Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2015

ΠΡΙΝ ΑΝΟΙΞΟΥΝ ΟΙ ΚΑΛΠΕΣ



Προβληματισμοί, συζητήσεις, υποσχέσεις που αναπτύχτηκαν την τελευταία πενταετία γύρω από  το πρόβλημα του χρέους και της ευθύνης που μας επιρρίφτηκε γι’  αυτό μεταλλάσσονται. Η διαδικασία που ξεκίνησε, σύμφωνα με τον κυρίαρχο λόγο,  σαν μια προσπάθεια, από το κόμμα που ήταν τότε στην εξουσία, το ΠΑΣΟΚ,  διάσωσης της χώρας μορφοποιήθηκε στα πέντε χρόνια σε μια από κοινού, από όλα τα κόμματα εξουσίας και τις παραφυάδες τους,  ανάληψη προσπάθειας εφαρμογής της επιβαλλομένης πολιτικής, που τώρα αποκαλύπτεται ότι εξελίσσεται σε μια αναμέτρηση δυναμικής ανάμεσα στα δυο μπλοκ –όλα τα κόμματα του αστισμού από τη μια, που όταν ήρθε η ώρα των αποφάσεων προσχώρησαν στην εφαρμοζόμενη ευρωπαϊκή πολιτική, και το ΚΚΕ από την άλλη.
 Οι φασίστες αν και παραμένουν ακόμα στην ουρά των αστικών κομμάτων είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι σ’ αυτές τις εκλογές με το χαμηλό προφίλ και τη  σκόπιμη υιοθέτηση σχεδόν αστικής συμπεριφοράς.  Αφού προβλήθηκε η χρήση της ωμής βίας από μέρους τους σαν αρωγός στην απελπισμένη παθητικότητα του μικροαστού, η δολοφονία του Π. Φύσσα και η επακόλουθη φυλάκιση μελών της Χ.Α φάνηκε να ψαλίδισε την αλαζονεία τους. Κι ήρθε δια στόματος Ν. Μιχαλολιάκου η θρασύτατη ανάληψη από τη Χ.Α της  «πολιτικής ευθύνης» για τη δολοφονία του παλληκαριού για να μας βγάλει από την πλάνη μας. Αφού έγινε η εξοικείωση με την περιφρόνηση του "ορθού"  πολιτικού λόγου και την προβολή της σωματικής βίας μπορούν τώρα, ακολουθώντας μάλιστα του κανόνες της αστικής συμπεριφοράς, να χρησιμοποιήσουν και τα δυο χωρίς να προκληθεί αξιόλογη αντίδραση. Σιγά σιγά ο φασισμός ριζώνει χωρίς ψευδαισθήσεις για την ταυτότητά του στο εκλογικό σώμα και  στο πολιτικό σύστημα, για να επιβληθεί την κρίσιμη στιγμή σαν εταίρος του, αρωγός στην καπιταλιστική κρίση. 
Προς το παρόν, στις σημερινές συνθήκες διεξαγωγής των εκλογών, επιδιώκεται να εκφραστεί μια ευνουχισμένη πολιτικοποίηση μιας μεγάλης πλειοψηφίας  με τη συναίνεση ή την ανοχή για την πολιτική της υποταγή στις εκάστοτε επιλογές, αποπνικτικές μεθοδεύσεις, συμβιβασμούς και εξισορροπήσεις των κομματικών μηχανισμών της κυρίαρχης εξουσίας. Γι’  αυτό σ’ αυτές τις εκλογές εξαιτίας της  αδυναμίας να εκφραστεί ή και να υποταχτεί η κυρίαρχη στρατηγική σ’ ένα παιχνίδι διπολισμού, όπως μέχρι την εποχή των μνημονίων, ανακαλύφτηκε ξανά η εθνική ενότητα. Έτσι τα εκβιαστικά διλήμματα των προηγούμενων εκλογικών αναμετρήσεων μοιάζει να έχουν αντικατασταθεί από εκκλήσεις για ενότητα με στόχο να ενισχύσουν  στο εκλογικό σώμα την πεποίθηση για την αναγκαιότητα της ασκούμενης πολιτικής.
Με  τις τεχνητές πολώσεις –αποτυχημένη τέτοια προσπάθεια η σύγκρουση παλιού και νέου του ΣΥΡΙΖΑ-, τα υποτιθέμενα κομματικά τείχη –αναζητούνται διαφορές μεταξύ αστικών κομμάτων-, τις κραυγές της πλειοψηφίας των ΜΜΕ –π.χ ποιο κόμμα προηγείται-, επιδιώκεται η διαμόρφωση του πολιτικού χάρτη που θα πείθει ότι αντιπροσωπεύει μια κοινωνική πραγματικότητα η οποία δικαιώνει την κυρίαρχη πολιτική. Κι όλα τα αστικά κόμματα συμβάλλουν σ’  αυτό.
Στο επτάμηνο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ  αποδείχτηκε ότι ο δήθεν προοδευτικός λόγος του αναφέρεται σε διαδικασίες ισορροπίας που δεν είναι καν διαδικασίες ισορροπίας συμφερόντων, αλλά της  κυριαρχίας της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων, όπως έχει επιβληθεί από σχηματισμούς όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, και της αποδοχής της.  Στις προηγούμενες εκλογές ο  ΣΥΡΙΖΑ υιοθετούσε θέσεις που χαρακτήριζαν έντονα ο εκλεκτικισμός, βολανταρισμός, …ρομαντισμός, τις οποίες παρέλαβε αυτούσιες η Λαϊκή Ενότητα σε μια κακόγουστη επανάληψη. Σ’  αυτές τις εκλογές όμως η  αναφορά  από το ΣΥΡΙΖΑ στο άμεσο επίπεδο των προβλημάτων, των κοινωνικών εντάσεων και  αναγκών γίνεται απροκάλυπτα από τη σκοπιά  των προβλημάτων που  αυτά τα ζητήματα  θέτουν στην κυρίαρχη τάξη, συναντώντας έτσι τη Ν. Δημοκρατία, παρόλο που προσπαθούν και οι δυο να βρουν τις διαφορές τους. Επομένως τα λάθη, η άγνοια ή οι καλές προθέσεις  που επικαλείται ο ΣΥΡΙΖΑ για δικαιολόγηση της τελικής επιλογής του, υιοθέτηση του τρίτου μνημονίου,  δεν είναι παρά συνέπεια μιας τέτοιας πολιτικής αντίληψης, που εκ του αποτελέσματος δεν διαφοροποιείται από αυτή της Ν.Δ και  προκύπτει  από στάθμιση των ταξικών και κοινωνικών συντεταγμένων στον καθορισμό της πολιτικής.
Επιδίωξη και όλων των κομμάτων εξουσίας –ΠΑΣΟΚ, Ν.Δ. ΣΥΡΙΖΑ και των συνεργατών τους- ήταν  να επιτευχθεί μια τέτοια κοινωνική ισορροπία που θα επιτρέψει τον καπιταλισμό απρόσκοπτα να επιβάλλει τα συμφέροντά του.  Και προϋπόθεση γι’  αυτό είναι να  συνεχίζεται η διάζευξη της ταξικής  θέσης  και της ταξικής συνείδησης,  που για να διαμορφωθεί είναι απαραίτητη η συμβολή των οργανώσεων της εργατικής τάξης  και κύρια του κόμματός της, του κομμουνιστικού. Στο δρόμο λοιπόν του ΣΥΡΙΖΑ για την κατάκτηση των μαζών και την εξυπηρέτηση της πολιτικής των κέντρων εξουσίας ακυρώθηκε κάθε δράση κι ενέργεια που υπαγόρευε μια ταξική αντίληψη για την καπιταλιστική κρίση, γιατί η προοπτική αυτή απαιτούσε σύγκρουση, κάτι που έπρεπε να αποφευχθεί. Για να μην τρομάξουν τα καπιταλιστικά κέντρα που ασκούν εξουσία, για να αποθαρρυνθούν οι μάζες διαπιστώνοντας την αδυναμία αλλαγής πολιτικής μέσω των θεσμών.
Και όμως  και   οι εκλογές μπορούν να συμβάλλουν στην αλλαγή του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος αν υπάρχει ένα ισχυρό λαϊκό κίνημα που ορθώνει ένα ταξικό λόγο, που έχει διάθεση και δυνατότητα να συγκρουστεί και να δώσει τις δικές του λύσεις στο οικονομικό, το κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο.  Γι’ αυτό και σ’ αυτές τις εκλογές είναι απαραίτητη η ενίσχυση του Κομμουνιστικού Κόμματος, αφού αυτό είναι που μπορεί να οργανώσει τις λαϊκές τάξεις και να προσδώσει στη δράση τους και στις ενέργειές τους ταξικό χαρακτήρα και προσανατολισμό.

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2015

ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΨΗΦΟ ΣΤΟ ΚΚΕ



Οι εκλογές είναι η στιγμή που το εκλογικό σώμα καλείται να εκφέρει γνώμη για την εξουσία, δηλ. για τη διαχείρισή της στο δοσμένο καπιταλιστικό σύστημα. Αυτό ακόμα  κι αν σημαίνει πως  με τις εκλογές δεν είναι δυνατό να  διαφοροποιηθούν οι στρατηγικές θέσεις των ανταγωνιζόμενων δυνάμεων κεφαλαίου και εργασίας,  δεν μηδενίζει όμως  τη σημασία τους. Γιατί η βασική αντίθεση  κεφαλαίου –εργασίας πραγματώνεται και λειτουργεί μέσω όλων των κοινωνικών, πολιτικών εκδηλώσεων  επομένως και  μέσω των εκλογών, -οι οποίες εξάλλου αναδιατάσσουν τους πολιτικούς συσχετισμούς  και μέσω των οποίων εκδηλώνεται αυτή η πάλη. Κι επειδή στην κοινωνία βιώνουμε συγκρούσεις κι αντιπαλότητες που πρέπει να αντικατοπτρίζονται στην πολιτική σκηνή εξουσίας, για να πιστεύουμε πως αυτή μας αφορά, η άμβλυνση των πολιτικών διαχωρισμών σ’ αυτήν υπάρχει κίνδυνος να εξουδετερώσουν το κύριο ιδεολογικό όπλο του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, τις εκλογές,  μέσω του οποίου χειραγωγεί την αποδοχή για το  καπιταλιστικό σύστημα και καλλιεργεί τις αυταπάτες για παρέμβασή μας σ’  αυτό μόνο μέσα από τους θεσμούς.
               Γι’  αυτό και οι δεύτερες εκλογές που γίνονται  μέσα σ’ ένα χρόνο προκαλούν ένα νέο κύκλο εγχειρημάτων αναζήτησης νέων διαχωριστικών γραμμών μεταξύ κομμάτων και νέων πολιτικών σχηματισμών που αποδέχονται την παρούσα πολιτική,  για να παίξουν τους αντιπάλους,  ώστε  να μην αποδυναμωθεί το πολιτικό σύστημα –μέχρι και η Ενωση Κεντρώων του Λεβέντη άρχισε να εμφανίζεται στις δημοσκοπήσεις με προοπτικές εισόδου στη Βουλή. Τα διλήμματα  για επιλογή ανάμεσα σ’ αυτά τα κόμματα δεν είναι μόνο πλαστά αλλά και παραπλανητικά, γιατί στην πραγματικότητα δεν εκφράζουν καν διαφορετικά ρεύματα. Αν παρουσιάζεται ένα δίλημμα είναι ανάμεσα σε όλα τα κόμματα και το ΚΚΕ, γιατί στηρίζεται  σε πραγματικά δεδομένα –σύγκρουση εργασίας με κεφάλαιο.   
Η αστική δημοκρατία, όσο κι αν το παλεύει,  μοιάζει να έχει μετατραπεί σε θέατρο σκιών, που η καπιταλιστική κρίση αποκάλυψε, πίσω από το οποίο οι πραγματικές αποφάσεις είναι ειλημμένες ερήμην μας, εξυπηρετούν τα καπιταλιστικά συμφέροντα τα οποία καλύπτονται υποτυπωδώς πίσω από τον ιδεολογικό μανδύα της ένωσης της Ευρώπης. Οι κρίσιμες αποφάσεις εξοβελίζονται από την εγχώρια πολιτική σκηνή και φυσικά και η αναφορά σ’  αυτές κι έτσι ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα κόμματα εξουσίας και τις παραφυάδες τους γίνεται περί όνου σκιάς.  
Μετά από τις αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις στο καιρό των μνημονίων, κι αφού έχουν πουληθεί τα πάντα σε εκπληκτικές ποσότητες, -πρόσωπα, προγράμματα, υποσχέσεις- σε μια προσπάθεια  μετασχηματισμού τους  σε κεφάλαιο ψήφων, κι αφού ιστορία, αγώνες, ονόματα, οράματα, ινδάλματα, αξίες, απαξίες ανταλλάχτηκαν με ψήφους που θα εξυπηρετούν τα καπιταλιστικά συμφέροντα και μόνο αυτά, ο νέος πολιτικός θηριοδαμαστής, ο θαυματοποιός που θα μας οδηγούσε τον Ιανουάριο στη γη Χαναάν, που επένδυσε ένα μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος πάνω σ’  αυτόν, μοιάζει να χάνει τη δυναμική του και μαζί μ’  αυτόν και η ρεφορμιστική αριστερά. Είναι που στον καιρό των μνημονίων της καπιταλιστικής κρίσης ο καπιταλισμός  εκτιμά  ότι οι προτάσεις της για κράτος πρόνοια, κρατικό παρεμβατισμό, συμμετοχή της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας στη δομή της εξουσίας δεν του παρέχουν πια δυνατότητες συσσώρευσης όπως στο παρελθόν. Κι έτσι στο όνομα του ρεαλισμού πρέπει να υποστέλλονται όλες οι φωνές που δεν ενισχύουν την ασκούμενη πολιτική, ώστε να υπάρχει η  δυνατότητα να περάσουν με σχετική άνεση τα ανεξάντλητα  μέτρα λιτότητας και να συνεχιστεί  απρόσκοπτα η κρατική αυταρχοποίηση στην κατεύθυνση κατάπνιξης των κοινωνικών αντιστάσεων.
Κι αν γίνεται λόγος τόσο για κυβερνήσεις συνεργασίας, για μεγάλους ή μικρότερους συνασπισμούς είναι γιατί πίσω από τη  στήριξη σε κυβερνήσεις συνεργασίας βρίσκεται το γεγονός πως εγκαταλείπεται κάθε ιδέα αντιπαλότητας προς  αυτό το σύστημα. Είναι σίγουρο πως έρχεται, αν δεν έχει έρθει,  και η σειρά των διαφόρων κοινωνικών συγκρούσεων να  μπουν στη λογική αυτής της επιλογής. Κάθε αντίθεση που δεν είναι πια  μέσα στη λογική της διαδικαστικής δημοκρατικότητας, κάθε ταξικός  ανταγωνισμός θεωρείται εξτρεμιστικός, ύποπτος, καθυστερημένος, οπισθοδρομικός, λαϊκιστικός. Εναλλακτική να μην  υπάρχει.
 Γιατί και  το κόμμα του Π. Λαφαζάνη, πέρα από το ρόλο του σαν ανάχωμα στο ΚΚΕ,  με τις νεφελώδεις εξαγγελίες περί δραχμής, που μοιάζει για αντιμνημονιακό και  ισχυρίζεται πως συγκρούεται με το κατεστημένο και  ακολουθεί απαρέγκλιτα αριστερές ιδέες που δεν συγκρούονται όμως με τον πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, περισσότερο λειτουργεί  σαν προάγγελος για να συνηθίσουμε και να έρθει στο προσκήνιο σαν πράξη αντίστασης μάλιστα, αυτό που μεθοδεύεται από κάποια κυρίαρχα κέντρα –έξοδος από ευρωζώνη. Εξάλλου  και οι φασίστες της Χ.Α που προβλήθηκαν σαν αντισυστημικό κόμμα παραδέχονται ότι αυτή τη στιγμή δεν είναι εναντίον της Ευρωπαϊκής Ενωσης «γιατί την έχουμε πληρώσει» κατά Ν. Μιχαλολιάκο και ανάγουν την διαφορετική πολιτική που μπορεί να ασκήσουν στην ένταση των διαπραγματεύσεων –σκληρές διαπραγματεύσεις.
Πέντε χρόνια λοιπόν μετά την προσφυγή της χώρας, δια του Γ.Α.Παπανδρέου, στον Ευρωπαϊκό  Μηχανισμό Στήριξης όλοι οι πολιτικοί σχηματισμοί, νεώτεροι και παλιότεροι καταφάσκουν στην αιτία που το προκάλεσε δηλ. στην Ευρωπαϊκή Ενωση καπιταλιστικών συμφερόντων. Πέντε χρόνια όμως μετά οι ταξικές διαιρέσεις μορφοποιούνται ξεκάθαρα και αποκαλύπτεται ολοένα και πιο ξεκάθαρα ο στόχος της πολιτικής που ασκείται όλα αυτά τα χρόνια. Είναι η σύνθλιψη των εργαζομένων προς όφελος της κερδοφορίας του κεφαλαίου.
Όλη η προσπάθεια τις τελευταίες δεκαετίες ήταν η εξουδετέρωση του κομμουνιστικού λόγου που σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στην εκ των έσω υπονόμευση του από το ρεφορμισμό, που βοηθούντος του ίδιου του καπιταλισμού προπαγάνδιζε την πειστικότητα που διέθετε το μοντέλο διαχείρισης του καπιταλισμού που πρότεινε. Και τώρα που οι μάσκες πέφτουν απομένει μόνη δύναμη για να παλέψει για τα εργατικά συμφέροντα μαζί με τους εργαζόμενους το ΚΚΕ. Όλη η κυρίαρχη ρητορική ή το  …αφήγημα επικεντρώνεται στην απουσία εναλλακτικής πρότασης, όταν υπάρχει εναλλακτική αντικαπιταλιστική πρόταση για την οποία αγωνίζεται το ΚΚΕ.
Οι εκλογές αυτές αν είναι κρίσιμες δεν είναι για το ποιο κόμμα θα βγει πρώτο, αλλά για τις ψήφους που θα συγκεντρώσει το ΚΚΕ, όχι βέβαια για να κυβερνήσει με τους όρους του καπιταλισμού, αλλά γιατί κύριος ανταγωνιστής  του καπιταλιστικού συστήματος είναι εκείνο το κοινωνικό  υποκείμενο που δημιουργείται από τον ίδιο τον καπιταλισμό, δηλ. η  εργατική τάξη. Γιατί είναι το κομμουνιστικό κόμμα που έχει επίγνωση του πραγματικού χαρακτήρα του καπιταλισμού  και είναι σε θέση μαζί με τις κυριαρχούμενες τάξεις να επιδιώκει την ανατροπή του.  
¨Ολες αυτές οι επιθέσεις, ακόμα και μέσω επιδοκιμασιών για να υπονομευτεί η  φερεγγυότητα του ΚΚΕ,  είναι για να εγκαταλειφθεί κάθε ιδέα  αντιπαλότητας σ’  αυτό το σύστημα. Όλα πρέπει να είναι  μέσα στη λογική της διαδικαστικής  δημοκρατικότητας για να θεωρηθούν παρωχημένες έως και ανύπαρκτες οι αντιθέσεις ανάμεσα σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευομένους, που είναι η βασική αντίθεση. Γι’  αυτό ψήφο στο ΚΚΕ.

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2015

Η ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΟΥ



Τις τελευταίες μέρες ντιμπέιτ και εκλογικές συγκεντρώσεις, ατέλειωτες ουρές προσφύγων και νεκρά παιδικά κορμάκια σε απευθείας μεταδόσεις από την τηλεόραση στοχεύουν στον εσωτερικό κόσμο του θεατή, στις σκέψεις του και στα αισθήματά του. Εναλλάσσονται στους τηλεοπτικούς δέκτες οι εικόνες των ταλαίπωρων προσφύγων, περιορισμένα πια αναφέρονται σαν μετανάστες,  μ’ εκείνες των πολιτικών συγκεντρώσεων ή συζητήσεων (δυο όψεις του ίδιου ...καπιταλιστικού νομίσματος)  κι ενισχύονται προκαταλήψεις, αυξάνονται φόβοι, στεριώνονται στερεότυπα. Όλοι να βλέπουμε τα ίδια και να αντιδρούμε όμοια με μια χειραγωγημένη  συλλογική συνείδηση. Πρωτοσέλιδα εφημερίδων και πρώτα θέματα στα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων γίνονται ο καθρέφτης, τις περισσότερες φορές παραμορφωμένος,  της κοινωνικής πραγματικότητας. Τα ψέματα τους γίνονται η αυταπάτη η δική μας..
Η ιδιοποίηση της πληροφόρησης από τα ΜΜΕ υποκρύπτει μια πλήρη ιδιοποίηση της κοινωνίας καθιστώντας τα προνομιακό μέσον διάχυσης της πολιτικής στην κοινωνία και  συντηρώντας την υποτελειακή σχέση που μας έχει επιβληθεί με την κυρίαρχη εξουσία. Όλα διασύρονται με σκοπό να ξυπνήσουν μέσα μας τα πιο επιφανειακά συναισθήματα συγκίνησης ή αποτροπιασμού, ανάλογα,  για να γίνουμε πιο εύκολα διαχειρίσιμοι. Η σύγχυση που  επιχειρείται σχετικά με τα γεγονότα που γίνονται ειδήσεις και το χρόνο που επιλέγονται για να γίνουν είναι σκόπιμη και καθοριστική για το πεδίο πολιτικής που συνθέτεται.
                Κι αν η είδηση παραπέμπει σε ένα γεγονός  σε κάτι δηλ. που συμβαίνει στον κόσμο και είναι ανεξάρτητο από το έντυπο ή το τηλεοπτικό  κανάλι που θα το καταγράψει, αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε γεγονός είναι είδηση ή ότι συχνά οι ειδήσεις δεν αναφέρονται σε γεγονότα πλαστά. Κι  επειδή  στο σκληρό πυρήνα της κυρίαρχης ιδεολογίας για την είδηση, βρίσκεται πάντα μια συγκεκριμένη αντίληψη για το γεγονός, γι’ αυτό  παράγονται και ειδήσεις που μοιάζουν αδιάφορες για συμβάντα που εξαντλούνται την ίδια στιγμή που παράγονται, αποκτώντας νόημα μέσω  της αναμετάδοσης από τα ΜΜΕ, με την προοπτική να μετατραπούν σε σημαντικά μηνύματα που θα επηρεάσουν το συλλογικό ασυνείδητο ή συνειδητό. 
               Οι εικόνες των προσφύγων, των χιλιάδων προσφύγων που πλημμύρισαν τα νησιά μας τους τελευταίους τρεις μήνες, που κατέκλυσαν την τηλεόραση, αποβλέπουν στον εκφοβισμό μας από τη μια και στην επιβεβαίωση μιας υπεροψίας από την άλλη. Αυτές οι εικόνες μπορεί να λειτουργούν σαν μια προειδοποίηση στην κοινωνία μας για το ζοφερό μέλλον μας εκτός της ασφάλειας της ΕΕ ή ακόμα και σαν ερέθισμα για σύγκριση αυτού που εμείς νομίζουμε για το χειρότερο,  οικονομική εξαθλίωση, με το χείριστο, προσφυγιά και θάνατο. Από την άλλη αναζωογονείται κάτι από την ιδεαλιστική, απροβλημάτιστη και απολίτικη εθελοντική δράση των τελευταίων δεκαετιών που ενώνει, εν κενώ, τον κόσμο σε μια κοινή στάση. Οι κατατρεγμένοι πρόσφυγες παρέχουν τη μορφή χωρίς την ουσία, το κενό κέλυφος,  για την επιβεβαίωση μιας κοινωνικής συμπεριφοράς όπου αρκούν τα καλά αισθήματα και οι προθέσεις, σ’ ένα σύστημα απόλυτης εκμετάλλευσης ανθρώπων. Το εφήμερο και παροδικό τέτοιων συμπεριφορών που δεν έχουν βασιστεί στην κοινωνική τάξη και δεν εμπνέουν μορφές αλληλεγγύης, συσπείρωσης και στράτευσης που να εδράζονται σ’  ένα σύνολο αξιών και πεποιθήσεων, πρακτικών και παραδόσεων αρθρωμένων πάνω στην αντίληψη για κοινά συμφέροντα και μοίρα με τους κατατρεγμένους, προσφέρεται για επίδειξη φιλανθρωπίας σαπουνόπερας. Η έλλειψη ταξικών συλλογικοτήτων και δεσμών μέσω των οποίων να εκφράζεται και να  αναπτύσσεται μια πολιτική για το μεταναστευτικό το απομονώνει στη σφαίρα της φιλανθρωπίας. Γι’  αυτό και όταν το πρόβλημα γίνεται χρόνιο και διογκώνεται συνεχώς τότε καμιά φιλάνθρωπη διάθεση δεν μπορεί να αποτρέψει τη μετατροπή των προσφύγων σε αποδιοπομπαίους τράγους, εκτονώνοντας σ’ αυτούς μια οργή που στην πραγματικότητα το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα προκαλεί  και ευνοώντας φασιστικές συμπεριφορές.
               Κι έτσι η υπνωτισμένη ευπιστία μας των τελευταίων χρόνων μαγνητίζεται από  τον τρόπο  που τα καπιταλιστικά  συμφέροντα και τα μέσα ενημέρωσης δεν δυσκολεύτηκαν να επιδείξουν τα φιλάνθρωπα αισθήματά τους μετά τις εικόνες μεταναστών από λιμάνια και σιδηροδρομικούς σταθμούς της Ευρώπης που σαν κοπάδια τρέχουν να περάσουν σύνορα, ν’  ανέβουν σε τρένα ή πλοία. Και η Ευρώπη θυμήθηκε να διαφημιστεί σαν «η πιο ανοικτή και ανεκτική κοινωνία στον κόσμο» σύμφωνα με δηλώσεις του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκαπό αφού το επιβεβαίωσαν στην πράξη τόσο η πρόταση του Γιούνγκερ για τη συγκρότηση μηχανισμού ανακατανομής προσφύγων όσο και οι  φωτογραφίες  με πρόσφυγες της καγκελαρίου Α. Μέρκελ.
Κι έτσι  εμφανίζεται το μεταναστευτικό σαν ζήτημα ηθικό που η Ευρώπη με βάση τις αρχές της αλληλεγγύης και του ουμανιστικού ιδεώδους θα πρέπει να αντιμετωπίσει. Σαν να είναι η Ευρώπη άμοιρη ευθυνών για τον πόλεμο που δημιούργησε τους πρόσφυγες, σαν να είναι αρκετή τόσο καιρό απλώς η εκδήλωση φρίκης για τα ναυάγια στη Λαμπεντούζα, τους νεκρούς στο Αιγαίο κλπ.
               Ισως γι’ αυτό  η όψιμη ευαισθησία των Ευρωπαίων στα αιφνιδίως μάλιστα τους τελευταίους μήνες  διογκούμενα κύματα προσφύγων εγείρει υποψίες  για την ανιδιοτέλειά της. Όλα τούτα μήπως δεν είναι παρά μια προσπάθεια να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις  για δικαιολόγηση ανοιχτών στρατιωτικών επεμβάσεων στη Μ. Ανατολή  και αλλαχού;

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2015

ΣΕ ΦΟΝΤΟ ΕΚΛΟΓΙΚΟ



Φαντάζει τουλάχιστον παραδοξολογία  σε κοινωνίες εντελώς ρημαγμένες, στις οποίες όλα τα  ενδεχόμενα είναι πιθανά, και με εκρηκτικές συγκρούσεις, που φυσικά δεν λύνονται με εκλογές, να καλείται πάλι ο λαός να ψηφίσει, έχοντας προκαθορισμένες επιλογές που ελάχιστα αλλάζουν τα δεδομένα της κοινωνικής πραγματικότητας. Και το εκλογικό σώμα τι ακριβώς με την ψήφο του διεκδικεί πια, όταν όλοι οι πολιτικοί σχηματισμοί, εκτός από το ΚΚΕ, μιλούν για συνεργασίες και συμπράξεις μετεκλογικές στη βάση του υπάρχοντος συστήματος;
Ο δημαγωγικός χαρακτήρας των απόψεων που εκφράζονται και των αντίστοιχων πρακτικών μοιάζει να  οδηγούν σε αδιέξοδους λαβυρίνθους, ακριβώς γιατί όλοι ετούτοι οι πολιτικοί σχηματισμοί, από Χ.Α μέχρι το μόρφωμα του Π. Λαφαζάνη, έχουν στόχο «την καπιταλιστική ανάπτυξη που θυσιάζει τις λαϊκές ανάγκες στο βωμό του καπιταλιστικού κέρδους». Η αντίληψη για  μετασχηματισμό της κοινωνίας με εκλογικές διαδικασίες ή με τη μετατροπή των πολιτικών θεσμών σε όργανα παρέμβασης στο βασικό χώρο της οικονομίας και της παραγωγής, χωρίς τα μέσα παραγωγής ν’  αλλάξουν ιδιοκτησία, που η σοσιαλδημοκρατία ευαγγελιζόταν,  έχει πια χρεωκοπήσει. Και το ΚΚΕ είναι πια η μόνη πολιτική δύναμη  που μιλά για μετασχηματισμό, όχι βέβαια με εκλογές, αλλά με την ανατροπή του ισχύοντος status quo, και ο δρόμος για την ανατροπή  μπορεί να ανοίξει «όταν με τη συμμετοχή στον αγώνα, στο κίνημα, όταν με την ψήφο, αμφισβητηθεί το ίδιο το σύστημα και η εξουσία του».
Ανασταίνει ο Π. Λαφαζάνης και οι συν αυτώ τον αντιμνημονιακό λόγο που εξεμέτρησε το ζην με την κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, αποκαλύπτοντας το κενό από πίσω του. Ήταν ένας λόγος  διαταξικός, αντιφατικός που ήθελε να υπερβαίνει τις  ταξικές αντιθέσεις, τη στιγμή που τις ζουν σ’ ένα μεγάλο εύρος κοινωνικά στρώματα με διαφορετικούς και ανταγωνιστικούς ταξικούς προσδιορισμούς. Γι’ αυτό και ενώ οι λύσεις είναι ανταγωνιστικές, ταξικά προσδιορισμένες φαίνονταν πως μπορούσαν να συνυπάρχουν μέσα στον ίδιο αντιμνημονιακό λόγο, ώσπου στο τέλος, όταν ήρθε η ώρα της εφαρμογής συγκεκριμένης πολιτικής, αποκαλύφτηκε η απάτη, που η Λαϊκή Ενότητα με προσποιητή αφέλεια επιμένει να συνεχίζει.
Χρόνια μας έλεγαν ότι η αλλαγή της κοινωνίας δεν είναι απαραίτητο να γίνει στον τομέα των παραγωγικών σχέσεων, που νοούνται ως στεγνές οικονομικές  σχέσεις,  αλλά να ξεκινήσει συνολικά από τον άνθρωπο  και τις κοινωνικές του σχέσεις, και  ότι υπάρχουν  πολλοί άλλοι τομείς μεγάλης βαρύτητας, στη βάση των οποίων οργανώνεται και αναπαράγεται ολόκληρη η κοινωνία. Κι έτσι ήρθαν  στο προσκήνιο νέες συγκρούσεις, όπως της  νέας και παλιάς γενιάς, των ανδρών και γυναικών  ή και προβληματισμοί όπως η καταστροφή του περιβάλλοντος κλπ. Στη  ρίζα βέβαια αυτής της αντίληψης βρίσκεται  η σκέψη ότι ο καπιταλισμός έχει πολλές ισοδύναμες αντιθέσεις. Και μια από αυτές είναι και  η πάλη των τάξεων, που κι αυτή νοείται σχεδόν αποκλειστικά ως συνδικαλισμός, όπως άλλη είναι  η καταστροφή του περιβάλλοντος ή η απειλή πολέμου κλπ. Όλες αντιθέσεις ισοδύναμες, κατά παράθεσιν αντιμετωπιζόμενες. Σε μια τέτοια όμως παραθετική σύλληψη της κοινωνίας, όπου η αυτονομία της κάθε αντίθεσης επιβάλλει την αποδοχή  του οτιδήποτε  φτιάχνεται στη βάση αυτής της αντίθεσης, ο σεβασμός της ιδιαιτερότητας μεταφράζεται σε μεμονωμένες και αποσπασματικές δράσεις επί του μερικού, αφήνοντας στο απυρόβλητο την ίδια την ουσία του καπιταλισμού. Κόμματα και  κινήματα δημιουργούνταν λοιπόν στη βάση  αντιθέσεων που θεωρούνταν στην αρχή  το  ίδιο σημαντικές με την αντίθεση κεφαλαίου –εργασίας, μέχρι που σχεδόν αυτή η βασική αντίθεση εξαφανίστηκε από το προσκήνιο. Κι έτσι η ίδια η οριζοντίως αθροιστική σύλληψη των αντιθέσεων του καπιταλισμού υπαγόρευε την οριζόντια αθροιστική παραθετική σύλληψη δράσεων και ενεργειών.
Εκπαιδευμένοι λοιπόν από την αστική ιδεολογία για τη δυνατότητα παρέμβασης του ίδιου του συστήματος σε επιμέρους, ισοδύναμες αντιθέσεις πιστέψαμε πως και το μνημόνιο ήταν μια επιμέρους αντίθεση μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα και όχι η έκφραση της ταξικής αντίθεσης του εργαζόμενου με το κεφάλαιο. Διάφορα λοιπόν  κινήματα και κόμματα με σημείο αναφοράς το αντιμνημονιακό λόγο δεν θεωρούνταν παρά προϊόντα  των σύγχρονων αντιθέσεων του καπιταλισμού στις οποίες μπορούσαν και οι αστικές δυνάμεις να παρεμβαίνουν πολλές φορές εξομαλύνοντάς τες. Χαρακτηρίζονταν επομένως προοδευτικά, δηλ. τίποτε και μαζί και αντικαπιταλιστικά, δηλ. σχεδόν τα πάντα, χωρίς όμως να προβάλλεται η σύγκρουση με τον καπιταλισμό στον ίδιο τον τρόπο οργάνωσης της παραγωγής. Γι’  αυτό και  στην πραγματικότητα ανέξοδα για το ίδιο το σύστημα, διάφορα κόμματα και κομματίδια μπορούσαν να ορίζονται στη βάση της αντίθεσης μνημονιακοί –αντιμμημονιακοί, χωρίς να στρέφονται ενάντια στον καπιταλισμό ακόμα κι αν το διακήρυσσαν,  απλούστατα γιατί αυτή η αντίθεση δεν θεωρούνταν βασική. Κι έτσι η  βασική αντίθεση κεφάλαιο–εργασία, ο πραγματικός χαρακτήρας της ΕΕ, μια ιμπεριαλιστική, καπιταλιστική ένωση, και  ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής έμεναν στο απυρόβλητο κι ασχολούμασταν όλοι με τα συμπτώματα και τις συνέπειες του.
Εξάλλου,  σε μια τέτοια αθροιστική σύλληψη της κοινωνίας αντιστοιχεί και ένα ολοένα  και πιο αθροιστικό οριζόντιο κόμμα. Γι’ αυτό ένα εθνικιστικό κόμμα σαν τους ΑΝΕΛ μπορούσε να έχει αντιμνημονιακό λόγο και να συνεργάζεται με ένα κόμμα της Αριστεράς, το οποίο είχε στο επίκεντρο των προβληματισμών του προτάσεις για επιμέρους αντιθέσεις που όμως δεν στρέφονταν εναντίον του καπιταλισμού.  Κι έτσι καλλιεργείται η αντίληψη ότι δεν χρειάζεται συνολική ερμηνεία της πραγματικότητας, για να ακυρωθεί  ο καθοδηγητικός ρόλος του κόμματος  κι επομένως ένα κόμμα σαν το ΚΚΕ να φαίνεται ότι δεν έχει να παίξει κανέναν ρόλο συνολικά απέναντι στην κοινωνία.
Κι έτσι φτάσαμε μετά  πέντε χρόνια καπιταλιστικής επίθεσης  ακόμα  να μην έχουν γίνει διαφανείς οι ταξικές πολιτικές και επιλογές των κομμάτων, κι όλο να ανακαλύπτονται νέες ψευδείς συγκρούσεις για να μην φανούν τα πραγματικά μέτωπα σύγκρουσης. Και αν όλα τα κόμματα και κομματίδια, ακόμα κι αν καλλιεργούν το έδαφος για το φασισμό, βρίσκονται σε αγαστή συμφωνία στην εκφορά αντιφαστιστικού λόγου,  είναι γιατί  ο αντιφασισμός  μπορεί να χρησιμοποιείται  ως αμυντική ιδεολογία που αντιστέκεται όχι στην καπιταλιστική επίθεση για την ανασυγκρότηση του καπιταλισμού, αλλά στην παραμόρφωση του συστήματος και στη διαστρέβλωση του σε ανελεύθερο και καταπιεστικό. Σαν αμυντική ιδεολογία όμως υπάρχει η ελπίδα, για την άρχουσα τάξη, να μην προωθήσει αγώνες που στρέφονται ενάντια στο σύστημα που γέννησε το φασισμό, αλλά αντίθετα να το υπερασπίσει  μη θεωρώντας το φασισμό γνήσιο τέκνο του καπιταλισμού. Μόνο που οι ίδιες διαδικασίες που ανοίγουν το δρόμο της νέας καπιταλιστικής ανασυγκρότησης καθιστούν εξίσου επίκαιρη και τη σοσιαλιστκή διέξοδο από την κρίση.
               Δια ταύτα «Καμιά λαϊκή ψήφος (…)να μην χαθεί προς τα κόμματα του κεφαλαίου που ψήφισαν μνημόνιο. Καμιά ψήφος να μην δοθεί στους ναζιστές εγκληματίες της ΧΑ. Καμιά ψήφος να μην δοθεί στους καιροσκόπους του ΣΥΡΙΖΑ 2, της ονομαζόμενης ΛΑΕ. Μαζί με το ΚΚΕ για να γίνει ο λαός κυρίαρχος της οικονομίας και της εξουσίας για μια πραγματικά αληθινή εργατική λαϊκή κυριαρχία, εξουσία»