Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2024

ΟΜΟΙΩΜΑΤΑ

 

Και ούτε δυο βδομάδες μετά τους διθυράμβους του πρωθυπουργού για το πιο σύγχρονο μετρό της Ευρώπης κατά την ημέρα των εγκαινίων του μετρό Θεσσαλονίκης , τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, και σχεδόν  μόνο αυτά, κατακλύστηκαν από φωτογραφίες και βίντεο του  ακινητοποιημένου μετρό μέσα σε σήραγγα, με  τους επιβάτες να περπατούν εφ’ ενός ζυγού μέσα σ’ αυτή. Αντίθετα, τα  μέσα ενημέρωσης ασχολούνται με το περιστατικό με την πρέπουσα …σεμνότητα και διακριτικότητα που επιτρέπει η ανεξάντλητη κολακεία τους προς την κυβέρνηση.
         Ανάμεσα στις προσπάθειες υποβάθμισης του συμβάντος είναι του κυβερνητικού  εκπροσώπου Π. Μαρινάκη που επέμενε ότι το σημαντικό ήταν ότι λειτούργησε το πρωτόκολλο ασφαλείας, του υφυπουργού Υποδομών και Μεταφορών Ν. Ταχιάος, με τις θριαμβολογίες του για  μια στα 100.000 χρόνια εμφάνιση αστοχίας, που επεσήμανε ότι ήταν το πρώτο ανάλογο περιστατικό, ενώ έχουν διανυθεί 15.000 χιλιόμετρα χαρακτηρίζοντάς το παιδική ασθένεια και του  υπουργού  Επικρατείας Μ. Βορίδη που το θεώρησε φυσιολογικό που συμβαίνει παντού. Του τελευταίου  το μπλαζέ, ειρωνικό κι αλαζονικό ύφος του συνόψιζε για άλλη μια φορά το ύφος και ήθος μιας εξουσίας που περιφρονεί όταν κυριαρχεί, καλοπιάνει όταν φοβάται και σκληραίνει όταν απειλείται.  
        Αν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ότι ο υπόγειος σιδηρόδρομος είναι πολιτιστικό και ιστορικό χαρακτηριστικό μιας πόλης, το μετρό της Θεσσαλονίκης, με τα ατέλειωτα χρόνια κατασκευής του, τα υπέρογκα ποσά που δαπανήθηκαν, τις εργολαβικές λύσεις που επιλέχτηκαν για τις αρχαιότητες που αποκαλύφτηκαν, αντανακλά με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο την πολιτική και πολιτιστική κατάσταση όχι μόνο της πόλης αλλά και της χώρας.
       Ένα μετρό ούτε καν 10 χιλιομέτρων δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να το δει ως ενοποιητικό, αστικό σύμβολο που παίζει ισχυρό ρόλο στην ένωση της πόλης, όπως στα περισσότερα μετρό του κόσμου. Δεν ενώνει προαστιακές τοποθεσίες με τοποθεσίες του κέντρου ούτε εύπορες περιοχές με υποβαθμισμένες κι επομένως δεν υπάρχει κοινή η εμπειρία της χρήσης του σε όλους τους κατοίκους. Και φαίνεται ο λειψός σχεδιασμός του να μην φέρνει πιο κοντά τις διάφορες γειτονιές με  την ποικιλομορφία και το δυναμισμό τους, φέρνοντας τους κατοίκους τους σε επαφή μεταξύ τους έστω και στιγμιαία, σε μια ώσμωση των κοινωνικών τάξεων.
          Για σειρά ετών το μετρό από τους κυβερνώντες χρησιμοποιήθηκε για να προσφέρουν μια μυθοπλασία της πραγματικότητας του μέλλοντος. Για μια Θεσσαλονίκη που εκσυγχρονίζεται, εξαπλώνεται, αναπτύσσεται και το μετρό θα είναι  το σύμβολό της. Μόνο που στο τέλος καταλήγει το μετρό να  συμβολίζει την αδιαφορία, τη συναλλαγή και απληστία μιας εξουσίας, που αναπαριστά μια ψευδή πραγματικότητα εφησυχάζοντας μας για αποδοχή της παρούσας πραγματικότητας. Μας τυφλώνουν ομοιώματα της πραγματικότητας που θέτουν την ύπαρξή της υπό αμφισβήτηση, αφαιρώντας μας κάθε βάση στήριξης για αγωνιστική διεκδίκηση. Η διακυβέρνηση του μυαλού μας από προσομοιώσεις πραγμάτων και καταστάσεων θέτει ένα ψευδές υποκατάστατο, υποβολιμαίο από την κυρίαρχη εξουσία,  στη θέση της αληθινής πραγματικότητας.  Δεν μπορεί να γίνεται τότε λόγος για αλήθεια, αφού είναι η ίδια η εικόνα η φιλοτεχνημένη από τους κυβερνώντες και τους παρατρεχάμενους τους που θέλει να δίνει μορφή στην πραγματικότητα, την οποία θα πρέπει να ενστερνιστούμε.
        Ακόμα και όλη η πολύχρονη συζήτηση και αντιπαράθεση για τις αρχαιότητες του σταθμού Βενιζέλου μάλλον για τους κυβερνώντες μια απούσα κατασκευασμένη πραγματικότητα αφορούσε. Εκείνη στην οποία το ενδιαφέρον των κυβερνώντων για την πολιτιστική κληρονομιά δεν συμπλέκεται με οικονομικές συναλλαγές ούτε με παραπλανητικές υποσχέσεις. Μόνο που η απόσπαση και επανατοποθέτηση των αρχαιοτήτων που προτιμήθηκε για λόγους κόστους και επίσπευσης του έργου αποδείχτηκε φενάκη, αφού ούτε το έργο επισπεύστηκε ούτε οι αποζημιώσεις των εταιρειών αποφεύχθηκαν.
          Και αποκτά πραγματικά συμβολικό χαρακτήρα η απόσπαση και επανατοποθέτηση των αρχαιοτήτων που έλαβε χώρα στον περίφημο Σταθμό Βενιζέλου, για τον τρόπο που αντιμετωπίζονται τα αρχαιολογικά ευρήματα. Έγινε σαφές ότι αυτό που ενδιαφέρει πια είναι κυρίως η μετατροπή τους σε ελκυστικά εμπορικά προϊόντα από τα οποία μπορούν να προέλθουν  κέρδη. Από τη στιγμή μάλιστα που έχει εξαφανιστεί το πρωτότυπο, αυτό που προέκυψε, τα αποσπασμένα και κομμένα μάρμαρα,  είναι το ομοίωμά του, που παίρνει τη θέση του χωρίς δυνατότητα σύγκρισης, απορρίπτοντας και την κατηγορία της μίμησης.
        Συνεχώς παντού εικόνες προσομοίωσης, ομοιώματα πραγμάτων και καταστάσεων διαμορφώνουν τον κόσμο μας σε πραγματικό χρόνο. Ομοίωμα δημοκρατικής διακυβέρνησης, ομοίωμα δικαιοσύνης διαμορφώνουν τον κόσμο μας βομβαρδίζοντάς τον. Κι έτσι γίνεται αποδεκτό ένα σύμπαν στο οποίο η διαφορά μεταξύ πραγματικού και μη πραγματικού, πρωτότυπου και ομοιώματας δεν έχει πλέον κανένα νόημα. Για να  παραδέρνουμε ανάμεσα σε ομοιώματα, όλα να μοιάζουν με  ψευδαίσθηση και να εκλείπει ο λόγος κάθε αντίστασης σε μια κοινωνία ομοιωμάτων.  

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2024

Η ΑΓΝΟΙΑ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ

 

Και η Δύση που δεν ήξερε, που ποτέ δεν ξέρει,  τίποτε για τις θηριωδίες των ναζί, η Δύση που όταν αποκαλύφτηκε το απόλυτο κακό στα στρατόπεδα εξόντωσης  της ναζιστικής Γερμανίας διατυμπάνισε πως δεν θα επιτρέψει να ξανασυμβεί, αυτή η Δύση για άλλη μια φορά δηλώνει άγνοια, με περίτεχνες λεκτικές ακροβασίες,  για το στρατόπεδο θανάτου στη Γάζα. Η Ε.Ε των δικαιωμάτων, οι ΗΠΑ της ελευθερίας καυχώνται, όταν δεν ανησυχούν,  για την οικονομική  ανάπτυξή τους, ερημώνοντας ολόκληρες χώρες, λογαριάζουν τα κέρδη τους που δημιουργούνται  πάνω στα σώματα παιδιών που συνθλίβονται μέχρι θανάτου, που βιάζονται μέχρι θανάτου. Κι αν προς στιγμή υπάρξει μια λάμψη δισταγμού ή αμφιθυμίας τρέχοντα προβλήματα προβεβλημένα ως επείγοντα -έμφυλες σχέσεις, πολιτικές αψιμαχίες, κλιματική αλλαγή- απομονώνουν τη ζωή στη Δύση, χαρίζοντας στους πληθυσμούς της ανησυχίες που δεν διαταράσσουν την χαρά της άγνοιας.
       Κι αν εκεί στη Μ. Ανατολή μια ολόκληρη περιοχή έχει μετατραπεί σ΄ ένα πεδίο ερειπίων, σ’ ένα νεκροταφείο ανθρώπων, η κλίμακα της ηθικής αντιστροφής, η εξωφρενικά ανοιχτή περιφρόνηση για το νόμο, τη ζωή και τους κανόνες  της  κοινωνίας, χωρίς προσπάθεια κατασκευής ούτε καν άλλοθι, διαψεύδουν τον δυτικό πολιτισμό που δήθεν εδράζεται στις αξίες του ανθρωπισμού. Οι δράστες του ανήκουστου εγκλήματος στη Γάζα ξεπέρασαν το ηθικό τείχος που είχε υψωθεί μετά το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, διαπράττοντας τα ίδια εγκλήματα που η Δύση με οργανισμούς και διακηρύξεις προσποιούταν ότι δεν θα επαναλάμβανε.
        Η Γάζα ήταν μια χώρα που έχει πια εξαλειφθεί. Δεν πρόκειται ποτέ να υπάρξει αριθμός νεκρών, μοιάζει να σταμάτησε το μέτρημά τους εκεί κοντά στις τέσσερις δεκάδες χιλιάδες. Δεν είναι πια ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, είναι ένα στρατόπεδο θανάτου. Κι αυτό το έγκλημα έγινε από το κράτος του Ισραήλ, με τους εβραίους πολίτες  του που η εξόντωσή τους από τους ναζί μετέτρεψε σε ηθική επιταγή την ίδρυσή του,  σε μια περιοχή όμως που είχε από εκατοντάδες χρόνια τους δικούς της κατοίκους. Αυτή η γενοκτονία που γίνεται εκεί αλλάζει τα πάντα. Όλοι στη Δύση είμαστε επιβαρυμένοι μ’ αυτήν. Ξαναγυρνάμε στο παρελθόν της ναζιστικής θηριωδίας. Και τώρα δεν μπορούμε να προσποιηθούμε ότι δεν ξέρουμε. Το σκηνικό έχει στηθεί για να συνεχιστεί το έγκλημα για πολλά χρόνια. Κανείς δεν έχει μείνει να συμπαρασταθεί σ’ έναν λαό που μεθοδικά εξοντώνεται. Κανείς δεν κάνει τίποτε να το  εμποδίσει. Ο σχεδιασμός έχει πια επιβληθεί χωρίς αντίσταση.  Για την αποδυνάμωση της Χεσμπολάχ που πολεμούσε τον ISIS στη Συρία,  τη στήριξη Τζιχαντιστών για ν’ ανατραπεί ο Ασσαντ, την εισβολή στα υψίπεδα του Γκολάν οι Αμερικανονατοϊκοί  με το Ισραήλ έκαναν τα δέοντα.
        Και δεν ισοδυναμεί με προώθηση θεωριών συνωμοσίας η αναζήτηση του ρόλου των ΗΠΑ στην περιοχή.  Οι μηχανορραφίες τους στην περιοχή δεν μπορούν να αμφισβητηθούν. Το ορατό τους μέρος αναγνωρίζεται κάθε φορά που επανασυσκευάζουν φονταμενταλιστικές ομάδες όπως η Αλ Κάϊντα και το ISIS, που φυτεύονται σε περιοχές της Μ. Ανατολής με ευρύτερους γεωπολιτικούς στόχους. Πρώτα ο Οσάμα Μπιν Λάντεν ήταν ήρωας και μετά τρομοκράτης. Τώρα οι τρομοκράτες της Αλ Κάιντα / ISIS μετονομάζονται σε μετριοπαθείς και αντάρτες.  Κατά πως εξυπηρετεί ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς. Η ιμπεριαλιστική Δύση έχει δημιουργήσει εδώ και καιρό τους δαίμονες της Μέσης Ανατολής, χρηματοδοτώντας και υποστηρίζοντάς τους, ένα ουσιαστικό μέρος της στρατηγικής της για το ελεγχόμενο απ’ αυτήν χάος, που αφανίζει τους λαούς.
         Και τώρα, με την πτώση της Δαμασκού, ο  ιμπεριαλισμός σημείωσε άλλη μια νίκη. Παρακολουθούμε τις ΗΠΑ να πετυχαίνουν μια νίκη που κυνηγούσαν χρόνια, με την αμερικανοισραηλινή θηλειά στη Μ. Ανατολή να γίνεται πιο σφιχτή από ποτέ. Το σχέδιο που τέθηκε σε εφαρμογή πριν από περίπου 15 χρόνια από τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό για τη διάλυση της Συρίας στέφθηκε με επιτυχία από χθες. Καθώς οι ΗΠΑ παραμένουν η  μόνη κυρίαρχη υπερδύναμη της προσφέρεται η πολυτέλεια του χρόνου. Κι αν απέτυχε την πρώτη φορά να εκδιώξει τον Μπ. Ασσαντ από την εξουσία, αποδυνάμωσε όμως  την εξουσία του με κυρώσεις, φτωχοποίησε τον πληθυσμό καταλαμβάνοντας κοιτάσματα πετρελαίου, ενώ παρέτεινε  υπερβολικά  τα προβλήματα των στρατιωτικών συμμάχων της στις συγκρούσεις αντιπροσώπων σε άλλες περιοχές. Και τώρα φαίνεται  ότι η Ρωσία και το Ιράν έχουν ενωθεί με τις κυβερνήσεις των ευθυγραμμισμένων με τις ΗΠΑ κρατών. Και είναι τώρα που ο πόλεμος δια αντιπροσώπων των ΗΠΑ στο Λίβανο και Ουκρανία αποκτά στρατηγικό νόημα. Με τη Ρωσία να υπολογίζει τα κέρδη της, καθώς ενδιαφέρεται για το Ουκρανικό μέτωπο, και τη Χεζμπολάχ να έχει χτυπηθεί από το Ισραήλ στο Λίβανο,  άνοιξε ο δρόμος για άλλη μια πορεία στη Δαμασκό και μια ευκαιρία να αποκοπεί περαιτέρω η Χεζμπολάχ από τις προμήθειες. Κι αν λοιπόν δεν υπάρχουν αποδείξεις, οι ενδείξεις όμως είναι αρκετά σαφείς ότι οι ΗΠΑ όχι μόνο παρενέβησαν στη συριακή σύγκρουση  μετά την έκρηξή της, αλλά πυροδότησαν κρυφά την ίδια τη σύγκρουση. Κάθε προσπάθεια κατανόησης της προέλευσης της συριακής σύγκρουσης πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον κρυφό ρόλο που διαδραματίζουν οι ΗΠΑ. 
          Η ειρήνη και η σταθερότητα δεν θα έρθουν στη Συρία όπως δεν ήρθαν στη Λιβύη, ούτε στη Μ. Ανατολή, με το Ιράν να γίνεται ίσως ο επόμενος στόχος.  Στη Συρία, το Ισραήλ και οι Ηνωμένες Πολιτείες κέρδισαν μια νίκη χρησιμοποιώντας τζιχαντιστές. Η νίκη του Ισραήλ είναι η νίκη του ιμπεριαλισμού των ΗΠΑ και σήμερα όλοι οι νικητές στη Συρία, μαζί με τους Τούρκους που ονειρεύονται νεκρανάσταση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας,  είναι σύμμαχοι των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Η ιμπεριαλιστική Δύση που ξεκίνησε σταυροφορία εδώ και  δυο δεκαετίες για ν’ αποτραπεί η κατάληψη του Αφγανιστάν από τους Ταλιμπάν, κατέληξε να χαιρετίζει την πτώση του Ασσαντ από την Αλ Κάιντα. Την Αλ Κάιντα που ήταν οι χρήσιμοι κακοί όταν χρηματοδοτούνταν ενάντια στην ΕΣΣΔ,  μέχρι που δεν ήταν, και πρόσφατα έγιναν πάλι χρήσιμοι καλοί. Και δεν υπάρχει σ’ αυτό καμιά θεμελιώδης ασυνέπεια. Η σταθερή και καθοριστική επιταγή είναι και ήταν πάντα το συμφέρον των ΗΠΑ. Μόνο   σ’ ένα κόσμο μόνιμης αμνησίας αυτό δεν γίνεται κατανοητό.
        Κι αν το ψέμα και την προπαγάνδα κάθε χώρα της ιμπεριαλιστικής Δύσης τα χρησιμοποιεί για να εξαπατήσει τον λαό της, με τις αδαείς μάζες να το αγνοούν τη στιγμή που παραπλανούνται, στην εποχή μας δεν υπάρχει τέτοια άγνοια, παρά μόνο εσκεμμένη,  για εφησυχασμό. Αν δειλοί και μοιραίοι δεν αντιδράσουμε και περιμένουμε πρώτα ν’ αποδειχτούν τα ψέματα της προπαγάνδας, όταν όλα τελειώσουν, τότε δεν θα έχει για κανένα μας καμιά σημασία. Γιατί με το σώμα μας και τη ζωή μας θα έχουμε ήδη συνεισφέρει για να τελειώσουν όλα, δηλ. για να πραγματοποιηθούν τα ιμπεριαλιστικά σχέδια τους. Εκτός αν η αντίδραση των λαών γίνει ορμητικό ποτάμι και τους παρασύρει προτού μετατραπεί σε κόλαση ο κόσμος μας. Θα μείνει όνειρο;

 

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2024

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ

Η απεργία – αποχή, που ξεκίνησε από την προηγούμενη σχολική χρονιά, από τις διαδικασίες που προβλέπονται από τον νόμο 4823/21 σχετικά με την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και των σχολικών μονάδων αποκάλυψε το παλιό γνώριμο πρόσωπο μιας εξουσίας που φτιασιδώθηκε για να μοιάζει διαφορετικό. Τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την επιβολή των κυβερνητικών αποφάσεων είναι τα ίδια τα παλιά, καθαιρέσεις διευθυντών, γιατί συμμετείχαν στην απεργία-αποχή, πιέσεις σε εκπαιδευτικούς για διακοπή της απεργίας, πειθαρχικές διώξεις κατά νεοδιόριστων εκπαιδευτικών. Δεν είναι μόνο που η κυβέρνηση πιέζει να επιβάλλει την εκπαιδευτική της πολιτική, είναι που θέλει γενικά να κάμψει κάθε μορφή αντίδρασης στους στόχους της, εκφοβίζοντας με μιαν αυταρχικότητα που ν’ αποτρέπει από κάθε αντίσταση στην πολιτική της.
         Στο επίκεντρο της πολιτικής του Υπουργείου βρίσκεται η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, με    υποδόριες απόψεις να διαχέονται που αποδίδουν τα προβλήματα της παιδείας στην ευθύνη των εκπαιδευτικών ως ανάξιων. Κι αυτές οι απόψεις,  υποβαθμίζοντας την αξιολόγηση των υπολοίπων παραγόντων, σχολικά κτίρια, βιβλία, προγράμματα κλπ. παρόλο που η εκπαίδευση είναι κάτι το πολυσύνθετο, αφού για τη διαμόρφωσή της παίρνουν μέρος  πολλοί παράγοντες, είναι επικίνδυνα απολογητικές της ιεραρχημένης εκπαίδευσης.                              
        Αν όμως  ουσία της αξιολόγησης είναι η ανατροφοδότηση, ώστε να είναι  τελική επιδίωξη της αξιολόγησης η συμβολή της  στην βελτίωση των εκπαιδευτικών πραγμάτων, για να ωφεληθούν απ’ αυτό όσο γίνεται οι μαθητές, τότε θα πρέπει να στοχεύει στη βελτίωση των εκπαιδευτικών, για να ανακαλύψουν δυνατότητες και αδυναμίες, ν’ αποκτήσουν περισσότερη αυτογνωσία. Το τι λοιπόν  αξιολογείται έχει άμεση σχέση  με τις προσδοκίες που έχουμε από τον εκπαιδευτικό, που δεν μπορεί να είναι  διαφορετικές από το γενικό σκοπό και τις επιμέρους επιδιώξεις  της Εκπαίδευσης.   
         Συνεχίζεται όμως η τρέχουσα πρακτική της αξιολόγησης στο σχολικό πλαίσιο να συνδέεται με τη λειτουργία της ταξινόμησης και όχι της διάγνωσης πώς θα έπρεπε να είναι, και αυτή η ταξινόμηση να  ορίζεται σε αριθμούς ποσοτικοποιώντας την εκπαιδευτική διαδικασία. Η εκπαίδευση και η μάθηση στην πραγματικότητα γίνονται προϊόντα και ο κίνδυνος να μετατραπούν τα σχολεία σε παρόχους και οι εκπαιδευτικοί σε φορείς προσχεδιασμένων πακέτων μάθησης είναι ορατός. Κι αυτό, γιατί τίθεται στόχος για το σχολείο να ανταποκριθεί σε μια συνεχώς αναπτυσσόμενη αγορά και στην εμπορευματοποίηση της γνώσης, προμηθεύοντας εξειδικευμένο προσωπικό στην αγορά εργασίας
         Παρόλες λοιπόν  τις διακηρύξεις και τις μεγαλοστομίες, τελικά και το πρόβλημα αξιολόγησης των εκπαιδευτικών φαίνεται ότι αντιμετωπίζεται όχι ενταγμένο μέσα στο πλέγμα της εκπαιδευτικής  διαδικασίας, αλλά μάλλον ξεκομμένα απ’ αυτό, κλείνοντας το μάτι  στις αλλαγές της οικονομίας και τις πολιτικές που αυτή επιβάλλει. Μοιάζει να λειτουργεί ακόμα και εκβιαστικά, τη στιγμή που επηρεάζει την υπαλληλική κατάσταση του εκπαιδευτικού και φαίνεται ότι μάλλον ενδιαφέρεται να δημιουργεί πειθήνια όργανα και όχι ελεύθερες προσωπικότητες, με κριτική στάση  απέναντι στα προβλήματα εκπαίδευσης και ζωής.  
        Στις μέρες μας διανύουμε περίοδο έξαρσης της αξιολόγησης σε όλους τους τομείς δραστηριότητας. Μόνο που και στην εκπαίδευση η αξιολόγηση δεν είναι αυστηρά εσωτερική υπόθεση του εκπαιδευτικού θεσμού. Οι διαδικασίες της εκπαιδευτικής αξιολόγησης και φυσικά οι σύμφυτες  με αυτές εξουσιαστικές σχέσεις αποτελούν μια σημαντική περίπτωση, έναν βασικό  παράγοντα της αξιολογικής διάστασης του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων, που αναδεικνύει τη διαπλοκή και αλληλεπίδραση της εκπαίδευσης, της αξιολόγησης, της εξουσίας στη διάρθρωση των κοινωνικών σχέσεων. Η σχετική με την αξία μάλιστα ορολογία  ανέκυψε από έναν κόσμο στον οποίο άμεσα προβάλλει στο προσκήνιο  η ποσοτική πλευρά  των ανταλλακτικών αξιών των εμπορευμάτων. Τα σχετικά με την αξιολόγηση στοιχεία βασικά στηρίζονται στην εξίσωση των εργασιακών δυνάμεων διαφόρων ανθρώπων, στην εξίσωση της ποικιλομορφίας των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων που πραγματοποιείται στη λεγόμενη αγορά εργασίας, με την υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο.
       Το ιδεολόγημα της αξιοκρατίας εκφράζει το μηχανισμό ιδεολογικής αφομοίωσης των κυρίαρχων καπιταλιστικών σχέσεων και της κυρίαρχης ιδεολογίας της αστικής τάξης, έτσι που ο καθένας να συμμορφώνεται με τη θέση και το ρόλο του στην κοινωνία, γιατί κατέχει αυτό που του αξίζει. Στο ιδεολόγημα της αξιοκρατίας κατέληξε  το αίτημα της ανερχόμενης αστικής τάξης περί ισότητας και ελευθερίας. Αυτά τα αιτήματα πια έχουν επαναπροσδιοριστεί υποβαθμιζόμενα  στην τυπική αρχή των ίσων ευκαιριών ή δυνατοτήτων. Η αξιολόγηση λοιπόν από το σχολείο ως εφαρμοσμένη εκδοχή του ιδεολογήματος των ίσων ευκαιριών αντί να διασφαλίζει  την ισότητα εκλογικεύει την ανισότητα. Και ουσιαστικά μέσω αυτής της αρχής πραγματοποιείται μια εδραίωση του ανταγωνισμού ως βασικού αξιώματος του κυρίαρχου τρόπου ζωής. Ο ανταγωνισμός αυτός αποκτά νόημα στο βαθμό που αναδεικνύει, εγκαθιδρύει και επικυρώνει ιεραρχικά συστήματα κοινωνικών κατηγοριών. Και καθώς τα κριτήρια είναι ασαφή και διάχυτα και οι δοκιμασίες αλλεπάλληλες, το άτομο ενστερνίζεται το κόστος και τη μόνιμη απειλή της αποτυχίας ως προσωπική ενοχή και βρίσκεται σε μόνιμη ανασφάλεια. Και το αίτημα για  δικαιοσύνη εξαντλείται στους όρους διεξαγωγής του κοινωνικού ανταγωνισμού κι επικεντρώνεται στην αναζήτηση αντικειμενικών κριτηρίων αξιολόγησης. Κι έτσι να εξυψώνεται τεχνηέντως η κοινωνική αξία  των αρίστων και προικισμένων.
         Και είναι το εξεταστικοκεντρικό εκπαιδευτικό σύστημα που προσφέρεται ως προνομιακό πεδίο δοκιμών αυτών των ιδεολογημάτων, που γίνεται ένας δοκιμασμένος τρόπος διατήρησης της ταξικής δομής της κοινωνίας μέσω του αποκλεισμού των παιδιών με κατώτερη κοινωνικοοικονομική προέλευση, μέσω του ανταγωνισμού μεταξύ σχολείων και εκπαιδευτικών. Η αξιολόγηση μαθητών και εκπαιδευτικών αποτελεί το εκπαιδευτικό ανάλογο των εμπορευματικών και χρηματικών σχέσεων που κυριαρχούν στην κοινωνία. Βέβαια, το εκπαιδευτικό σύστημα μ’ ένα ιεραρχικό καταμερισμό αρμοδιοτήτων και αξιωμάτων, με μια οργάνωση που διέπεται από τυπικούς και απρόσωπους κανόνες καθολικής ισχύος θέλει να ενισχύει την επίφαση  της αμερόληπτης, υπερταξικής και εμφορούμενης από το γενικό συμφέρον λειτουργίας.  
         Και τελικά, η υποβάθμιση του εκπαιδευτικού σε εκτελεστικό όργανο, η υπαγωγή της παιδαγωγικής αλληλεπίδρασης σε προκαθορισμένα μοντέλα συμπεριφοράς και μάθησης  με στόχο την προσαρμογή στις απαιτήσεις της οικονομίας της αγοράς δημιουργούν μια αλλοτριωτική ρουτίνα που οδηγεί στην αντιμετώπιση της εκπαιδευτικής διαδικασίας ως μετρήσιμου φυσικού μεγέθους. Και στο τέλος η βασική μέριμνα του εκπαιδευτικού συρρικνώνεται  στην αναζήτηση αντικειμενικών κριτηρίων για την αποδοχή της ποσοτικής ιεράρχησης ανθρώπων στην εκπαίδευση. Το ποσοτικά συγκρίσιμο και μετρήσιμο σημασιοδοτείται ως αντικειμενικό και κοινωνικά ουδέτερο. Έτσι  η αξιοκρατία  χρησιμοποιείται για να  δικαιολογεί την κυριαρχία, μέσα στο αστικό καθεστώς,  με το επιχείρημα ότι ασκείται από τους περισσότερο προικισμένους πνευματικά και τους περισσότερους δραστήριους εκπροσώπους  όλου του λαού.