Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014

ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ



Από το βιογραφικά του Γ. Στουρνάρα που κυκλοφορούσαν όταν έγινε υπουργός Οικονομικών που έδιναν έμφαση στο αριστερό παρελθόν του πατέρα του (αναφέρεται σαν γραμματέας του ΕΑΜ Φθιώτιδας), στην αυτοπαρουσίαση του νυν  υπουργού  Οικονομικών Χαρδούβελα σε τηλεοπτική εκπομπή του Γ. Πρετεντέρη  σαν αυτοδημιούργητου που αν και ζει στα βόρεια προάστια δεν γεννήθηκε όμως εκεί μέχρι την επίκληση της καταγωγής του από χωριό του παραιτηθέντα  Γ. Στύλιου  για να δικαιολογήσει τις πολιτικές του αποφάσεις και να αντικρούσει την κριτική τη Λ. Κανέλλη που κατέληξε στην κατ’  ουσία επιδοκιμασία της βίαιης συμπεριφοράς του Η. Κασιδιάρη, καταβάλλεται προσπάθεια να προβληθεί το μικροααστικό παρελθόν του πολιτικού προσωπικού και όπου αυτό είναι εφικτό διανθισμένο από αριστερές, είτε νεανικές είτε προγονικές, επιλογές.
Είναι εκφάνσεις του ίδιου ιδεολογικού και πολιτικού πλαισίου που, ιδιαίτερα με πρωτομάστορα το ΠΑΣΟΚ, δημιουργήθηκε για να επιτεθεί στα οράματα και τις διεκδικήσεις των λαϊκών στρωμάτων. Μέσα από τον αγώνα της δεκαετίας του ’40 αυτά τα οράματα για σοσιαλιστικό σχηματισμό της  κοινωνίας διατηρούσαν την εγκυρότητα και αίγλη τους σε όλα τα χρόνια των διώξεων και της περιθωριοποίησης των αγωνιστών της αντίστασης και του εμφυλίου. Γι’  αυτό ήδη από την επομένη της πτώσης της δικτατορίας το πολιτικό καθεστώς, αναζητώντας την νομιμοποίηση από το σύνολο του ελληνικού λαού, δεν διστάζει να υποκριθεί εύνοια προς ιδεολογίες που χαρακτηρίζονταν αριστερές (ακόμα και η νομιμοποίηση του ΚΚΕ προβλήθηκε από την κυρίαρχη εξουσία ως ευνοϊκή της παραχώρηση), ενώ  συγχρόνως μεθοδεύεται η ομογενοποίηση των συνειδήσεων. Ξεκινά συστηματικά η σύνθετη κοινωνική διεργασία αλλοίωσης της ταξικής συνείδησης συγκαλύπτοντας στο ιδεολογικό πεδίο τον καπιταλισμό και την πολιτική αστική με μια αντίληψη που, ενώ δηλώνει και διαδηλώνει ακόμα και  μαρξιστική, μεταχειρίζεται επιλεκτικά το  κομμουνιστικό παρελθόν χωρίς αιδώ, έτσι που να  καταντά να γίνεται  προφητικός απολογητής  του  σοσιαλισμού του τρίτου δρόμου.  Αυτή θα ενισχυθεί και από τη προβολή της κοινωνικής προέλευσης στελεχών των κομμάτων εξουσίας, αλλά και την περιγραφή της κοινωνικής τους βάσης  που έμοιαζε λαϊκή και λαϊκότροπη.  Εργατική, αγροτική, μικροαστική άντε το  πολύ μεσοστρωματική η εκλογική τους βάση. Μεταμφιεσμένος έτσι ο κυρίαρχος λόγος έκανε ευκολότερη την ιδεολογική υποδοχή των πολιτικών επιλογών της άρχουσας τάξης και συνετέλεσε και αυτό στην άμβλυνση της ταξικής συνείδησης, στην απροθυμία για   ουσιαστική οργάνωση στις μεγάλες μάζες, στην αδυναμία αντίληψης των κοινωνικών προβλημάτων και την ιδεαλιστική προσέγγιση της οικονομίας. Κι έτσι η ριζοσπαστική ορμή του λαϊκού κινήματος των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης χειραγωγήθηκε και χρησιμοποιήθηκε προς όφελος τελικά της κυρίαρχης τάξης.
Καιρός λοιπόν να ξεμπερδεύουμε και με το λόγο που υποκρίνεται τον μαρξιστικό,  αλλά και  με κοινωνιολογικές αναλύσεις που απονέμουν χαρακτηριστικά φιλολαϊκά σε ένα κόμμα, οργάνωση κλπ. από την κοινωνική βάση του ή κάποια στελέχη του, που παραπλανούν το λαϊκό κίνημα, για την επίτευξη της συναίνεσης. Γιατί,  αν στα χρόνια της  ευμάρειας η συναίνεση φαινόταν  να  επιτελείται με ιδεολογικούς όρους ήταν  γιατί αυτή στηριζόταν και σε πολύ πιο υλικά χαρακτηριστικά: υποσχέσεις για ικανοποίηση συσσωρευμένων λαϊκών αιτημάτων, αχόρταγη δίψα των ανερχόμενων, παλαιών και νέων, κοινωνικών στρωμάτων, θολές διεκδικήσεις μεσοστρωμάτων  που τρέφονταν από το είδος της κυρίαρχης οικονομίας που ενισχύει βολέματα της παραοικονομίας. Όλα αυτά μπορεί να εύρισκαν την εκπροσώπησή τους σε κόμματα που δήλωναν σοσιαλιστικά και αριστερά, αλλά αυτό κάθε άλλο παρά παρείχε τα εχέγγυα εκείνης της ταξικής πολιτικής που επιτίθεται εναντίον του καπιταλισμού. Γιατί  το πρόβλημα δεν είναι μόνο  η  κοινωνική σύνθεση στελεχών  ενός κόμματος, αλλά το είδος της ταξικής πολιτικής που το κόμμα αυτό προωθεί, το είδος της ταξικής πάλης με το οποίο πολιτεύεται, το είδος των σχέσεων που εγκαθιδρύει με τις υποτελείς τάξεις.
Στα χρόνια του μνημονίου, όπου όλο  το βάρος της κρίσης  φορτώνεται στην εργατική τάξη και στα μικροαστικά στρώματα του πληθυσμού, αποκαλύπτεται ξεκάθαρα η ιδεολογικοπολιτική παραπλάνηση που χρησιμοποιούν όλα τα αστικά κόμματα, της αξιωματικής αντιπολίτευσης περιλαμβανομένης, που υιοθετούν αυτήν την πολιτική για να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο της κινητοποίησης  της εργατικής τάξης και άλλων μεγάλων τμημάτων του λαού, χωρίς ιδιαίτερες κοινωνικές εντάσεις. Η άρχουσα τάξη δεν έχει πρόβλημα  να  προσλάβει για πολιτικούς της εκπροσώπους   από το γιο του ταχυδρόμου μέχρι τον τηλεπωλητή βιβλίων, αν τη βοηθούν στη χειραγώγηση των λαϊκών τάξεων  και στην κυριαρχία της.   
Και όσο περνούν τα χρόνια και σκληραίνει η ανελέητη επίθεση του καπιταλισμού εναντίον των  υποτελών τάξεων, η κυρίαρχη εξουσία μοιάζει να αισθάνεται αρκετά δυνατή για να αντιμετωπίζει τις αντιδράσεις τους με βίαιη καταστολή, πριν τολμήσουν να οργανωθούν για να αγωνιστούν υπερασπιζόμενοι τα δικά τους συμφέροντα και όχι αυτά της κυρίαρχης τάξης. Κι ίσως δεν είναι η στρατηγική της έντασης που για μικροπολιτικούς μόνο λόγους εφαρμόζεται, σ’  έναν μάλιστα ιδιαίτερα ευαίσθητο χώρο όπως αυτόν της εκπαίδευσης. Οι εξαιρετικά δραστικοί μηχανισμοί  διαμόρφωσης και χειραγώγησης  της κοινής γνώμης για την ενστάλλαξη εκείνης της ιδεολογίας που οδηγεί στην πειθήνια διαβίωση και  στην αποδυνάμωση των αντιδράσεων προετοιμάζουν το επόμενο στάδιο που είναι η πλήρης εγκατάλειψη, με την αρωγή των κατασταλτικών μηχανισμών,  από τα λαϊκά στρώματα  κάθε απόπειρας αντίδρασης.
Σ’ ένα πρώτο στάδιο λοιπόν, επειδή η διαμαρτυρία ακόμα και για μεμονωμένες αιτίες, ακόμα και από μεμονωμένες ομάδες μπορεί να κρατήσει ζωντανή  την αντίθεση απέναντι στην πολιτική και  κοινωνική παντοδυναμία της κυρίαρχης  τάξης  και επειδή είναι πιο εύκολος στόχος και με πολλαπλά μηνύματα, δείχνει εκεί  την πυγμή του ο κατασταλτικός μηχανισμός. Ένα φοιτητικό κίνημα που κοιμάται υπολογίζεται ότι είναι πολύ πιο δύσκολο να οργανωθεί και να αντιδράσει με αντίστοιχη  μεθοδικότητα και αποτελεσματικότητα με την κρατική εξουσία.
Σ΄ ένα δεύτερο στάδιο πιθανόν να προχωρήσει η καταστολή μεθοδευμένα πια και συστηματικά  στο ίδιο το εργατικό κίνημα που το συλλαλητήριο της 1η Νοέμβρη έδειξε ότι αρχίζει να οργανώνεται.
Η  διόγκωση έως κυριαρχίας των κατασταλτικών μηχανισμών, η βίαιη αστυνόμευση και της ιδιωτικής ζωής, η βάναυση επέμβαση για την καταστολή  των εργατικών αγώνων δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν  παθογόνα στοιχεία του συνολικού κρατικού συστήματος, αλλά αποτελούν  δομικά χαρακτηριστικά του συστήματος. Ο αυταρχικός κρατισμός δεν θα εξαντληθεί στην έξαρση των μηχανισμών  καταστολής, αλλά θα  προχωρά ολοταχώς  στη συρρίκνωση και  παρακμή των θεσμών της αστικής δημοκρατίας.
Το νέο σύνταγμα ετοιμάζεται, γιατί πάνω από όλα η  …νομιμότητα.

Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2014

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΝΟΗΜΑΤΟΣ



Ελευθερία, δημοκρατία, αγορά. Λέξεις που απασφαλίζουν και  κρύβουν στην ιλύ του κυρίαρχου λόγου του καπιταλισμού τις  νάρκες που απειλούν το κυρίαρχο σύστημα και  ο ζήλος των ΜΜΕ, της διανόησης και των πολιτικών του αφαιρούν από το γύρω έδαφος. Το ναρκοπέδιο επιμελώς κρύβεται και περιχαρακώνεται. Κρύβεται πίσω από διακηρύξεις για  την ελευθερία που επικράτησε στην Ευρώπη μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου, για την δημοκρατία που  θριάμβευσε μετά την πτώση των «ολοκληρωτικών καθεστώτων», για την αγορά που δίνει σε όλους ευκαιρίες να βελτιώσουν τους υλικούς όρους ζωής τους.
 Γι’ αυτό λοιπόν, για μια ακόμα επέτειο, η 25η είναι η φετινή, μόνο πανηγυρισμοί έχουν θέση για το γκρέμισμα του «τείχους  του μίσους» στο Βερολίνο. Επικό πλήγμα στην τυραννία χαρακτήρισε η Α. Μέρκελ το γκρέμισμά του, μια ανατολικογερμανή που επέστρεφε από σάουνα, όταν είδε να πέφτει το τείχος του Βερολίνου και τώρα είναι καγκελάριος της ενωμένης καπιταλιστικης Γερμανίας και Ευρώπης – έτσι απλά.
Και τα  25 χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι τώρα,  στις βασανιστικές απορίες και τα αναπάντητα ερωτήματα για τις υπόγειες διαδρομές ιδεολογιών,  τις σκοτεινές δράσεις πολιτικών, τις άρρητες συμφωνίες οικονομικών συμφερόντων, δεν έδωσαν απάντηση πέρα από εικασίες, περιπτωσιολογίες, απλοϊκές ερμηνείες σύνθετων καταστάσεων. Θέσεις που ελκύουν  επειδή ποντάρουν στην καταπτόησή μας και μεταμφιέζουν σε ερμηνείες τους εξορκισμούς και τους μύθους, διαμορφώνοντας ένα φαντασιακό περιβάλλον όπου έννοιες  και ανάγκες που θεωρούνταν επαναστατικές  συνδέθηκαν μόνο με κρίματα κι εγκλήματα που αποδόθηκαν στον υπαρκτό  σοσιαλισμό για να ακυρωθούν τελειωτικά.
 Κινούμαστε σε ένα διάχυτο και πλαδαρό παρόν που απαιτεί  τη δικαίωσή του στην κατασκευή και ερμηνεία του παρελθόντος.  Αφουγκραζόμαστε  το παρελθόν μέσα στο παραισθησιογόνο νεφέλωμα της καπιταλιστικής  κοινωνίας που με μαρτυρίες, μυστικά έγγραφα, προσωπικά βιώματα κατασκευάζει τα  «τέρατα» του υπαρκτού σοσιαλισμού. Το σοσιαλιστικό  παρελθόν δεν καταδικάστηκε απλώς,  αλλά περιφρονήθηκε, άδειασε από την αγωνία του και τον αγώνα του για μετασχηματισμό της κοινωνίας, τραυματίστηκε η ύπαρξή του από την πλήρη απουσία νοήματος  άλλου από τη χρησιμοποίησή του ως όχημα εξουσίας και δύναμης μιας δράκας ανθρώπων.
  Και τελικά απόμειναν ένθεν κακείθεν του πάλαι ποτε τείχους  οι πολυεθνικές και ένα κενό. Ταυτίζοντας τα όνειρα των ανθρώπων με την καρικατούρα τους, που τελικά επικράτησε, εκχωρήθηκαν  τα πάντα  σ’ εκείνους που μόνο την καρικατούρα χρειάζονται και που συγχέοντας σκόπιμα την ελευθερία  με την άνεση, με υποσχέσεις για την απόλυτη  κατανάλωση και ευδαιμονισμό  σπεύδουν τώρα να καλύψουν  τη διάψευση με εκφοβισμούς και απειλές.
              Σαν η πτώση του τείχους να έρχεται από κείνο το μακρινό ’68 που εδραίωσε  στην αντίληψή μας ότι η επανάσταση είναι θέμα επιλογής μουσικής, που ενώνει όλους τους ανθρώπους –και τι άλλο θέλουμε όλοι από αγάπη;
Οι διαδικασίες που τα αποτελέσματα βιώνουμε τώρα επώδυνα ξεκίνησαν από τότε, όταν η συναινετική–παθητική δημοκρατία, η περιθωριοποίηση του κομμουνιστικού κινήματος έγινε ο κανόνας της πολιτικής ζωής. Κάθε λόγος αντίθετος διαστρεβλώνεται και χλευάζεται. Ο ορίζοντας κλειστός πια, καμιά διέξοδος. Να μην υπάρχει καμιά  αξιόπιστη, ιδεολογικά εδραιωμένη κοινωνική πρόταση, κάθε αγώνας  να είναι πολλαπλά υπονομευμένος. Γι’ αυτό και δεν έχουν τέλος ο χλευασμός, ακόμα και μέσα από απλοϊκά ανέκδοτα, και οι κατηγορίες για τη ζωή στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού. Είναι απολύτως φυσικό να υπάρχουν χιλιάδες φτωχοί που δεν επιβιώνουν στον καπιταλισμό, αλλά είναι απολύτως απαράδεκτο να μην μπορεί ο σοσιαλισμός να εκπληρώσει όλες τις καταναλωτικές ανάγκες των ανθρώπων.
Η πτώση  του τείχους έγινε το σύμβολο  της νέας συναινετικής δημοκρατίας που έχει σαν κύριο χαρακτηριστικό  να μην νομιμοποιεί όσους δεν τη νομιμοποιούν. Σ’ όλη την Ευρώπη δεν νομιμοποιείται, ούτε καν ιδεολογικά,  κανείς να διεκδικεί στο πολιτικό επίπεδο μια ριζική, ολοκληρωτική διαφορετικότητα. Δεν έχει λόγο ύπαρξης και τόπο να σταθεί κανένας σχηματισμός που να δηλώνει και πολύ περισσότερο να δρα σαν δύναμη  ανατροπής. Την ίδια στιγμή  που θριαμβικά αναγγέλλεται η  πτώση «ολοκληρωτικών καθεστώτων», επιβάλλεται  ο ολοκληρωτισμός της θεσμικής συναίνεσης. Η προσχώρηση μάλιστα των ανατολικών κρατών του υπαρκτού σοσιαλισμού στον καπιταλισμό παρέχει την πολιτικοϊδεολογική κάλυψη, το βεληνεκές  και την ιδεολογική νομιμοφάνεια  για αποδοχή του εγχειρήματος. Εκτός της συναινετικής νομιμότητας τίθενται όσοι θέτουν προτεραιότητα όχι στην εδραίωση και υπεράσπιση των αστικών–κοινοβουλευτικών  θεσμών, αλλά στο ζήτημα του κοινωνικού μετασχηματισμού.
Όλες οι αλλαγές σε μια δεδομένη (φτάνοντας στα όρια της μεταφυσικής) κατάσταση αναμένονται από τα πάνω: πέρασμα της πολιτικής πρωτοβουλίας στα χέρια των  επαγγελματιών πολιτικών, μιας πρωτοβουλίας που βρίσκει τη δικαίωσή της κάθε τέσσερα χρόνια μέσω της λαϊκής επιδοκιμασίας κι έτσι εκπληρώνεται και η αρχή της πλειοψηφίας, η εγκατάλειψη της ταξικής σύγκρουσης προς χάρη της …συναινετικής συνύπαρξης, η είσοδος κάθε πολιτικής δύναμης στο προσκήνιο όχι πλέον από  θέσεις αντιπαλότητας αλλά από θέσεις  συνεργασίας και διαλόγου, η έλλειψη κοινωνικού οράματος που να δίνει περιεχόμενο στη δημοκρατία στην οποία όλοι τώρα δηλώνουν πίστη, η εφαρμογή με άλλα λόγια του τριπτύχου  ιδεολογική υποταγή – συναίνεση –δημοκρατία είναι τα κύρια σημεία του νέου μοντέλου. Και ό,τι ονομάζεται αριστερά, γίνεται δεκτή στην πολιτική σκηνή  στο βαθμό που έχει εγκαταλείψει όχι μόνο το αίτημα του κοινωνικού μετασχηματισμού,  αλλά ακόμα και το  αίτημα της αντίστασης στις επιλογές  του καπιταλισμού, ενώ υπάρχει μόνο το αίτημα και οι αξίες της προσαρμογής.
Μαζί με το τείχος του Βερολίνου γκρεμίστηκε και η ταξική πάλη. Στην πραγματικότητα εκείνο τα τείχος αυτή τη σύγκρουση σηματοδοτούσε. Η πτώση του τείχους  σηματοδοτεί όχι μόνο την εγκατάλειψη της ταξικής σύγκρουσης αλλά και την παραδοχή της ανυπαρξίας της. Το δέλεαρ του καταναλωτισμού που υποσχέθηκε μια ατέλειωτη διαταξική ευδαιμονία και  στους ανατολικογερμανούς ήταν το επιστέγασμα μιας διαδικασίας, όπου τα ίδια τα πράγματα γίνονται η πραγματικότητα της συνείδησης, η συνείδηση της πραγματικότητας. Κι αυτό σημαίνει ότι πια την εξέλιξη των κοινωνιών ούτε η οικονομία και η πάλη των τάξεων την καθορίζει κι επομένως το όραμα του κομμουνισμού για αταξική κοινωνία είναι το λιγότερο ανεδαφικό, αν όχι κι εγκληματικό.
Την ίδια στιγμή βέβαια τα τείχη δεν παύουν να υψώνονται, με τη δική μας συναίνεση. Από τον Εβρο μέχρι την Παλαιστίνη στα καθ’ ημάς. Για να αποκλείσουν τον άλλο που του αποδίδονται πια φυλετικά χαρακτηριστικά. Τώρα τα νέα τείχη, νομιμοποιημένα ιδεολογικά στη συνείδησή μας, είναι για ν’ αποτρέψουν άλλες φυλές να εισχωρήσουν στον καταναλωτικό μας παράδεισο που παραπαίει. Δεν υπάρχουν ταξικοί διαχωρισμοί πια αλλά μόνο φυλετικοί –πακιστανοί, αφγανοί, παλαιστίνιοι κλπ. Η σύγκρουση ταξικών συμφερόντων περιβλήθηκε  με ιδεολογικούς  και ηθικούς όρους περί ελευθερίας, όπου η ελευθερία  πολυεθνικών συμφερόντων εξισώθηκε  με την ελευθερία από κάποια κοινωνικά δεσμά. Πάντα ο καπιταλισμός τα πήγαινε καλύτερα με τις φυλετικές διακρίσεις, γιατί  ο φασισμός σε ώρα ανάγκης μπορεί να αναλάβει πρωτοβουλία. Η συνειδητοποίηση της ταξικής πάλης ήταν ανέκαθεν το πρόβλημά του, γιατί τότε υπάρχει κίνδυνος της οργάνωσης και του αγώνα των υποτελών τάξεων. Γι’  αυτό και το κομμουνιστικό κόμμα που μπορεί να οργανώσει αυτόν τον αγώνα αν δεν έχει γίνει δυνατό να διαλυθεί είτε  μέσα στην πολιτική  θαλπωρή της συναίνεσης είτε μέσα στην κινητικότητα των κινημάτων πρέπει να περιθωριοποιηθεί, να χλευαστεί, να συκοφαντηθεί.
Και εις πείσμα του χλευασμού, της περιφρόνησης και της κατασυκοφάντησης συνεχίζεται να υποστηρίζεται ακόμη, έστω και από λίγους, ότι η κομμουνιστική αντίληψη των πραγμάτων είναι αυτή που έχει καταλάβει  το σωστό οχύρωμα, τη σωστή σκοπιά, εκείνη που επιτρέπει να βλέπει η εργατική τάξη πέρα από τα υψώματα που της  κρύβουν τη θέα.
Το μέλλον τρέχει κατά πάνω μας.

Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2014

Ο ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΟΚΤΩΒΡΙΑΝΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ



Κι επειδή η ΕΣΣΔ ήταν εκείνη που μετέτρεψε τη θεωρία σε πράξη και διέδωσε την  μαρξιστική ερμηνεία του κόσμου και τις λύσεις που προσφέρει η μαρξιστική σκέψη για τις αντιφάσεις της καπιταλιστικού κόσμου. Κι επειδή το σοβιετικό παράδειγμα  απέδειξε στις υποτελείς τάξεις και λαούς ότι είναι δυνατή η μεταμόρφωση των συνθηκών της οικονομίας, ότι δεν υπάρχουν  οικονομική μοίρα και αθεράπευτες ανισότητες. Γι’ αυτό, για να ψαύσουμε πάλι όνειρα που πραγματοποίησε κι ελπίδες που τροφοδότησε, 97 χρόνια από την Οκτωβριανή επανάσταση, το άρθρο του Δ. Γληνού για τον «διεθνικό χαρακτήρα της Οχτωβριανής επανάστασης, το σοσιαλιστικό έθνος» που γράφτηκε στην κατοχή.
«Από διπλήν άποψη η Οχτωβριανή Επανάσταση ξεπερνάει τα σύνορα της χώρας, όπου διαδραματίστηκε και απλώνεται απάνω σ’ όλα τα έθνη της γης. Από τη μια μεριά είναι επανάσταση προλεταριακή, λαϊκή και σαν τέτια είναι ένας κρίκος στην αλυσίδα όλων των επαναστατικών κινημάτων, που γεννήθηκαν μέσα στους κόλπους της καπιταλιστικής κοινωνίας από την ταξική αντίθεση ανάμεσα στην αστοκρατία και τις εργαζόμενες μάζες των λαών, που είνε θύματα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Και είνε το πρώτο επαναστατικό κίνημα, που επεκράτησε σε μιαν απέραντη χώρα, στο ένα έχτο της γης που δημιούργησε τη πρώτη σοσιαλιστική κοινωνία του κόσμου. Γι’  αυτό έγινε ο δάσκαλος και  ο καθοδηγητής της επανάστασης σ’ όλες τις χώρες της γης. Η Τρίτη Διεθνής, που ιδρύθηκε το 1919 ήταν το αναγκαστικό επακόλουθο  της Οχτωβριανής  Επανάστασης και στάθηκε  ο φάρος, που καθοδήγησε από τότε το επαναστατικό κίνημα σ’ όλες τις χώρες της γης, όπου το προλεταριάτο είχε φτάσει σε τέτιαν ανάπτυξη και συνειδητοποίηση, ώστε να μπορεί να μπει στον αγώνα με τα οργανωμένα πρωτοποριακά στοιχεία του, με τα κομμουνιστικά  κόμματα.
               Και ο δεσμός ανάμεσα  στα κομμουνιστικά κόμματα όλου του κόσμου, που σφυρηλατήθηκε μέσα στη φωτιά των αγώνων, και τώρα ακόμη, που η Τρίτη Διεθνής, αφού έπαιξε τον ιστορικό της ρόλο αυτοδιαλύθηκε, παραμένει μέσα στην ενότητα της μαρξιστικής –λενινιστικής–σταλινικής θεωρίας και μέσα στην ακατάλυτην αλληλεγγύη του προλεταριάτου και των λαϊκών μαζών, που σ’  όλες τις χώρες της γης αγωνίζονται για την απολύτρωσή τους. Ετσι η Οχτωβριανή Επανάσταση έχει κιόλας  δημιουργήσει μια υπερεθνικήν ενότητα όλων των λαών και αυτή θα είνε  η κινητήρια δύναμη, που θα πλάσει τη νέα μορφή του διεθνισμού, που θα πηγάσει από την επικράτηση της προλεταριακής επανάστασης σε πολλές χώρες μετά τον παγκόσμιο πόλεμο. Από την άλλη μεριά η Οχτωβριανή Επανάσταση και το πρώτο σοσιαλιστικό κράτος που επήγασε απ’ αυτήν, η Σοβιετική Ενωση, έφερε στον κόσμο μια νέα μορφή στις σχέσεις ανάμεσα στα έθνη. Εδημιούργησε την έννοια του σοσιαλιστικού διεθνισμού, σε αντίθεση προς την έννοια  του ιμπεριαλιστικού, καπιταλιστικού διεθνισμού. Ο καπιταλιστικός διεθνισμός έχει παρουσιάσει ως τόρα δυο μορφές. Η πρώτη μορφή είνε ο διακανονισμός των σχέσεων ανάμεσα σε πραγματικά ή φαινομενικά ανεξάρτητα εθνικά κράτη και ο διακανονισμός αυτός ονομάζεται διεθνικό δίκαιο, δημόσιο  και ιδιωτικό. Η μορφή αυτή του διεθνισμού είνε μια προσπάθεια  απάνω στη βάση του απόλυτου ανταγωνισμού των συμφερόντων της κάθε εθνικής αστοκρατίας και κεφαλαιοκρατίας να βρεθεί ένας τρόπος να εξομαλύνουνται με γενικά αναγνωρισμένους κανόνες οι διαφορές αυτές. Το Διεθνικό Δικαστήριο της Χάγης και αργότερα η Κοινωνία των Εθνών, που δημιουργήθηκε μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, είνε τα  αποκορυφώματα   της προσπάθειας αυτής. Το πόσο λίγο όμως οι προσπάθειες αυτές κατόρθωσαν πραγματικά να διακανονίσουν τις  αντιθέσεις φάνηκε από το ξέσπασμα του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου.
               Η δεύτερη μορφή  του καπιταλιστικού διεθνισμού είνε ο καθαυτό  ιμπεριαλιστικός διεθνισμός. Το αποκορύφωμα  και τούτης  της μορφής επρόκειτο να είνε η εθνικοσοσιαλιστική αυτοκρατορία της Γερμανίας και η κωμική απομίμηση του, η ρωμαϊκή αυτοκρατορία του Μουσολίνι. Ο ιμπεριαλιστικός αυτός διεθνισμός με τη «νέα τάξη» και τη «νέαν Ευρώπη», που πήγαινε να δημιουργήσει, δεν ήτανε τίποτε άλλο παρά η εκμεταλλευτική κυριαρχία ενός λαού απάνω στους άλλους. Τι θα εσήμαινε ο διεθνισμός αυτός το γνώρισαν κιόλας οι λαοί της Ευρώπης, στα τρία χρόνια που στενάζουν κάτω από τη βάρβαρη τυραννία των φασιστών και των εθνικοσοσιαλιστών.
               Απέναντι  σε τούτη τη μορφή του ιμπεριαλιστικού διεθνισμού υψώνεται ο σοσιαλιστικός διεθνισμός. Ενώ ο ιμπεριαλιστικός διεθνισμός θεμελιώνεται απάνω στην εκμετάλλευση των λαών από ένα κυρίαρχο λαό και είνε μια επέχταση της εσωτερικής εκμετάλλευσης των εργαζομένων από την κυρίαρχη αστική τάξη, ο σοσιαλιστικός διεθνισμός θεμελιώνεται απάνω στην αρχή της κατάργησης της εκμετάλλευσης ενός λαού, όπως η σοσιαλιστική κοινωνία  θεμελιώνεται απάνω στην κατάργηση των τάξεων και της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.
               Η ίδια η Σοβιετική Ενωση, που έλυσε το πρόβλημα των εθνοτήτων μέσα στους κόλπους της μας έδωκε κιόλας τον τύπο ενός υπερεθνικού  κράτους, που είνε ολότελα διαφορετικό από τα καπιταλιστικά ιμπέρια. Με την νίκη και την επικράτηση του σοσιαλισμού και τις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης και του άλλου κόσμου θα επικρατήσει και η νέα μορφή  σοσιαλιστικού διεθνισμού. Είτε δημιουργηθούν  και άλλες ανάλογε ενώσεις προς τη Σοβιετική Ενωση, είτε παραμείνει σε διάφορες χώρες η μονοεθνική μορφή του κράτους,  η σοσιαλιστική διεθνική κοινωνία θα έχει ολότελα άλλη μορφή και από τα καπιταλιστικά ιμπέρια και από την Κοινωνία των  Εθνών. Οι διεθνικοί ανταγωνισμοί πρόκειται να υποχωρήσουν απέναντι στη διεθνική σοσιαλιστική αλληλεγγύη και τον διακανονισμό των οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων έξω από κάθε τάση για εκμετάλλευση και σκλαβωμό ενός λαού από άλλον.
               Ισοτιμία των λαών, απόλυτος σεβασμός του εθνισμού και της ιδιομορφίας των, εναρμόνιση αμοιβαία των συμφερόντων, διεθνική αλληλεγγύη θα είνε οι αρχές, που θα διέπουν τη σοσιαλιστική διεθνική κοινωνία των λαών.      
               Ετσι η Οχτωβριανή  Επανάσταση έγινε η αφετηρία  για να δημιουργηθούν στη συνείδηση των ανθρώπων νέες μορφές συμβίωσης. Το σοσιαλιστικό έθνος  είνε κάτι εντελώς νέο  απέναντι στο αστικό έθνος και ο σοσιαλιστικός διεθνισμός κάτι εντελώς νέο απέναντι στον καπιταλιστικό διεθνισμό. Η βασική αρχή που διέπει τις νέες αυτές μορφές που υψώνουν την ανθρωπότητα σ’ ένα νέο ανώτερο στάδιο πολιτισμού, είνε η κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο  και λαού από λαό».   
                                   (Από Δημ. Γληνού, εκλεκτές σελίδες, τ. τέταρτος, εκδ. Στοχαστής,)

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014

ΜΕΤΑΛΛΑΓΜΕΝΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ



Στην εσωτερική ειδησεογραφία, ο χαρακτηρισμός  «θρασίμια» που χρησιμοποίησε  ο  πρωθυπουργός Α. Σαμαράς μιλώντας στην  εκδήλωση για τα 40 χρόνια της ΟΝΝΕΔ  για τους φοιτητές  που πρωταγωνίστησαν στα επεισόδια στο πανεπιστήμιο Αθηνών εναντίον του πρύτανη Φορτσάκη «που δεν έχουν αγωγή από την οικογένειά τους και δεν έχουν μάθει το πρώτο μάθημα δημοκρατίας να σέβονται την γνώμη των άλλων» δεν ήταν κάτι συμπτωματικό. Όλο και περισσότερο αποκαλύπτεται η ποιότητα της φύσης της πολιτικής που ασκείται και αποκαλύπτεται ο σκοπός της από την χυδαιότητα της  γλώσσας της και ιδιαίτερα της ιδεολογίας της.
Ένας πρωθυπουργός  που χρησιμοποιεί αγοραία  γλώσσα για να χαρακτηρίσει κομμάτι της νεολαίας σηματοδοτεί τη συνειδητή  και συστηματική ναρκοθέτηση  κάθε συμβόλου, κάθε ιδεολογίας από τον κυρίαρχο λόγο,  σε μια  εποχή που πια κόβει ο κυρίαρχος λόγος τις  γέφυρες  με όλες τις προφάσεις και  τα προσχήματα του  πολιτικού βίου. Δεν κολακεύουν πια,  αδιαφορούν ακόμα και για την επίδειξη ψυχραιμίας στην αντιμετώπιση κοινωνικών καταστάσεων και γεμάτοι χολή, πολιτικοί και ακαδημαϊκοί, φτύνουν την περιφρόνησή τους για το πλήθος που πιστεύουν πως πρέπει να τιθασεύσουν. ¨Όλες αυτές οι πρακτικές δεν κατανοούνται πολιτικά με αναφορές περί ήθους, μα μ’  εκείνες της κοινωνικής και πολιτικής πόλωσης, της ταξικής πάλης δηλαδή. Μόνο εθελοτυφλούντες μπορούν  να ζητούν από την ταξική πάλη, στις διάφορες εκφράσεις της, να περιστρέφεται γύρω από τους γενικούς και συγκεχυμένους κώδικες του ήθους, ανεξάρτητα από τις κυρίαρχες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες. Η κυρίαρχη τάξη ζώντας  τις αυταπάτες της πιστεύει πως δεν απειλείται επικίνδυνα η ηγεμονία της και πολλοί πολιτικοί της ταυτισμένοι μαζί της επιδεικνύουν τη δύναμή τους  ακόμα και με τις γλωσσικές εκφράσεις τους. Οι οποίες έχει κανείς την εντύπωση ότι είναι μέρος του πολιτικού παιχνιδιού που περιλαμβάνει την υποδαύλιση ενός πολιτικού φανατισμού ελεγχόμενου, ανάμεσα στη συγκυβέρνηση και το ΣΥΡΙΖΑ μεταφέροντας την αντίθεση στο κοινοβούλιο και μόνο σ’  αυτό.
Από την άλλη, η αξιωματική αντιπολίτευση ακινητοποιημένη, όχι όμως παγιδευμένη,  αποκλειστικά στη λογική της εκλογικής αναμέτρησης με λεκτικές ακροβασίες προσπαθεί να αποδείξει την αναγκαιότητα της προκήρυξης εκλογών σε συνδυασμό με μια στοιχειώδη συνεννόηση.  Κι αν  εσκεμμένα στην αξιωματική αντιπολίτευση παραμένει θολή η σφαιρική  πολιτική σκέψη όμως  η πρακτική που αυτή συνεπάγεται αποκαλύπτεται στον λόγο και στη δράση της. Με έναν περίτεχνο λόγο που κάνει πολλές ψευδείς της  αναλύσεις να φαίνονται σωστές χτίζεται η διαδικασία με την οποία μέσω των μειωμένων αντιπολιτευτικών  αντιστάσεων δρομολογούνται οι νέες αναζητήσεις για συναίνεση. Αποφεύγοντας να τοποθετηθεί στο κοινωνικό και πολιτικό περιεχόμενο της πολιτικής αλλαγής που επαγγέλλεται, χωρίς να έχει αποσαφηνισμένη  διαφορετική στρατηγική διεξόδου από την κρίση, ο ΣΥΡΙΖΑ επιλέγει συνειδητά να κινείται στα  πλαίσια  που διαρθρώνουν την αστική  πολιτική σχέση σαν σχέση κατ’  εξοχήν κοινοβουλευτική. Γι’ αυτό και η πολιτική του δράση φτάνει μέχρι το αίτημα για εκλογές και την πρόσκληση για δυνατότητα συμμετοχής όλων των αριστερών δυνάμεων, και πρωτίστως του ΚΚΕ συμπεριλαμβανομένου,  με άμεσο τρόπο στην άσκηση και διαχείριση της εξουσίας. Κι έτσι όπως στη δεκαετία του ’80 το Κομμουνιστικό Κόμμα πλαγιοκοπημένο  από το ΠΑΣΟΚ στα στερεότυπα  του παραδοσιακού του λόγου, οπισθοχώρησε στο πεδίο του γενικού πολιτικού λόγου, το ίδιο προσπαθεί να κάνει τώρα και ο ΣΥΡΙΖΑ, ίσως ελπίζοντας πως θα  είναι πιο ικανός από το ΠΑΣΟΚ για να εξαφανίσει το ΚΚΕ.
Κι αν ο θρασύς λόγος των κυβερνώντων  θέλει να εκφοβίσει και να επιδείξει μια δύναμη που δεν κάμπτουν οι λαϊκές αντιστάσεις, η αξιωματική αντιπολίτευση εκμεταλλευόμενη σύμβολα και λόγους του κομμουνιστικού κινήματος αποπροσανατολίζει τα λαϊκά στρώματα εξατομικεύοντας κάθε αντίδραση  μέχρι της τελικής άλωσής της από την κυρίαρχη ιδεολογία. Γιατί στην πραγματικότητα  δεν υπάρχει παρά μια  εφιαλτική συνδιαλλαγή και εξίσωση αντιφάσεων πίσω από το προκάλυμμα  της αριστερής πολιτικής σκέψης που αναζητά εναγωνίως τρόπους για να πείσει για τη διαφορετικότητά της από την κυρίαρχη πολιτική. Το μοντέλο αντιπαράθεσης που υιοθετεί είναι αυτό από όπου οι μάζες απουσιάζουν εμπεδώνοντας  την πεποίθηση της αχρηστίας τους στο πολιτικό προσκήνιο, υποτασσόμενες οριστικά στην εξίσωση ένα άτομο ίσον μια ψήφος.
Και οι δυο κυρίαρχοι της πολιτικής σκηνής συμβάλλουν στην αύξηση της δυσπιστίας  στην πολιτική, ταυτίζοντάς τη με το πολιτικάντικο πυροτέχνημα και το ψέμα. Η  αντιπαλότητα αμβλύνεται  μέχρι ισοπέδωσης, την ίδια στιγμή που  διατηρείται σε λεκτικό επίπεδο, καθιστώντας  αποδεκτό ακόμα και το απαράδεκτο, που κοντεύει να  μετατρέψει σε διαπραγματεύσιμο αντικείμενο όχι μόνο τις καπιταλιστικές λιτότητες αλλά και τις …μάγκικες συμπεριφορές  τύπου ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ.
Εδραιώνεται η εκλογικευμένη και γενικευμένη ασάφεια, εκτοπίζεται κάθε αναφορά σε κοινωνικές αντιθέσεις και ο πολιτικός λόγος  παραχωρώντας τον σε χιλιάδες άλλες αποσπασματικές πληροφορίες ή συμβολισμούς κενού περιεχομένου καταντά παράθεση ασύνδετων προτάσεων που δεν αναλύει την πραγματικότητα. Και η σκέψη αφήνεται άοπλη, ανίκανη να συσχετίσει τα επιμέρους φαινόμενα και φτάνει στην απλοποίηση των πάντων,  η λατρεία της οποίας  δεν είναι δύσκολο να οδηγήσει ως το φασισμό.  Σ’ αυτό το μοντέλο αποσυνθετικής πολιτικής σκέψης η αριστερά αξιωματική αντιπολίτευση προσθέτει τον ανθρωπισμό της, ασκόπως και ακόπως ηθικολογούσα. Κι όλα αυτά  για να  νεκρώνει κάθε προσπάθεια λαϊκής αντίδρασης,  γιατί αυτό που φοβίζει είναι ένα ενεργοποιημένο λαϊκό κίνημα.