Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2019

ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΕΣ ΑΝΑΜΟΧΛΕΥΣΕΙΣ ΜΕ ΦΑΣΙΣΜΟ


Όλα αυτά τα ευτράπελα, που σε εικόνες και ειδήσεις πλημμύρισαν ιδιαίτερα τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, από τα τεκταινόμενα στο συλλαλητήριο για τη Μακεδονία στο Σύνταγμα, αποσπούν την προσοχή μας από το μείζον: ο φασισμός, ήδη δειλά  νομιμοποιημένος  από τα έργα και ημέρες των κομμάτων εξουσίας της τελευταίας οκταετίας, με πρόσχημα εθνικά ζητήματα καταλαμβάνει όλο και περισσότερο χώρο. Κι επομένως ο προβληματισμός μήπως η αφ’ υψηλού κριτική, οι περιφρονητικοί χαρακτηρισμοί και χλεύη για το πλήθος που συγκεντρώθηκε διευρύνει την ανοχή και εν πολλοίς και επιδοκιμασία στους ακροδεξιούς και φασίστες δημαγωγούς δεν στερείται δεδομένων.
        Από τα τέλη του 20ου αιώνα, μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ και όσο η οικονομική κρίση παρατείνεται, αντιμετωπίζεται ένα ιστορικό παράδοξο. Από τη μια η οικονομία, η πολιτική ακόμα και η πολιτιστική έκφραση στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου μοιάζει να έχουν ομογενοποιηθεί όσο ποτέ, ως αποτέλεσμα της αυξανόμενης κυριαρχίας του παγκόσμιου κεφαλαίου, από την άλλη παρατηρείται μια αύξηση κινητοποιήσεων εθνικιστικού χαρακτήρα. Θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει την άνοδο τέτοιων κινητοποιήσεων ως ένα είδος αντίδρασης στην αυξανόμενη διεθνοποίηση της οικονομίας και του πολιτισμού, έναν αγώνα ενάντια στην απειλή της ομογενοποίησης. Ωστόσο, μια τέτοια εξήγηση μοιάζει  να μην μπορεί να καταγράψει την εξαιρετική ποικιλομορφία του φαινομένου. Έτσι στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης η άνοδος του εθνικισμού συνοδεύεται από την αποδοχή της οικονομικής κι επομένως πολιτικής εξάρτησης από το δυτικό κεφάλαιο  από πολλούς από εκείνους που υιοθετούν έναν επιθετικό εθνικισμό που καταλήγει ρατσισμός. Στη Δυτική Ευρώπη πάλι, η άνοδος ενός ξενοφοβικού εθνικισμού  δεν κατευθύνεται τόσο σε βάρος άλλων δυτικοευρωπαϊκών εθνών κι ούτε σε μεγάλο βαθμό εναντίον του σχεδίου του ενοποιημένου οικονομικά και πολιτικά κεφαλαίου, όσο κατά των μεταναστών εργαζομένων από Ασία και Αφρική, ακόμα κι αυτών που εργάζονταν εδώ και 20 ή 25 χρόνια χωρίς να προκαλούν τις ίδιες αντιδράσεις.  
       Κι αν είναι εμφανής η σκοπιμότητα  της κυρίαρχης τάξης που  προωθεί την εθνικιστική ιδεολογία της αταξικής εθνικής συνεργασίας και της εθνικής ενότητας δεν είναι πάντα εμφανείς οι λόγοι που σε μεγάλες μάζες εργαζομένων αυτή η ιδεολογία βρίσκει ανταπόκριση.
         Ίσως λοιπόν για να κατανοηθεί η αύξηση εθνικών αναμοχλεύσεων, που παίρνουν διαφορετικές μορφές σε διάφορες χώρες, θα πρέπει να μην αποσυνδεθούν από την ταξική πάλη. Γιατί το έθνος κράτος, δημιούργημα της καπιταλιστικής τάξης, είναι προϊόν της ταξικής πάλης, δηλ. του αγώνα της συγκεκριμένης τάξης κατά της φεουδαρχίας και άλλων προ-καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Και επειδή οι  κύριες τάξεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής – αστοί και προλεταριάτο - αναπτύσσονται και ωριμάζουν μέσα στα έθνη, ο ταξικός αγώνας υπό τον καπιταλισμό γενικά παίρνει μια εθνική μορφή. Τα έθνη είναι το έδαφος της ταξικής πάλης στην καπιταλιστική εποχή. Γι’ αυτό το λόγο και  το εθνικό ζήτημα είναι σημαντικό για τον αγώνα της εργατικής τάξης για σοσιαλισμό.
          Και καθώς η κινητήρια δύναμη της εθνικής καταπίεσης είναι η ίδια η καπιταλιστική σχέση, η οποία είναι τόσο εκμεταλλευτική όσο και επεκτατική, η αστική τάξη των πιο ανεπτυγμένων εθνών εκμεταλλεύεται το εργατικό δυναμικό, τις πρώτες ύλες και τις αγορές άλλων λιγότερο αναπτυγμένων. Η εθνική αντιπαλότητα και η εθνική καταπίεση είναι επομένως εγγενείς στον καπιταλισμό. Η εθνική καταπίεση είναι αναπόφευκτη υπό τον καπιταλισμό και δεν μπορεί να τερματιστεί απλώς μέσω των καταπιεσμένων εθνών που κερδίζουν το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση. Κι αν γίνεται υπεράσπιση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης, είναι γιατί τίποτε όσο η εθνική αδικία δεν ενισχύει την αλληλεγγύη της προλεταριακής τάξης.
  Δεν είναι βέβαια εξαίρεση και η δημιουργία  κρατών που δεν συμπίπτουν με τα έθνη, π.χ. πρώην αποικιακά κράτη Αφρικής ή και Ασίας,  και  αποτελούνται από ποικίλες εθνοτικές και φυλετικές ομάδες, οι οποίες συναθροίζονται σε βίαια τεχνητά κράτη ως αποτέλεσμα των αυθαίρετων εδαφικών διαιρέσεων που επιβάλλουν ιμπεριαλιστικά συμφέροντα. Τα κράτη και προτεκτοράτα που προέκυψαν από τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, με πληθυσμούς που αφού αλληλοσκοτώθηκαν πασχίζουν μετά να συμβιώσουν, είναι εν πολλοίς συνέπεια των εκκολαπτόμενων ιμπεριαλιστικών συμφερόντων στην περιοχή, πίσω από τα οποία στοιχίζεται αναφανδόν  η κυρίαρχη τάξη τους.
Κι έτσι ο εθνικισμός καλλιεργείται όσο οι ανερχόμενες αστικές τάξεις των πρώην σοσιαλιστικών χωρών, σε ομοσπονδίες όπως η Γιουγκοσλαβία, επεδίωκαν σε σχετικά προηγμένα έθνη να κόψουν τους δεσμούς με τις πιο φτωχές και καθυστερημένες περιοχές, προκειμένου να διατηρήσουν τους πόρους για τους εαυτούς τους και να ενταχθούν το συντομότερο δυνατό στην ενοποιημένη αγορά της Δυτικής Ευρώπης (όπως π.χ η Σλοβενία, Κροατία, Δημοκρατία της Τσεχίας). Κι έρχονται ξανά στο προσκήνιο οι μειονότητες για να χρησιμοποιηθούν ως αποδιοπομπαίος τράγος στον σκόπιμο και κυνικό χειρισμό των λαϊκών φόβων και των εθνικών συναισθημάτων από τις νεοπαγείς ελίτ για να κρατήσουν την εξουσία.
Συνεπώς, με τις σοσιαλιστικές ιδέες και αξίες να συκοφαντούνται και να περιθωριοποιούνται, η ιδέα του διεθνούς προλεταριάτου και της κουλτούρας της εργατικής τάξης αντικαταστάθηκε σταδιακά από την εθνική ιδεολογία. Δεν ήταν και ιδιαίτερα δύσκολο, γιατί δεν υπήρχε άλλη αντίπαλη πολιτική ιδεολογία με τόσο ισχυρή παράδοση και με τέτοιες μακροχρόνια εδραιωμένες ρίζες στη λαϊκή κουλτούρα όσο ο εθνικισμός, συχνά σε συνδυασμό με τη θρησκεία. Στις μεγάλες μάζες του πληθυσμού η κυρίαρχη ιδεολογία του φιλελεύθερου ατομικισμού, αν και είναι ελκυστική στους διανοούμενους και την τάξη επιχειρηματιών, λιγότερο τις προσελκύει. Απόκληροι λοιπόν της ζωής και φτωχοποιημένοι  εργαζόμενοι οι οποίοι υπόκεινται καταπίεση που απορρέει από τη στρέβλωση και την ανατροπή της οικονομικής τους κατάστασης εξαιτίας αποφάσεων που θεωρούν πως επιβάλλουν ξένοι, καταφεύγουν στους δημαγωγούς του εθνικισμού, ακροδεξιοί και φασίστες σε πρώτο πλάνο,  που υπόσχονται τερματισμό της οικονομικής υποταγής.  Γι’ αυτό και ο εθνικισμός ανάμεσα στις μεγάλες μάζες που καταπιέζονται μπορεί να είναι μια παραμορφωμένη έκφραση της εξέγερσης, όπως συχνά συμβαίνει και με τη θρησκεία.  
Η χλεύη και περιφρόνηση λοιπόν όλων αυτών δεν τους περιορίζει, αντίθετα μάλλον διευρύνει την ανταπόκριση του φασιστικού λόγου που προβάλλεται ως εθνική δύναμη που τους υπερασπίζεται. Ο χλευασμός της αγωνίας και του φόβου πολλών εργαζομένων που εκφράζονται μ’ έναν παραμορφωμένο τρόπο προς τον εθνικισμό, δεν αναπτύσσει τη δυσπιστία των μαζών  προς τα εθνικιστικά επιτεύγματα της κυρίαρχης τάξης ούτε είναι αντίσταση στην ενότητα και την αλληλεγγύη των καπιταλιστών στην αστική ιδεολογία του εθνικισμού.  
             Και πώς θα οργανωθούν ανεξάρτητα από τους αστούς και μικροαστούς εθνικιστές οι μάζες των εργαζομένων χωρίς το κόμμα της εργατικής τάξης, το ΚΚΕ;

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2019

ΜΙΑ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΓΙΑ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟΥΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥΣ


Η παραίτηση, εξαιτίας της συμφωνίας των Πρεσπών,  του Π. Καμμένου από την κυβέρνηση Τσίπρα, με τις εκατέρωθεν ευχαριστίες και ευγενείς φιλοφρονήσεις, στάθηκε αφορμή για τα ΜΜΕ να μιλήσουν για στημένο σώου και θεατρική παράσταση. Σ’ αυτήν την σκηνοθετημένη πολιτική πράξη λοιπόν, ο πρωταγωνιστής, πρώην υπουργός Άμυνας, και τα ΜΜΕ, τα οποία μεταφέρουν στο κοινό πληροφορίες και γνώμες στήνοντας θεατρικά σκηνικά, μοιάζει να συνεργάζονται θαυμάσια για το επιθυμητό αποτέλεσμα. Να μην μένουν περιθώρια να σκεφτούμε, πνιγμένοι από λέξεις χωρίς νόημα και εικόνες σκηνοθετημένες. Τόση προσπάθεια για να μη βρούμε καμιά επαφή με την πραγματικότητα κάτω από το βουνό λέξεων και εικόνων που μας έχει σκεπάσει. Για να  εστιάζουμε στην  αναπαράσταση της πραγματικότητας που θορυβεί για να πείσει για την αυθεντικότητά της.
               Κι ενώ την  οικονομικοπολιτική πραγματικότητά μας έχει σφραγίσει, τα τελευταία οκτώ χρόνια, μια σειρά μέτρων λιτότητας που φτωχοποίησε μεγάλο τμήμα των εργαζομένων, και η επιβολή της δημοσιονομικής πειθαρχίας, με στόχο τη μείωση των δημοσίων δαπανών για την υγεία, εκπαίδευση και κοινωνικές υπηρεσίες, η αναπαράστασή της από τον κυρίαρχο πολιτικό λόγο τονίζει τον αναγκαστικό χαρακτήρα αυτών των επιλογών που η ολοκλήρωσή τους οδηγεί σ’ ένα καλύτερο μέλλον. Σ’ αυτό το μέλλον προστέθηκε εδώ και μερικούς μήνες και η επίλυση του ονοματολογικού στη διένεξή μας με τη γείτονα χώρα.                        
Κι αν οι μεταρρυθμίσεις που μονιμοποιούν τη λιτότητα, όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και  σ’ όλη την Ευρώπη,  έγιναν στο όνομα της ανταγωνιστικότητας με σκοπό την επανασχεδίαση πλήρως των εργασιακών σχέσεων και των συστημάτων κοινωνικής πρόνοιας, η συμφωνία των Πρεσπών, που φέρνει την ευρωατλαντική ενσωμάτωση της γείτονος χώρας, δεν μπορεί να αξιολογηθεί παραγκωνίζοντας την ιμπεριαλιστική γεωπολιτική. Γιατί δεν μπορεί να ξεχαστεί ο ρόλος της στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, αρχής γενομένης από  την αποφασιστικότητα της Γερμανίας για αναγνώριση ανεξαρτησίας της Σλοβενίας και Κροατίας, για να προκύψουν κράτη και προτεκτοράτα, μικρά κι αδύναμα, και γι’ αυτό πιο εύκολα ελέγξιμα.  
Τα Βαλκάνια είναι γνωστά για την τραγική τους ιστορία και είναι ο τόπος της πιο αιματηρής σύγκρουσης στην Ευρώπη από τον Β Παγκόσμιο πόλεμο. ΗΠΑ και Ευρώπη δεν είναι οι μόνοι παίκτες στην περιοχή, αφού η Ρωσία έχει καταστήσει σαφή την πρόθεσή της για παρεμβάσεις εάν απειλούνται τα συμφέροντά της.
 Γι’ αυτό και δεν είναι περίεργο που  οι διάφορες προσεγγίσεις στο Μακεδονικό ζήτημα περιπλέκουν σε αντιφάσεις συνηγόρους και αντιπάλους της συμφωνίας των Πρεσπών.
Με τη συμφωνία θα μπορούσε να έχει βάση ο ισχυρισμός πως παραβιάζεται το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, αφού το όνομα δεν θα προσδιορίζεται από τους κατοίκους του κράτους, αλλά θα  υπαγορεύεται  από παραμέτρους που θεωρεί αποδεκτές  ένας πιο ισχυρός γείτονας. Μόνο που και αυτός ο σχετικά ισχυρός γείτονας παίζει μέσα στα όρια που του επιτρέπουν οι ιμπεριαλιστικοί μηχανισμοί στους οποίους είναι ενταγμένος και με τους οποίους δεν έρχεται σε αντίθεση. Γι’ αυτό και το όνομα δεν είναι απλώς θέμα γεωγραφικού ή ιστορικού προσδιορισμού.  Κυριολεκτικά, γίνεται ζήτημα πολιτικής ή και μικροπολιτικής – αρχής γενομένης από Αντώνη Σαμαρά.
Στα Βαλκάνια όμως τα πολιτικά ζητήματα συχνότατα μετατρέπονται σε γεωπολιτικά. Κι αυτό, γιατί η περιοχή αποτελείται από αμοιβαία ανταγωνιστικά κράτη, που είναι εύκολα θηράματα για τον ιμπεριαλισμό. Το ζήτημα του ονόματος λοιπόν  δεν αποτελεί εξαίρεση.
Από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η επιθετική επέκταση του ΝΑΤΟ και της ΕΕ στην Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια υπήρξε κεντρική στρατηγική των ΗΠΑ και των ευρωπαίων συμμάχων τους. Εκτός από την αναπτυσσόμενη αντίδραση μιας ακόμη αρκετά  αποδυναμωμένης Ρωσίας, μερικά από τα πιο δύσκολα εμπόδια για τη συνολική επιτυχία αυτής της στρατηγικής εντοπίζονται στα Βαλκάνια, όπου κάποιες χώρες δεν έχουν ακόμη προσχωρήσει στο ΝΑΤΟ. Αυτά τα εμπόδια επικεντρώθηκαν στη Σερβία, η οποία είχε βομβαρδιστεί  από το ΝΑΤΟ το 1999. Κι ένα άλλο βασικό εμπόδιο ήταν η πΓΔΜ, δηλ. το βέτο της Ελλάδας για τη συμμετοχή της χώρας στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ λόγω της διαφωνίας για το όνομα. Η στρατηγική λοιπόν της διεύρυνσης στα Βαλκάνια, που κατευθύνεται από ΗΠΑ, επαναδραστηριοποιήθηκε  με αίσθημα επείγουσας ανάγκης τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα μετά την προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία, με τελευταίο να εντάσσεται στο ΝΑΤΟ το 2017 το μικροσκοπικό Μαυροβούνιο.
Επομένως και  η συμφωνία των Πρεσπών δεν μπορεί να αξιολογηθεί παραγκωνίζοντας την ιμπεριαλιστική γεωπολιτική.
               Εξάλλου, η ιμπεριαλιστική διάσταση του μακεδονικού ζητήματος φαίνεται από το ίδιο το ερώτημα του δημοψηφίσματος στην πΓΔΜ  που συνέδεε τη συμφωνία  με την ένταξη στο ΝΑΤΟ και ΕΕ. Οι πρωθυπουργοί των δυο κρατών, Τσίπρας και Ζάεφ στην υπηρεσία του αμερικανικού ιμπεριαλισμού και του ευρωπαϊκού κεφαλαίου.
               Ακόμα όμως κι αν προσεγγιστεί η συμφωνία διαχωρίζοντάς τη από γεωπολιτικά συμφέροντα, πως είναι απλά μια συμφωνία της Ελλάδος-Μακεδονίας, η οποία «επιλύει» μια μακρόχρονη τοπική διαμάχη και η οποία μπορεί να διεκδικήσει και προοδευτική πιστοποίηση, η παρέλαση τόσων αξιωματούχων σε Ελλάδα και πΓΔΜ, ιδιαίτερα την εποχή του δημοψηφίσματος, από ΗΠΑ και ΕΕ δεν σου επιτρέπει να απομονώσεις το γεγονός.
 Η συμφωνία ανοίγει την πόρτα για  στρατιωτική επέκταση του ΝΑΤΟ στη Βόρεια Μακεδονία και στα Βαλκάνια. Και η απόδειξη είναι πως  το ΝΑΤΟ χρειάστηκε λιγότερο από ένα μήνα από την ημερομηνία της τελετής υπογραφής της συμφωνίας στις Πρέσπες για να καλέσει επίσημα τη Βόρεια Μακεδονία να συμμετάσχει στη συμμαχία.
               Στην  Ελλάδα που είναι γονατισμένη οικονομικά,  με εθνικιστικές κορώνες ή υποσχέσεις ευημερίας αναπαριστά ο κυρίαρχος λόγος  μια εικονική πραγματικότητα που παραπλανά ή εφησυχάζει. Το βέβαιο όμως είναι πως στα επόμενα χρόνια ο λαός της θ’ αγκομαχά εξαιτίας της συνεχούς και μόνιμης λιτότητας, ενώ η  κυρίαρχη τάξη προσδεμένη στο άρμα των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών θα προσπαθεί να τον παρασύρει, ήδη σε μεγάλο βαθμό συμβαίνει.
               Η Βόρεια Μακεδονία ένα τέταρτο του αιώνα αναζητά ταυτότητα σε εθνικά, πολιτισμικά, θρησκευτικά και γλωσσικά χαρακτηριστικά που να συνδυάζονται σε μια συλλογική ταυτότητα για τις διάφορες ομάδες των κατοίκων της,  ανατρέχοντας για τις  ρίζες της σύγχρονης μακεδονικής ταυτότητας ακόμα και στην αρχαία Μακεδονία. Το βέβαιο είναι πως η συμμετοχή τους στο ΝΑΤΟ θα τους υποχρεώσει να βγάλουν το απαραίτητο 2% του ΑΕΠ για μια στρατιωτική συμμαχία στην οποία η φωνή τους θα μετράει ελάχιστα και τα συμφέροντά τους ακόμα λιγότερο.
               Στο τέλος,  την όποια  προσπάθεια διαχωρισμού της συμφωνίας από την ιμπεριαλιστική γεωπολιτική θα την διαψεύσουν τα γεγονότα. Η πραγματικότητα είναι πάντα πιο ισχυρή από τους  εκφραζόμενους ευσεβείς πόθους –όπως διατυπώνονται μάλιστα στην εκδήλωση «Το στοίχημα  της συμφωνίας των  Πρεσπών», μια προσπάθεια για νεκραναστάσεις.

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2019

ΔΑΡΒΙΝΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΕΡΓΑΣΙΑΣ


Τραγικό θάνατο, πέφτοντας από ψηλά,  βρήκε πριν λίγες μέρες 60χρονος εργάτης που εκτελούσε εργασίες, σε συνθήκες παγετού, στο υπό κατασκευή γήπεδο της ΑΕΚ. Λίγες μέρες πριν, τη νύχτα της πρωτοχρονιάς, 27χρονος επαγγελματίας διανομέας βρήκε τραγικό θάνατο σε δυστύχημα με τη μοτοσυκλέτα, ενώ εκτελούσε διανομή. Δυο θάνατοι των τελευταίων ημερών, που προστίθενται κοντά στα άλλα θανατηφόρα εργατικά δυστυχήματα, φέρνουν πάλι στο προσκήνιο το ζήτημα του ασφαλούς εργασιακού περιβάλλοντος. Συγχρόνως, η ηλικία του σκοτωμένου εργάτη προκαλεί προβληματισμούς για  τις συνέπειες, την πιο τραγική,  του νέου  ασφαλιστικού.  
               Το  επιχειρηματικό μοντέλο του παγκόσμιου καπιταλισμού, το οποίο περιπλανιέται ανά τον κόσμο αναζητώντας το χαμηλότερο κόστος παραγωγής, το πιο ευάλωτο εργατικό δυναμικό και τις πιο αδύναμες και πιο συμμορφούμενες κυβερνήσεις, δεν περιορίζεται μόνο στις αναπτυσσόμενες χώρες της Ασίας και Αφρικής. Ο αντίκτυπος του άγριου καπιταλισμού ακόμα και σε χώρες της Δύσης με  εργατική νομοθεσία και εργατικά δικαιώματα υπονομεύει την ασφάλεια των εργαζομένων. Είναι γιατί στην πράξη η πίεση στις συνθήκες εργασίας και τα δικαιώματα των εργαζομένων πλήττει όλους τους χώρους εργασίας ανά τον κόσμο, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, που βρίσκονται σε ανταγωνισμό μεταξύ τους για να παράγουν τα υψηλότερα κέρδη για τις πολυεθνικές εταιρείες. Όσο αυξάνεται ο στρατός των ανέργων και εντείνεται η επίθεση των εργοδοτών στους εργαζόμενους, τόσο το επίπεδο προστασίας των εργαζομένων υποβαθμίζεται,  με τους ίδιους να το ανέχονται με το φόβο απώλειας της εργασίας. Η εργοδοσία, ακόμα και του μικροεπιχειρηματία που επικαλείται την επιβίωση του ή και που φαντασιώνεται επέκταση της επιχείρησής του, τις περισσότερες φορές αδιαφορεί για τις μη ασφαλείς συνθήκες εργασίες των μισθωτών της.
               Η αύξηση της ασφάλειας και η μείωση των κινδύνων στο χώρο εργασίας τις περισσότερες φορές αντιμετωπίζονται σε συνάρτηση με την εκτίμηση του κόστους. Το κόστος βέβαια αυτό δεν βγαίνει από τα κέρδη, αλλά στην τελική καλύπτεται από τις υψηλότερες τιμές προϊόντων ή από τους χαμηλούς μισθούς των εργαζομένων. Ακόμα κι όταν  οι βελτιώσεις στην ασφάλεια, επειδή είναι άνευ ή αμελητέου κόστους, μπορούν να θεωρηθούν ότι μπαίνουν αμέσως σε εφαρμογή, γιατί  η μη αποδοχή τέτοιων βελτιώσεων αποβαίνει πιο δαπανηρή όσον αφορά τη ζημία που μπορεί να προκαλέσουν,  δεν είναι βέβαιο ότι  θα έχουν διάρκεια.
Οι εργοδότες μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο τους εργαζόμενους όχι μόνο όταν δεν τηρούνται τα μέτρα προστασίας, αλλά κι όταν πιέζουν τους εργαζόμενους να παρακάμπτουν τις ασφαλείς διαδικασίες εργασίας για να αυξηθεί η παραγωγή. Κι είναι εύκολο να απορρίπτουν οι εργοδοσίες τις ανησυχίες των εργαζομένων σχετικά με την ασφάλειά τους, γνωρίζοντας πως ο φόβος της απόλυσης επαρκεί για να εξαναγκαστούν να μη συνεχίσουν να τις εκφράζουν. Αυτό σημαίνει πως οι εργαζόμενοι δεν  μπορούν να υπερασπίζουν τις ζωές τους στην εργασία τους ατομικά και μεμονωμένα, αλλά μέσω της οικοδόμησης  συνδικαλιστικών οργανώσεων. Τις τελευταίες δεκαετίες όμως, με την καπιταλιστική επίθεση,  στις αστικές μας δημοκρατίες οι νόμοι για τις εργασιακές σχέσεις και το δικαίωμα στην απεργία αποδυναμώνουν το κύριο μέσο που οι εργαζόμενοι έχουν, τη συνδικαλιστική οργάνωση. Γιατί με τους συνδικαλιστικούς αγώνες έχουν πετύχει εφαρμογή υποχρεωτικών κανονισμών ασφαλείας,  διεκδίκηση καλύτερων μισθών και συνθήκες εργασίας ώστε να προστατεύεται  η ασφάλεια στο χώρο εργασίας και ως εκ τούτου η ίδια τους η ζωή.
Κι αν στον κατασκευαστικό τομέα, με εργολάβους που προσλαμβάνουν και απολύουν εργαζόμενους κατά βούληση, ο κίνδυνος για ατυχήματα αυξάνει λόγω και της εγγενώς επικίνδυνης φύσης της εργασίας,  είναι ακόμα πιο απαραίτητος ο περιορισμός των μεταβλητών που συμβάλλουν σ’ αυτό, με την  αυστηρή εφαρμογή των κανονισμών ασφαλείας.       
Το Συνδικάτο Οικοδόμων Αθήνας που καταγγέλλει την εργοδότρια εταιρεία ΕΡΜΩΝΑΣΣΑ για το θάνατο του 60χρονου, θυμίζει και την απεργία που πραγματοποιήθηκε στο εργοτάξιο τον περασμένο Οκτώβριο για την υπογραφή ΣΣΕ και με αιτήματα που περιλάμβαναν και τη διεκδίκηση μέτρων για την Υγεία και Ασφάλεια, αλλά και τη θέση της εταιρείας που «διατυμπάνιζε ότι “δεν θέλουμε τα συνδικάτα εδώ, γιατί όλοι είμαστε μια οικογένεια”. Εταιρείες που κατασκευάζουν ένα δαρβινικό περιβάλλον εργασίας, υποκρίνονται την ενωμένη οικογένεια με τους εργάτες που σκοτώνονται στη δουλειά.  
Κι όσο το εργατικό κίνημα αποδυναμώνεται, πέρα από την κρατική μηχανή που ολοένα και περισσότερο φαίνεται να εξυπηρετεί απροκάλυπτα  τα συμφέροντα των μεγάλων ιδιοκτητών επιχειρήσεων, τα ΜΜΕ σπεύδουν σε βοήθεια της στο επικοινωνιακό κομμάτι. Και  κινητοποιούνται ενάντια στα δικαιώματα των εργαζομένων, εμμέσως και ευθέως,  μη χάνοντας ευκαιρία να δαιμονοποιούν τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, ενώ υποβαθμίζουν την έκθεση των θανατηφόρων ατυχημάτων στο χώρο εργασίας σε μικρά αποσπάσματα ειδήσεων. Κι από κοντά η δικαιοσύνη που όλο και περισσότερο δικαιώνει εργοδότες και τα συμφέροντά τους. Πρόσφατη η απόφαση του Αρείου Πάγου που έκρινε υπερβολικά τα ποσά αποζημιώσεων, που «κρίνονται συναισθηµατικώς διογκωµένα» προς συγγενείς των θυμάτων που είχαν καεί σε υποκατάστημα της τράπεζας Marfin κατά τη διαδήλωση το 2010,  αναιρώντας την απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που κατά τον Άρειο Πάγο επιβαρύνει ««υπέρµετρα τον εργοδότη».
Κι αν οι τεχνολογικές εξελίξεις και η αύξηση του λιγότερου επικίνδυνου τριτογενούς τομέα δεν  μειώνουν, όπως θα έπρεπε,  το ίδιο ταχύτατα και τον αριθμό των θανατηφόρων ατυχημάτων στον τόπο εργασίας, είναι γιατί οι επιχειρήσεις εστιάζουν πρωτίστως και κυρίως σε άμεσα κέρδη με αναλώσιμο εργατικό δυναμικό. Για τα υπόλοιπα, δικαιώματα εργαζομένων και όροι εργασίας, υπάρχει η παρότρυνση για παραπομπή κάθε εργαζόμενου σε δικαστήρια κι επιθεωρήσεις εργασίας για να τα διεκδικήσει …όπως και όποτε.

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2019

ΠΑΡΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟ ΜΕ ΚΕΡΔΟΣ


Το επεισόδιο με την πτήση της  Ryanair, που αδυνατώντας να προσγειωθεί εξαιτίας καιρικών συνθηκών στην Θεσσαλονίκη κατευθύνθηκε  στην Τιμισοάρα με συνεπαγόμενη την ταλαιπωρία των επιβατών, μπορεί να θεωρηθεί κι ένα ενδεικτικό παράδειγμα τόσο για τις υπηρεσίες που προσφέρονται από ιδιωτικές εταιρείες όσο και για το ρόλο που επιφυλάσσει για τον εαυτό της η πολιτική ηγεσία.
               Μια αεροπορική εταιρεία, μια εταιρεία διαχείρισης αεροδρομίων κι ένας υπουργός κρατικής κυβέρνησης με τις δράσεις κι ενέργειές τους έδειξαν τον τρόπο που η ιδιωτική επιχειρηματικότητα και η κρατική διακυβέρνηση συνεργάζονται.
               Κι ενώ θεωρείται πως η ιδιωτικοποίηση δημόσιων εταιρειών τις βελτιώνει μέσω του ανταγωνισμού, γιατί, επειδή χάνουν την κρατική προστασία,  αναγκάζονται να προσαρμοστούν στην αγορά παρέχοντας καλύτερες υπηρεσίες ή προϊόντα για να επιβιώσουν και να αναπτυχθούν, τουλάχιστον στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν φαίνεται κάτι τέτοιο. Η Ryanair ενδιαφέρεται για το κόστος σχεδόν αποκλειστικά, παρά για τις υπηρεσίες που προσφέρει, όπως φαίνεται από το καταστατικό της.  Η εταιρεία Fraport Greece για τις καθυστερήσεις, εκτροπές ή ακυρώσεις πτήσεων εξαιτίας της χαμηλής νέφωσης που επικρατεί στο αεροδρόμιο εμμέσως πλην σαφώς, αφού είναι αποτέλεσμα των αποφάσεων των πιλότων, τις χρεώνει στις αεροπορικές εταιρείες.  Γεννάται βέβαια η απορία γιατί  στα πλαίσια του ανταγωνισμού η εταιρεία δεν ενδιαφέρθηκε   να υπάρχει ραδιοβοήθημα κατηγορίας 2 και πάνω  στο νότιο διάδρομο του αερολιμένα. Ο  υπουργός Σπίρτζης, που συμμετέχει στην κυβέρνηση η οποία δεσμεύτηκε με την υπογραφή του 3ου μνημονίου στην παραχώρηση 14 περιφερειακών αεροδρομίων στη Fraport, βρίσκει ευκαιρία για δημαγωγίες περί ανθρώπινης συμπεριφοράς και κοινωνικής ευθύνης. Και στο τέλος της ιστορίας, έρχεται το δημόσιο –η φορολογία των πολιτών- να πληρώσει τις επιλογές ιδιωτικών εταιρειών, φύλακας των κερδών τους, αλλά και προστάτης τους από την οργή των πελατών τους.
 Μεταπολεμικά, με το εργατικό κίνημα ισχυρό και το αντίπαλο δέος της ΕΣΣΔ  να φοβίζει, μια μορφή κοινωνικής ειρήνης στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας εξασφαλιζόταν με την υποχρέωση του κρατικού μηχανισμού να παρέχει αγαθά και υπηρεσίες σε όλους τους πολίτες, μεριμνώντας και γι’ αυτούς που είχαν περιπέσει σε κατάσταση ανάγκης. Το κοινωνικό κράτος θεωρήθηκε σαν πολιτική λύση των αντιθέσεων. Τις τελευταίες δεκαετίες, αφού κατηγορήθηκε το κοινωνικό κράτος για τα εμπόδια που φέρνει στις δυνάμεις της αγοράς να λειτουργήσουν αποτελεσματικά,  η εμπορία όλων των υπηρεσιών ενίσχυσε ιδιώτες μεταφέροντας σ’ αυτούς δημόσιο πλούτο. Και το αστικό κράτος περιορίζεται σε φορέα προώθησης  και υποστήριξης αποφάσεων που εξυπηρετούν πολυεθνικές επιχειρήσεις,  δείχνοντας ξεκάθαρα τον ταξικό του χαρακτήρα.
Γι’ αυτό και  ένα βασικό χαρακτηριστικό των τριών μνημονίων συνεννόησης που υπέγραψαν οι κυβερνήσεις των τελευταίων οκτώ χρόνων με τους πιστωτές της χώρας - ΔΝΤ, Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα- είναι η απαίτηση για τις εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις δημοσίων αγαθών και υπηρεσιών. Αυτή η απαίτηση βασίζεται στην υπόθεση πως στην οικονομία της αγοράς ο ιδιωτικός τομέας, στα πλαίσια του ανταγωνισμού,  μπορεί να παραδώσει αγαθά και υπηρεσίες πιο αποτελεσματικά και οικονομικά από τον δημόσιο τομέα. Μόνο που σπανίως αυτή η υπόθεση επαληθεύεται. Σπάνια υπάρχουν πολλοί ανταγωνιστικοί πωλητές των ίδιων αγαθών και μάλιστα κι αυτοί που υπάρχουν τις περισσότερες φορές είναι αλληλοεξαρτώμενοι, ενώ η κυβέρνηση –δηλ. οι φορολογούμενοι πολίτες- μπορεί να είναι  ο μόνος αγοραστής, με συνέπεια να ακυρώνεται η θεωρία της αγοράς που απαιτεί πολλούς ανεξάρτητους αγοραστές για κέρδη αποδοτικότητας. Κι έτσι στην τελική απομένει η επιδίωξη για αύξηση των κερδών, ενώ η καινοτομία και η βελτίωση των υπηρεσιών που θεωρητικά ενθαρρύνει ο ανταγωνισμός σχεδόν πάντα παραμένουν ζητούμενα, ενώ βεβαίως η λογοδοσία για το επίπεδο υπηρεσιών το πολύ να περιορίζεται σ’ ένα συγγνώμη σε κάθε …αστοχία.  Εξάλλου, η διαμόρφωση μιας κατά βάση κοινής ενιαίας τιμής με ελάχιστες διαφορές και παραπλήσιων προσφερόμενων υπηρεσιών ανάμεσα σε πολλές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον ίδιο κλάδο ενισχύει την υποψία, ακόμα κι όταν δεν αποδεικνύεται, για συμφωνία και σύμπραξη μεγάλων εταιρειών με σκοπό την αποφυγή του μεταξύ τους ανταγωνισμού. Άλλωστε,  πολλές περιπτώσεις αποδεικνύουν πως η ιδιωτικοποίηση δεν καταφέρνει ν’ ανταποκριθεί στην υπόσχεσή της. Σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις είναι ένας δαπανηρός και αναποτελεσματικός τρόπος χρηματοδότησης των υποδομών και των υπηρεσιών, καθώς αποκρύπτει το δημόσιο δανεισμό ή αποζημίωση, παρέχοντας μακροπρόθεσμες κρατικές εγγυήσεις για κέρδη σε ιδιωτικές εταιρείες, όπως π.χ οι κρατικές αποζημιώσεις προς την   Fraport για αλλαγή νομοθεσίας, για  ατυχήματα ακόμα και για απεργία.
               Για να διασφαλίσουν οι εταιρείες ότι βελτιώνουν την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητά τους, προκειμένου να μειώσουν το κόστος τους και να αυξήσουν τα κέρδη τους, έχουν όλη την ελευθερία να επιδιώξουν τα δικά τους συμφέροντα, ακόμα κι αν  ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τους καταναλωτές. Επιπλέον, επειδή πάντα οι αξιολογήσεις των επιτυχιών των δημόσιων υπηρεσιών εστιάζονται μόνο στις τιμές και την αποτελεσματικότητα, δίνεται  πολύ λιγότερη προσοχή στις επιπτώσεις της ιδιωτικοποίησης στην απασχόληση, τις εργασιακές σχέσεις και τις συνθήκες εργασίας.  
Το συγκεκριμένο λοιπόν περιστατικό με την αεροπορική εταιρεία της Ryanair  έδειξε ότι το οικονομικό μοντέλο στις ιδιωτικές εταιρείες είναι έτσι δομημένο, ώστε η βελτίωση της εξυπηρέτησης να ενδιαφέρει μόνο αν η αύξηση του κέρδους είναι αντιστρόφως ανάλογη με το κόστος.