Τρίτη 30 Αυγούστου 2016

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ

Η ΠΟΕΔΗΝ, πριν δέκα μέρες, άσκησε σκληρή κριτική στο υπουργείο Υγείας επικαλύπτοντάς την κυρίως  με γλαφυρές εκφράσεις  εναντίον τον αναπληρωτή υπουργό Υγείας Πολάκη και χρησιμοποιώντας ειρωνικό ύφος για τις ενέργειες του πρωθυπουργού, ενώ σε άλλη ανακοίνωσή της μετά πέντε μέρες με το ίδιο ύφος χλευασμού βεβαιώνει πώς «Πεθαίνουν άνθρωποι, δυστυχώς πολλοί, από τις εγκληματικές πολιτικές που ασκεί στο ΕΣΥ η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.
Τις τελευταίες μέρες βίντεο που αναπαράγεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δείχνει άνδρα του Λιμενικού να βρίζει και να χτυπάει πρόσφυγα κατά τη διάρκεια διάσωσης στη Λέρο, χωρίς να είναι γνωστά το πότε αλλά και το πού ελήφθη, έχοντας προκαλέσει οργή.
Κι αν οι ανακοινώσεις της ΠΟΕΔΗΝ και το βίντεο της κακοποίησης έχουν κάτι κοινό είναι πως αναφέρονται στο σώμα που βασανίζεται από αρρώστιες κι άλλους ανθρώπους. Σώματα άρρωστα σε νοσοκομεία που καταρρέουν, σώματα βασανισμένα σε βάρκες και στρατόπεδα συγκέντρωσης –η ιστορία των τελευταίων ετών ως βιωμένη εμπειρία πάνω στο σώμα μας.  Κι αν χρειάζεται η λογική μας για να συγκροτηθεί από συνέχειες γεγονότων η ιστορία, τα σπαράγματά της είναι ο τρόπος που τώρα εμείς τη βιώνουμε.
Η ζωή μας,  ως άτομα, υπόκειται στη γενική οργάνωση της κοινωνίας, δηλ. την καπιταλιστική,  κι  όποιου το σώμα πέσει στην ανάγκη της περίθαλψης στις μέρες μας περισσότερο από πριν γίνεται αντιληπτό πόσο ταξική είναι η περίθαλψη, πόσο κοινωνικός ακόμα κι ο πόνος. Το “πολυβασανισμένο σώμα” γίνεται το υποκείμενο από το οποίο θα εξαχθεί κάθε φορά και άλλη αλήθεια, γίνεται και το αντικείμενο πάνω στο οποίο θα φανερωθεί η πραγματικότητα των γεγονότων, θα εκτιμηθούν και θα ιεραρχηθούν.
 Και δεν ήταν ο ωφελιμισμός  των καπιταλιστικών κοινωνιών που εκδηλωνόταν και με την υποχρέωση του κρατικού μηχανισμού να παρέχει βοήθεια και προστασία, είτε με χρήμα είτε με υπηρεσίες, σ’ εκείνους τους πολίτες που είχαν περιπέσει σε καταστάσεις  ανάγκης, αλλά η προσπάθεια να βρεθεί πολιτική λύση των αντιθέσεων όσο οι ταξικές συγκρούσεις ήταν ισχυρές. Γι’ αυτό κι όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης βομβαρδιζόμαστε με διαπιστώσεις για το πόσο ο μηχανισμός του κοινωνικού κράτους βαρύνει το κεφάλαιο με ένα φορτίο από φόρους και κοινωνικές προδιαγραφές που αναστέλλον την επενδυτική ετοιμότητα και  επιτρέπει στους εργαζόμενους αξιώσεις, δικαιώματα που αναστέλλουν την εργασιακή ετοιμότητα και τη θέληση να εργαστούν σκληρά και παραγωγικά – έτσι υποστηρίζεται ότι οδηγούν σε μια δυναμική βυθιζόμενης  ανάπτυξης και αυξανόμενων απαιτήσεων.
Συγχρόνως όμως το παρελθόν του εκσυγχρονισμένου καπιταλισμού που τροφοδοτούσε αυταπάτες  στο εργατικό κίνημα μας κληροδότησε στάσεις, στην ηθική, πολιτική κλπ. που ουσιαστικά φαίνονται να κινούνται στη σφαίρα ενός φαντασιακού, σαν μέρους της πραγματικότητας μας,   με τις οποίες αντιλαμβανόμαστε το παρόν. Κι έτσι εστιάζουμε σε επιμέρους πολιτικές, προσωπικές δράσεις κυβερνώντων, ιδεαλιστικές διακηρύξεις,  προκρίνοντας ηθικές που καταξιώνουν τον άνθρωπο σε μια ιδεατή κοινωνία στην οποία πιστεύουμε ότι ο καπιταλισμός μπορεί να φτάσει ξεπερνώντας τις κρίσεις του. Κανείς δεν θέλει το κακό των προσφύγων καλό όμως είναι να παραμείνουν στις χώρες τους -δεν εξετάζουμε ποτέ ποιος ευθύνεται για την προσφυγιά τους- όλοι πρέπει να έχουν την αρμόζουσα περίθαλψη, η οικονομική δυσπραγία όμως μπορεί να την εμποδίσει αν και κανείς δεν το θέλει.
Κι είναι το σώμα μας το απτό σημείο εφαρμογής των συνεπειών της καπιταλιστικής λογικής. Κι είναι το σώμα μας μέσο παραγωγής της αλήθειας.
 Τι άλλο είναι η συμπεριφορά του λιμενικού  στον πρόσφυγα παρά εφαρμογή πολιτικής εκφοβισμού, που μοιάζει σαν εκδήλωση αγανάκτησης αλλά δεν είναι παρά εκφοβισμός που ενισχύει την εξουσία; Τι άλλο κάνει ο λιμενικός από  το να αποκαθιστά την τραυματισμένη εξουσία που δεν   μπόρεσε να ελέγξει τα πλήθη προσφύγων, τα οποία ανεξέλεγκτα εισβάλλουν στη ζωή της Ευρώπης; Με ποιο δικαίωμα όλοι αυτοί οι βασανισμένοι πρόσφυγες παρακάμπτουν την εξουσία; Αρκεί το μάντρωμα για επαναφορά της διαταραγμένης ισορροπίας της τάξης που θα τους κάνει να συνειδητοποιήσουν την ακραία ανισότητα ανάμεσα στους ίδιους και τους ευρωπαίους ανθρωπιστές; Σ΄ όλες αυτές τις «παρανομίες» ενυπάρχει πάντα ένα στοιχείο εξέγερσης ενάντια στο νόμο της πολιτισμένης Δύσης.
Τι άλλο εκφράζει από αδυναμία το πονεμένο σώμα του αρρώστου που έχει ανάγκη τους ειδικούς για τη θεραπεία του, τα χρήματα για την εφαρμογή της; Τροφοδοτούμαστε με απλουστευμένες δραματικές θεωρίες που εστιάζουν στην υπαρξιακή διάσταση του πόνου, στην ελπίδα που επιφέρει η πίστη στην επιστήμη, στην ατομική ευθύνη στην πρόκληση και στην αντιμετώπιση ανασφαλειών και διακινδυνεύσεων. Κι αυτός ο ατομικισμός που προσδίδει απόλυτη αξία στην προσωπική ελευθερία, στην δυνατότητα να αποφασίζει το ίδιο το άτομο! Το άτομο με το βασανισμένο σώμα, που από φορείο σε φορείο, θάλαμο σε θάλαμο εκλιπαρεί τη γιατρειά του στους  επίγειους θεούς κι εύχεται το κόστος των υπηρεσιών τους να μην ξεπερνά τις δικές του δυνατότητες. Κανείς δεν αρνείται τη θεραπεία του, μόνο που το χρήμα θα ορίσει το είδος της και το χρόνο της.
¨Ολοι οι αναξιοπαθούντες με τα βασανισμένα σώματα όλο και περισσότερο παραιτούμαστε, αφηνόμαστε να πιστέψουμε  πως είμαστε θύματα μιας φυσικής ανισότητας για την οποία οι υπόλοιποι μαθαίνουμε να επιδεικνύουμε τον αρμόζοντα οίκτο, απομακρυνόμενοι σε απόσταση ασφαλείας. Κι ακριβώς επειδή  η κοινωνία είναι καπιταλιστικά οργανωμένη θεωρείται απολύτως φυσικός  ο συνδυασμός της ανθρωπιστικής προσφοράς με τους μηχανισμούς της αγοράς να καθιστά την εκδήλωση ακόμα και του οίκτου από πολιτεία και ιδιώτες αποδοτική από οικονομική άποψη.

Πέμπτη 25 Αυγούστου 2016

ΝΕΑ ΠΕΡΙΤΥΛΙΓΜΑΤΑ


Κι ανάμεσα  στα συγχαρητήρια για τα απρόσμενα ολυμπιακά μετάλλια που έδωσαν για άλλη μια φορά την ευκαιρία για ρητορικές κορώνες οι οποίες   αποδίδουν στην ελληνική ψυχή και το γενναίο φρόνημα  την αιτία των επιτυχιών, τις πρωτιές στις πανελλήνιες εξετάσεις που γίνονται αφορμή και πάλι για επιβεβαίωση της αντίληψης πως  αρκεί η θέληση για την επιτυχία και  την επίσημη θερινή ραστώνη που μοιάζει να μην τελειώνει, η πραγματικότητα εξουθενώνοντας μας συνθλίβει.

 Περιστατικά στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, ως συνέπειες των κυρίαρχων πολιτικών που εφαρμόζονται με τις αντίστοιχες αντιδράσεις, όπως  π.χ. στη Νίκαια της Γαλλίας αστυνομικοί μπροστά σε λουόμενους εφαρμόζουν στην παραλία την απόφαση της πόλης που απαγορεύει το μπουρκίνι, το μαγιό που φορούν οι μουσουλμάνες, όπως στην Ελλάδα που ο υπουργός εργασίας Κατρούγκαλος υποστηρίζει ότι η θέσπιση των 384 Ευρώ εθνικής σύνταξης καλύπτουν το όριο της φτώχειας, και άλλα αμέτρητα έγιναν μια καθημερινότητα που ορίζουν μέχρι κεραίας τη ζωή μας. Το κακό είναι πως όσο βαθαίνει η κρίση τόσο ριζοσπαστικοποιείται η δομή της εξουσίας. Ενισχύεται, στο όνομα της ελευθερίας ή της εξασφάλισης της επιβίωσης,  στρώνοντας το έδαφος για το φασισμό,  για να αποκλειστεί  κάθε πιθανότητα εμφάνισης αδυναμίας της κυρίαρχης τάξης. Σύμφωνα με τις ικανότητες, την ιδιοσυγκρασία και τη στάση τους πολιτικοί και δημοσιογράφοι αντιπροσωπεύουν την προσπάθεια της κυρίαρχης τάξης να κινητοποιήσει προς όφελος της όλες τις δυνάμεις.

Κι ενώ συνεχίζει η κυρίαρχη τάξη δια των υπηρετών και υπερασπιστών της να εκθειάζει την ατομικότητα, όμως  με τις οργανωτικές δομές του κράτους που καλλιεργούν την προσδοκία ότι εγγυώνται την ασφάλεια μιας ζωής εξασφαλίζει ότι η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών θα παραμένει υπάκουη ακόμα κι όταν διαψεύδονται οι προσδοκίες τους, ώστε ελάχιστοι να είναι έτοιμοι να διακινδυνεύσουν να αποτελέσουν παραφωνία. Κάπως έτσι παρουσιάζεται το ΚΚΕ και όχι ως εναλλακτική λύση η πρότασή του  προς όφελος της εργατικής τάξης.

Οι λόγοι που οι εργαζόμενοι δεν επιλέγουν ν’  αντιδράσουν δυναμικά είναι σύνθετοι και δεν μπορούν να απλοποιηθούν σε μια και εύκολη γενίκευση. Ο ισχυρισμός ότι η ανασφάλεια υποσκάπτει  τις δυνατότητες του λαϊκού κινήματος να αποκτήσει μεγαλύτερη δυναμική παραμένει μια αμφιλεγόμενη πρόταση, όσο οι τρόποι και σχέσεις παραγωγής θεωρούνται δεδομένοι και αναλλοίωτοι. Γι΄ αυτό, αν και η δημοτικότητα της ΕΕ βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση, σημαντικά αποθέματα παραμένουν σε μια, είναι αλήθεια, συνεχώς  συρρικνούμενη μειονότητα του πληθυσμού, όσο δεν αναγνωρίζεται ο αντιδραστικός χαρακτήρας της ΕΕ, ακριβώς επειδή εκφράζει την καπιταλιστικά ενοποιημένη Ευρώπη και τους ιμπεριαλιστές. Άλλωστε υπάρχουν και  σημαντικές αλληλεξαρτήσεις που αν δεν συνιστούν υποστήριξη της υπάρχουσας κατάστασης,  αντικειμενικά όμως υποβοηθούν –π.χ ο καταπιεστικός θρησκευτικός νόμος και η εξαναγκαστική χειραφέτηση που επιβάλλει η ευρωπαϊκή νομοθεσία. Ο κρίσιμος παράγων είναι ότι η ύπαρξη της ΕΕ διαπλέκεται με την ασφάλεια και την οικονομία της χώρας, στόχους που ενστερνίζονται η πλειονότητα των ανθρώπων.

Υπάρχει μια προφανής εντύπωση. Η συντριπτική πλειονότητα δεν αντιδρά, ούτε διανοείται να αντιδράσει, υπομένει μοιρολατρικά, αν και  ίσως απρόθυμα.  Ελάχιστοι είναι αυτοί που θέλουν τη φτώχεια, ωστόσο όμως όταν δεν τολμούν να αντιδράσουν στην πολιτική της ΕΕ όποια κι αν είναι τα κίνητρα και οι επιθυμίες τους τη βοηθούν να συνεχίζει να καταπιέζει. Μη πιστεύοντας πως υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση χάνουν το ηθικό και δεν αντιδρούν.  

Η ΕΕ έχοντας τεράστιες δυνατότητες παρέμβασης  σε όλους τους τομείς της καθημερινής ζωής, θρυμματίζει τις ζωές. Η γραφειοκρατία της στραγγίζει, προς όφελος του καπιταλισμού,  τα τελευταία αποθέματα ανθρώπινου δυναμικού. Η ΕΕ στηρίζεται σε έναν πολυσχιδή και έμπειρο γραφειοκρατικό μηχανισμό. Αυτός μοιάζει να υπερπηδά  τις όποιες αντιξοότητες για να εξακολουθήσει να λειτουργεί ακόμα και με  μειούμενη αποτελεσματικότητα μέχρι που να μην  υπάρχει σχεδόν τίποτε για να διοικηθεί. Χωρίς τις οργανωτικές ικανότητες των μορφωμένων, καλά εκπαιδευμένων υπαλλήλων της στις διάφορες βαθμίδες και θεσμούς της  η γύμνια της θα ήταν πασίδηλη.  Στις  αψιμαχίες μεταξύ Κομισιόν, κυβέρνησης, εγχωρίων κομμάτων για το θέμα Γεωργίου, που είχε αναλάβει το τιμόνι της Ανεξάρτητης Στατιστικής Αρχής,  σχετικά με κατηγορίες για τεχνητή διόγκωση ελλείμματος το 2010, αποκαλύπτεται το ψευδεπίγραφο της ανεξαρτησίας θεσμών και αρχών και η προσπάθεια ένθεν κακείθεν ότι η οικονομική μας εξαθλίωση είναι συνέπεια  στατιστικών, μαθηματικών μοντέλων, προσωπικών επιλογών κλπ.

Σε όλα αυτά προβάλλεται μια σχεδόν άκριτη νομιμοφροσύνη προς μια αφηρημένη θεσμική οντότητα, κρατική ή υπερκρατική, και μια δέσμευση προς  αυτό που θεωρείται καθήκον. Ακόμα κι όταν η πίστη σε ιδανικά της αστικής δημοκρατίας εξυπηρετεί σχεδόν μόνο ως πρόσχημα για συμμόρφωση ή αποποίηση των ευθυνών, οι παραδοσιακές αξίες του αστισμού έχουν περιοριστεί σε μια υπερπροθυμία εφαρμογής πολιτικών επιλογών όσο αντιδραστικές κι αν είναι αυτές. Και είναι μύθος ότι όλες αυτές οι επιλογές είναι χωρίς πολιτικό πρόσημο ή ότι οι πολιτικές αποφάσεις είναι αρμοδιότητα της ηγεσίας του κράτους. Οι δομές εξουσίας καθεμία διαποτισμένη σε διαφορετικό βαθμό με τις ιδεολογικές αξίες του αστισμού είναι όλες συνδεδεμένες με το κέρδος αντλώντας τη νομιμοποίησή τους από την αποδοχή τους.

Οικονομικές προβλέψεις, έρευνες αγοράς, πολιτιστικές κριτικές, επιστημονικές εξελίξεις, επίσημες ιερεμιάδες περί ναρκωτικών και χαλαρώσεις ηθών ή και ελευθερίας και προσωπικής έκφρασης,  αποδοχή ανεκτικότητας, κριτικές πολιτικής, αυτοδιάθεση, θρησκευτικές αναβιώσεις ή λατρείες, εγκώμια δημοκρατίας και ανεξιθρησκείας, ατομική ελευθερία κλπ  θέλουν να θεωρούνται σαν εκφράσεις μιας νέας κοινωνικής τάξης πραγμάτων,  ενώ είναι τα νέα περιτυλίγματα,  η αντανάκλαση και το επακόλουθο μιας ακόμα συστηματικής μεταλλαγής του καπιταλισμού.

Δευτέρα 8 Αυγούστου 2016

ΙΔΕΩΔΗ ΔΙΑΠΑΙΔΑΓΩΓΗΣΗΣ



Και αν στη Βραζιλία, στο Ρίο ντε Τζανέιρο,  ξεκίνησαν οι τριακοστοί πρώτοι ολυμπιακοί αγώνες, με τις λάμψεις της τελετής έναρξης στο στάδιο Μαρακανά, που αναμεταδίδονται σε όλο τον κόσμο, οι  διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες των εξαθλιωμένων κατοίκων του  μένουν στη σκιά της επικαιρότητας.
               Κι αν  στον Ολυμπιακό Καταστατικό Χάρτη των νεκραναστημένων ολυμπιακών αγώνων αναφέρεται πως «σκοπός του Ολυμπιακού Κινήματος είναι να συνεισφέρει στο χτίσιμο ενός ειρηνικού και καλύτερου κόσμου, εκπαιδεύοντας τη νεότητα - μέσω του αθλητισμού, χωρίς κανενός είδους διάκριση - και στο Ολυμπιακό πνεύμα, το οποίο απαιτεί αλληλοκατανόηση με πνεύμα φιλίας, αδελφοσύνη και ευ αγωνίζεσθαι», τα 120 χρόνια της νεκρανάστασής τους απέδειξαν πως χρησιμοποιήθηκαν ως όργανο προπαγάνδας, ως μέσο άσκησης πολιτικής, ως εμπορικός οργανισμός  για αποκόμιση τεράστιων κερδών.
           Κι είναι στο 19ο αιώνα που ο αθλητισμός ξαναποκτά σπουδαιότητα στα συστήματα εκπαίδευσης των ευρωπαϊκών εθνών, για να μεταβάλει τον χαρακτήρα της νεολαίας. Αναζητώντας θεραπεία που θα ξαναδώσει σφριγηλότητα στο έθνος τους, –βαθιά η πληγή των Γερμανών από την ήττα της Πρωσσίας από τον Ναπολέοντα, απαισιοδοξία στη Γαλλία για την ήττα από τη Γερμανία- ευρωπαϊκές χώρες ανακαλύπτουν τον αθλητισμό, αφού  μέσα από τα σπορ, που έχουν χαρακτήρα ψυχαγωγικό και θέλγουν τους νέους,  πιστεύεται πως η νεολαία θα καταστεί πιο τολμηρή, πιο μαχητική. Γιατί δεν είναι που με τα αθλητικά παιχνίδια καλλιεργείται η σωματική δύναμη, όσο επιτυγχάνεται η διαπαιδαγώγηση ηθικών προσόντων, δηλ. αυτών που η συγκεκριμένη κοινωνία έχει ανάγκη. Π.χ  στη Γερμανία η σωματική άσκηση συνδέεται με τις παραδόσεις του έθνους δίνοντας ένα ηρωικό ιδεώδες,  με την περιπέτεια και τη συνήθεια της εθελοντικής υπακοής και αυτοκυριαρχίας, στα αγγλικά κολλέγια και πανεπιστήμια οι νέοι των ανώτερων τάξεων μυούνται στην κοινωνική ζωή συμμετέχοντας στη διοίκηση αθλητικών συλλόγων, διδάσκονται την πειθαρχία ακολουθώντας τους κανόνες των αθλητικών παιχνιδιών κλπ. ενώ στις ΗΠΑ  με τη συμμόρφωση στην αθλητική  πειθαρχία και παρατεταμένη προπόνηση για βελτίωση και τέλεια εκτέλεση, τον ανταγωνισμό διαμορφώνεται ο τύπος του ιδεώδους νέου που έχει ενεργητικότητά και πρωτοβουλία όχι μόνο για υπεράσπιση της κατακτηθείσας θέσης αλλά και δημιουργία άλλης καλύτερης
               Κι εκεί κάπου στο τέλος του 19ου  αιώνα ο βαρώνος Πιερ ντε Κουμπερτέν, που πιστεύει πως δια του αθλητισμού μπορεί να μεταβάλει τον χαρακτήρα της νεολαίας,  πρωτοστατεί στην αναβίωση των ολυμπιακών αγώνων, θέλοντας να εξασφαλίσει την επιβίωση της αθλητικής δραστηριότητας στα νεότερα χρόνια. Στο εγχείρημα αυτό δίνονται οι ουμανιστικές διαστάσεις που χαρακτηρίζουν δράσεις στο εποικοδόμημα  της αστικής τάξης με χαρακτηριστικότερες την συναδελφικότητα των λαών,, ευγενή άμιλλα, ειρήνη κλπ. Την ίδια στιγμή που πίσω απ’  αυτό το προσωπείο του ουμανισμού κρύβονταν οι πιο ανθρωποκαταστροφικές δυνάμεις που γνώρισε ποτέ ο κόσμος, ο ρατσισμός και η ευρωπαϊκή αποικιοκρατία, και όταν ο ίδιος ο Κουπερτέν παραδέχεται ότι «η ανώτερη ράτσα έχει κάθε δικαίωμα να αρνείται στην κατώτερη ράτσα ορισμένα προνόμια της πολιτισμένης ζωής».
Γι’  αυτό και η τέλεση το 1936 των Ολυμπιακών αγώνων  στο Βερολίνο, όπου έδωσαν την ευκαιρία στην χιτλερική Γερμανία να επιδείξει όλα τα μέσα της προπαγάνδας, δεν είναι στην πραγματικότητα παρά μια φυσική εξέλιξη ενός κινήματος που καθοδηγείται, ήδη από τον ιδρυτή της, από παράγοντες των οποίων το πολιτικό πιστεύω, παρόλο που θέλουν να το συσκοτίσουν,  βρίσκεται στα όρια του φασισμού. Κι αν οι ολυμπιακοί αγώνες φανερά ξορκίζουν την πολιτική, δεν είναι καθόλου ασήμαντος ο ρόλος που παίζουν διεθνώς, σαν ένας από τους βασικούς χώρους άσκησης της παγκόσμιας διπλωματίας. Ατέλειωτη σειρά διπλωματικών διαβουλεύσεων, εκβιασμών, υπαναχωρήσεων οδηγούν σε μποϋκοτάζ των αγώνων (π.χ. Μόσχα 1980 λόγω Αφγανιστάν) ή αποκλεισμούς κρατών ( π.χ. Νέα Γιουγκοσλαβία το 1996, ήταν λέει υπεύθυνη του πολέμου που ξέσπασε μεταξύ των κρατών που δημιουργήθηκαν μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας το 1991), που δεν είναι παρά έκφραση δύναμης συσχετισμών στο διεθνές σύστημα. Μέρος των παγκόσμιων  οικονομικοπολιτκών μηχανισμών που τιθασεύουν τους εργαζόμενους ανά τον κόσμο οι ολυμπιακοί αγώνες δίνουν ιδεολογικά άλλοθι και νομιμοποιούν πολιτικές που ασκούνται προς δόξαν του κεφαλαίου.
               Κι αν χύνονται δάκρυα για την απώλεια του ολυμπιακού πνεύματος αυτά δεν μπορεί παρά να είναι κροκοδείλια, γιατί ποτέ δεν υπήρξε μια ιδέα που να μην είναι πολιτικά, κοινωνικά καθορισμένη. Η αναβίωση των ολυμπιακών αγώνων μέσα σ’ ένα καπιταλιστικό κόσμο δεν θα μπορούσε παρά να αποβλέπει στην αποκόμιση οφελών από τον αθλητισμό ή τα σχετικά με αυτόν θεάματα – ενδιαφέρουν οι εισπράξεις, οι διαφημίσεις κλπ. αμείβοντας εκείνους που με τα κατορθώματα τους διευκολύνουν την αύξηση αυτών των οφελών, δηλ. τους αθλητές,  που είναι φυσικό να μη βρίσκουν στον αθλητισμό τελικά κάτι άλλο εκτός από την εκμετάλλευση  της σωματικής τους δύναμης.  Παρόλα όσα λέγονται μόνο τα κέρδη τα οποία θα επιτύχουν να αποσπάσουν θα δυνηθούν να κάμουν ν’ αναγνωρισθεί η αξία τους. Κι έτσι γίνονται κι αυτοί μέρος του μηχανισμού αυτού.   
               Στην εποχή της υψηλής τεχνολογίας και του μονοπωλιακού καπιταλισμού δεν απαιτούνται ηρωικά ιδεώδη και σωματική δύναμη για να υπερασπιστεί η νεολαία τα συμφέροντά της κυρίαρχης τάξης,   αλλά θέαμα με επιδείξεις αγώνων που θα αυξάνουν τα κέρδη των πολυεθνικών εταιρειών με συνεχές ξεπέρασμα κάθε ανθρώπινου ρεκόρ. Κι αν το ΝΑΤΟ βομβαρδίζει με ιδεολογικό άλλοθι ανθρωπιστικούς λόγους, το ίδιο και οι   φορείς της ολυμπιακής ιδέας εμφανίζονται σκληροί και άτεγκτοι πολέμιοι του ντόπιγκ υπερασπιστές του τίμιου συναγωνισμού, ενώ συνεχώς εξωθούνται οι αθλητές-μηχανές με όλα τα μέσα να ξεπερνούν τις δυνάμεις τους, να προσφέρουν συνεχώς ανανεωμένο θέαμα να αυξάνουν τα κέρδη των πολυεθνικών που επενδύουν σ’  αυτούς.
            Το ολυμπιακό ιδεώδες είναι ένα άλλοθι, που προσφεύγοντας σε μια ψευδεπίγραφη υπεριστορική αθλητική ιδεολογία θάβει και καταστρέφει δεκάδες αναβολικούς  πρωταθλητές που διαπαιδαγωγούνται με το αμείλικτο τρίπτυχο, Citius –Altius –Fortius,  που καταλήγει να διαπαιδαγωγεί ολόκληρες κοινωνίες.

Παρασκευή 29 Ιουλίου 2016

ΠΑΘΗΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΝΟΧΗ



  Με μια κυβέρνηση που θέλει να επιδεικνύει πυγμή και φιλολαϊκό πρόσωπο  (επεμβάσεις αστυνομίας σε καταλήψεις κτιρίων, δέσμη μέτρων για χαμηλοσυνταξιούχους που τους έκοψε το ΕΚΑΣ) και μια αντιπολίτευση που αναζητεί πεδία ανώδυνα και δευτερεύοντα για να δικαιολογήσει την ύπαρξή της (κριτική για ενδυματολογικές επιλογές κυβερνώντων, αντιδράσεις για τον αριθμό συνοδείας του πρωθυπουργού) απέναντι σε μια κοινωνία που μοιάζει  να έχει αποδεχτεί την κακοποίησή της, δίνεται η εντύπωση ότι η επιμονή του κυρίαρχου λόγου πως όποιες ενέργειες, αναλύσεις κι ερμηνείες της πραγματικότητας ξεφεύγουν από τα  όρια του δεδομένου και του υπάρχοντος εκτυλίσσονται στη σφαίρα της φαντασίας συνεχίζει να πείθει.
               Και στην Ευρώπη ο πανικός εξαπλώνεται από κάθε εγκληματική δράση που χρεώνεται στην ισλαμική τρομοκρατία, η  οικονομική ανασφάλεια έχει μονιμοποιηθεί, ενώ στα προγράμματα διάσωσης, που φτωχοποίησαν λαούς χωρίς να έχουν επιτευχθεί τα αποτελέσματα που ισχυρίζονταν πως επιδιώκονταν, αναγνωρίζονται εκ των υστέρων λάθη, (έκθεση του ΔΝΤ για λάθη και παραλείψεις του πρώτου προγράμματος βοήθειας προς την Ελλάδα, την Ιρλανδία και την Πορτογαλία) αποσιωπώντας πως ακριβώς αυτός ήταν ο στόχος, για να μείνει στο απυρόβλητο η  κύρια αιτία που είναι ο καπιταλισμός, ώστε να συνεχιστεί να θεωρείται το καπιταλιστικό σύστημα οργάνωσης της παραγωγής δεδομένο, αμετακίνητο και αναλλοίωτο. Για να μην τολμάμε να ξεφύγουμε απ’  αυτό, να μη βλέπουμε δυνατότητα να το αλλάξουμε, να θεωρούμε ότι δεν υπάρχει άλλη επιλογή.
               Αφού χρεοκόπησε η σοσιαλδημοκρατία και αποδείχτηκε φενάκη ο δήθεν πολιτικός της στόχος να μετεξελιχτεί η οικονομική ένωση της Ευρώπης  σε ένωση των εργαζομένων, των λαών και των πολιτών της τώρα μας αποκοιμίζει με τις προσπάθειές της για εφαρμογή, εν καιρώ μετά τη …διαρκή κρίση,  μιας συνολικής  εναλλακτικής πολιτικής ως προς τις οικονομικές επιλογές και τη μεθόδευση της ευρωπαϊκής πολιτικής ενοποίησης, όπου εμφανίζεται ως φανατικός αυτοσκοπός η διατήρηση του υπάρχοντος με κάποιες βελτιώσεις. Κι αυτό είναι η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση, που δήθεν απελευθερώνει το άτομο μέσω της γενικευμένης ελεύθερης οικονομίας, ενώ υποτάσσει τη ζωή όλων στην ελεύθερη αγορά καταδικάζοντας ακόμα και  τα μεσαία στρώματα, (ραχοκοκαλιά της κοινωνίας δεν χαρακτηρίζονταν μέχρι πριν λίγο;) σε μειωμένη  οικονομική επιφάνεια. Στην πραγματικότητα, με τον μύθο της ενοποιημένης Ευρώπης που γίνεται προσπάθεια να επιβληθεί με τη συγκατάθεσή μας, τίθενται σε συνεχή αμφισβήτηση και τελικό γκρέμισμα,  οι κατακτήσεις του εργατικού κινήματος.      
Υπάρχει η αίσθηση ότι δεν μπορεί να γίνει τίποτε. Κι αν υπάρχει θυμός, αγανάκτηση δεν υπάρχουν οργανώσεις –τα σωματεία πρέπει να είναι απαξιωμένα κι ανύπαρκτα- για  να δίνουν φωνή στην αναταραχή που σιγοβράζει και οργανώνει μαζικές απεργίες και συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας. Ο κυρίαρχος λόγος με την καλλιέργεια αυταπατών, πεδίον δόξης για το ΣΥΡΙΖΑ,  εξασφαλίζει πως δεν θα είναι διαθέσιμος καθόλου οργανωτικός χώρος για τη γέννηση οργανωμένης αντίδρασης. Η απέχθεια προς την ΕΕ και η έντονη κριτική προς την πολιτική της που προξενεί τόση δυστυχία προκαλεί συναισθήματα  που εκφράζονται με τη μοιρολατρία, γιατί  οι παραιτημένοι και χωρίς όραμα εργαζόμενοι  δε αποτελούν βάση για καμιά κινητοποίηση. Όσο ο οικονομικός ανεμοστρόβιλος δυναμώνει μας κυριεύει ολοκληρωτικά το αίσθημα της αδυναμίας. Το αίσθημα πως ό,τι και να κάνουμε δεν έχει αποτέλεσμα υποσκάπτει τη θέληση για αντίσταση, την αυτοπεποίθηση και την πίστη για αλλαγή.
               Οι ρωγμές που βαθαίνουν στα θεμέλια του συστήματος  δεν είναι ακόμα ορατές. Τόσα χρόνια δαιμονοποίησης του  κομμουνιστικού οράματος και κατήχησης όσον αφορά στην αστική δημοκρατία μαζί με την καλλιέργεια φόβου για τις συνέπειες του μετασχηματισμού της είναι φανερό ότι δεν έχουν πάει καθόλου χαμένα, αλλά έχουν τα δικά τους αποτελέσματα. Αν και πολλοί μικρομεσαίοι βλέπουν τον εαυτό τους σαν θύματα της ευρωπαϊκής ενοποίησης και καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης,  ελάχιστοι απ’ αυτούς είναι έτοιμοι να  επεκτείνουν τη συμπάθειά τους και στους εργάτες και ανέργους. Ο περισσότερος κόσμος παραμένει παθητικός, χωρίς να υποστηρίζει την εφαρμοζόμενη πολιτική αλλά και μη δείχνοντας έμπρακτα την αντίθεσή του. Ο φόβος ίσως είναι μια αιτία για την επικρατούσα παθητικότητα. Ελάχιστοι είναι πρόθυμοι να θέσουν σε ελάχιστο κίνδυνο μια ζωή, έστω και μίζερη, ενεργώντας εναντίον του υπάρχοντος συστήματος αφού πιστεύουν πως τίποτε δεν θ’  αλλάξει.
Οι γραφειοκρατικές συνδικαλιστικές οργανώσεις είναι περιορισμένες σε μια μειοψηφία, απαξιωμένες, αφού για χρόνια υπέτασσαν και κατεύθυναν  τις δυσαρέσκειες σε αμέσως πραγματοποιήσιμους σκοπούς, που τα όρια έθετε η εργοδοσία μέσω συμβιβασμών και δοσοληψιών. Τα χρόνια της κρίσης συνέχισε ο  γραφειοκρατικός συνδικαλισμός να αποδέχεται ως μόνες δυνατότητες εκείνες τις συμφωνίες που με την κρατική εξουσία τους πρόσφερε η εργοδοσία απαξιώνοντας πλήρως την ύπαρξή του.  
Γι’  αυτό και τα σωματεία πρέπει να αποκτήσουν ξανά τη βάση τους, που είναι η οικονομική μάχη των τάξεων και η οργάνωση σ’ αυτά να κατευθύνει τις δράσεις και κινητοποιήσεις όχι πια μόνο για τη βελτίωση συνθηκών εργασίας αλλά για την αξίωση ενός διαφορετικού κοινωνικού καθεστώτος. Οι εξαγγελίες κυβερνώντων για ανακουφιστικά μέτρα, η καλλιέργεια ελπίδας για ξεπέρασμα δυσκολιών,  η προπαγάνδα για το κοινωνικό σύστημα  στο τέλος λίγα πράγματα θα μπορούν να κάνουν για να αντικρούσουν αυτό που ο κόσμος βλέπει να συμβαίνει  εμπρός στα μάτια του –η πλήρης εξαθλίωσή του.
Κι αν η οργάνωση σε συνδικάτα ή επιτροπές δεν συγκεντρώνει μεγάλες μάζες κι ακόμα λιγότερες είναι αυτές που πιστεύουν ή θέλουν το μετασχηματισμό της κοινωνίας για τον οποίο παλεύει το κομμουνιστικό κόμμα, η ίδια η πραγματικότητα θα μας οδηγήσει σε συγκρούσεις για την εφαρμοζόμενη πολιτική. Κι αν συνεχίσουμε,  κατηγορώντας ως απολίθωμα το ΚΚΕ, να  έχουμε  συγχρόνως την απαίτηση μ’ ένα μαγικό τρόπο ν’ αναλάβει μόνο του, χωρίς  λαϊκή συμμετοχή, δράση για την αλλαγή της κατάστασης, ( ακόμα και μια επανάσταση …συμβιβαζόμαστε να γίνει αν είναι να ξαναρχίσει το κυνήγι του καπιταλιστικού ονείρου),  χωρίς κανείς να διακινδυνεύσει τίποτε, χωρίς κανείς να συμμετάσχει σε καμιά κινητοποίηση, είναι μεγάλος ο κίνδυνος σημαντική  πλειοψηφία εξαθλιωμένων να στοιχηθεί πίσω από τα φασιστικά όργανα της κυρίαρχης τάξης κι όχι άμοιροι ευθυνών ούτε άτρωτοι των συνεπειών γι’ αυτήν την επιλογή να οδηγηθεί στην αποκτήνωση. Γιατί παρόλο που μιλούν για παγκοσμιοποίηση τα εθνικά κράτη δεν έχουν χάσει τη σημασία τους, γιατί έχουν όλα τα μέσα για την οικοδόμηση μιας κοινωνικής συνοχής  δια της βίας, που έρχεται από το παρελθόν, σαν ασφαλιστική δικλείδα σε περίπτωση έντονων αντιδράσεων. Ο,τι ονομάζεται καπιταλιστικός εκσυγχρονισμός στην τελική θα στοχεύσει σε γενικευμένη κοινωνική αντιμεταρρύθμιση και σε νέες μορφές αυταρχισμού.

Παρασκευή 22 Ιουλίου 2016

ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΈΣ ΑΠΕΙΛΕΣ


Κι αν ομογενοποιειται η σκέψη μας και ταυτίζεται με την κυρίαρχη αντίληψη είναι και γιατί ή πληροφόρηση δέσμια στο μεγαλύτερο μέρος διεθνών πρακτορείων που διοχετεύουν διεθνείς ειδήσεις έλεγχοντας τη ροή τους με συγκεκριμένους στόχους, κατευθύνει τη σκέψη μας. Κι αν χαθήκαμε ανάμεσα σε τρομοκρατικές ενέργειες που σ' αυτή την χρονική περίοδο η ISIS πρόθυμα τις χρεώνεται όλες και σε πραξικοπήματα στη γειτονιά μας που μοιάζουν παρωχημένης εποχής, είναι γιατί συρρικνώνεται η σημασία τους σε επίπεδο γρίφων για τον υποκινητή, το στόχο, τις αιτίες κλπ. Κι αν κονιορτοποιειται η λογική μας από γεγονότα που μοιάζουν ασύνδετα, ενέργειες που φαίνονται αντιφατικές, ερμηνείες που εντυπωσιάζουν με την απλοϊκότητα ή την πολυπλοκότητα του, είναι γιατί δεν αναγνωρίζονται πλέον βιώσιμες εναλλακτικές λύσεις των δομών της αγοράς και της καπιταλιστικής οργάνωσης. Και η επιλογή που προσφέρεται είναι μεταξύ νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και της ρυθμισμένης, και όχι μεταξύ παγκόσμιου καπιταλισμού και σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας.
              Εντάσσουμε τα γεγονότα μέσα σε μία παγκόσμια τάξη που πιστεύουμε, ουσιαστικά σύμφωνα με την κυρίαρχη ιδεολογία, πως βασίζεται στην κοινή αποδοχή διεθνών κανόνων και μέτρων ηθικής. Σ' αυτή την παγκόσμια τάξη η  υπόσχεση είναι ότι θα αναγνωρίζεται ως κεντρική η ανάγκη ειρηνικής διευθέτησης των διαφορών, αποφυγής της επιθετικότητας και του επεκτατισμού, εξασφάλισης της νομιμότητας στη διακυβέρνηση με σεβασμό στις επιλογές του εκλογικού σώματος και διασφάλισης της δίκαιης μεταχείρισης όλων των πληθυσμών μέσω του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και αποσυνδέοντας έτσι την επιδιωκόμενη παγκόσμια τάξη από τον καπιταλιστικό τρόπο οργάνωσης της παραγωγής και τον ιμπεριαλισμό οι συλλογισμοί μας χωλαινουν, ή ερμηνεία της πραγματικότητας καταλήγει ταινία μυστηρίου.
              Και καταλήγουμε, με την απόλυτη κυριαρχία αντιλήψεων για ερμηνεία της πραγματικότητας οπου εξοβελίζεται η αντιπαλότητα των κοινωνικών τάξεων και η ερμηνεία της ιστορίας με βάση τους υλικούς όρους παραγωγής, να είμαστε επιρρεπείς στην υιοθέτηση ερμηνειών για κατανόηση των γεγονότων που επικεντρώνονται στην ηθική, καλή θέληση, προσωπικές επιλογές κλπ. Και να πιστεύουμε πως η θέση μας πάνω στην πολιτική κατάσταση γίνεται απέξω, από ουδέτερη θέση, δηλ. από το πουθενά κι είναι αυτό που ονομάζουμε αντικειμενικότητα.
            Σε πλήρη λοιπόν σύγχυση, με την πραγματικότητα να επανεμφανίζεται σαν αντικατοπτρισμός των εννοιών δημοκρατία, ισότητα, ελεύθερη πληροφόρηση, επιλογή, ανταγωνισμός, επιδοκιμάζουμε την αποτυχία πραξικοπήματος στην Τουρκια, είναι η νομιμότητά που αντλείται από την εκλογική διαδικασία, την ίδια στιγμή που η αμηχανία μας για τη μορφή της δημοκρατίας της γείτονος χώρας επιρρίπτει όλες τις ευθύνες για τα λυντσαρισματα, την εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού κλπ. στην αυταρχικότητα του Ερντογαν, δηλ. μόνο στις προσωπικές επιλογές ενός ηγέτη. Αποδεχόμενοι ως αυτονόητο δεδομένο την κυριαρχία του καπιταλισμού βρισκόμαστε σε αδυναμία ακόμα και να ασκήσουμε κριτική σ' αυτόν.
             Όπως στο θέμα της Κυπρου περιορισαμε την επιρριψη ευθυνών για την εισβολή στο στρατόκρατούμενο καθεστώς της Αθηνας και τους αιώνιους εχθρούς τους Τούρκους, περιθωριοποιωντας με τα χρόνια το ρόλο των ΗΠΑ και ΝΑΤΟ, έτσι και τώρα επίκεντρο των γεγονότων στην Τουρκια γίνεται ο Ερντογαν, ενώ το ΝΑΤΟ, που ανήκει ο στρατός της Τουρκια, σε μεγάλο βαθμό συνεχίζει να θεωρείται εγγυητής της ασφάλειάς μας. Δεν κλήθηκε από την κυβέρνηση μας για προστασία με από τις προσφυγικές ροές;
          Με το σύμφωνο του Ατλαντικού όμως ελέγχονται οι ένοπλες δυνάμεις των χωρών που συμμετέχουν σ' αυτό, και κατα συνέπεια η οικονομία τους, συμμετέχοντας σ' ένα μηχανισμό που δίνει τη δυνατότητα ανάληψης συντονισμένης δράσης και επιβολής ιμπεριαλιστικων σχεδίων. Δεν πρέπει λοιπόν να ξεχνάμε πως με το ΝΑΤΟ στο στρατιωτικό τομέα επέβαλλαν την παγκόσμια ηγεσία τους οι ΗΠΑ εκμεταλλευόμενες κυρίως το φόβο της κοινωνικής επανάστασης που δοκίμασαν οι άρχουσες τάξεις της Ευρώπης και ιδρύθηκε ακριβώς για τη διασφάλιση στρατιωτικής υπεροχής έναντι της ΕΣΣΔ. Και συνεχίζει και μετά τη διαλυση της ΕΣΣΔ το ΝΑΤΟ να χρησιμοποιείται ως όχημα για την προώθηση ιμπεριαλιστικων σχεδιασμών που επειδή εκδηλώνονται μέσα από ένα σύμπλεγμα διαδικασιών άλλοτε επικαλυπτόμενων και αλληλένδετων κι άλλοτε αντιφατικών και αντίθετων αδυνατούμε να αναγνωρίσουμε. Το θεωρητικό και πολιτικό οπλοστάσιο του ιμπεριαλισμού μπέρδευει μύθο και πραγματικότητα, οδηγώντας μας στον αφανισμό μας.
          Στη χώρα μας ή θερινή ραστωνη δεν μειώνει τις απειλές που αποκτούν πια μορφή συγκεκριμένη και ολοένα πιο φοβερή. Από τα ξεπουληματα δημόσιας περιουσίας με πλήρη απαξίωση του κοινοβουλίου και τις πτωχεύσεις εταιρειών που έχουν αυθυπαρκτη υπόσταση, ανεξάρτητη από τους ιδιοκτήτες τους αλλά με τους εργαζόμενους τους σε πλήρη εξάρτηση από αυτές, μέχρι τα αποτυχημένα πραξικοπήματα και τις τρομοκρατικές επιθέσεις που δίνουν την ευκαιρία για κήρυξη έκτακτης ανάγκης ο καπιταλισμός γίνεται όλο και πιο σκληρός, τα ιμπεριαλιστικα σχέδια όλο και πιο απειλητικά.
            Κι απομένει μόνο ή πάλη των εργαζομένων για ν' ανατραπουν όλα αυτά. Κι αν η μοιρολατρία μας πως δεν υπάρχει οδός διαφυγής περιορίζει αυτούς τους αγώνες, ίσως ή απειλή πια για την ίδια την ύπαρξή μας, ή ανάγκη για επιβίωση μας κινητοποιήσει. Προς ποια κατεύθυνση όμως;
             Γι' αυτό δεν είναι καθόλου αθώα η ολη προσπάθεια για απαξίωση του κομμουνιστικου λόγου, για να μην υπάρξει συντονισμένη, οργανωμένα στοχευμένη στο μετασχηματισμό της κοινωνίας δράση των εργαζομένων.

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2016

ΜΕ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΣΤΑ ΕΡΓΑΣΙΑΚΑ



Συνεχίζει η κυβέρνηση την ίδια τακτική της, τον εφησυχασμό μας δια της εξαπατήσεως, δηλ. μ’ έναν φιλεργατικό λόγο να δίνονται υποσχέσεις για υποστήριξη εργατικών δικαιωμάτων στη συρρίκνωση και κατάργηση των οποίων τελικά προχωρεί.  Κι έτσι ο λόγος του Γ. Κατρούγκαλου, που συναντήθηκε με τους «κοινωνικούς εταίρους» των οποίων κοινό κείμενό τους ζητείται να υποστηριχτεί από τα κόμματα, ότι  «Όσο είναι ο ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση κανένας μισθός δεν θα μειωθεί» και η  αισιοδοξία του για τη διαπραγμάτευση του Σεπτεμβρίου, όπου θα μπορεί να γίνει το «μεγάλο βήμα επιστροφή στο ευρωπαϊκό κεκτημένο», προετοιμάζει το έδαφος γι’ αυτό που θα αποφασιστεί από Σεπτέμβριο στα εργασιακά, δια του εφησυχασμού μας.
       Σ’ ολόκληρη την Ευρώπη, μήνες τώρα βρίσκονται σε κινητοποιήσεις στη Γαλλία οι εργαζόμενοι,  ποτέ πριν η εργατική τάξη δεν δέχτηκε μια τόσο άγρια επίθεση στα μεταπολεμικά χρόνια. Ποτέ πριν οι εργαζόμενοι δεν εξαναγκάστηκαν να πληρώσουν τόσο για την κρίση που επιβλήθηκε στους λαούς  από την κυρίαρχη τάξη. Μια παγκόσμια επίθεση έχει εξαπολυθεί ενάντια στον κόσμο της εργασίας και τα στοιχειώδη δημοκρατικά δικαιώματα. Σαν να ξαναγυρνάμε, και στην Ευρώπη,  στον πρώιμο καπιταλισμό, όπου η  εργασιακή πίεση  είναι υπερβολική, οι συνθήκες εργασίας ανυπόφορες. Κι αν δεν αναγνωρίζεται στους υπαλλήλους ηλεκτρονικών, επικοινωνιών, τεχνολογιών αιχμής, γραφείων κλπ. ο βιομηχανικός εργάτης του προηγούμενου αιώνα είναι για να καταδειχτεί η μετατόπιση της οικονομικής δραστηριότητας στις υπηρεσίες κι επομένως η μείωση της εργατικής τάξης προς όφελος του τριτογενούς τομέα. Κι έτσι κρύβεται η ύπαρξη και το κοινωνικό βάρος της εργατικής τάξης, αφού οι τεχνολογίες αιχμής θεωρούνται υπηρεσίες και οι εργαζόμενοι σ’  αυτές δεν θεωρούνται κι ούτε και οι ίδιοι δεν θεωρούν πως είναι εργάτες. Ουσιαστικά με τις νέες τεχνολογίες διασπάται το εργοστάσιο του 19ου και 20ου αιώνα σε μικρότερες μονάδες, χάνεται το πλεονέκτημα της φυσικής παρουσίας ενός μεγάλου αριθμού εργαζομένων, διασπώνται οι εργαζόμενοι, αποδυναμώνεται η εργατική τάξη. Η εργατική τάξη όμως δεν βρίσκεται πια μόνο μέσα στα εργοστάσια. Βρίσκεται στις επιχειρήσεις, στην κατ’ οίκον εργασία, για κάποιον εργοδότη, μ’ ένα υπολογιστή ή τηλέφωνο, στα εργαστήρια κλπ. Ακόμα κι αν αλλάζει όμως  η σύνθεση της εργατικής τάξης δεν παύει να υπάρχει, έστω και χωρίς ταξική συνείδηση, γιατί φυσικά δεν έχει καταργηθεί η εκμετάλλευση, αφού ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής δεν άλλαξε.
        Έξι χρόνια τώρα στη χώρα μας  αφού κατηγόρησαν για τη δημοσιονομική κρίση δημόσιους υπαλλήλους, καταναλωτισμό εργαζομένων, αυξημένα δάνεια κλπ. ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε να μας πείσει ότι δεν υπάρχει οδός διαφυγής άλλη απ’  αυτήν που προτείνεται από την κυρίαρχη πολιτική. Η ιμπεριαλιστική ταξική κυριαρχία της ΕΕ έχει βρει στους ρεφορμιστές, οπορτουνιστές, σοσιολδημοκράτες κλπ. του ΣΥΡΙΖΑ μια νέα βάση υποστήριξης για την εντεινόμενη επίθεση της ενάντια στις εξαθλιωμένες μάζες των εργαζομένων, που το μόνο που έχουν να τους προσφέρουν είναι μερική απασχόληση, πρόσκαιρες θέσεις εργασίας, ευλύγιστα ωράρια, εργασία χωρίς δικαιώματα.
 Σε ένα τόσο επισφαλές εργασιακό περιβάλλον ακόμα και η δουλειά πλήρους απασχόλησης χρησιμοποιείται ως μέσο πίεσης για να ενταθούν οι σχέσεις κυριαρχίας εργοδότη-εργαζόμενου που βασίζονται στην ηθική της αποδοτικότητας. Η πλήρης απασχόληση σημαίνει ότι η ζωή του εργαζομένου είναι οργανωμένη γύρω από  τη δουλειά του, ότι χρωστά τον εαυτό του σ’  αυτήν, και φυσικά  ο εργοδότης  ασκεί μια εξουσία πάνω σε όλες τις διαστάσεις της ζωής του μισθωτού. Επομένως  η υπακοή, η πειθαρχία, η ιεραρχική  υποταγή μπορεί να επιβάλλονται  στους μισθωτούς ακόμα και με αυταρχικό τρόπο. Κι έτσι ο φόβος μπορεί να κρατά τους εργαζόμενους έξω από τα συνδικάτα, όπως κρατά και τους εργαζόμενους με ευλύγιστα ωράρια ή μερικής απασχόλησης. Αν λοιπόν το συνδικάτο χάνει τη δύναμή του μια αιτία δεν είναι γιατί η εργατική τάξη συρρικνώθηκε, όπως κατά προσδοκίαν πιστεύαμε, αλλά γιατί άλλαξε μορφή και ταξική συνείδηση.
          Κι αν ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ Γιάννης Παναγόπουλος μετά τη συνάντηση με τον υπουργό εργασίας Γ. Κατρούγκαλο με τις δηλώσεις του για εθνική γραμμή, με την προϋπόθεση της κατανόησης από τους θεσμούς της ύπαρξης ενός σαφούς και κινούμενου «στα ευρωπαϊκά πλαίσια, πλαίσιο διαπραγματεύσεων εθνικών και κλαδικών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας» επιβεβαιώνει την πολιτική χειραγώγησης και  ξεπουλήματος των εργατικών αγώνων αφήνοντας εκτεθειμένο το εργατικό κίνημα στις πολιτικές της κυρίαρχης εξουσίας αυτό δεν σημαίνει ότι η δύναμη των εργαζομένων δεν αντλείται από τη συλλογική τους δράση. Η αποσυνδικαλιστοποίηση και  άρνηση κάθε συλλογικότητας δεν αποτελεί τιμωρία των οπορτουνιστών συνδικαλιστών αλλά μια κατάσταση προς όφελος του κεφαλαίου, γιατί αναγκάζει τους εργαζόμενους να αντιμετωπίζουν ατομικά της επιθέσεις του. Η  πείρα των τελευταίων έξι ετών, όπου οι εργαζόμενοι αντίκρισαν μόνοι τους την έσχατη χρεοκοπία του συμβιβασμού, της συναίνεσης και ταξικής συνεργασίας της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, δεν δείχνει άλλο δρόμο από την οργάνωση στα ταξικά συνδικάτα. Η ύπαρξη μάλιστα του κομμουνιστικού κόμματος που είναι εκφραστής των συμφερόντων των εργαζόμενων μπορεί να γίνει η οργανωτική και καθοδηγητική τους δύναμη, ώστε οι εργαζόμενοι να αντλούν δύναμη και να  μένουν σταθεροί στον αγώνα για μεγάλη χρονική περίοδο, γιατί καμιά κοινωνική αλλαγή  δεν συμβαίνει βέβαια σε μια νύχτα.