Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2019

ΑΕΝΑΗ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ


Στη Βουλή ο πρωθυπουργός και ο αρχηγός της  αξιωματικής αντιπολίτευσης εξαντλούν το χρόνο των  ομιλιών τους κατηγορώντας ο ένας τον άλλο για σκοπιμότητες στην προτεινόμενη αναθεώρηση του συντάγματος σχετικά με την εκλογή του προέδρου της δημοκρατίας αναβαθμίζοντάς το σε μείζον πρόβλημα της πολιτικής ζωής. Παραπλεύρως διεξάγονται και οι συζητήσεις της κυβέρνησης με τους τραπεζίτες αναζητώντας έναν συμβιβασμό που να ικανοποιεί τις Βρυξέλλες, αλλά και να μην εκθέτει την κυβέρνηση αφήνοντας τελείως απροστάτευτη την πρώτη κατοικία για τους δανειολήπτες με κόκκινα δάνεια.
         Σ΄ ένα σύστημα που βασίζεται στην προσωρινότητα των εργασιακών σχέσεων και στη μονιμότητα των χαμηλών μισθών,  οι δανειολήπτες που με την ανεργία και ύφεση δεν μπορούν να αποπληρώσουν δάνεια, τα οποία αφειδώς έδιναν οι τράπεζες πριν τη κρίση, στοχοποιούνται ως αίτιοι για τον κίνδυνο να χρειαστούν οι τράπεζες μια νέα ανακεφαλαιοποίηση. Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Γ. Δραγασάκης, συνδέοντας κόκκινα δάνεια και ανακεφαλαιοποίηση,  άφησε να αιωρείται  η απειλή για νέα κεφάλαια που θα χρειαστούν οι τράπεζες, τα οποία «ενδεχομένως να κληθεί να τα βάλει πάλι ο Έλληνας φορολογούμενος».
          Η πάλαι ποτέ αριστερή συνείδηση του ΣΥΡΙΖΑ έχοντας υποκύψει στον καπιταλιστικό ρεαλισμό και έχοντας προσαρμόσει την πολιτική της στις επιταγές της άρχουσας τάξης θέλει να πείσει για την ανάγκη αποδοχής της καπιταλιστικής λογικής ως αναπότρεπτης.
            Μόνο που ο λόγος για το παρόν αδιέξοδο είναι πως στις δεκαετίες πριν από το 2008, ο καπιταλισμός έφτασε όχι μόνο στα όρια του, αλλά προχώρησε πέρα από αυτά. Η άνευ προηγουμένου επέκταση της πίστωσης και του χρέους δεν ήταν  εν μέρει παρά αυτό που ενεργοποίησε τον καπιταλισμό να ξεπεράσει τους περιορισμούς της αγοράς και την υπερπαραγωγή. Η μαζική πιστωτική επέκταση και η αύξηση του εμπορίου με την παγκοσμιοποίηση ήταν λύσεις για τα προβλήματα του καπιταλισμού, μόνο που είχαν περιορισμένα αποτελέσματα και μετατράπηκαν στο αντίθετό τους.
           Οι καπιταλιστικές λύσεις λοιπόν που δίνονται ανοίγουν το δρόμο για μεγαλύτερες μελλοντικές κρίσεις. Παρόλο που οι εργαζόμενοι εξαθλιώθηκαν με στόχο να μειωθεί το έλλειμμα και το τεράστιο χρέος, το μόνο που κατορθώθηκε ήταν να μετατραπεί αυτό που ήταν μια γιγάντια μαύρη τρύπα των ιδιωτικών τραπεζών σε μια τεράστια μαύρη τρύπα στα δημόσια οικονομικά. Οι τράπεζες σώθηκαν με τη παρέμβαση του κράτους που αποσπά χρήμα από τους φορολογούμενους, δηλ. τους εργαζόμενους. Γιατί ως γνωστόν βέβαια, οι πλούσιοι δεν πληρώνουν πολλά σε φόρους. Το ίδιο το σύστημα τους εξασφαλίζει χίλιους τρόπους αποφυγής της φορολογίας. Η εργατική τάξη όμως πρέπει να πληρώσει, σε κρίσεις μεγάλες η μεσαία τάξη πρέπει να πληρώσει,  και οι ημιαπασχολούμενοι πρέπει να πληρώσουν αλλά και οι άνεργοι.  Όλοι  πρέπει να πληρώσουν εκτός από τους πλούσιους που έχουν γίνει ακόμα πιο πλούσιοι, ακόμα και σε αυτήν την περίοδο της λιτότητας.
            Και παρόλα  αυτά  τίποτε δεν έχει λυθεί.
         Περισσότερο από δέκα χρόνια μετά την κατάρρευση του 2008 και λίγο λιγότερα από την υπαγωγή της χώρας μας σε μηχανισμό στήριξης και εποπτεία, η αστική τάξη  ακόμα εξακολουθεί να προσπαθεί για να βγει από την κρίση που κατέστρεψε την όποια ισορροπία του καπιταλιστικού συστήματος, επιτυγχάνοντας, εις βάρος των εργαζομένων,  μια αδύναμη οικονομική ανάκαμψη σε περιορισμένο βαθμό. Έκτοτε κάθε μέρα κυβέρνηση και ΜΜΕ διακηρύσσουν την ανάκαμψη. Μόνο που κι αυτή, στην καλύτερη περίπτωση υπάρχει μέσα σε ένα γενικευμένο πλαίσιο μακροχρόνιας στασιμότητας.
Κι αν, σε τελευταία ανάλυση, όλες αυτές οι κρίσεις δεν είναι παρά μια έκφραση του αδιεξόδου του καπιταλισμού που δεν είναι πλέον σε θέση να αναπτύσσει τις παραγωγικές δυνάμεις, όπως έκανε στο παρελθόν, αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι δεν μπορεί πλέον να υπάρξει καμία ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων.
           Στη χώρα μας λοιπόν κυβέρνηση και αντιπολίτευση προσβλέπουν στην ανάπτυξη κατηγορώντας η μια την άλλη για ανικανότητα να την πετύχει, ενώ και οι δυο δεν διαφωνούν ότι στην πραγματικότητα αυτή η ανάπτυξη δεν σημαίνει παρά ανάπτυξη της εκμετάλλευσης των εργαζομένων.
            Η πηγή του προβλήματος θεωρείται πως  έγκειται στα χαμηλά επίπεδα των επενδύσεων στην παραγωγή, που δεν είναι όμως αποτέλεσμα της έλλειψης χρημάτων. Το σύστημα πνίγεται από τον υπερβολικό πλούτο των λίγων. Είναι ανίκανο όμως  για να γίνει παραγωγική χρήση των τεράστιων ποσών υπεραξίας που αποσπάστηκαν από τον ιδρώτα των εργαζομένων, γιατί  απλούστατα, στην παρούσα κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας,  οι καπιταλιστές δεν θεωρούν πως έχουν επικερδή πεδία επενδύσεων. Η άρχουσα τάξη προσπαθεί να αποκατασταθεί η οικονομική ισορροπία χωρίς ζημιές για την ίδια.
         Η φλέγουσα όμως  οργή που έρπει μέσα στις εξαθλιωμένες μάζες για τα όλο και πιο διευρυμένα επίπεδα ανισότητας προκαλεί ανησυχίες για τις πολιτικές και κοινωνικές της συνέπειες. Και όλες οι αποχρώσεις της πάλαι ποτέ αριστεράς, που ο ΣΥΡΙΖΑ επιμένει να υποστηρίζει ότι εκπροσωπεί, προσπαθούν να διαχειριστούν την οργή προς όφελος της κυρίαρχης τάξης, με παραπλανητικές υποσχέσεις και  συμβολικές χειρονομίες προοδευτικού χαρακτήρα. Και  τέτοιες ενέργειες είναι  η  με τυμπανοκρουσίες αύξηση του κατώτατου μισθού σε αναμονή της μείωσης του αφορολόγητου, όπως και η με κοκορομαχίες στη βουλή διαδικασίες για αναθεώρηση άρθρων του συντάγματος με το ενδιαφέρον εστιασμένο στην εκλογή του προέδρου της Δημοκρατίας.
                

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2019

ΔΙΑΦΗΜΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ


Τις τελευταίες μέρες, για άλλη μια φορά, με τη διαφήμιση  της  σοκολάτας Lacta, φάνηκε αρκετά κραυγαλέα, πως η διαφήμιση πέρα από τον ρόλο της στην οικονομία ως διαχειριστή των αναγκών των καταναλωτών έχει το δικό της μερίδιο και ως ιδεολογική δύναμη στην κοινωνική αναπαραγωγή.
Στη συγκεκριμένη διαφήμιση φωτογραφίζονται ζευγάρια από ανθρώπους διαφορετικούς μεταξύ τους –ζευγάρια ομόφυλα, έγχρωμα, ετερόφυλα κλπ.- με την εταιρεία να προσκαλεί για γνωριμία με «όλες τις διαφορετικές γεύσεις της αγάπης» σε έκθεση φωτογραφίας και να ισχυρίζεται πως περνά το  μήνυμα για αποδοχή της αγάπης χωρίς διακρίσεις. Οι αντιδράσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, και όχι μόνο, φαίνεται να δικαιώνουν την επιλογή αυτής της διαφημιστικής καμπάνιας, αφού προκάλεσε τεράστιο ενδιαφέρον, ανεξαρτήτως επιδοκιμασίας ή αποδοκιμασίας, επειδή μοιάζει να ξεφεύγει από την απεικόνιση  χαρούμενων οικογενειών ή όμορφων ανθρώπων. Αλλά ακόμα κι αν στις διαφημίσεις, όπως όχι μόνο στη συγκεκριμένη αλλά και σε παλιότερες που προκάλεσαν έντονο ενδιαφέρον σαν της Benetton, μοιάζει να  κυριαρχούν εικόνες περιθωριακών κοινοτήτων, ευτυχισμένων ζευγαριών που ξεφεύγουν από βασικά στερεότυπα, πετυχημένων ανθρώπων με αναπηρία, αναμφισβήτητα όμως δεν απεικονίζουν τι είναι καπιταλισμός, αλλά μάλλον τι είναι αυτό που χρειάζεται να χρησιμοποιήσει για να πωλούνται τα προϊόντα του.  
Οι  πολύπλευρες κοινωνικές λειτουργίες της διαφήμισης κυμαίνονται από μικρής εμβέλειας προσπάθειες για να ωθηθούν τα άτομα να αγοράσουν συγκεκριμένα προϊόντα, μέχρι μεγαλύτερης εμβέλειας προσπάθειες για να πουληθεί ο  καταναλωτικός καπιταλισμός ως τρόπος ζωής. Η διαφήμιση λοιπόν δεν επιχειρεί  λογικές εξηγήσεις σχετικά με τη χρησιμότητα ενός προϊόντος, όσο  ασχολείται εξ ολοκλήρου με το επίπεδο των συναισθημάτων και των συγκινήσεων, αλώνοντας τον ψυχισμό μας. Είναι στην πραγματικότητα η ανεπίσημη καπιταλιστική προπαγάνδα, ακόμα κι όταν δίνει την εντύπωση πως μπορεί να επιβεβαιώνει αλλά και να επικρίνει το ιδεολογικό του σύστημα ή να αποσυνδέεται από εμπορικά σήματα ή πράξεις κατανάλωσης.
Καμιά διαφήμιση εμπορικού προϊόντος δεν είναι επαναστατική, αφού η διαφήμιση ως εργαλείο καπιταλισμού  νομιμοποιεί και ενισχύει τις κοινωνικοπολιτικές του ρυθμίσεις, παρουσιάζοντας την κατανάλωση ως απάντηση σε όλες τις υλικές και κοινωνικές ανάγκες. Κάθε διαφήμιση υπονοεί πως τα διαφημιζόμενα προϊόντα μπορούν να αποδείξουν την κοινωνική θέση των καταναλωτών, που μπορεί να ανέλθουν την κοινωνική κλίμακα αγοράζοντάς τα.  Η διαφήμιση, λειτουργώντας ως οδηγός για την κοινωνική συμπεριφορά, βοηθά την κυρίαρχη τάξη να κρατήσει τον έλεγχο των ανθρώπων, όχι τόσο με την  προώθηση συγκεκριμένων προϊόντων, αλλά απεικονίζοντας  τους ανθρώπους ως καταναλωτές και όχι ως παραγωγούς, παρουσιάζοντας αυτή την κατάσταση ύπαρξης  ως φυσική και επιθυμητή. Αντίθετα, το προϊόν αποξενώνεται από την παραγωγική εργασία, δημιουργείται μόνο η εικόνα του τι φαίνεται καλό, ποτέ δεν υπάρχει προβληματισμός ποιος και πώς το έκανε.
 Η διαφήμιση επενδύει αγαθά, υπηρεσίες και άτομα κ.λπ. με συμβολικές ιδιότητες, συνδυάζοντας τα προϊόντα με κοινωνικά επιθυμητά χαρακτηριστικά. Διαφημίζει ένα προϊόν συνδέοντας μια πεποίθηση, μια δράση, ένα συναίσθημα στο προϊόν. Κι έτσι όλα γίνονται αντικείμενο αγοροπωλησίας. Η ειρήνη, η επανάσταση, η ιδέα να κάνουμε πράγματα με διαφορετικό τρόπο χρησιμοποιούνται, με αποκενωμένο περιεχόμενο,  για να πουληθούν προϊόντα.
 Στη συγκεκριμένη διαφήμιση προωθείται η ταύτιση της σοκολάτας με τα θετικά συναισθήματα της αγάπης. Το εμπόρευμα, η σοκολάτα, φαίνεται να κατέχει μαγικές ιδιότητες, συνδέεται με έννοιες κοινωνικές, απογυμνωμένο τελείως από τους υλικούς όρους παραγωγής του. Είναι ένα εμπόρευμα που έρχεται να μεσολαβήσει  στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Αυτό που διαφημίζεται είναι πως δεν αρκεί να εκφράσουμε συναισθήματα όπως η αγάπη μέσα από λέξεις ή ενέργειες πρέπει να το δείξουμε και μέσω αγορών, έστω κι αν αυτή είναι μια ταπεινή σοκολάτα.  Όμως οι εικόνες που χρησιμοποιεί, αντικατοπτρίζουν τις αξίες στις οποίες προσβλέπουμε και η χρησιμοποίησή τους για διεύρυνση του αγοραστικού κοινού σημαίνει πως παραμένουν θετικές και αποδεκτές. Ο καπιταλισμός χρησιμοποιεί εικόνες αξιών στις οποίες δεν πιστεύει για να μας κρατήσει ως καταναλωτές. Εκπαιδευόμαστε έτσι να επιθυμούμε και να θέλουμε νέα πράγματα,  με τα συναισθήματα και τις ιδέες μας να χειραγωγούνται προς αυτήν την κατεύθυνση.
               Κι αν η διαφήμιση αποδεσμεύτηκε από την υπερβολή και την έμφαση στην υπογράμμιση του πανταχού παρόντος προϊόντος που έπρεπε να αγοραστεί και πέρασε στις συμβολικές αναφορές, με γλώσσα και εικόνες που αναφέρονταν σε έννοιες –περιπέτεια, θηλυκότητα, συναίσθημα- παρέχοντας υλικό  για ερμηνείες ακόμα και καταγγελίες, συνεχίζεται όμως η λειτουργία της να συνίσταται στο να κάνει τον καθένα να ενστερνιστεί τα κυρίαρχα κοινωνικά μοντέλα –το ομόφυλο ή το έγχρωμο ζευγάρι στη διαφήμιση μοιάζει να γίνεται αποδεκτό σ’ ένα πλαίσιο επιδιωκόμενης ελεύθερης και ισότιμης κατανάλωσης.
               Το διαφημιζόμενο εμπόρευμα γίνεται σύμβολο το οποίο αντιπροσωπεύει την ταυτότητα ή τη μοναδικότητα μας, που στη συνέχεια μετατρέπει την επιθυμία σε μια συναισθηματική ανάγκη, η οποία μπορεί να επιλυθεί μόνο με την υποβολή σε μια νέα αγορά προϊόντος. Και στεριώνεται  η ιδέα πως ο καπιταλισμός μπορεί να ικανοποιήσει τις καθημερινές ανάγκες μας, απλά αγοράζοντας πράγματα επειδή πιστεύουμε ότι ο καταναλωτισμός ισοδυναμεί με την προσωπική ευτυχία. Και στην τελική, αποτρέπεται ο σχηματισμός πιο θεμελιωδών επιθυμιών, τα καταναλωτικά προϊόντα  μας κάνουν να νιώθουμε καλύτερα με την εμπλοκή τους με τα κρυμμένα συναισθήματά μας, χειραγωγώντας μας, κάνοντάς μας  παθητικούς καταναλωτές, υπάκουους κι ευχαριστημένους. Κι αυτού του είδους η  χειραγώγησή μας χρησιμοποιείται και αυτή για να ξεπεραστούν οι συγκρούσεις στην κοινωνία.

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2019

ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑ, ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟ


Ένα πραξικόπημα βρίσκεται σε εξέλιξη στη Βενεζουέλα, προσπαθώντας να εξαφανίσει τον πρόεδρό της N.  Μαδούρο και να τοποθετήσει στη θέση του μια μαριονέτα των ΗΠΑ.
ΟΙ ΗΠΑ αναγνώρισαν αμέσως, από τις 23 Ιανουαρίου, ως προσωρινό πρόεδρο της Βενεζουέλας τον αυτοανακηρυχθέντα Χουάν Γκουαϊδό, άλλωστε δικό τους δημιούργημα είναι.  Οι 19 χώρες της ΕΕ, ανάμεσά τους Βρετανία, Ισπανία, Γαλλία, Γερμανία κλπ. που προχώρησαν στην αναγνώριση την επομένη μέρα από τη λήξη του  ευρωπαϊκού τελεσίγραφου προς τον εκλεγμένο πρόεδρο Νικολάς Μαδούρο για προκήρυξη εκλογών, δεν μπορούν να προκαλέσουν καμιά έκπληξη γι’ αυτή την ενέργεια. Η ΕΕ ανέκαθεν υποστήριζε κάθε ιμπεριαλιστική περιπέτεια των ΗΠΑ, από το Ιράκ ως τη  Λιβύη.  Η  δική μας κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, που διατυμπάνιζε τις καλές της σχέσεις με το κόμμα του Ούγκο Τσάβες, προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σ’  εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις και γι’ αυτό στο εσωτερικό θέλει να δίνεται η εντύπωση της  συμπαράστασης προς τη Βενεζουέλα, ενώ συγχρόνως όλο και περισσότερο ευθυγραμμίζεται με τη βασική πολιτική θέση της ΕΕ και ΗΠΑ.
Οι ΗΠΑ για την ανατροπή μιας κυβέρνησης, που στη δυτική προπαγάνδα ονομάζεται αλλαγή καθεστώτος και μάλιστα πάντα δικτατορικού, έχουν χρησιμοποιήσει  στρατιωτικά πραξικοπήματα που φέρνουν στην εξουσία μια πιο υπάκουη ηγεσία, οικονομικές κυρώσεις και δολοφονίες. Η Χιλή του Allende αποτελεί ένα καλό πρότυπο για το πώς μπορεί να ενεργήσει μια ιμπεριαλιστική δύναμη όταν απειλούνται τα συμφέροντά της.
          Στη Βενεζουέλα έχει ξεκινήσει εδώ και μέρες η πρώτη φάση της άμεσης επέμβασης του ιμπεριαλισμού. Κι είναι ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός που, όπως φαίνεται, καθορίζει ζητήματα νομιμότητας σε μια άλλη χώρα, υπονομεύοντας κάθε ίχνος δημοκρατίας και ελευθερίας στην περιοχή, δημιουργώντας συνθήκες τέτοιες που να ευνοούν τα καρτέλ των ναρκωτικών και τις παραστρατιωτικές συμμαχίες. Το Καράκας εξελίσσεται σε  κομβικό σημείο, όπου διασταυρώνονται διάφορες κινήσεις και δράσεις που εκπορεύονται από ιμπεριαλιστικά κέντρα. Στον επόμενο διάστημα είναι πολύ πιθανόν πως θα εμφανιστούν οργανώσεις για ανθρώπινα δικαιώματα, παρατηρητήριο κοινωνικών συγκρούσεων, φωνές της αντιπολίτευσης που θα παρέχουν στοιχεία για νεκρούς και τραυματίες, για επεισόδια ανάμεσα σε αντιπολιτευόμενες ομάδες, για περιστατικά έλλειψης τροφίμων ή αδυναμία περίθαλψης και παρόμοια άλλα. Ανάμεσα σ’ αυτές τις οργανώσεις πολλές θα ισχυρίζονται, για να είναι πειστικές,  πως είναι αριστερές και προοδευτικές για να μετατραπούν σε αγαπημένους φίλους και αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης των κυρίαρχων μέσων πληροφόρησης.  Και μέσα απ’ αυτές τις οργανώσεις, τους ανθρώπους και τις δράσεις τους,  χάνεται ο ρόλος του ιμπεριαλισμού κι εμφανίζονται όλοι αυτοί ως μεγάλοι σταυροφόροι της δημοκρατίας.
           Όλη αυτή η ιμπεριαλιστική επέμβαση δεν έχει οργανωθεί σε μια νύχτα. Οι αποκαλούμενες δημοκρατικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης οργανώθηκαν, χρηματοδοτήθηκαν, οπλίστηκαν αργά και κρυφά για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αμαύρωσαν την εικόνα της Βενεζουέλας, δημιούργησαν μια αρνητική εικόνα της στο εξωτερικό, οργάνωσαν εναντίον της έναν οικονομικό πόλεμο. Όλα τα βάσανα του λαού της απεικονίστηκαν ως αποτυχίες των μεταρρυθμίσεων της κυβέρνησής του αθωώνοντας τις  ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις.
Ο Ούγκο Τσάβες με τις μεταρρυθμίσεις του μετασχημάτισε ένα μεγάλο μέρος των ενεργειακών εσόδων της Βενεζουέλας σε προγράμματα εκπαίδευσης, υγειονομικής περίθαλψης, στέγασης και κοινωνικής προόδου που ωφέλησαν μεγάλα τμήματα του φτωχού πληθυσμού, χωρίς όμως να συνοδεύονται από αλλαγές στο οικονομικό σύστημα. Η μείωση όμως των τιμών ενέργειας και  επιπλέον το μονομερές και παράνομο οικονομικό εμπάργκο των ΗΠΑ, το οποίο κόβει τη Βενεζουέλα από τις περισσότερες χρηματοπιστωτικές αγορές είχε συνέπειες που συνεπάγονται αυξημένες οικονομικές δυσκολίες για τον λαό της Βενεζουέλας. Προκαλείται ακόμα μεγαλύτερη έλλειψη βασικών αγαθών, συμπεριλαμβανομένων των τροφίμων και των φαρμάκων, και  καθίσταται σχεδόν αδύνατη η όποια  οικονομική ανάκαμψη, δεδομένου ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να δανειστεί ή να αναδιαρθρώσει το εξωτερικό της χρέος.
Κι αν, σύμφωνα με τις κατηγορίες,  η πρόσβαση σε επιδοτούμενα αγαθά προκάλεσε μια μαζική κερδοσκοπική μαύρη αγορά με τη διαφθορά να έχει εισχωρήσει στο κράτος και την κοινωνία, όμως εκατομμύρια  άνθρωποι από τον εξαθλιωμένο λαό της χώρας επωφελήθηκαν από το ριζοσπαστικό πρόγραμμα των κυβερνήσεων του Ούγκο Τσάβες και Ν. Μαδούρο.
            Αυτό που συμβαίνει στη Βενεζουέλα, με ενορχηστρωτή τις ΗΠΑ, εντάσσεται στο πλαίσιο της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ η οποία τείνει να ακολουθεί ένα πολύ λογικό και καλά υπολογισμένο σχεδιασμό, που το καθιστά αποτελεσματικό, αλλά και αδίστακτο. Οι ΗΠΑ εξήλθαν από το Β παγκόσμιο πόλεμο μια παγκόσμια υπερδύναμη, η οποία επεδίωκε να επιβάλλει εκείνη την τάξη πραγμάτων, όπου οι ΗΠΑ θα ασκούσαν αδιαμφισβήτητη εξουσία σε περιοχές που περιλάμβαναν την Ανατολική Ασία, τη Μέση Ανατολή, τη Λατινική Αμερική. Οι περιοχές αυτές παρείχαν πρώτες ύλες, αγορές, φθηνές πηγές εργασίας για εταιρείες και επενδυτές των ΗΠΑ. Βέβαια, οι αποδέκτες των αποτελεσμάτων της ανάπτυξης σ’ αυτές τις περιοχές δεν μπορούσε να ήταν οι άνθρωποι των χωρών, αλλά οι εταιρείες των ΗΠΑ. Και γι’ αυτό το λόγο, για να διασφαλιστεί πως οι πηγές πλούτου της Λατινικής Αμερικής, και όχι μόνο, θα παρέμεναν στην εξουσία της ιμπεριαλιστικής δύναμης θεωρήθηκαν απαραίτητες οι αμερικανικές παρεμβάσεις.
          Κι αν ένας βασικός λόγος των επεμβάσεων στη Βενεζουέλα είναι τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο, όπως και στη Μ. Ανατολή,  ένας εξίσου σημαντικός λόγος γι’ αυτές έχει να κάνει και με το φαινόμενο του παραδείγματος. Εάν οι ΗΠΑ επιτρέψουν σε μια ανυπάκουη κυβέρνηση να παραμένει στην εξουσία εις βάρος των συμφερόντων τους μπορεί να παρακινήσει κι άλλες κυβερνήσεις και πληθυσμούς σε διαφοροποίηση της πολιτικής τους από τις ΗΠΑ.  Γιατί οι ΗΠΑ στην πραγματικότητα επιδιώκουν να ρυθμίζουν να …επιλέγονται οι ηγέτες και τα συστήματα διακυβέρνησης που θα δημιουργούν συνθήκες ευνοϊκές για τις εταιρείες και τους επενδυτές τους,  δηλ. ουσιαστικά μια συνέχεια των οικονομικών συστημάτων της εποχής της αποικιοκρατίας.
               Άλλωστε, οι ρίζες της σημερινής κατάστασης της Λατινικής Αμερικής και της σχέσης της με τη Δύση βρίσκονται στην εποχή της αποικιοκρατίας. Η ευρωπαϊκή αποικιοκρατία δημιούργησε κι εκεί μια υπανάπτυκτη οικονομία που βασίζεται στην παραγωγή και εξαγωγή πρώτων υλών και αγροτικών προϊόντων, όπου μια μικρή ομάδα τοπικών ελίτ, που συνεργάστηκαν με τους Ισπανούς και Πορτογάλους αποίκους, ευημερούσαν. Ακόμα και μετά τα κινήματα ανεξαρτησίας, κι ενώ οι δυτικές χώρες εκβιομηχανίζονταν, συνέχιζαν να εφαρμόζουν οικονομικές πολιτικές βασισμένες στη γεωργία και τις πρώτες ύλες, με τους αποικιοκράτες της εποχής, την τότε υπερδύναμη την Βρετανία, να ευνοούν αυτή την εξέλιξη που δεν επέτρεπε να αναπτυχθεί μια ανεξάρτητη Λατινική Αμερική και να γίνει ισχυρός ανταγωνιστής.  
            Εν ολίγοις, τα όσα διαδραματίζονται στη Βενεζουέλα θα μπορούσαν να συνιστούν έναν οδηγό για την πραγματοποίηση μελέτης περίπτωσης που αφορά την ανάλυση μέσων και σκοπιμοτήτων του ιμπεριαλισμού.

Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2019

ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ, ΜΙΣΘΩΤΟΙ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ


Κατά την ειδησεογραφία, άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών στηρίζουν τη Συμφωνία των Πρεσπών με υπογραφές σε κείμενα, όπου η συμφωνία θεωρείται πως αντιτίθεται στο σκοταδισμό και εθνικισμό και χαρακτηρίζεται ως παρήγορο γεγονός για την άνοδο της ακροδεξιάς και του εθνικισμού.
        Δεν είναι το πρώτο κείμενο υποστήριξης κυβερνητικών επιλογών από ομάδες ανθρώπων που θα χαρακτηρίζαμε διανοούμενους. Σ’ αυτή την οκταετία της καπιταλιστικής επίθεσης, κατά διαστήματα  εμφανίζονταν υπογραφές ακαδημαϊκών, ανθρώπων της τέχνης, σε κείμενα που σε γενικές γραμμές ήθελαν να μοιάζουν υπερταξικά και απολίτικα κατευθύνοντας προς επιδοκιμασία της κυρίαρχης πολιτικής.
        Στην αρχή της κρίσης, το 2011, κυκλοφόρησε διακήρυξη με τον τίτλο «Τολμήστε»  μιας ομάδας διανοουμένων που προτρέποντας σε ομοψυχία και τονίζοντας την ανάγκη για ηγεσία  ευθύνης και εθνικής ανασυγκρότησης εμμέσως επικροτούσαν την πολιτική των μνημονίων. Πριν τέσσερα χρόνια 300 διανοούμενοι και ακαδημαϊκοί από όλον τον κόσμο υπέγραψαν κείμενο υποστήριξης στον ελληνικό λαό και το ΣΥΡΙΖΑ. Το 2017, 370 διανοούμενοι υπέγραψαν σε κείμενο υποστήριξης του ΔΟΛ, για συνέχιση της έκδοσης των εφημερίδων του και περιοδικών, με ρύθμιση των χρεών του. 
        Αν έχουν κάποια σημασία αυτές οι διακηρύξεις κι ανακοινώσεις είναι γιατί οι διανοούμενοι θεωρούνται ειδικοί στην παραγωγή και διάδοση των ιδεών. Αποτελούν ένα αισθητήριο της σύγχρονης κοινωνίας, ένα σημείο σύγκλισης όπου εμφανίζονται οι ιδεολογίες για να λάβουν συστηματική μορφή και στη συνέχεια να διαχυθούν μέσω του πολιτικού σώματος. Η διανόηση σ’ ένα βαθμό γίνεται ο μικρόκοσμος της καπιταλιστικής κοινωνίας, αντανακλώντας, και συχνά με διαστρεβλωμένο τρόπο, τις πραγματικές συγκρούσεις του κόσμου γύρω τους.
        Ουσιαστικά, οι διανοούμενοι, όπως τους γνωρίζουμε, είναι δημιούργημα της καπιταλιστικής κοινωνίας, στην οποία οι καινοτομίες –από έντυπα βιβλία και φτηνές εφημερίδες μέχρι τα σύγχρονα ηλεκτρονικά- πολλαπλασιάζουν τα μέσα για κυκλοφορία των ιδεών και για  δημόσιες συζητήσεις, που φτάνουν πια στο σύνολο σχεδόν του πληθυσμού. Από κοινωνική άποψη, οι διανοούμενοι απολαμβάνουν ένα ορισμένο κύρος στην αστική κοινωνία, αν και  οικονομικά μπορεί να  υπόκεινται στις ίδιες αντιξοότητες με τις μεσαίες τάξεις. Οι διανοούμενοι που απολαμβάνουν την υψηλότερη εκτίμηση και επιρροή μεταξύ των κυβερνώντων της κοινωνίας είναι πιο συχνά αυτοί που τους εξυπηρετούν με πιο έντονο τρόπο από εκείνους των οποίων οι πνευματικές ικανότητες και επιτεύγματα μπορεί να είναι και μεγαλύτερα. Κι είναι σ’ αυτούς που  πηγαίνουν οι προεδρίες, οι καθηγητικές έδρες και τα ερευνητικά ιδρύματα.
        Οι διανοούμενοι είναι εξαιρετικά ετερογενείς στην κοινωνική τους σύνθεση, που μπορεί να έχουν διαφορετικές κοινωνικές καταβολές, φιλοδοξίες και δεσμεύσεις. Βασικά δεν αποτελούν μια ξεχωριστή κοινωνική τάξη, αν και  κάθε τάξη έχει τους δικούς της διανοούμενους. Οι διανοούμενοι της κυρίαρχης τάξης συμβάλλουν στην  κυριαρχία της,  γιατί εξασφαλίζουν τη συναίνεση μέσω της πειθούς και διαπαιδαγώγησης. Ανήκουν στα κοινωνικά στρώματα που τουλάχιστον στο παρελθόν εξασφάλιζαν μια  σταθερή θέση στην κοινωνική ιεραρχία και μακροχρόνιες σχέσεις με άλλες ομάδες και τάξεις.
         Κατά τον 19ο αιώνα και στις αρχές του 20ου η διανόηση, κυρίως ανθρωπιστές, περιελάμβανε ένα σχετικά μικρό τμήμα της κοινωνίας που απολάμβανε την σημαντική  ανεξαρτησία της παραγωγής. Σ’ αυτήν την εποχή της στερέωσης της αστικής τάξης, που ως νέα προοδευτική κοινωνική τάξη εξοβέλιζε τους προηγούμενους ευγενείς, ο διανοούμενος  της αστικής τάξης προσδιοριζόταν από την παρέμβασή του στο πεδίο της πολιτικής. 
      Επειδή μάλιστα η πνευματική παραγωγή  δεν συμμετείχε άμεσα στη διαδικασία παραγωγής υπεραξίας, ο χαρακτήρας της εργασίας του έμοιαζε αντιπαραγωγικός. Με το να παραμείνει ο διανοούμενος μακριά από την βιομηχανικά οργανωμένη παραγωγή και ταυτόχρονα να είναι ο ίδιος κύριος των «εργατικών εργαλείων» του, δεν αποξενώθηκε από την ατομική παραγωγή του που αποτέλεσε το βασικό περιεχόμενο της κοινωνικά χρήσιμης δραστηριότητάς του. Αυτή η αυτογνωσία του πνευματικού ανθρώπου ως ελεύθερου δημιουργού, χρήσιμου κοινωνικά, τον ανυψώνει στα μάτια του, αναθέτοντας για τον εαυτό του μια ανώτερη κοινωνική θέση, θεωρώντας πως είναι  αποκαθαρμένος από υλικά κίνητρα και ταξικά συμφέροντα που επηρεάζουν τους συμπολίτες του. Αυτές οι ρομαντικές αντιλήψεις των αστών διανοουμένων του 19ου αιώνα και αρχές του 20ου τους τροφοδοτούσαν με το απατηλό συναίσθημα της δύναμης και ανεξαρτησίας, τους έδινε την αίσθηση της υπεροχής, την ελιτίστικη διάθεση που άλλοτε τους πετούσε στα οδοφράγματα στο όνομα της αλήθειας, ενώ πιο συχνά τους κρατούσε μακριά από τους πραγματικούς ανθρώπους.
         Σήμερα η κατάσταση έχει αλλάξει.  Η ανεπάρκεια των αμιγώς οικονομικών μοχλών που ωθούν την εργατική μάζα να υποστηρίξει τις υφιστάμενες σχέσεις κυριαρχίας και υποταγής και η ανάγκη να ασκηθεί μια άμεση, «επιστημονικά» οργανωμένη επιρροή στη συνείδηση αυτής της μάζας, ( με διαφημίσεις, ταινίες, τηλεόραση, Τύπο, «μαζική» λογοτεχνία, κοινωνιολογικές έρευνες κ.ο.κ.) έχουν οδηγήσει στην εμφάνιση μιας βιομηχανίας πολιτισμού οργανωμένης στο πρότυπο της βιομηχανικής παραγωγής, που  εξυπηρετείται από άτομα τα οποία παραδοσιακά ανήκαν στην κατηγορία των διανοουμένων.
       Κι έτσι δημιουργήθηκε μια αύξηση του άλλοτε μικρού τμήματος των διανοουμένων που μετατράπηκαν  σε μια σταθερά αναπτυγμένη κοινωνική ομάδα, ενώ συγχρόνως τροποποιήθηκε ο  χαρακτήρας της πνευματικής εργασίας και η  κοινωνική κατάσταση των διανοουμένων. Ο διανοούμενος από  μέλος μιας  ελίτ, μιας κλειστής ομάδας από  «ελεύθερους επαγγελματίες», έχει γίνει ένας υπάλληλος μιας μεγάλης καπιταλιστικής εταιρείας, ένας μισθωτός εργάτης που εργάζεται συχνά μόνο κατά παραγγελία και συχνά εις βάρος της κλίσης του
        Αφού έπαψε λοιπόν να είναι ένας μοναχικός τεχνίτης και έχει στερηθεί των εργαλείων της εργασίας του, ο διανοούμενος  έχει χάσει την προηγούμενη έστω και περιορισμένη, δύναμη πάνω στον εαυτό του, το δικαίωμα να ελέγχει τη δική του δραστηριότητα. Το γεγονός αυτό καθιστά την κατάσταση του διανοούμενου στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες αντιφατική, και τον φέρνει πολύ κοντά στην κατάσταση που παραδοσιακά αποδίδεται στην μικροαστική τάξη. Αφού οι διανοούμενοι δεν λειτουργούν ως παράγοντες στην καπιταλιστική οικονομία αλλά ως μέρος κοινωνικών θεσμών που απορρέουν απ’ αυτή, η εξάρτησή τους απ’ αυτούς τους οδηγεί να παραμένουν πιστοί στην τάξη που τους υποστηρίζει, δηλ. την κυρίαρχη τάξη.
          Δεν είναι λοιπόν τυχαίο πως διανοούμενοι που να προβάλλουν τα συμφέροντα των υποτελών τάξεων και να τις βοηθούν να αποκτήσουν συνείδηση της αποστολής τους στο οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό πεδίο είναι λίγοι και ακόμα λιγότεροι αυτών που η φωνή ακούγεται.