Στις ομιλίες του ο Ντ. Τραμπ για τη 250η επέτειο
της διακήρυξης της ανεξαρτησίας των ΗΠΑ, πέρα από την εξύμνηση των αμερικανικών
ιδεωδών, που στην πραγματικότητα συνοψίζονται στο αμερικανικό όνειρο της
ατομικής ανέλιξης σ’ ένα σκληρό καπιταλιστικό περιβάλλον, καταφέρθηκε εναντίον
του κομμουνισμού, επέμενε στην ύπαρξη αναζωπύρωσης της κομμουνιστικής απειλής,
σύνδεσε την αντικομμουνιστική ρητορική με το αντιμεταναστευτικό ζήτημα,
εξισώνοντας με τους μετανάστες την υποτιθέμενη κομμουνιστική απειλή και καταλήγοντας
να παρουσιάσει τους Δημοκρατικούς ως κομμουνιστές. Η περιγραφή του
κομμουνισμού, τριάντα πέντε χρόνια από το τέλος του ψυχρού πολέμου, θυμίζει την
πιο ακραία ρητορική που είχε τότε χρησιμοποιηθεί. Για τον Ντ. Τραμπ «ο κομμουνισμός είναι
ακριβώς το αντίθετο της ζωής, της ελευθερίας και της επιδίωξης της ευτυχίας.
Είναι θάνατος, τυραννία και επιδίωξη του κακού».
Αυτή η
αντικομμουνιστική ρητορική δεν είναι καθόλου ξένη στη χώρα μας. Πολλές φορές, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια,
κυβερνητικοί παράγοντες αναβιώνουν φρασεολογία του μετεμφυλιακού κράτους και παρουσιάζουν
σαν κομμουνιστές όποιους, όπως ο Α.Τσίπρας, θα πρέπει, για να υπάρχει η
ψευδαίσθηση της εκλογικής επιλογής, να
παίξουν στο δικομματικό παιχνίδι τον άλλο πόλο.
Χρησιμοποιείται
δηλ. η αντικομμουνιστική ρητορική ως
πολιτικό εργαλείο με διπλή στόχευση. Για να δυσφημιστούν πολιτικοί αντίπαλοι
και να κινητοποιηθούν συντηρητικές θρησκευτικές εθνικιστικές δυνάμεις, ώστε να
υπάρξει η ψευδαίσθηση της επιλογής ανάμεσα σε παρόμοια αστικά κόμματα. Αλλά το κυριότερο, για να απαξιωθεί και να
ευτελιστεί ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της κοινωνίας, η εναλλακτική λύση στη
βαρβαρότητα του καπιταλισμού, εξισώνοντας κάθε προσπάθεια για ανατροπή του με τραγωδία και ταυτίζοντας κάθε
κριτική του καπιταλισμού με αστικές καρικατούρες αριστερών. Η χρήση μιας τέτοιας ρητορικής με έντονη
στόχευση έχει αποδείξει ότι μπορεί εν μέρει να πετύχει τον απώτερο στόχο της. Δηλ. την απαξίωση μιας
ιδέας και την ομαλοποίηση της προσπάθειας δίωξης και διακρίσεων εις βάρος
ατόμων για τις ιδέες τους, ακόμα κι αν αυτό καμουφλάρεται.
Η
ετικέτα του κομμουνιστή για δεκαετίες, ιδιαίτερα στη χώρα μας, ήταν μια από τις
πιο αποτελεσματικές μορφές μιας πολιτικής και ρητορικής που χρησιμοποιούσε και τη
γλώσσα ως όπλο για έλεγχο και εξουδετέρωση όποιων αντιστρατεύονταν την κυρίαρχη
πολιτική των αστικών συμφερόντων. Στη
χώρα μας, για δεκαετίες, μετά την αποτυχημένη επανάσταση της δεκαετίας του
1940, ο χαρακτηρισμός κομμουνιστής ενσάρκωνε το σύνολο του ενθνοπροδότη και
εγκληματία. Ο αντικομμουνισμός μέχρι τη μεταπολίτευση στόχευε παράλληλα στην
ενίσχυση πολύ συγκεκριμένων πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών απόψεων και θεωρούσε τις φιλοσοσιαλιστικές και
φιλοσυνδικαλιστικές απόψεις θεμελιωδώς ανθελληνικές.
Στα
χρόνια μας, αυτό που προσπαθεί να κάνει ο
κυρίαρχος λόγος είναι να δημιουργήσει διακρίσεις ανάμεσα σ’ αυτούς που ανήκουν
στις εκμεταλλευόμενες τάξεις, χαρακτηρίζοντας τους κομμουνιστές ως τους άλλους,
τους διαφορετικούς, πότε ως κληρονόμους εγκλημάτων πότε ως απολιθώματα άλλης
εποχής. Απεικονίζει μάλιστα την εμβέλεια και επιρροή τους και σε πεδία που
δεν τους αφορούν και σε έκταση υπερβολικά μεγαλοποιημένη, μόνο και μόνο για να
βρίσκει αίτιους να κατηγορεί για αποτυχίες της κυρίαρχης εξουσίας.
Μετά την
οικονομική κρίση στη χώρα μας μια τέτοια ρητορική αρχίζει να γίνεται
κανονικοποιημένη και καθομιλουμένη, ιδίως με τη χρήση και τη διαιώνισή της από
άτομα σε θέσεις πολιτικής, νομικής ή πολιτιστικής εξουσίας. Ο πρώην υπουργός
κυβερνήσεων του Κ. Μητσοτάκη Μ. Βορίδης επαναλαμβάνει με το μπλαζέ υπεροπτικό
του ύφος για την αναγκαιότητα της απώλειας της ιδεολογικής ηγεμονίας της
αριστεράς, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Π. Μαρινάκης αναφέρεται στον κόκκινο και
μαύρο φασισμό, ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Κ. Τασούλας μιλά για επιβολή
κομμουνιστικής δικτατορίας που στόχευε ο αγώνας του Ν. Μπελογιάννη.
Και βέβαια στην Ε.Ε επικρατεί η αντικομμουνιστική ρητορική σε
εφημερίδες, δικαστικές υποθέσεις, επιχειρηματικές προσπάθειες για την
κατάρρευση συνδικάτων, συνδικαλιστικές προσπάθειες για την εκδίωξη και φίμωση
ταξικών συνδικάτων. Το Ευρωπαϊκό κοινοβούλιο υιοθετεί ψήφισμα που εξομοιώνει
τον κομμουνισμό με τον ναζισμό και η Ε.Ε εντάσσει την αντικομμουνιστική της
ρητορική σε μια γενική καταδίκη των δικτατοριών του παρελθόντος και σε έναν
αδιαφοροποίητο φόρο τιμής στα θύματά τους, ακόμα και αν πρόκειται για συμμορίες
συνεργατών ναζί. Και βέβαια δεν μένει
μόνο σε διακηρύξεις, αλλά προχωρά και σε απαγορεύσεις και καταστολή, με
ποινικοποίηση της κομμουνιστικής ιδεολογίας, ακόμα κι απαγορεύσεις
κομμουνιστικών κομμάτων.
Κι αν φαίνεται παράδοξο, όμως δεν
είναι που ο αντικομμουνισμός εντοπίζεται συνολικά, στην άκρα δεξιά, στη δεξιά,
στην αριστερά και στην άκρα αριστερά, η οποία μάλιστα συνέβαλε σημαντικά,
ιδιαίτερα τη δεκαετία του 1970, στη διάδοση αντικοκομμουνιστικών ζητημάτων, ενώ
συγχρόνως αρνούνταν την κατηγορία του αντικομμουνισμού. Ήδη μεσούντος του
ψυχρού πολέμου είχε εξομοιωθεί το ναζιστικό και σοβιετικό κράτος του
σοσιαλισμού κάτω από την κατηγορία του ολοκληρωτικού κράτους. Προκειμένου
εκείνες τις δεκαετίες να εδραιωθεί η συμβατή, μη κομμουνιστική αριστερά ενάντια
στην απειλή του υπαρκτού σοσιαλισμού, η καλύτερη τακτική ήταν να υποστηριχθούν ακαδημαϊκοί όπως ο Αντόρνο και Χορκχάιμερ της Σχολής της
Φραγκφούρτης ως οι σημαντικότεροι, ακόμη και πιο ριζοσπαστικοί μαρξιστές
στοχαστές του 20ού αιώνα. Οι οποίοι επαναπροσδιόριζαν τον μαρξισμό ως ένα είδος
αντικομμουνιστικής κριτικής θεωρίας που δεν συνδέεται άμεσα με την ταξική πάλη
από τα κάτω, αλλά μάλλον ασκεί ελεύθερη κριτική σε όλες τις μορφές κυριαρχίας
και τελικά όμως τάσσεται υπέρ των καπιταλιστικών κοινωνιών ελέγχου ενάντια στις
υποτιθέμενες φασιστικές φρικαλεότητες των ισχυρών σοσιαλιστικών κρατών.
Πριν 35 χρόνια η κατάρρευση της
ΕΣΣΔ παρουσιάστηκε τότε από τους υποστηρικτές του καπιταλισμού ως η οριστική
νίκη της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς επί του κομμουνισμού και ένα κύμα
ευφορίας είχε σαρώσει την άρχουσα τάξη και τους απολογητές της. Μιλούσαν για το
τέλος του σοσιαλισμού, το τέλος του κομμουνισμού, ακόμη και το τέλος της
ιστορίας. Έκτοτε, έχουμε γίνει μάρτυρες μιας άνευ προηγουμένου παγκόσμιας
εκστρατείας δυσφήμισης των μαρξιστικών ιδεών
Και μετά από 35 χρόνια δεν απομένει τίποτα από αυτές
τις ανόητες ψευδαισθήσεις και τις εσφαλμένες προβλέψεις. Ο καπιταλισμός
βρίσκεται στη βαθύτερη κρίση του από την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης. Εκατομμύρια
άνθρωποι απειλούνται από πολιτικές λιτότητας, ανεργία και φτώχεια. Οι
συγκρούσεις και οι πόλεμοι απειλούν με μια γενικευμένη σύρραξη όλο τον κόσμο. Το
αμερικανικό όνειρο της παγκόσμιας κυριαρχίας είναι θαμμένο κάτω από τα
σιγοκαίοντα ερείπια στη Μ. Ανατολή, στο
Λίβανο και τη Γάζα. Το διεθνές Δίκαιο έχει κουρελιαστεί από το εγκληματικό
κράτος του Ισραήλ και κάθε κανόνας διπλωματίας έχει παραβιαστεί από τον Ντ.
Τραμπ στις σχέσεις του με το Ιράν.
Τα λόγια του Τραμπ ότι «η Αμερική δεν είναι
απλώς το πιο πετυχημένο έθνος. Είναι η ιστορική μορφή που πήρε η ανθρώπινη
δυνατότητα να φτάσει την τελειότερη έκφρασή της» δεν δείχνουν παρά την
απελπισία ενός ηγέτη που προσπαθεί να παρουσιάσει τη χώρα του σαν αυτό που πια
δεν είναι, υποσχόμενος ότι θα την ξανακάνει μεγάλη.
Η ιστορία έχει επιστρέψει με μανία. Οι ίδιοι
Δυτικοί που υπερέβαλαν όλα τα ελαττώματα της σοβιετικής οικονομίας αγωνίζονται
τώρα απεγνωσμένα να εξηγήσουν την προφανή αποτυχία της οικονομίας της αγοράς.
Σήμερα, υπάρχει μόνο οικονομική κατάρρευση, πολιτική αστάθεια, αβεβαιότητα,
πόλεμοι και συγκρούσεις. Η παγκόσμια κρίση του καπιταλισμού προκαλεί μια
γενική αμφισβήτηση της οικονομίας της αγοράς και το ανανεωμένο ενδιαφέρον για τις μαρξιστικές
ιδέες ανησυχεί την αστική τάξη. Η νέα λοιπόν εκστρατεία συκοφαντίας των
κομμουνιστικών ιδεών, η αναθεώρηση της ιστορίας, η αμαύρωση των ονομάτων των
πρωτεργατών των κομμουνιστικών αγώνων αντανακλούν το φόβο της κυρίαρχης τάξης.
Για να μην εμπνέεται η εργατική τάξη πρέπει να πνιγεί στην εχθρότητα και τη
δυσπιστία κάθε προσπάθεια σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, να
σέρνονται στη λάσπη τα επιτεύγματα και η επαναστατική σημασία της Μπολσεβίκικης
επανάστασης.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου