Δευτέρα 22 Αυγούστου 2022

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

 Κι αφού έπαιξε η κυβέρνηση  την κολοκυθιά με την Τουρκία με τους κατατρεγμένους σε νησίδα του Έβρου, για το ποιος έχει την ευθύνη διάσωσής τους, επαναλαμβάνοντας ότι δεν ανήκει στην ελληνική επικράτεια η νησίδα εγκλωβισμού τους, μετά τις διεθνείς προεκτάσεις που πήρε το ζήτημα  παραδέχτηκε ότι εντοπίστηκαν στην ελληνική επικράτεια. Ο υπουργός Μετανάστευσης Ν. Μηταράκης με δήλωσή του προσπαθεί να αποποιηθεί κάθε ευθύνη για την αδιαφορία του  ελληνικού κράτους, όπως αρνείται τις κατηγορίες για επαναπροωθήσεις,  κατηγορώντας την Τουρκία για την κατάστασή τους και επιμένοντας στις διαφορετικές ημερομηνίες εισόδου τους στην ελληνική επικράτεια.
          Στην πραγματικότητα η Ελλάδα είτε υποκρινόμενη την αφελή σε ζητήματα ανθρωπιστικά είτε την απειλούμενη από τους κατατρεγμένους δεν αποκλίνει από τις κατευθυντήριες γραμμές της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής. Οι πρόσφυγες και η αντίδραση σε αυτούς αποκαλύπτουν μερικές πολύ παλιές και πολύ ισχυρές πρακτικές ευρωπαϊκής υπεροχής, απηχήσεις του αποικιακού παρελθόντος της, που συμμερίζεται και η Ελλάδα ως φτωχή συγγενής.  Γι’ αυτό και όσοι ισχυρίζονται  ότι είναι προοδευτικοί φιλελεύθεροι ή αριστεροί και προσβλέπουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως εγγύηση μιας ανθρωπιστικής πολιτικής στο μεταναστευτικό, στην πραγματικότητα αποδέχονται την αντιμετώπιση του ζητήματος εστιάζοντας στην κυριαρχία, όπως και Ε.Ε, με στομφώδη όμως ρητορική για ανθρώπινα δικαιώματα.                                                                                            Γιατί παρά το πασιφανέστατο,  ότι οι διακρίσεις και οι καταχρήσεις που βασίζονται στο καθεστώς μετανάστευσης είναι ακύρωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σε μεγάλο βαθμό οι κυβερνητικές πρακτικές σε χώρες της Ε.Ε συνεχίζουν με εύσχημες δικαιολογίες να προβαίνουν σε παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά των μεταναστών και προσφύγων.  Ο τρόπος που αντιμετωπίζονται από την Ε.Ε οι μεταναστευτικές ροές αμφισβητεί τους ευρωπαϊκούς κανόνες και κανονισμούς, αλλά κυρίως τις υποτιθέμενες αξίες του διαφωτισμού και του ανθρωπισμού της. Και φάνηκε αυτό ξεκάθαρα όταν ήρθε αντιμέτωπη με τη μαζική φυγή από τα δεινά και τον θάνατο χιλιάδων κατατρεγμένων,  η οποία προκλήθηκε  και από ευρωπαϊκές κυβερνητικές πολιτικές δεκαετιών ή και αιώνων.
           Καθώς η Ε.Ε έχει θέσει τον έλεγχο της μετανάστευσης στο επίκεντρο των διεθνών πολιτικών της και των σχέσεων της με τρίτες χώρες, επιμένοντας σε συμφωνίες ελέγχου των συνόρων, για να εμποδίσει τη διέλευσή τους σ’ αυτήν, συνοριοφύλακες έχουν αναπτυχθεί σε όλη την Ευρώπη, τα  σύνορά της έχουν στρατιωτικοποιηθεί. Παρέχονται εξοπλισμός και χρηματοδότηση σε καταπιεστικές αστυνομίες και δυνάμεις ασφαλείας, εκτρέποντας τους απαραίτητους πόρους από επενδύσεις σε υγεία, εκπαίδευση και θέσεις εργασίας. Αυτό ικανοποιεί τόσο τους εχθρικούς ρατσιστικούς πολιτικούς στην Ευρώπη όσο και τους φαινομενικά πιο φιλελεύθερους πολιτικούς που επί του πρακτέου δεν αντιμετωπίζουν το ζήτημα διαφορετικά. Γι’ αυτό και η ικανοποίηση με την οποία ο Ν. Μηταράκης  ανακοίνωσε την επέκταση του φράχτη στον Έβρο κατά 80 χιλιόμετρα βρήκε ανταπόκριση σχεδόν συνολικά από τον κυρίαρχο πολιτικό λόγο.           Η αναμέτρηση της Ευρώπης με τους απελπισμένους, τους «άθλιους της γης» μοιάζει στην ουσία με  μια αναμέτρηση με την εικόνα που προβάλλει για τον εαυτό της, με τις αντιφάσεις και τα άλυτα ερωτήματα του καπιταλισμού, του ανήκειν και της εθνικής ταυτότητας που κάνουν αυτή την ήπειρο ταυτόχρονα για τους απελπισμένους  ελκυστική και εχθρική.  Οι μακρινές πια συγκρούσεις έχουν έρθει στην καρδιά της Ευρώπης και οι υλικοί όροι που τις πυροδοτούν κρύβονται στις διαφορές πολιτισμού και θρησκείας που  γίνονται πεδία μάχης, όπου διεξάγονται αγώνες για την ταυτότητα, μένοντας στο απυρόβλητο και στη σκιά ο καπιταλισμός και οι ιμπεριαλισμοί. Ενισχύονται φόβοι και ανασφάλειες των αυτόχθονων της ευρωπαϊκής ηπείρου στη βάση της διαμόρφωσης της πίστης στην ευρωπαϊκή υπεροχή, η οποία απειλείται, κι έτσι πυροδοτείται η επιθετικότητα ενάντια στους νεοεισερχόμενους, ακόμα περισσότερο από τότε που η πτώση του βιοτικού επιπέδου της Δύσης επεκτείνεται σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα.
           Στη χώρα μας, χώρα μεταναστών και προσφύγων, το δηλητήριο του ρατσισμού σταλιά σταλιά όλη τη δεκαετία της οικονομικής κρίσης διαπότισε ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού, σε μια προσπάθεια αποπροσανατολισμού και αναζήτησης υπεύθυνων για την εγχώρια εξαθλίωση. Το μίσος για τους μετανάστες, το αίσθημα ανασφάλειας μαζί με τη δημιουργία φόβου ακυβερνησίας  και εξόδου από ευρωζώνη ή ανταπόκρισης στις ευρωπαϊκές πολιτικές αποτέλεσαν και αποτελούν βασικούς πυλώνες επιβίωσης του συστήματος. Ακόμα και η αποδοχή ως ελληνικού θριάμβου στον αθλητισμό των διακρίσεων των μεταναστών περισσότερο  αποδεικνύει τον άτσαλα κρυμμένο ρατσισμό του κυρίαρχου πολιτικού λόγου παρά την πρόθεσή του για ενσωμάτωση του διαφορετικού. Χρησιμοποιείται η  νίκη των μεταναστών σαν καθρέφτης της αυτοεικόνας του κι έτσι υποκρίνεται ανεκτικότητα και αποδοχή.
        Και στη χώρα μας χρόνια τώρα η περιφρόνηση και το μίσος στους αδύνατους με το θαυμασμό και το φόβο προς τους ισχυρούς είναι στην πραγματικότητα ο βασικός άξονας του συστημικού πολιτικού λόγου. Το ότι αγνοούνται, παραβιάζονται, καταστρέφονται βασικές αξίες ανθρωπισμού στα σύνορα δεν αποτελεί μια κατάσταση εξαίρεσης, αλλά συνδέεται με πολιτικές επιλογές για τον ίδιο τον ιστό της κοινωνίας στο εσωτερικό της. Και απόδειξη ότι πια απόλυτα φυσικά ο μέσος  ακροδεξιός εκφράζει άφοβα τα ρατσιστικά και  φασιστικά του ιδεολογήματα μετά από δεκαετίες ηθικής και ιδεολογικής απονομιμοποίησης που είχε επιβληθεί μετά την ήττα του ναζισμού, ενώ η αντικομμουνιστική προπαγάνδα τείνει να γίνει κυρίαρχη. Κι έτσι συν τω χρόνω διευρύνονται τα όρια αυτών που παλιότερα θεωρούνταν μη επιτρεπτά ακόμα και στις αστικές δημοκρατίες, σχεδόν σε όλα τα πεδία  όπου η κυρίαρχη εξουσία είναι απόλυτα προστατευμένη εξαιτίας της απόλυτης δύναμής της, που δεν διστάζει να επιδείξει αδιαφορώντας για την όποια νομιμότητα, ακόμα και με αστικούς όρους.

Τρίτη 16 Αυγούστου 2022

ΚΑΡΔΙΑ ΕΝΟΣ ΑΚΑΡΔΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

 

Οι εικόνες με τους ανθρώπους να συμμετέχουν σε λιτανεία για κατάσβεση πυρκαγιάς ή ν’ ανεβαίνουν γονυκλινείς ατέλειωτα σκαλιά σε εκκλησίες, σε πολλούς που επικαλούνται τον ορθολογισμό του Διαφωτισμού προκαλούν κακεντρεχή σχόλια με έκδηλη την περιφρόνηση γι’ αυτήν την μάταιη πίστη και σ’ άλλους που αλαζονικά επαναλαμβάνουν τα περί μοναδικότητας ελληνικού  έθνους και ορθοδοξίας αποκαλύπτονται σ’ αυτές τις εικόνες θεμέλια που στηρίζουν το εθνικό οικοδόμημα. Από τη μια λοιπόν σ’ αυτές του είδους τις κριτικές προβάλλεται καμουφλαρισμένη η ταξική υπεροψία, που περιφρονεί την απελπισία των ανθρώπων, οι οποίοι καταφεύγουν στην παρηγοριά μιας ανώτερης δύναμης που φαντάζονται πως υπάρχει και ενδιαφέρεται για τα προβλήματά τους. Από την άλλη με τις επιδοκιμασίες γι’ αυτές τις εικόνες, που υποκρίνονται ταξική ισότητα,  συντηρούνται οι ψευδαισθήσεις της θρησκείας, ώστε να γίνονται πειστικές οι δικαιολογίες που κρατούν την κοινωνία να λειτουργεί προς όφελος της άρχουσας τάξης. Γι’ αυτό και ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης έδωσε την παράσταση της ευσέβειας μπροστά στις κάμερες με την εικόνα της Παναγίας της Τήνου ανά χείρας. Είτε όμως η κυρίαρχη τάξη εκμεταλλεύεται το θρησκευτικό συναίσθημα των καταπιεσμένων ανθρώπων με την οργανωμένη μορφή της εκκλησίας είτε το χλευάζει με την επίκληση κατά το δοκούν του ορθού λόγου, η θρησκεία χρησιμοποιείται ως μέσον επιβολής.  
               Κι έρχεται στο μυαλό η  πιο διάσημη δήλωση του Μαρξ για τη θρησκεία, ότι είναι το όπιο του λαού, που  συχνά όμως παρεξηγείται, γιατί σπάνια χρησιμοποιείται το πλήρες, με τέτοιο λυρισμό, απόσπασμα. Ότι η θρησκεία είναι ο αναστεναγμός του καταπιεσμένου πλάσματος, η καρδιά ενός άκαρδου κόσμου. Που  είναι περισσότερο μια κριτική της κοινωνίας που έχει γίνει άκαρδη και είναι ακόμη και μια μερική επικύρωση της θρησκείας που προσπαθεί να γίνει η καρδιά της. Παρά την προφανή αντιπάθεια για τη θρησκεία, ο Μαρξ φαίνεται ότι δεν την έκανε τον πρωταρχικό εχθρό των εργατών και των κομμουνιστών. Η οικονομική πραγματικότητα εμποδίζει τους φτωχούς να βρουν την αληθινή ευτυχία σε αυτή τη ζωή και  η θρησκεία έχει σκοπό να τους δημιουργήσει απατηλές φαντασιώσεις ότι θα βρουν αληθινή ευτυχία στην επόμενη ζωή. Κι όμως δεν λείπει η συμπάθεια γι’ αυτούς τους ανθρώπους που καταφεύγουν στη θρησκεία. Οι  άνθρωποι βρίσκονται σε αγωνία και η θρησκεία παρέχει παρηγοριά, ακριβώς όπως οι άνθρωποι που τραυματίζονται σωματικά λαμβάνουν ανακούφιση από ναρκωτικά. Μόνο που  η θρησκεία δεν διορθώνει τις υποκείμενες αιτίες του πόνου και της ταλαιπωρίας των ανθρώπων. Αντίθετα, τους βοηθά να ξεχάσουν γιατί υποφέρουν και τους αναγκάζει να προσβλέπουν σε ένα φανταστικό μέλλον όταν ο πόνος σταματήσει, αντί να εργάζονται για να αλλάξουν τις συνθήκες στην πραγματική ζωή. Κι ακόμη χειρότερα, αυτό το «ναρκωτικό» χορηγείται από τους καταπιεστές που ευθύνονται για τον πόνο και τα βάσανα.
Είναι λοιπόν εξαιτίας του έργου του Μαρξ, όποια αμφισβήτηση κι αν προβάλλεται για την εγκυρότητα των ιδεών του για τη θρησκεία, που έχει καταστεί αδύνατο να μελετήσει κανείς τη θρησκεία χωρίς να διερευνήσει τους δεσμούς της με διάφορες κοινωνικές και οικονομικές δυνάμεις. Δεν μπορεί πια η πνευματική ζωή των ανθρώπων να θεωρηθεί ότι είναι ανεξάρτητη από την υλική τους ζωή. Κι αν στο αίσθημα αδυναμίας  του ανθρώπου απέναντι στη φύση αναζητείται η προέλευση της πρωτόγονης θρησκείας, όμως στις ταξικές κοινωνίες αποκτά η θρησκεία έναν αντιδραστικό ρόλο, γιατί αυτή δεν είναι παρά αντανάκλαση του πραγματικού κόσμου. Στην ιστορία της ταξικής κοινωνίας η θρησκεία στηρίζει την καθιερωμένη τάξη, καθαγιάζοντάς την και υποδηλώνοντας τον καθορισμό της από την θεία εξουσία, ενώ  συγχρόνως παρηγορεί τους καταπιεσμένους και τους εκμεταλλευόμενους προσφέροντας τους στον ουρανό αυτό που τους αρνούνται στη γη. Χρησιμοποιείται λοιπόν από τους εκμεταλλευτές για να κάνει τους ανθρώπους να αισθάνονται καλύτερα για τη στενοχώρια που βιώνουν λόγω της φτώχειας και της εκμετάλλευσης.
 Κι όταν όμως προοδευτικοί παντός τύπου της άρχουσας τάξης την κατακρίνουν, την αποκόπτουν από την υλική πραγματικότητα και τη σχέση της μ’ αυτήν, για να υποδυθούν μια προοδευτικότητα που αφήνει στο απυρόβλητο τον καπιταλιστικό τρόπο οργάνωσης της παραγωγής. Κι έτσι πάλι οι άνθρωποι στερούνται ένα νέο και πιο ορθολογικό σύνολο ερμηνειών για τον άνθρωπο και την κοινωνία, μια συνολική  άποψη γι’ αυτά και σ’ αυτόν τον βαθμό στερούνται μια πιθανή πηγή κατανόησης και δράσης.
Όπως ο καπιταλισμός παίρνει την παραγωγική μας εργασία και μας αποξενώνει από την αξία της, η θρησκεία παίρνει τα υψηλότερα ιδανικά και τις φιλοδοξίες μας και μας αποξενώνει από αυτά, προβάλλοντάς τα σε ένα ξένο και άγνωστο ον που ονομάζεται θεός. Από την άλλη βέβαια, με το όραμα που προβάλλει για το τι μας αρνούνται, η θρησκεία μπορεί να παίξει εμμέσως και εν μέρει έναν επαναστατικό ρόλο, επειδή δίνει στους απλούς ανθρώπους κάποια ιδέα για το πώς μπορεί να είναι μια καλύτερη κοινωνία. Μόνο που αποσπά την προσοχή των ανθρώπων από την οικοδόμηση μιας δίκαιης κοινωνίας στη γη στρέφοντας τα μάτια τους προς τον ουρανό.
  Και επειδή η  θρησκεία δεν είναι θέμα διάνοιας, αλλά κοινωνικών αναγκών, αν οι κοινωνικοί  παράγοντες που προκάλεσαν αυτές τις ανάγκες έπαυαν με τη μεταμόρφωση της δομής της κοινωνίας, τότε η θρησκεία θα γινόταν ανενεργή και καθώς η αίσθηση του ανθρώπου για την αδυναμία του σ’ αυτόν τον κόσμο θα αφορούσε μόνο ζητήματα υπαρξιακά, ίσως περιορίζονταν σε μεγάλο βαθμό μόνο σ’ αυτά. Σε μια κοινωνία που δεν θα υπάρχει πλέον τάξη εκμεταλλευτών δεν θα υπάρχει σε τέτοιο βαθμό ανάγκη από θρησκευτικές παρηγοριές για να την αντέξουν.

Τρίτη 9 Αυγούστου 2022

ΑΠΑΤΗ ΤΩΝ ΑΣΤΙΚΩΝ ΑΞΙΩΝ

 

Κι αναρωτιέται κανείς αν υπάρχει ακόμα η πίστη στο αστικό αξίωμα των δικαιωμάτων της ισότητας, ελευθερίας και άλλων ηχηρών, όταν γύρω μας βλέπουμε ότι ο καθημερινός άνθρωπος τα αποστερείται όλο και περισσότερο. Φαίνεται πως για κάθε άνθρωπο που δεν είναι προνομιούχος να ανήκει στην κυρίαρχη τάξη κανένα δικαίωμα δεν είναι δεδομένο. Τίποτε δεν του ανήκει, πρέπει κάθε πράγμα να το καταχτά από την αρχή, κάθε μέρα. Και τα δικαιώματα μοιάζει να είναι μια επινόηση πονηρής απάτης της αστικής τάξης για να επικυρώσει τα λάφυρα της περασμένης της νίκης, στη σύγκρουσή της με τις εκμεταλλευόμενες τάξεις, εφησυχάζοντας τους φόβους τους για να εξουδετερώσει τη δύναμή τους. Και τώρα τα χρησιμοποιεί για να θησαυρίζει ελέγχοντας τη δυναμική των αγώνων τους κάθε φορά με επίκληση σε δικαιώματα που η ίδια καταπατά.
          Η ιδέα ότι οι δυτικές δημοκρατίες υποστηρίζουν τις αξίες της δημοκρατίας, της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων πρέπει να είναι μια από τις πιο επιτυχημένες απάτες στις οποίες έχουμε πέσει. Οι δυτικές δημοκρατίες καλλωπίζονται με τα δικαιώματα, ενώ  καταπατούν κάθε ένα από αυτά στα αστικά κράτη τους όταν έχουν να αντιμετωπίσουν διεκδικήσεις των εργαζομένων τους ή και  σε κάθε άλλη χώρα όταν δεν υποκύπτει στα ιμπεριαλιστικά συμφέροντά τους. Κάθε πόλεμος τους που διεξάγεται στο όνομα της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή της ελευθερίας είναι ένα ψέμα. Τα κέρδη, η εξουσία, η επέκταση τους είναι τα αληθινά κίνητρα και όσοι δεν το συνειδητοποιούν πιστεύουν σ’ αυτή την απάτη. Χρησιμοποιώντας  τη δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ελευθερία κ.λπ., η Δύση είναι  το αντίθετο από αυτό που ισχυρίζεται. Δεν είναι μια δύναμη καλού παρά μόνο στις φαντασιακές αναπαραστάσεις της κυρίαρχης εξουσίας που αναπαράγονται παντού. Και είναι μακρύς ο κατάλογος που το επιβεβαιώνει. Όπως για παράδειγμα η αδιαφορία της για τα εγκλήματα του Ισραήλ στην Παλαιστίνη.     
Στη λωρίδα της Γάζας το Ισραήλ βομβαρδίζει παλαιστίνιους και η ευαίσθητη Δύση που διακηρύττει την υποστήριξή της σε  δίκαιο και ανθρώπινα δικαιώματα έχει στρέψει τα μάτια της μακριά από την Παλαιστίνη, αδιαφορώντας ακόμα κι αν σκοτώνονται μικρά παιδιά. Αν είχαν γίνει οι βομβαρδισμοί από τη Ρωσία θα ήταν απίστευτη η δημοσιογραφική κάλυψη και οι καταδίκη τους, σε όλους τους τόνους,  από τις δυτικές κυβερνήσεις ατέλειωτες. Είναι που ποτέ η  κυρίαρχη εξουσία των ιμπεριαλιστών δεν νοιάζεται για δίκαιο και  ανθρώπινο πόνο, αλλά απλά προσποιείται, όταν έτσι μπορεί να ενισχύσει έναν συγκεκριμένο σκοπό που εξυπηρετεί τα συμφέροντά της, όπως εξασφάλιση κερδών, έλεγχο πόρων, ενίσχυση ιμπεριαλιστικών στόχων, στρατηγική αποσταθεροποίηση κλπ. Γιατί να υπάρχει συμπαράσταση στους Παλαιστίνιους όταν η απελπισία τους δεν έχει επιπτώσεις στα συμφέροντα της Δύσης, που έχει συμφωνήσει με το Ισραήλ και δεν έχει αισθανθεί καμιά συνέπεια για την εγκατάλειψη του παλαιστινιακού λαού στις εγκληματικές του ενέργειες; Το οποίο Ισραήλ δεν ξεχνά να εκμεταλλεύεται το ολοκαύτωμα χρησιμοποιώντας το ως  δικαιολογία για όλα τα εγκλήματά του, αρνούμενο να παραδεχτεί ότι το κακό που κάνει στους Παλαιστίνιους δεν είναι μικρότερο από αυτό που έπαθαν οι εβραίοι στο 2ο παγκόσμιο πόλεμο από τους ναζί.  
        Τις τελευταίες δεκαετίες όλο και πιο ξεκάθαρα φαίνεται ότι παρά τις διακηρύξεις τους οι δυτικές δημοκρατίες δεν πέτυχαν καμιά από τις αξίες για τις οποίες πολέμησαν οι λαοί στον Β παγκόσμιο. Χρησιμοποιούν όμως  το αποτέλεσμα, ότι νίκησαν το φασισμό,  του Β παγκοσμίου πολέμου ως απόδειξη ότι  τις υποστηρίζουν. Κι αυτό έχει μετατραπεί σε πίστη που μεγάλο μέρος των λαών πιστεύουν τυφλά. Κι ας αποκαλύπτεται συνεχώς ότι οι αληθινές αξίες των αστικών μας δημοκρατιών είναι το ψέμα, η υποκρισία ή ο εκβιασμός.
        Για παράδειγμα, η χώρα μας όλο και αποδεικνύεται ότι είναι ένα κράτος που ουσιαστικά οι περίφημες αρχές της αστικής δημοκρατίες τείνουν ούτε και τύποις να μην εφαρμόζονται. Το τελευταίο μάλιστα συμβάν με τις τηλεφωνικές υποκλοπές είναι ενδεικτικό πόσο υποκριτικά η διακυβέρνηση της κυρίαρχης τάξης παριστάνει τη φιλελεύθερη δημοκρατία. Το μαγνητοσκοπημένο μήνυμα του πρωθυπουργού σχετικά μ’ αυτό το σκάνδαλο, χαρακτηριστικό παράδειγμα βερμπαλισμού και κενολογίας σε πολιτικό λόγο, που αδιαφόρησε για οποιαδήποτε επιχειρηματολογία  που να έχει τουλάχιστον μια λογική συνέπεια και να δικαιολογεί τις ενέργειές του, είναι μια απόδειξη του τρόπου που η εξουσία της αστικής μας δημοκρατίας  αντιμετωπίζει τους πολίτες της. Οι επικριτικές κραυγές εναντίον της κυβέρνησης για καταπάτηση δικαιωμάτων και κουρέλιασμα των θεσμών την αφήνει παγερά αδιάφορη όταν μπορεί με επικλήσεις σε κινδύνους, νομιμοφανείς διαδικασίες και άλλα παρόμοια να εστιάζει σε ατομικές συμπεριφορές και με υποσχέσεις να παραπλανά και να εκτονώνει.
       Είναι γιατί σε μεγάλο βαθμό οι εκμεταλλευόμενες τάξεις στη Δύση περνούμε τη ζωή μας δουλεύοντας, ψωνίζοντας, καταναλώνοντας, διαβάζοντας, ψηφίζοντας και  με συμπεριφορά, ομιλία και σκέψη όπως θέλει η κυρίαρχη εξουσία, ακόμα και όταν εκφράζονται οι ανησυχίες μας ότι η κοινωνία μπορεί να κινδυνεύσει κάποια μέρα να γλιστρήσει σε έναν εφιάλτη. Και εννοούμε τότε να μην λειτουργούν οι  θεσμοί ή να μην εφαρμόζονται οι νόμοι της αστικής δημοκρατίας. Και καταναλώνουμε πολύ χρόνο μ’ αυτές τις ανησυχίες χωρίς ιδιαίτερες κινητοποιήσεις, ακριβώς επειδή  δεν έχουμε συνειδητοποιήσει τι βιώνουμε στην παρούσα κατάστασή μας.
Αν πιστεύουμε  ότι δεν οδηγούμαστε σε  μια τρομακτική κοινωνία που χρόνο με το χρόνο μορφοποιείται, αρκεί να σκεφτούμε  ότι δεν υπάρχει κάτι που θέλει εις βάρος μας η κυρίαρχη τάξη και δεν το έχει.  Επειδή ακριβώς αποδεχόμαστε τον καπιταλιστικό τρόπο οργάνωσης της παραγωγής, ένας ολόκληρος πολιτισμός είναι αφιερωμένος στο κέρδος της και την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της. Δεν επιδιώκεται ο συλλογικός έλεγχος του νου, δεν χρησιμοποιείται η επιλογή ανάμεσα σε κόμματα που εξυπηρετούν τα συμφέροντά της ως η πεμπτουσία της λαϊκής  κυριαρχίας;  Η δυσάρεστη πραγματικότητα είναι ότι ολόκληρος ο πολιτισμός μας έχει δημιουργηθεί για να ωφελήσει την άρχουσα τάξη, και εμείς πιστεύουμε ότι είναι φυσιολογικό επειδή έχουμε ρυθμιστεί να σκεφτόμαστε έτσι.
Κι ύστερα επαιρόμαστε για την ανεξαρτησία σκέψης και επιλογών επειδή αρνιόμαστε ότι η εναλλακτική στον καπιταλισμό είναι ο κομμουνισμός απαξιώνοντας τους κομμουνιστές που συνεχίζουν να αγωνίζονται, σχεδόν και πάλι οι μόνοι συνεχώς και με συνέπεια.