Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014

ΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΤΩΝ ΧΡΕΩΝ



Κι αποφασίστηκε σε χθεσινή σύσκεψη των υπουργών Οικονομικών Γ. Στουρνάρα και Πολιτισμού Π. Παναγιωτόπουλου με τη συμμετοχή και του προέδρου του ΟΜΜΑ Γ. Μάνου για να μη κλείσει το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών το ελληνικό δημόσιο να αποπληρώσει το ανεξόφλητο υπόλοιπο των δανείων, κάπου  230 εκατομμύρια ευρώ,  που είχε συνάψει το Μέγαρο με εγγυητή το δημόσιο, και για αντιστάθμισμα θα περάσει στην κατοχή του δημοσίου παλαιό κτίριο του Μεγάρου και θα αποκτήσει το δημόσιο την πλειοψηφία στο διοικητικό συμβούλιο. Από τον υπουργό πολιτισμού επαναλήφθηκε το εκβιαστικό δίλημμα, «αν θέλουμε το Μέγαρο ανοικτό ή κλειστό» για να δικαιολογηθεί η απόφασή τους, υπαινισσόμενος  σαφώς ότι η  πολιτισμική προσφορά του οργανισμού είναι αναντικατάστατη.
               Μαθαίνοντας κανείς αυτήν την απόφαση δεν μπορεί να μη μπει στο πειρασμό να την  αντιπαραβάλλει με την προ διετίας, τέτοιες μέρες ήταν οι μεταμεσονύκτιες συνεδριάσεις των κυβερνητικών εταίρων της κυβέρνησης Παπαδήμου, απόφαση για περικοπή συντάξεων για να εξοικονομηθούν τα 300 εκατομμύρια από τα 625 που παρέμειναν ακάλυπτα. Κι ενώ χρόνια τώρα λοιδορείται ο δημόσιος τομέας και απαιτείται η συρρίκνωσή του σε τομείς όπως η υγεία και παιδεία συγχρόνως αφειδώς δίνονται εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ για τη λειτουργία ενός οργανισμού που τις δράσεις του, μέχρι πριν λίγο καιρό ιδίως επί προεδρίας Λαμπράκη,  χρησιμοποιούσαν σαν παράδειγμα  για την αποτελεσματικότητα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Μόνο που ξεχνούσαν να σημειώσουν ότι αυτές οι  πρωτοβουλίες είχαν οικονομικό χορηγό το δημόσιο, που δείχνει ακριβώς τις στενές σχέσεις που διατηρούν μαζί του επιχειρήσεις και ανεξάρτητοι  οργανισμοί.
               Κάπως έτσι, με διθυράμβους για ιδιωτικούς συλλόγους ή επιχειρηματίες και  κραυγές εναντίον του αναποτελεσματικού κι αδηφάγου δημόσιου τομέα γίνονται προσπάθειες να εγχαραχθεί σε ευρύτερες μάζες λαού η αντίληψη ότι για όλα τα δεινά φταίει το κράτος που παρεμβαίνει στην οικονομία και ότι οι κυβερνώντες και οι παρατρεχάμενοί τους διακαώς  επιθυμούν  τη δραστική μείωση του ρόλου του. Η απόφαση  όμως  για το Μέγαρο Μουσικής είναι ένα μικρό παράδειγμα που αποδεικνύει  και πάλι πως  όταν γίνεται αναφορά σε κατάργηση παροχών, επιδοτήσεων κλπ. δεν εννοούνται παρά μόνο εκείνες που  αφορούν στην πλειοψηφία των εργαζομένων και όχι επιχειρηματίες ή ιδιωτικούς οργανισμούς που με το πρόσχημα πολιτιστικού έργου επιδοτούνται αφειδώς από τα δημόσια ταμεία.  Η απόφαση για το Μέγαρο Μουσικής περίτρανα αποδεικνύει ότι φταίει το κράτος μόνο όταν κάνει  μεγάλες δαπάνες για κοινωνικές παροχές, όταν  κάνει δαπάνες για την υγεία,  όταν κάνει δαπάνες για  να απορροφήσει και να απασχολήσει άνεργους που ξεβράζει η ιδιωτική παραγωγή.
               Τελικά για μια ακόμα φορά φαίνεται ότι  ο δημόσιος τομέας  τρέφει κυριολεκτικά  ευρύτατα στρώματα  της κυρίαρχης αστικής τάξης, που μάλιστα προβάλλονται και ως προσφέροντα ανιδιοτελώς εργασία, χωρίς να εξετάζεται η  σκοπιμότητα των επιλογών τους,  η εμβέλεια των πρωτοβουλιών και το νόημα των επιδιώξεών τους.  Στις αστικές μάλιστα  δημοκρατίες  το αίτημα της ελευθερίας και της αυτονομίας  των πολιτιστικών διαδικασιών κατέληξε να ταυτίζεται με ιδιωτικές πρωτοβουλίες που με τις επιλογές τους και τους ιδιαίτερους  μηχανισμούς τους μπορεί να μετατρέπουν το καλλιτεχνικό προϊόν  σε εμπόρευμα αποκομίζοντας κέρδη και σχεδόν απαιτώντας  στα δύσκολα  τη συνδρομή του κράτους, δηλ. των πολιτών, για διορθωτικές  παρεμβάσεις  χωρίς όμως να παύει  η καταγγελία για τις επεμβάσεις του.
               Αυτή λοιπόν  η απόφαση, ουσιαστικά διαγραφής των χρεών ενός οργανισμού που ανήκει στην κατηγορία ΝΠΙΔ δηλαδή λειτουργεί με ιδιωτικοοικονοιμικά κριτήρια, στηρίζεται στο έωλο επιχείρημα του ενδιαφέροντος για τον πολιτισμό. Κι αυτό το ενδιαφέρον εγγράφεται σαν πολιτικά ουδέτερο κι ανεξάρτητο από συμφέροντα. Ποιο ενδιαφέρον όμως, ακόμα και με τις καλύτερες προθέσεις, μπορεί να αναπτύσσεται ανεξάρτητα από τον  κοινωνικοοικονομικό   σχηματισμό που το διαμορφώνει; Κάθε όμως  κοινωνικοοικονομικός σχηματισμός έχει το δικό του τύπο πολιτισμού. Στις ταξικές κοινωνίες ταξικός είναι κι ο πολιτισμός, γιατί η κουλτούρα της άρχουσας  τάξης προσπαθεί να  απωθήσει  σε δεύτερο πλάνο την πνευματική δραστηριότητα των μαζών, εφόσον « η τάξη που έχει στη διάθεσή  της τα μέσα της υλικής  παραγωγής, διαθέτει συνάμα και τα μέσα της πνευματικής παραγωγής και για το λόγο  αυτό οι σκέψεις  εκείνων που δεν έχουν τα  μέσα για πνευματική παραγωγή είναι γενικά εξαρτημένες από την άρχουσα τάξη». Και κάπως έτσι κι ο, τι καθημερινά ονομάζουμε  πολιτισμό συμβάλλει κι αυτός στη δημιουργία κλίματος συναίνεσης και στην  αποδοχή της κυρίαρχης ιδεολογίας και  του κυρίαρχου μοντέλου ζωής. Και τελικά   δεν γίνεται φανερό πόσο  απατηλή είναι  η πολιτισμική ενότητα της κοινωνίας που διατυμπανίζουν οι άρχουσες τάξεις. Αντιθέτως γίνεται φιλότιμη προσπάθεια από τις υποτελείς τάξεις να γίνουν κοινωνοί, από μειονεκτική θέση όμως,  των πολιτιστικών επιτευγμάτων της κυρίαρχης τάξης. Και το Μέγαρο Μουσικής σε συμβολικό και πραγματικό επίπεδο συμπύκνωνε αυτή την σχέση υποτέλειας ανάμεσα στην κυρίαρχη τάξη και τους ανερχόμενους ή κατά προσδοκίαν αστούς, έτσι που πολλοί  πίστευαν πως η παρουσία τους στις εκδηλώσεις του μεγάρου παρά το ακριβό εισιτήριο ήταν δείγμα της  ταξικής τους ανέλιξης.

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΕ ΣΥΝΕΧΕΙΕΣ


Είκοσι και περισσότερα χρόνια από τον πόλεμο στην πάλαι ποτέ Γιουγκοσλαβία και δεκαπέντε  από το βομβαρδισμό της Σερβίας από τις ΗΠΑ, σε αγαστή συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Ένωση, ΕΟΚ στη δεκαετία του ’80, η Βοσνία, μια από τις έξι ομόσπονδες δημοκρατίες της πάλαι ποτε Γιουγκοσλαβίας, βρίσκεται πάλι στο προσκήνιο.
               Μαθαίνουμε λοιπόν από την ειδησεογραφία ότι στη Βοσνία το κύμα, που ξεκίνησε από την Τούζλα, των αντικυβερνητικών διαδηλώσεων εναντίον της ανεργίας, που φτάνει στα 45%, και της εκτεταμένης διαφθοράς  επεκτάθηκε και σ’ άλλες πόλεις και προκάλεσε  πολιτικές αναταράξεις με παραιτήσεις κυβερνητών τεσσάρων καντονιών. Την ίδια στιγμή η ύπατη εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εξωτερική πολιτική και ασφάλεια,(οι βαρύγδουποι τίτλοι πάντα είναι  απαραίτητοι για να καλύπτουν την ανυπαρξία περιεχομένου) Κάθριν Άστον συμβουλεύει τους ηγέτες της Βοσνίας- Ερζεγοβίνης ότι  πρέπει να εξετάσουν τα αίτια της ανησυχίας των πολιτών, όπως και τη συνολική οικονομική κατάσταση και να προσπαθήσουν να βρουν λύση. Ο δε  ύπατος εκπρόσωπος της διεθνούς κοινότητας στη Βοσνία- Ερζεγοβίνη, Βαλεντίν Ίντσκο διαπιστώνοντας ότι η τωρινή κατάσταση είναι χειρότερη από τη λήξη του πολέμου, το 1995, διακριτικά απειλεί ότι  αν υπάρξει κλιμάκωση της κατάστασης πρέπει να εξεταστεί η αποστολή δυνάμεων της ΕΕ –μιλώντας πάντα για μια  υποθετική κατάσταση, σε περίπτωση  βέβαια που δεν γίνει δυνατό να δοθούν διαφορετικές κατευθύνσεις στις διαμαρτυρίες.
               Συγχρόνως η ΕΕ δεν παραλείπει να εκφράσει,  παρακολουθώντας την κρίση στην  Ουκρανία, την έντονη ανησυχία της, με τους ΥΠΕΞ των 28 να καλούν το Κίεβο να σχηματίσει τη νέα κυβέρνηση με τρόπο που θα «περιλαμβάνει» τα αντίπαλα στρατόπεδα, σημειώνοντας πως χρειάζονται συνταγματικές μεταρρυθμίσεις και προετοιμασία για «δίκαιες και ελεύθερες προεδρικές εκλογές».
               Και στα πιο δικά μας, ξεκινά πάλι η διαδικασία, υπό την αιγίδα των ΗΠΑ, για επίλυση του Κυπριακού, ξεθάβοντας, τώρα που ευνοούν οι συγκυρίες, με Ελλάδα και Κύπρο σε πλήρη και απροκάλυπτη εξάρτηση από τα κυρίαρχα κέντρα, ανανεωμένο το σχέδιο Αναν του 2004.
               Κι αναρωτιέται κανείς αν μεθοδεύεται κάποια ευρύτερη σύγκρουση, η οποία να ευνοεί τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρωτοστατούντος του  γερμανικού κεφαλαίου, και ΗΠΑ,  που σιγά-σιγά ξεκινά,  εκμεταλλευόμενη σε κράτη ή κρατικά  μορφώματα εσωτερικούς συσχετισμούς, εσωτερικές κρίσεις κι εσωτερικά αντιπαρατιθέμενα συμφέροντα.
               Αναλογιζόμενοι πώς ξεκίνησε ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία, τον καθοριστικό ρόλο επέμβασης ΗΠΑ και Γερμανίας που χρησιμοποιώντας σαν εργαλεία  για τους σκοπούς τους τους επιμέρους εθνικισμούς που απορρόφησαν τις διεκδικήσεις των εργαζομένων όταν στο τέλος της δεκαετίας του ’80 ξεκίνησε  στην Γιουγκοσλαβία η κατάρρευση του μεταπολεμικού  πολιτικού οικοδομήματος, είμαστε αρκετά πια υποψιασμένοι για τους κινδύνους που μας απειλούν.   
               Όσο η Γιουγκοσλαβία έπαιζε το ρόλο του ενδιάμεσου στις οικονομικές σχέσεις  Ανατολής –Δύσης αλλά και του ανεξάρτητου απέναντι στη βούληση των Σοβιετικών είχε μια δύναμη  πολύ μεγαλύτερη  από την πραγματική στρατιωτική ή οικονομική σημασία της. Στη δεκαετία του ’80, με την απευθείας  οικονομική σύνδεση   Ανατολικού και Δυτικού μπλοκ, παύει να έχει σημασία ο ειδικός διαμεσολαβητικός ρόλος του Βελιγραδίου, ενώ η καπιταλιστική αναδιάρθρωση των δυτικών κοινωνιών κάνει την οικονομία της μη ανταγωνιστική κι έτσι  οξύνονται οι περιφερειακές ανισότητες στο εσωτερικό της ίδιας της χώρας. Και βέβαια οι οικονομικοί δείχτες της χειροτερεύουν. Ήδη από το τέλος της δεκαετίας του '80 φιλελευθεροποιείται  το σύνολο της οικονομίας της κι ενσωματώνεται ολοκληρωτικά στο διεθνή  καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας. Τα μέτρα λιτότητας υποβαθμίζουν  το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων και  απειλούν τα στοιχειώδη εργασιακά  δικαιώματά τους. Καταρρέει λοιπόν ο σοσιαλιστικός μύθος με την αυτοδιαχείριση,   όπως οικοδομήθηκε μεταπολεμικά με την επικράτηση των Γιουγκοσλάβων κομμουνιστών του Τίτο,  και από την  άνοιξη του 1987  οι απεργίες και καταλήψεις εργοστασίων  έκαναν επιτακτική μια νέα ιδεολογία  για να επιβληθεί  η κοινωνική ειρήνη και μάλιστα σε συνθήκες  καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης πια. Και αρχίζουν έτσι οι εθνικισμοί να παίρνουν τα πάνω τους, προσφέροντας τη λύση. Οι τοπικοί άρχοντες των επιμέρους δημοκρατιών παίζουν το εθνικιστικό χαρτί προσπαθώντας να χειραγωγήσουν την λαϊκή δυσαρέσκεια και τελικά οι διαμαρτυρίες αποκτούν όλο και περισσότερο εθνικιστικό χρώμα σε βάρος του ταξικού χαρακτήρα  που είχαν στην αρχή.  Η κατάρρευση μάλιστα του μεταπολεμικού status quo με τη διάλυση της ΕΣΣΔ, αποχαλίνωσε και τους Ευρωπαίους εταίρους με τα συμφέροντά τους.  Και ξεκίνησε η ματωμένη δεκαετία της Γιουγκοσλαβίας  με τη διάλυσή της εις τα εξ ων συνετέθη.
               Κι αυτό το μοντέλο επέμβασης και διαμόρφωσης των συνθηκών κατά τα συμφέροντα του καπιταλισμού με τη χρησιμοποίηση κατευθυνόμενων κινημάτων δεν σταμάτησε στη Γιουγκοσλαβία. Ακολούθησαν στην επόμενη δεκαετία όλες εκείνες οι έγχρωμες «επαναστάσεις» στις σοσιαλιστικές χώρες  της πρώην ΕΣΣΔ μέχρι και τη σημερινή Ουκρανία. Στο όνομα της ανασυγκρότησης μιας χώρας, με την επίκληση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του εκδημοκρατισμού επιδιώκονται ρυθμίσεις που να επιτρέπουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τις ΗΠΑ  και την αόρατη διεθνή κοινότητα να παρεμβαίνουν σε όλους του τομείς  στις διάφορες χώρες, από τον τρόπο διακυβέρνησης ως και κυρίως την οικονομική πολιτική, εις βάρος πάντοτε των υποτελών τάξεων. Κι είναι μάταιο σ’ αυτό το κουβάρι  αντικρουόμενων ιμπεριαλιστικών  συμφερόντων να ψάχνουμε να βρούμε ποιος είναι ο καλός και ο κακός ιμπεριαλισμός όταν το μόνο που επιδιώκεται είναι να εξαφανιστεί κάθε ταξική διεκδίκηση και να προσδεθούν τα λαϊκά κινήματα στο άρμα ιμπεριαλιστικών συμφερόντων.
              

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014

ΗΘΙΚΗ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΚΑΙ ΔΩΡΕΕΣ



Ο σεισμός στην Κεφαλληνιά μας έδωσε πάλι τη δυνατότητα να εμβαθύνουμε στην ποιότητα της κοινωνικής μας οργάνωσης μαζί και στην αποτύπωσή της σε όλη τη χώρα. Θεωρήθηκε πως ο κρατικός μηχανισμός δραστηριοποιήθηκε ταχύτερα από άλλοτε, και ότι οι αστοχίες ήταν περισσότερο αποτέλεσμα κακού συντονισμού. Καταβλήθηκε προσπάθεια να δοθεί   η εντύπωση ότι η επίσημη μικροκομματική εκμετάλλευση ήταν μικρότερη, όλοι όπως ήταν φυσικό εξέφρασαν  λύπη, συμπαράσταση και διάθεση για βοήθεια. Ο υπουργός Μ. Χρυσοχοϊδης μάλιστα με αυστηρό ύφος  ξεκίνησε τα καθήκοντά για συντονισμό των ενεργειών  της κυβέρνησης για ανακούφιση των πληγέντων από τους σεισμούς επιπλήττοντας τους σεισμολόγους  σε μια επίδειξη αποφασιστικότητας και εξουσίας.
Και   για άλλη μια φορά συνειδητοποιήθηκε ότι η σύγχρονη τεχνολογία μπορεί να μας προστατέψει από τη βίαιη εκδήλωση των φυσικών δυνάμεων μέχρις ενός βαθμού. Ο σεισμός γίνεται  περισσότερο καταστροφικός από τα δευτερογενή  φαινόμενα που αυτός προκαλεί, κατολισθήσεις, θαλάσσια κύματα, γκρέμισμα σπιτιών, καταστροφή παραγωγικού ιστού κλπ. Οι σεισμοί λοιπόν είναι τόσο περισσότερο φονικοί όσο πιο φονικά γίνονται τα ανθρώπινα κατασκευάσματα. Αυτά όμως  τα ανθρώπινα κατασκευάσματα έγιναν από κοινωνίες  ταξικές, οργανωμένες με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και  πολλές φορές αν και υπάρχουν οι δυνατότητες δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες για τις οποίες κατασκευάζονται ούτε και πληρούν τις απαραίτητες προδιαγραφές για να μη γίνονται επικίνδυνα σε περιπτώσεις όπως του σεισμού. Γι’ αυτό και  όπως πάντα στις  ταξικές κοινωνίες οποιοδήποτε φαινόμενο είναι δυσμενέστερο  για τις υποτελείς τάξεις. Από αυτήν την άποψη τα αποτελέσματα του  σεισμού   μπορεί να είναι κι αυτά  ταξικά.
Τις πρώτες  βέβαια μέρες του σεισμού η αλληλεγγύη και η συνδρομή είναι μεγάλη από παντού δίνεται η εντύπωση ότι πολιτική ηγεσία και πολίτες συστρατεύονται για την ανακούφιση των δεινών των σεισμοπαθών και   μοιάζει να υποχωρεί η κινητήρια δύναμη του καπιταλισμού, το κέρδος. Η οξύτητα του προβλήματος όμως θα φανεί σε βάθος χρόνου, όχι και μεγάλου.  Εξάλλου ο ίδιος ο πρωθυπουργός κατά την κυβερνητική σύσκεψη ως ηθικό εγχείρημα θέλει να δει την επέμβαση της πολιτείας για την αποκατάσταση των ζημιών όταν τονίζει ότι  «Πρέπει να προστατεύσουμε τους ανθρώπους της, να αποκαταστήσουμε τις ζημιές και να είμαστε σε συνεχή επαγρύπνηση, μέριμνα και βοήθεια, γιατί είναι και ηθική και όχι μόνο πολιτική η υποχρέωσή μας». Πάλι  λοιπόν στο προσκήνιο η αντιμετώπιση προβλημάτων της πολιτείας από ηθική σκοπιά και η ένταξη των υποχρεώσεων της στον άξονα της ηθικής, επέκεινα της όποιας πολιτικής κριτικής. Τέτοιου τύπου όμως ηθικές υποχρεώσεις προτιμώνται να εκδηλώνονται επ’  ευκαιρία χτυπημάτων  της μοίρας, που δίνουν αφορμή για επίδειξη φιλευσπλαχνίας, ανάδειξης καλών προθέσεων των κυβερνώντων και στην τελική χρεώνουν  την εκπλήρωση αυτονόητων υποχρεώσεων της πολιτείας  στην καλή θέληση των εκάστοτε διαχειριστών της εξουσίας, ενώ αποφεύγεται και η αναζήτηση μακροκοινωνικών λύσεων που μπορεί να οδηγήσει σε κριτική της εξουσίας. Το σκεπτικό που στηρίζει μια τέτοια άποψη έχει βέβαια να κάνει με το ίδιο το κράτος και τις λειτουργίες του σε μια καπιταλιστική κοινωνία.
Για χρόνια εκθειάζαμε το κοινωνικό κράτος σαν προσφορά του καπιταλισμού,  σαν μια αυτόνομη πηγή ευημερίας που δημιουργεί μάλιστα  και εισόδημα, σαν αστικό δικαίωμα. Το κοινωνικό κράτος είχε σχεδιαστεί σαν θεραπευτικό μέσο εναντίον ορισμένων ασθενειών του καπιταλισμού για αντιμετώπιση των  υποτελών τάξεων, το οποίο όμως ήταν εξαιρετικά εξαρτημένο από την ευημερία και τη συνεχή ικανότητα κέρδους της οικονομίας και την ύπαρξη της απειλής για   σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Με την έκλειψη και των δυο, με ένα υποτονικό λαϊκό κίνημα ήταν αρκετά ακίνδυνο για την κυρίαρχη εξουσία να παραιτηθεί από αυτό το θεραπευτικό μέσο. Κι έτσι σιγά σιγά αρχίζει να γίνεται λόγος για ηθική υποχρέωση, όχι για αυτονόητες υπηρεσίες που πρέπει να προσφέρονται στους πολίτες, πόσο μάλλον όταν υπάρχουν έκτακτες ανάγκες.
Και ξαναγυρνάμε στην αντίληψη ότι βασικές εστίες προσφοράς βοήθειας γίνονται οι ίδιοι οι καπιταλιστές που διαμορφώνουν την κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα προς όφελός τους.  Κι έτσι  σε περιπτώσεις  καταστροφών εμφανίζονται μεγάθυμοι ευεργέτες, που εκθειάζονται αναλόγως από τα ΜΜΕ για τις προσφορές τους, όπως ο Ε. Μαρινάκης με την  ανώνυμη εταιρεία ΠΑΕ Ολυμπιακός με τη δωρεά των 500.000  για αποκατάσταση σχολείων σε Ληξούρι και Αργοστόλι. Τέτοιες πρωτοβουλίες εδραιώνουν την κυρίαρχη τάξη και γι’ αυτό  είναι μέρος της πολιτικής της. Ανταποκρίνονται στις προσδοκίες των μικροαστών, των οποίων ενώ  η  πρωτινή τους ευμάρεια οφειλόταν στη συλλογική έκφραση και διεκδίκηση των δικαιωμάτων με τη  συμπόρευσή τους  με την εργατική τάξη, όταν  ένιωσαν να ασφυκτιούν  μέσα στις παλιές συλλογικότητες  άρχισαν να αναζητούν με εξατομικευμένο  και μοναχικό τρόπο την ατομική ανέλιξη και την έξοδό τους ακόμα κι από την κρίση, αρνούμενοι να συμπορευτούν  αγωνιστικά με τον άνεργο και αποκλεισμένο. Ετσι σχεδόν συμφωνώντας για τη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, θεωρώντας το αιτία της ανέχειάς τους,  αποδέχονται σχεδόν μ’ ευγνωμοσύνη τέτοια δώρα, που διασώζουν και τις  αρετές που η αστική τάξη  έχει για ιδεολογική επικάλυψη των  ενεργειών της.
Οι καπιταλιστές   βέβαια, υπερβάλλουν τη ζημιά που υφίστανται από τους θεσμούς του κοινωνικού κράτους και εμφανίζουν στο πολιτικό παιχνίδι τις  επιβαρύνσεις του  για όλους αφόρητες. Δημιουργώντας λοιπόν  την πραγματικότητα και επιβάλλοντας την εντύπωση κάποιου εγκλωβισμένου κέρδους στο κοινωνικό κράτος, σύμφωνα με τις δικές τους ερμηνείες, πιστεύουμε ότι δωρεές μεγαλοκαπιταλιστών μας χαρίζονται και θα πρέπει να είμαστε ευγνώμονες σ’ αυτούς, ενώ  προς όφελός τους  αποδομούνται όλα τα εργασιακά  δικαιώματα των υποτελών τάξεων. Κι έτσι ενισχύεται το σύστημα και η ιδεολογία του, υποκαθίσταται το κοινωνικό κράτος από  την καλή θέληση και την ηθική υποχρέωση, η οποία ορίζεται κατά το δοκούν, από την ιδιωτική φιλανθρωπία.
Κι έτσι κάπως αγοράζεται η συναίνεσή μας και η αποδοχή της υπάρχουσας κατάστασης. Πίσω από την πλάτη μας  η κυρίαρχη τάξη παράγει, σωρεύει, εκμεταλλεύεται και στο προσκήνιο εκβιάζει το σεβασμό μας και την υποταγή με δώρα που όσο εμείς εξαθλιωνόμαστε, και αυτό τα τελευταία χρόνια γίνεται χωρίς τη συνδρομή των δυνάμεων της φύσης,  τόσο θα εκλιπαρούμε για τις  δωρεές της.

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014

ΑΝΑΓΚΑΙΕΣ ΕΠΑΝΑΛΗΨΕΙΣ



Μετά την ανάπτυξη που όλοι αναζητούν και οι κυβερνώντες ισχυρίζονται ότι την συνάντησαν  ήδη, το ΣτΕ συμμετέχει κι αυτό με τις δικές του δυνάμεις για να ενισχύσει την αισιοδοξία μας με την απόφασή του για τις μειώσεις μισθών των  ένστολων. Λαμπρό δικαστικό πεδίο διεκδικήσεων ανοίγεται και για άλλους κλάδους ειδικών  μισθολογίων  που αδυνατούν να παραδεχτούν ότι η καπιταλιστική αναδιάρθρωση πιθανόν δεν τους έχει και ιδιαίτερη ανάγκη κι απλώς τους επιτρέπει να ελπίζουν, αυτούς και άλλους τόσους.   Κι έτσι στην  Ελλάδα των μνημονίων η αντίδραση και η διαμαρτυρία δίνεται η εντύπωση ότι γίνεται όλο και περισσότερο μια υπόθεση μετρημένων ανθρώπων, στην καλύτερη περίπτωση κάθε φορά κάποιου κλάδου εργαζομένων που τα τελευταία κυβερνητικά μέτρα πλήττει  περισσότερο, με τους ίδιους μηχανισμούς που χρησιμοποιούνται για την καπιταλιστική επίθεση.   
Και μοιάζει όλο και περισσότερο οι διαδηλώσεις και οι απεργίες να  γίνονται σε μια ατμόσφαιρα σχεδόν παγερή, θα νόμιζε κανείς και αδιάφορη, αλλά βέβαια πάντα  στο βάθος αντιμνημονιακή που βγαίνει όμως από ανάλυση σχεδόν ψυχαναλυτική. Σαν η αντίσταση να βρίσκεται στο υποσυνείδητό μας και όλος ο αγώνας είναι να ανέβει στο συνειδητό. Και γίνεται λόγος για αντίσταση που να μη μπαίνει στα γνωστά μοντέλα της αγωνιστικής κινητοποίησης, της διαδήλωσης, απεργίας κλπ. Σαν να αρκεί μια στάση και ήθος, άσχετα από τις πολιτικές τοποθετήσεις  μας,  που να αντιστέκονται στη χυδαιότητα της πολιτικής ζωής ή προσφυγή στη συνδρομή διαφόρων θεσμών. Αγνοώντας την αιτία της κατάστασης που βιώνουμε η  διαμαρτυρία μας δεν είναι στο ύψος  του δράματος που συμμετέχουμε, με τα ΜΜΕ να  προσφέρουν τεράστιες δόσεις αναισθητικού.
Συγχρόνως το κυρίαρχο σύστημα νοθεύει, πλαστογραφεί, καπηλεύεται και διαστρέφει  ιδέες που την ίδια ώρα πολύ κραυγαλέα τις διαφημίζει. Διακηρύττουν  λοιπόν οι κυβερνώντες ότι το δίκιο του καθένας μπορεί να το διεκδικήσει  και επειδή αυτοί  σέβονται τους νόμους και γι’ αυτό θα γίνει σεβαστή η απόφαση του ΣτΕ για τους ένστολους. Άλλο θέμα είναι βέβαια ότι αναζητούνται τα ισοδύναμα.
Ποτέ δεν παραδέχεται το κυρίαρχο σύστημα ότι  στρέφεται εναντίον της δημοκρατίας, ποτέ ότι καταργεί εργασιακά δικαιώματα, ποτέ  ότι  αρνείται κοινωνική δικαιοσύνη, ποτέ ότι  περιορίζει πολιτικά δικαιώματα, απλώς προχωρά σε διαρθρωτικές αλλαγές για την εξυγίανση της οικονομίας. Γιατί βέβαια δεν χρειάζεται να χτυπιέται κατευθείαν ούτε η ιδέα της ελευθερίας ούτε της δικαιοσύνης ούτε της δημοκρατίας ούτε οποιασδήποτε άλλης που το κυρίαρχο σύστημα υποστηρίζει ότι υπερασπίζεται κι έτσι μ’ αυτόν τον τρόπο ο  αντίπαλος να μην αναγνωρίζεται. Ίσως θα  μπορούσε κανείς να αντισταθεί κάπως, να αμυνθεί, εφόσον θα είχε απέναντί του τον αντίπαλο. Πώς θα μπορούσε όμως όταν αυτός ο αντίπαλος μιλά την ίδια γλώσσα μ’ αυτόν, μιμούμενος θαυμάσια τη δική του άρθρωση;  Γίνεται λοιπόν αναφορά  στην εξυγίανση της οικονομίας και οι εργαζόμενοι νομίζουν ότι αφορά το δικό τους βιοτικό επίπεδο και όχι την αύξηση  της κερδοφορίας της κυρίαρχης τάξης.   
Η κυρίαρχη ιδεολογία εισβάλλει  από παντού στη συνείδησή μας.
Όλοι επικαλούνται τη   δημοκρατία και  το Σύνταγμα και όμως εφαρμόζοντας νόμους της δημοκρατίας και αυτό το Σύνταγμα η εκάστοτε κυβέρνηση θα μπορούσε όποτε το θεωρήσει αναγκαίο να  επιβάλει τα αντιδραστικότερα μέτρα, να επικυρώσει τα φοβερότερα διατάγματα, όπως εν μέρει το έχει κάνει μέχρι τώρα.  Θα μπορούσε να μαντρώσει ολόκληρο το λαό και να τον κακοποιήσει.
              Όταν τα πράγματα παρουσιάζονται μονοσήμαντα ποια θέση κανείς θα πάρει είναι πιο εύκολο. Η όποια αντίσταση  γίνεται πιο περίπλοκη όταν παραμεριστεί η αυτονόητη  διαχωριστική γραμμή του άσπρου και του μαύρου, καπιταλιστές εργατική τάξη, και αρχίσουν οι διακρίσεις, οι αποχρώσεις και οι αντιφάσεις. Τότε οι προθέσεις  περιβάλλονται με ερωτηματικά, διάφορες σκοπιμότητες παίρνουν  το προβάδισμα, άλλοι συμβιβασμοί γίνονται παραδεκτοί συνήθως  μετά υστεροβουλίας. Κι ενώ  η εποχή της  απροκάλυπτης δίωξης, του αποκλεισμού  ή της σιωπής έχουν παρέλθει, οι επιφάσεις  της δημοκρατίας και της ελευθερίας καταλήγουν να είναι χειρότερες από τις ομολογίες  μιας δικτατορίας.  Η σημερινή κατάσταση, επικυρώνοντας την επιβίωση σαν παραχώρηση μιας εξουσίας ευαίσθητης σε παρακλήσεις όλο και περισσότερο μοιάζει μιας δικτατορίας, τουλάχιστον στον αυταρχισμό, στις σκοπιμότητες ακόμα και στο λαϊκισμό της.
 Κι ενώ βιώνουμε τις κρίσεις και αντινομίες του καπιταλισμού που καταστρέφουν τη ζωή μας αρνούμαστε σ’ ένα μεγάλο ποσοστό ν’ αναγνωρίσουμε τους μηχανισμούς του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και των συνεπειών τους, αρνούμαστε να δεχτούμε την ταξική πάλη. Κι έτσι κάθε φορά το πολύ πολύ  να επιλέγουμε συμμετοχή μας   σε αυτές τις  διαμαρτυρίες που θεωρούμε  σημαντικότερες ανάλογα με  τις ανάγκες μας και κυρίως το επίπεδο της ταξικής μας συνείδησης.
 Κι ενώ καθένας, κάθε κλάδος εργαζομένων  βιώνει τις συνέπειες της καπιταλιστικής επίθεσης μοιάζει να είναι αδύνατη η συνειδητοποίηση του συνόλου  των αντιθέσεων, η σύνδεση του ειδικού με το γενικό, η συνειδητοποίηση των ταξικών διαφορών.  Κι είναι εδώ που το κομμουνιστικό κόμμα με την παρουσία του, με τη δική του γενική άποψη και θεωρητικό εξοπλισμό μέσα σ’ όλες τις επιμέρους διαμαρτυρίες και δραστηριότητες μπορεί να συνενώσει  και να  οργανώσει την εργατική τάξη  εξασφαλίζοντας την ενότητα στόχων και δράσης. Και είναι αυτό που φοβάται η κυρίαρχη εξουσία που  χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα, προς το παρόν  στα όρια ακόμα  της αστικής δημοκρατίας, προσπαθεί να αποτρέψει.