ διασπάσεις και οι  κομματικές παραφυάδες που προέκυψαν από τη δική τους φθορά δίνει εναλλακτικές λύσεις  για την πραγματοποίηση αυτής της σύγκλισης, που καταλήγει  σε κυβέρνηση συνεργασίας και μάλιστα μετά από εκλογές,  δηλ. νομιμοποιημένη από τη λαϊκή εντολή. (Ακόμα διατηρούνται οι τυπικές διαδικασίες λειτουργίας της αστικής δημοκρατίας).
           Η συγκρότηση της  κυβέρνησης Σαμαρά δεν είναι τίποτε άλλο παρά το άμεσο αποτέλεσμα που προκύπτει   από την εξάντληση των ορίων της ηγεμονικής στρατηγικής των τελευταίων χρόνων, παρόλο που  η ένταση των ζυμώσεων και οι συγκλίσεις μεταξύ των πολιτικών φορέων προβάλλονται σαν συνέπεια της κατανόησης για συνολική τροποποίηση της πολιτικής σκηνής στην κατεύθυνση της εθνικής συναίνεσης.
              Η κινητήρια  όμως δύναμη της ιστορίας παραμένει πάντα η πάλη των τάξεων, η δυναμική των μαζών. Αυτή η  αντικειμενική δυναμική  είναι και ο μεγάλος ιστορικός κίνδυνος για τις κυρίαρχες τάξεις, που συνεχώς επιδιώκουν να καλλιεργούν τις αυταπάτες μας,  για να μη συνειδητοποιούμε την κατάστασή μας. Ακόμα και στις εκλογές ήθελαν να αποφύγουν την ταξική πόλωση, γι’  αυτό και από  το δίλημμα μνημόνιο  - αντιμνημόνιο, που μπορούσε να συνδεθεί με  ταξικά συμφέροντα,  των εκλογών  της 6ης Μαΐου,  περάσαμε στις τελευταίες εκλογές  στο  δίλημμα κυβέρνηση ή ακυβερνησία. Αυτές τις τελευταίες μέρες μετά τις εκλογές, η ανακοίνωση της συμφωνίας των τριών κομμάτων για κυβέρνηση έγινε με σχεδόν θριαμβευτικό τόνο σε μια προσπάθεια να τονώσουν τις ψευδαισθήσεις του συνόλου των εργαζομένων για το μέλλον τους, ότι είναι ζήτημα εθνικής συνεννόησης και διαπραγματευτικής ικανότητας, αποκρύπτοντας ότι  εφαλτήρια της νέας εθνικής συναίνεσης είναι τα συμφέροντας της κυρίαρχης τάξης.
          Τα δυο τελευταία χρόνια η πολιτική του ΠΑΣΟΚ, αλλά και της Ν.Δ, απέδειξαν ότι τα στρατηγικά συμφέροντά  που εκπροσωπούν αντιστρατεύονται κάθε μορφή συλλογικής μαζικής δράσης,  μάλιστα το ΠΑΣΟΚ έχασε και το βασικό στοίχημα με την νέα οικονομική πολιτική, να επιβάλλει τη λιτότητα χωρίς να διαρρήξει  συνολικά τις σχέσεις του με τα λαϊκά στηρίγματα. Η χιονοστιβάδα των μέτρων που ακολούθησε αυτά τα χρόνια και οι  αντιδράσεις των εργαζομένων που ξέσπασαν, κλόνισαν ανεπανόρθωτα τις σχέσεις εκπροσώπησης κυρίως του ΠΑΣΟΚ, ενώ η Ν.Δ δεν έχει ιδιαίτερες καλές αποδώσεις στη χειραγώγηση των μαζών.  Αναζητώντας  λοιπόν ομαλή μετάβαση στη νέα ισορροπία της ελληνικής πολιτικής σκηνής  η συμμετοχή της ΔΗΜΑΡ στην κυβέρνηση  βοηθά στην  αναδιάρθρωση των κοινωνικών συμμαχιών  που θα εγκλωβίσει, έστω και για μερικούς μήνες, τους εργαζομένους. Απώτερος στόχος είναι το εργατικό και λαϊκό κίνημα να απολέσει   τη δυναμική του παρέμβαση  στην πολιτική σκηνή και τη συλλογικότητά του, ώστε οι  λαϊκές  μάζες να συρθούν αδιαμαρτύρητες στο νέο οικονομικό αρμαγεδώνα. Γι΄ αυτό και το κομμουνιστικό κόμμα του 4.5% πρέπει να απαξιωθεί από τον κυρίαρχο λόγο, γιατί υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να συσπειρώσει  και οργανώσει τις  υποτελείς κοινωνικές τάξεις στον κοινωνικό πόλεμο που θα γίνει πιο βίαιος, όποια μορφή κι αν πάρει.
           Σ΄ αυτό το νέο σκηνικό και η αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ, που  ήδη φαίνεται πως  αποδέχεται τα όρια που καθόρισε το κυρίαρχο σύστημα για να το  δεχτεί στο μπλοκ εξουσίας, προσφέρει τη συνδρομή του, είτε οριοθετώντας τη θέση του στο νέο σκηνικό, ότι είναι  η εναλλακτική λύση σήμερα, είτε  προκρίνοντας την αλληλεγγύη πιο σημαντική από την αντίσταση (Τσίπρας).
            Στον επόμενο χρόνο θα δούμε την έκβαση της βίαιης  επίθεσης του κεφαλαίου, που εντείνεται, και τη νέα  λειτουργία του  πολιτικού  συστήματος,  που θα διαδεχθεί τις μονοκομματικές κυβερνήσεις. Η μετάβαση  σε μια νέα ισορροπία, χωρίς έντονους  πολιτικούς και κοινωνικούς  κλυδωνισμούς, αποτελεί για το πολιτικό προσωπικό των κυρίαρχων τάξεων εγχείρημα πολύ πολύπλοκο και η συμμετοχή πολιτικών σχηματισμών που χαρακτηρίζονται αριστερά το νομιμοποιεί στη συνείδηση πολλών  εργαζομένων.
           Αν θα στεφθεί από επιτυχία εξαρτάται από τη δική μας συνειδητοποίηση και δράση.

Τετάρτη 20 Ιουνίου 2012

ΠΡΟΣ ΑΥΤΑΡΧΙΣΜΟ


         Υποτίθεται ότι σ’ ολόκληρη την Ευρώπη επιδιώκεται η συναίνεση σε βασικά θέματα, οικονομίας, πολιτικής κλπ.,  γιατί έτσι εξασφαλίζεται η δημιουργία μια ώριμης, συμφιλιωμένης κοινωνίας, χωρίς βαθιές διαιρέσεις με ανεξέλεγκτες συγκρούσεις. Αυτή  όμως η  επιδίωξη είναι βαθιά ταξική, γιατί προϋποθέτει μια αταξική κοινωνία, η οποία  δεν υπάρχει,  ενώ στην πραγματικότητα στοχεύει στην επιβολή των συμφερόντων της κυρίαρχης τάξης, που έτσι δίνεται η εντύπωση ότι ταυτίζονται με του γενικού συνόλου. Κι αυτός είναι ένας τρόπος να ισοπεδωθεί κάθε ταξική διαφοροποίηση, με την αποδοχή ότι σε μια ευνομούμενη δημοκρατική πολιτεία υπάρχουν μόνο κοινά συμφέροντα και αν δεν  έχουν εξαλειφθεί, πάντως έχουν  αμβλυνθεί  οι πολιτικοί, οικονομικοί  ακόμη και ιδεολογικοί  ανταγωνισμοί.
       Ο εκθειασμός της συναίνεσης επικαλύπτει  την πάλη ανάμεσα σε τάξεις, τα συμφέροντα των οποίων είναι ασυμβίβαστα ή αντίθετα. Η ταξική πάλη   όμως διεξάγεται, ακόμα κι αν είναι βουβή,   και στο οικονομικό και στο πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο.  Και βέβαια ο οικονομικός αγώνας περιπλέκεται και εξελίσσεται σε πολιτικό αγώνα, αφού  ακόμα και ο αγώνας  για τις καθημερινές ανάγκες δεν μπορεί να έχει επιτυχία χωρίς την  πολιτική πάλη.
     Στην Ελλάδα των μνημονίων, τόσο στις εκλογές όσο και σε όλο το διάστημα της επιβολής  των οικονομικών μέτρων, τα διλήμματα και οι εκβιασμοί φαίνονται υπερταξικά , ακριβώς για να μη συνειδητοποιήσουμε τον ταξικό πόλεμο που διεξάγεται. Η συνεχής υπόμνηση για το  βάρος  που επωμίζονται οι φορολογούμενοι  γερμανοί και λοιποί  βόρειοι  λαοί με το δικό μας δανεισμό  μεταθέτει την αντιπαλότητα σε εθνικό επίπεδο, που η Ε.Ε δήθεν ξεπερνά προς χάριν του γενικού  ευρωπαϊκού καλού.  Τέτοιες αντιλήψεις και παρόμοια σκεπτικά συμβάλλουν στην αδυναμία μας να  απελευθερωθούμε  από την επιρροή της κυρίαρχης αστικής ιδεολογίας και να αποκτήσουμε, στη χώρα μας και στις άλλες, ταξική συνείδηση. Έτσι παραδιδόμαστε αμαχητί κι εμείς και οι υπόλοιποι εργαζόμενοι στις ευρωπαϊκές χώρες, αφού  η ταξική πάλη  στα εθνικά πλαίσια  συνυφαίνεται  στενά με την ταξική πάλη στο διεθνή στίβο. 
    Η άμβλυνση των πολιτικών διαχωρισμών αναχαιτίζει τη δυναμική της πολιτικής, κι ενώ παραμένουν οι  κλασικοί διαχωρισμοί χάνουν το περιεχόμενό τους.  Κεντροδεξιά η Ν.Δ, δεξιό το ΛΑΟΣ, Αριστερά η ΔΗΜΑΡ, αριστερά ο ΣΥΡΙΖΑ,  κεντροαριστερά  ή κέντρο τώρα το ΠΑΣΟΚ, κλπ. Όλοι μπορούν να συνεργαστούν με όλους και για όλα. Η σύγχυση αυτή  εμποδίζει  τη διαμόρφωση διακριτών πολιτικών ταυτοτήτων και  μ΄ αυτόν τον τρόπο είναι πιο εύκολο να αναπτυχτούν άλλου τύπου συλλογικές ταυτότητες, εύκολα διακριτές και ξεκάθαρες, κυρίως γύρω από θρησκευτικές ή εθνικιστικές μορφές ταύτισης. Κατά συνέπεια, η ανταγωνιστική διάσταση  που εκδηλώνεται μέσα στην κοινωνία μέσα από τέτοιους διαύλους ευνοεί την κυρίαρχη τάξη, γιατί εκτρέπει την αντίδραση σε πεδία ελεγχόμενα, που δεν απειλούν τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης.
        Τους ανταγωνισμούς βέβαια, που  δεν εξαλείφονται, ο κυρίαρχος λόγος θέλει να τους μετασχηματίσει με τρόπο ανώδυνο για την εξουσία, καλή ώρα όλα αυτά  που γίνονται για τη συγκρότηση της κυβέρνησης… εθνικής σωτηρίας. Από τη μια οι ουρές στο πεδίο του Αρεως για τα οπωροκηπευτικά και από την άλλη όλες αυτές οι διαβουλεύσεις για το μοίρασμα υπουργείων, ανάθεση πρωθυπουργικού θώκου κλπ. Ένα οικτρό θέαμα ευτελισμού της πολιτικής, παράδειγμα εκφυλισμού της  περίφημης δημοκρατίας μας. Οι κρίσιμες αποφάσεις έχουν εξοβελιστεί από τη δημόσια σφαίρα, και  αύριο, στη σύνοδο του Γιούρογκρουπ,  θα παρθούν πίσω από κλειστές πόρτες, προς δόξαν της αποδημοκρατικοποίησης της πολιτικής.
         Η επιμονή των κυρίαρχων κέντρων, με τη φωνή της Μέρκελ, για συγκατάθεση στην επιβολή των οικονομικών  μέτρων σε όλες τις χώρες, σχεδόν από το σύνολο του πολιτικού φάσματος, θέλει να εξαφανίσει τις ταξικές αντιπαλότητες, αδιαφορώντας ή ίσως και κατευθύνοντας τες σε άλλους τύπους συλλογικές ταυτότητες. Ηθικοποιώντας μάλιστα την πολιτική, με την εισαγωγή της έννοιας της  τιμωρίας για τους απείθαρχους η τους διεφθαρμένους, ευθυγραμμίζεται ο κυρίαρχος λόγος  στις  βασικές κατηγορίες με τον ακροδεξιό. Βοηθά στην ανάπτυξη ακροδεξιών τάσεων χαράσσοντας τα σύνορα  ανάμεσα σε καλούς και κακούς, με βάση ηθικές κατηγορίες και διακρίσεις, που ο ίδιος ο κυρίαρχος λόγος έχει υιοθετήσει.  Στην Ευρώπη, είμαστε οι κακοί έλληνες που τρώμε τα λεφτά των καλών φορολογούμενων βόρειων. Στην Ελλάδα, η ίδια λογική του φασιστικού μορφώματος Χ.Α κάνει διάκριση ανάμεσα σε  μάς που είμαστε οι καλοί έλληνες  και τους μετανάστες που μας κλέβουν τις δουλειές, είναι εγκληματίες κλπ. ή  ανάμεσα στους «μπολσεβίκους» και αυτούς που αγαπούν την ελλάδα κλπ. Στον άξονα της ηθικής αναπτύσσεται η πολιτική της ακροδεξιάς που μας εμποδίζει να συλλάβουμε  τη φύση και τα αίτια των σημερινών συγκρούσεων, ακόμα κι αν στηρίζεται σε χοντροκομμένες διακρίσεις άλλων εποχών.
          Η συναίνεση  δεν επιτρέπει την διαμόρφωση καθαρά πολιτικών  εναλλακτικών επιλογών  με την αντιπαράθεση διακριτών κοινωνικοοικονομικών προγραμμάτων, ακόμα και στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας.  Η συναίνεση προκαλεί ασφυξία  στο πολιτικό σύστημα καθώς αφήνει πολύ μικρά  περιθώρια για την έκφραση αμφισβήτησης που δεν στρέφεται εναντίον του ίδιου του συστήματος. Δεν απομένει παρά κάποιος πολιτικός σχηματισμός,  που μπορεί μάλιστα και στο όνομα της δημοκρατίας και της ελευθερίας να συναρθρώσει  τις ποικίλες μορφές δυσαρέσκειας κατά του κυβερνώντος συνασπισμού και της γραφειοκρατικής μηχανής του. Σε μας προς το παρόν αυτό το ρόλο παίζει η Χρυσή Αυγή.    Η  σύμπραξη των πρώην δυο κομμάτων  εξουσίας  μαζί με ένα πρώην τμήμα του ΣΥΡΙΖΑ σε ένα περιβάλλον βίαιης  οικονομικής εξαθλίωσης του κοινωνικού συνόλου,   η συκοφάντηση, απαξίωση, περιθωριοποίηση του κομμουνιστικού λόγου, η  σκόπιμη σύγχυση  γύρω από ό,τι χαρακτηρίζεται αριστερός λόγος, ανοίγουν  το δρόμο για φασιστικές επιλογές, εφόσον η οικονομική ασφυξία συνεχίζεται.  Η Χρυσή Αυγή στρέφεται ενάντια στην κυβέρνηση  που κατηγορεί για διαφθορά, ξεπούλημα της χώρας και είναι υπεύθυνη  για την αύξηση της ανεργίας. Το θέμα των μεταναστών παίζει  κεντρικό ρόλο και ο λόγος της αποκτά έναν καθαρά λαϊκίστικο χαρακτήρα.      
       Η διολίσθηση της διακυβέρνησης της χώρας σε ολοένα πιο αυταρχικά μονοπάτια έχει ξεκινήσει εδώ και χρόνια ανεπαισθήτως αλλά μεθοδικά.
      Αυτό που γίνεται  όμως στην  Ελλάδα προοιωνίζεται αυτό που θα ακολουθήσει και σε όλη την Ευρώπη, ίσως λίγο πιο κομψά και βέβαια πάντα μέσα από … δημοκρατικές διαδικασίες.  
    Η κυρίαρχη τάξη της Ευρώπης συνειδητά επιλέγει το δρόμο προς τον αυταρχισμό, αν όχι και φασισμό …