Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

"Η ΑΓΩΝΙΑ ΕΝΟΣ ΛΑΟΥ"



         Το  νέο ρεκόρ που κατέγραψε η ανεργία στην Ελλάδα, τον Ιούνιο του 2013 εκτοξεύθηκε στο 27,9%, επιβεβαιώνει ότι όλο το βάρος της κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος όπως εκδηλώνεται στην Ελλάδα, η κυρίαρχη τάξη το ρίχνει στην εργατική τάξη και στα μεσαία και μικρά αστικά στρώματα του πληθυσμού. Η οικονομική λοιπόν κρίση με τις ολέθριες συνέπειές της στις υποτελείς τάξεις έχει άμεσο  και μακροπρόθεσμο αντίκτυπο στη φτώχεια τους και στον κοινωνικό αποκλεισμό. Στην πραγματικότητα έχει ξεκινήσει ένας ταξικός πόλεμος άγριος κι αδυσώπητος που οι υποτελείς τάξεις ενώ βιώνουν τις συνέπειές του δεν τον αναγνωρίζουν ακόμα σαν τέτοιο.
         Ταξικά συμφέροντα εξυπηρετούσε και ο β παγκόσμιος πόλεμος που  πριν από εβδομήντα και χρόνια  ξεκίνησαν τα φασιστικά καθεστώτα της Ευρώπης που εκφράζανε και εξυπηρετούσαν τις πιο αντιδραστικές δυνάμεις του κεφαλαίου. Στην περιγραφή που, πριν 71 χρόνια, κάνει ο Δ. Γληνός για τις  συνθήκες  που βίωνε ο λαός μετά την νίκη των ναζιστών στο «Τι είναι και τι θέλει το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο» περιγράφοντας  την «Αγωνία ενός λαού» ποιες ομοιότητες αναγνωρίζουμε;
            «Απέναντι σ’  αυτή τη φοβερή συμφορά, την άγρια μπόρα που ξέσπασε πάνω στη χώρα μας και καταβασανίζει το λαό μας, ποια είναι η στάση  του λαού; Πώς αντιμετωπίζει ο λαός τα χτυπήματα που αναταράζουν όλη του τη ζωή; Από τη μια μεριά τα χτυπήματα της τυραννίας των ξένων καταχτητών,  την αρπαγή του ψωμιού του, την ολόπλευρη στέρηση των μέσων της ζωής του, την αβεβαιότητα, τη μαύρη έγνοια που τον κατατρώγει την πάσαν ημέρα, το θάνατο που τον τριγυρίζει με χίλιες μορφές την κάθε στιγμή; Και από την άλλη μεριά τα χτυπήματα της προδοσίας, την άγρια και αχόρταγη μανία της κερδοσκοπίας, την αισχρή συνωμοσία των εκμεταλλευτών της δυστυχίας του;
          Από τη μια στιγμή  στην άλλη, όλα τα στρώματα του λαού μας είδανε να αναποδογυρίζεται και να γκρεμίζεται γύρω τους το οικοδόμημα της ζωής τους. Ο εργάτης έχασε τα δουλειά του, βρέθηκε στο δρόμο απένταρος. Μα και όποιος είχε  δουλειά, το μεροκάματό του έγινε με μιας μηδενικό των μηδενικών. ¨Ο,τι  κέρδιζε όλο το μήνα δεν του έφτανε  πια για να ζήσει ούτε μιαν ημέρα. Αν πρωτύτερα μπορούσε να τρώει  αυτός και τα παιδιά του ένα κομμάτι ψωμί, λίγες ελιές, λίγα χορταρικά, τώρα χάθηκε και το ψωμί και η ελιά και το χόρτο. Το σκληρό μονοπάτι που βάδιζε πάντα, έγινε τώρα δρόμος μαρτυρίου, που οδηγούσε κι αυτόν και τη γυναίκα  του και τα παιδιά του κατευθείαν στο νεκροταφείο. Στην ίδια θέση βρέθηκαν όλοι οι μισθωτοί. Ο ιδιωτικός και δημόσιος υπάλληλος, ο τραγικός αυτός αιώνιος  ακροβάτης ανάμεσα στην πείνα  και στην κοινωνική αξιοπρέπεια, έχασε κάθε ισορροπία. Το κρυφό  μαρτύριό τους έγινε τώρα πια φανερό. Σιγά σιγά αποσκελετώθηκε αυτός και η φαμελιά του. Τα ρούχα του κυλάν από πάνω του, το πρόσωπό του εσούρωσε. Όλοι γέρασαν με μιας και στα μάτια τους ζωγραφίστηκε η μαύρη έγνοια και η αγωνία η θανάσιμη. Η διάσταση ανάμεσα στο εισόδημα και στα πιο απαραίτητα έξοδα της ζωής έγινε τρομαχτική. ¨Ολος ο μισθός δε φτάνει για να αγοράσει τα τρόφιμα δέκα ημερών, πέντε ημερών, τριών ημερών, μιας ημέρας. Όλος ο μισθός ενός μηνός δε φτάνει για να περάσει ένα ζευγάρι σόλες στα τρύπια παπούτσια του! Και για το μισθωτό, λοιπόν, άνοιξε πλατύς ο δρόμος του νεκροταφείου, η μαύρη πύλη του θανάτου από μαρασμό, που καταπίνει  τα παιδιά του, τους γονιούς του, τη γυναίκα του και αυτόν τον ίδιο. Οι συνταξιούχοι πολιτικοί και στρατιωτικοί και τα θύματα των πολέμων έπαθαν χειρότερα. Οι μικροί και μεσαίοι εισοδηματίες και πολλοί, γλυκά αποκοιμισμένοι απάνω στο μαλακό προσκέφαλο της εξασφαλισμένης ζωής, ξύπνησαν τραγικά μπροστά στο τρομαχτικό φάσμα της πείνας.
         Και όλοι αυτοί, εργάτες, υπάλληλοι, επαγγελματίες, βιοτέχνες, εισοδηματίες, που άνοιξε με μιας βαθύς ο λάκκος  μπροστά τους, άρχισαν να ξεπουλάνε ό, τι βρισκόταν  σπίτι τους. Δαχτυλίδια, βέρες, ρολόγια, έπιπλα, χαλιά, τεντζερέδια, πιατικά, παπλώματα, κουβέρτες, ρουχισμός πήρανε το δρόμο της αγοράς. Κάθε μικροοικονομία εξανεμίστηκε(…)
          Τα ίδια και χειρότερα γίνονται στα χωριά, μ΄ όλη τη φαινομενική υπερτίμηση των αγροτικών προϊόντων και το φαινομενικό πλούτο που συσσωρεύεται στις κασσέλες μερικών αγροτών. Εδώ βέβαια φάνηκε στην αρχή σα να ήρθε αναπάντεχα ο χρυσός αιώνας. Οι χωριάτες είδανε με μιας να τρέχουνε τα χιλιάρικα μέσα στο σπιτικό τους, να μπαίνουνε από τις πόρτες και τα παράθυρα τα λεφτά, και να χρυσοπουλιέται το σιτάρι τους, το καλαμπόκι τους, το λαχανικό τους, η πατάτα τους, η ελιά τους, το κρασί τους, το τυρί τους, το γάλα τους. Πίστεψαν πως τώρα μπορούνε κι’ αυτοί να ξεχρεώσουν τα χτήματά τους, ν’  αγοράσουνε κι άλλα χτήματα, ν’ αγοράσουνε σπίτια στις πολιτείες(…) Σιγά- σιγά όμως άρχισαν  να βλέπουν να λυώνει μπροστά στα μάτια τους  ο θησαυρός(…) Δεν έχουν γάλα, δεν έχουνε αυγό να φάνε. Και ήρθε και το κράτος να τους πάρει κα τα γεννήματα με τη βοήθεια των καραμπινιέρων. Στο τέλος στερήθηκαν  και το ψωμί. Δεκάδες πεθαίνουν οι φτωχοί χωριάτες από πείνα, γυμνοί  και ξυπόλητοι περπατάνε. Και στο τέλος τέλος και κείνοι που έχουν σωριασμένα τα χιλιάρικα στις κασέλες τους θα ιδούνε πως δεν θα μπορούν ούτε στο τοίχο να τα κολλήσουνε για ταπετσαρία γιατί θα τους λείπει η κόλλα. Είναι κοινή η συμφορά για όλους κι ας μη μας ξεγελάει ο Νιαγάρας του χαρτιού. Τα πραγματικά αγαθά, τα προϊόντα μας, ό,τι έχουμε υλικό αγαθό, αυτό εξατμίζεται, φεύγει, πάει στα ξένα χέρια και σε ξένες κοιλιές.(…)
        Και κανένας μας αληθινά δεν ξεγελιέται. Απέναντι σ’ αυτή τη μαύρη δυστυχία, που μας έρριξαν, και που ο μόνος σκοπός τους είναι να την μονιμοποιήσουν, μια και μόνη είναι η ψυχική στάση του λαού μας απ΄ άκρη σ’ άκρη, εξόν από τους προδότες και τα τσακάλια. Μίσος άγριο κι άρνηση απόλυτη!
       Οι ξένοι καταχτητές και οι ντόπιοι αιματορουφηχτάδες ένα σκοπό έχουνε: Να μας λυγίσουν τις ψυχές κάτω από τα χτυπήματα της συμφοράς, να σπάσουνε τα ζωτικά νεύρα της ζωής μας, να τσακίσουν την ψυχική μας αντίσταση, να μας κάνουνε να δεχτούμε τη μαύρη μοίρα  να μας ρίξουνε στην απελπισία και στη μοιρολατρεία(…)
       Ο λαός που τσακίζεται από την υπέρτερη βία για μια στιγμή, δεν είναι ακόμα σκλάβος. Σκλάβος γίνεται  από τη στιγμή που ψυχικά δέχεται τη σκλαβιά(…)»
     

Δ. Γληνού, εκλεκτές σελίδες, τόμος τέταρτος, εκδ. Στοχαστής

Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2013

ΛΑΪΚΙΣΜΟΣ

              Στην ομιλία του στη ΔΕΘ ο πρωθυπουργός Σαμαράς καταφέρθηκε εναντίον το «εθίμου», όπως το χαρακτήρισε, ο εκάστοτε πρωθυπουργός από το βήμα της ΔΕΘ «να εξαγγέλλει πώς θα μοιράσει στην κοινωνία ένα πλεόνασμα που η οικονομία δεν μπορούσε να παράγει. Πώς θα μοιράσει δανεικά και επιδοτήσεις» για να δώσει εμμέσως τα εύσημα στον πρώην πρωθυπουργό Κώστα Καραμανλή,  χωρίς να τον κατονομάζει,  προσθέτοντας «Υπήρξαν βέβαια, και φωτεινές εξαιρέσεις σε αυτό τον θλιβερό κανόνα. Αλλά όταν κάποιος πρωθυπουργός τολμούσε από το βήμα αυτό να πει την αλήθεια, ότι δεν υπάρχουν άλλα δανεικά για «αναδιανομή», τότε κύματα λαϊκισμού ξεσηκώνονταν εναντίον του. Και σχεδόν πάντα το πλήρωνε πολιτικά ακριβά…»
                Για πολλοστή φορά επιστρατεύεται η νεφελώδης έννοια «λαϊκισμός» για να δικαιολογηθούν κάθε είδους αντιλαϊκά μέτρα που παίρνουν οι κυβερνώντες. Η χρήση της σ’ όλα αυτά τα χρόνια έχει γίνει πολύ συχνή, σχεδόν κουραστική έχοντας επικρατήσει ο όρος να θεωρείται αυταπόδεικτα αρνητικός, μια κατηγορία.
               Και το εξωφρενικά αντιφατικό  είναι ότι οι ίδιοι που διακρίνονται για τη  δημαγωγική  αναφορά τους στο λαό, την ίδια στιγμή κατηγορούν άλλους για λαϊκισμό και τον ίδιο το λαό με  τα αιτήματά του για βελτίωση της ζωής του. Στην πράξη, όταν η κυρίαρχη πολιτική τάξη   καταφεύγει -με θετικό ή αρνητικό τρόπο-  στο λαϊκισμό  δεν επιδιώκει  τίποτε άλλο από την  εξασφάλιση και τη διατήρηση  ερεισμάτων στις μάζες, τη χειραγώγηση των εκλογέων, ακόμα κι όταν οι αποφάσεις τους στρέφονται εναντίον  τους, υποστηρίζοντας παρ’ όλα αυτά πως θεωρούν ότι αρχή τους είναι η προτεραιότητα της θέλησης του λαού.
              Η αναζήτηση ενιαίας εννοιολογικής προσέγγισης της έννοιας λαϊκισμός  όπως εμφανίζεται σε διάφορες ιστορικές συγκυρίες δεν είναι και εύκολη.  Πάντως ο εγχώριος  λαϊκισμός ταυτίστηκε σχεδόν με τον πασοκικό λόγο από τους αντιπάλους του, για να καταλήξει να θεωρείται στην τελική η αιτία  της κακοδαιμονίας μας στα τελευταία χρόνια.  
           Βασικά θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε στον πασοκικό  λόγο, που ο ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει να κληρονομεί,  εκείνο τον λαϊκισμό που, ως έκφραση αυξημένων η ανικανοποίητων προσδοκιών,  αναπλάθει στον ένα ή άλλο βαθμό  τις κοινωνικές και ψυχολογικές προσδοκίες  των κοινωνικών στρωμάτων, μη προνομιούχοι ονομάστηκαν,  που υποφέρουν  από τις κοινωνικές αντιφάσεις του καπιταλισμού.  Στα γνωρίσματά του περιλαμβανόταν –και περιλαμβάνεται- και  η κριτική του καπιταλισμού, αλλά και  η ιδέα του λαού ως κοινωνικού πολιτικού στρώματος που αποσυνθέτεται  όμως κάτω από την πίεση των αστικών σχέσεων και που ωστόσο πρέπει να διατηρηθεί και να ενισχυθεί για τους εθνικούς σκοπούς της ολόπλευρης ανάπτυξης. Κι ακόμα  η τάση για υπεράσπιση  του αταξικού  δρόμου κοινωνικής εξέλιξης με απόρριψη τόσο των ταξικών διαφορών μέσα στο λαό όσο και των ταξικών ρόλων των ηγετών του λαού. Εν ολίγοις  το ιδεολογικό ρεύμα αυτού του λαϊκισμού περιλάμβανε προγράμματα βελτιωμένου καπιταλισμού, σε μια ιστορική περίοδο που η ριζοσπαστικοποίηση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού φόβιζε τον κυρίαρχο λόγο που ήθελε να κρατήσει τις διεκδικήσεις τους μέσα στα αστικά πλαίσια. Και γι’ αυτό είναι υποκριτικό που σύμπασα η κυρίαρχη πολιτική τάξη αυτόν τον λαϊκισμό κατακρίνει, ενώ τον εκμεταλλεύτηκε σχεδόν σαράντα χρόνια τώρα και εξασφάλιζε την ηγεμονία της πετυχαίνοντας συναίνεση ακόμα και ριζοσπαστικών τμημάτων του πληθυσμού και συνεχίζει να  επιχειρεί και τώρα το ίδιο.
                Βέβαια τώρα η αναφορά από τους κυβερνώντες στο λαϊκισμό περισσότερο ερμηνεύεται σαν ανεπάρκεια  ενσωμάτωσης  στην καπιταλιστική κοινωνία και καταλήγει αυτή η άρνηση ή έστω  η δυσκολία ενσωμάτωσης στην κοινωνία του κέρδους και της μιζέριας να θεωρείται μεγαλύτερο κακό από την ίδια την ύπαρξή της.  Το πρόβλημα είναι πως η πλειοψηφία από τις υποτελείς τάξεις  με την εσωτερίκευση της κυρίαρχης ιδεολογίας συμφωνεί μ’ αυτή την ερμηνεία. Έτσι αυτό που προκρίνεται είναι η συνεχής επιδίωξη ισορροπίας, που καταλήγει σε αποθέωση της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων,  η απουσία κάθε μορφής αντιπαλότητας. Γι’ αυτό  η αναφορά μπορεί να γίνεται όχι στο άμεσο των προβλημάτων, στο χαρακτήρα των αναγκών των κοινωνικών εντάσεων, αλλά στα προβλήματα που αυτά τα ζητήματα θέτουν στο καθεστώς.
              Εξάλλου τα μη προνομιούχα στρώματα, που μέσα από  διαφορετικές πορείες και διαδρομές αντιστέκονταν στην «αστική κοινωνικοποίηση», στην ενσωμάτωση και στην ιδεολογία του καθεστώτος και  στα οποία απευθυνόταν ο λαϊκίστικος πολιτικός λόγος τώρα που η επίθεση του κεφαλαίου τα  πλήττει αποκαλύπτονται ότι όχι μόνο δεν είναι φορείς μιας πιο απελευθερωτικής ιδεολογίας  αλλά μάλλον ότι λειτουργούν το ίδιο αλλοτριωμένα. Τα χαρακτηρίζει βέβαια  η καταρχήν εχθρότητα, η αντιπαλότητα, συχνά ίσως μόνο λεκτική, με την υπάρχουσα κοινωνική δομή, όπως και μια διάθεση ρήξης συχνά και χωρίς αντίκρισμα. Όμως  η   σχετικά πρόσφατη προλεταριοποίηση αποτελεί μάλλον ανασταλτικό παράγοντα όχι μόνο να  πλησιάσουν τις αστικές δομές αλλά  και την εργατική ιδεολογία της κομμουνιστικής αριστεράς.Κι έτσι γίνονται και πιο ευάλωτες στο φασιστικό λόγο που μπορεί να υιοθετήσει το λαϊκισμό για να καλυφθεί.
           Ο λαϊκισμός λοιπόν  μπορεί να λειτουργεί σαν ένα παραφθαρμένο υποκατάστατο της ταξικότητας, να  εκφράζει τα χαρακτηριστικά μιας στρεβλής ταξικότητας, όμως ακόμα κι αν είναι μια καθυστερημένη πλευρά του αντικαπιταλιστικού αγώνα, επειδή είναι  πιο κοντά στην ταξική διάσταση αυτού του αγώνα ακόμα κι αν δίνει μάχη οπισθοφυλακής, μπορεί να γίνει αφετηρία  για ξεπέρασμα του ενσωματωμένου δημοκρατικού λόγου με τον οποίο εγκαταλείπεται κάθε ιδέα αντιπαλότητας σ’ αυτό το σύστημα που στέκεται απέναντί μας ως εχθρός. Αρκεί να αντιληφθούμε ότι οι ταξικές αντιθέσεις, η ανειρήνευτη αντίθεση ανάμεσα σε εκμεταλλευτές  και εκμεταλλευομένους, ανάμεσα σε εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους  αποτελούν ζωντανό παρόν που βιώνουμε στην καθημερινότητά μας.

Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2013

ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ

                   Άλλη μια… μάχη δίνεται, όπως επιβεβαιώνεται και από τον υπουργό Οικονομικών Στουρνάρα, για το μέλλον των αμυντικών συτημάτων της χώρας, που παραδέχτηκε ότι όχι μόνο η διαπραγμάτευση με την τρόικα είναι «πολύ δύσκολη», αλλά και ότι ΕΑΣ, ΕΛΒΟ και ΛΑΡΚΟ είναι «μη βιώσιμες», προσθέτοντας στο φορολογούμενο γύρω στα 150 εκατ. ευρώ το χρόνο. Η δε αναπληρώτρια υπουργός Εθνικής Άμυνας Φώφη Γεννηματά, του πάλαι ποτέ σοσιαλιστικού ΠΑΣΟΚ, γνωστοποίησε ότι η τρόικα απέρριψε, με email προς το ΥΠΟΙΚ, την ελληνική πρόταση για εκκαθάρισή τους εν λειτουργία και αντιπρότεινε  κλείσιμό τους, χωρίς την αποζημίωση των εργαζομένων.
                Και να φανταστεί κανείς ότι αυτή η ίδια πολιτική τάξη, που κλείνει τώρα ως ασύμφορες τις πολεμικές  βιομηχανίες, αφού ήδη έχουν μετατραπεί σε φαντάσματα,   πριν είκοσι και κάτι χρόνια προπαγάνδιζε ότι η πολεμική βιομηχανία είναι η  ατμομηχανή που θα σύρει πίσω της μια νέα ευημερία, προσπαθώντας  να λουστράρει τα θαμπωμένα  αναπτυξιακά οράματα του αστισμού.  Όλοι  σχεδόν μάλιστα  οι οραματιστές της καπιταλιστικής ανάπτυξης συμφωνούσαν τότε ότι με την  πολεμική βιομηχανία θα προχωρούσε η Ελλάδα   στη δημιουργία της δικής της τεχνολογίας, γιατί η πολεμική βιομηχανία  αποτελούσε το μοχλό που επιτάχυνε την εισαγωγή  τεχνολογίας και την καπιταλιστική αναδιάρθρωση και σε άλλους κλάδους της παραγωγής, ενώ  θα έδινε ευκαιρίες στην οικονομία της χώρας να αναπτυχτεί. Επαιρόμαστε μάλιστα ότι εφόσον η θέση της Ελλάδας στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα αναβαθμιζόταν με την ένταξη στην ΕΟΚ, με την διεκδίκηση μιας καλύτερης θέσης στα πλαίσια πάντα του ΝΑΤΟ ήταν  αναγκαία και η δημιουργία της ελληνικής  πολεμικής βιομηχανίας. Μάλιστα η αυτοδυναμία  στο τομέα του αμυντικού εξοπλισμού  θεωρούνταν ένα σημαντικό βήμα  για αποδέσμευση από  την απόλυτη εξάρτηση από ξένους προμηθευτές όπλων, η οποία συνεπαγόταν φαλκίδευση της εθνικής ανεξαρτησίας. Και φυσικά αυτή η εθνική ανεξαρτησία συνεπαγόταν και θυσίες: θυσίες οικονομικές, όταν απαιτούνται εξορθολογιστικοί χειρισμοί για να μεταφερθούν πόροι από άλλες βιομηχανίες στις πολλά τότε υποσχόμενες πολεμικές, που σημαίνει απολύσεις, κλεισίματα, περικοπές. Απαιτούνταν όμως και θυσίες πολιτικές, καθώς οι νέες βιομηχανίες σαν εθνικά ευαίσθητες απαιτούσαν  την παραίτηση των εργατών από κάθε διεκδίκηση για να μην  υπονομεύονται εθνικοί  στόχοι. Αυτές τις θυσίες το ΠΑΣΟΚ προσπαθούσε  να τις ντύσει με τον εξωραϊστικό μανδύα της πάλης για εθνική ανεξαρτησία που ήταν προϋπόθεση για κάθε κοινωνική πρόοδο, τη δημοκρατία κα το σοσιαλισμό.
                   Τα χρόνια λοιπόν εκείνα οι εκφραστές της εκσυγχρονισμένης αστικής στρατηγικής στην Ελλάδα, που αισιοδοξούσαν να  διαδραματίσει η χώρα αποφασιστικότερο ρόλο στην παγκόσμια πολιτική, φιλοδοξούσαν η πολεμική βιομηχανία να αναπτυχθεί σαν κλάδος αιχμής. Γιατί ο  ελληνικός  καπιταλισμός, για να κατοχυρώσει τη δική του οικονομική διείσδυση σε μια  περιοχή που ήταν  σταυροδρόμι όλων των ανταγωνισμών, δεν μπορούσε παρά να εμπλακεί  σε μια δίνη αντιθέσεων που βέβαια απαιτούσε δυναμική στρατιωτική παρουσία στα βαλκάνια, στο Αιγαίο, Κύπρο, Α. Μεσόγειο. Και όλοι αποδεχόμαστε τη μεγάλη κλιμάκωση των εξοπλισμών, που μάλιστα λειτουργούσε σαν κίνητρο με διπλή έννοια. Από τη μια πιέσεις στο κράτος για ελληνοποίηση ενός μεγάλου μέρους των πολεμικών  παραγγελιών, από την άλλη το μέγεθος των παραγγελιών στις πολεμικές μας  βιομηχανίες  θεωρούσαμε πως αύξανε τις διαπραγματευτικές δυνατότητες για την εξασφάλιση της απαραίτητης συνεργασίας με τις μεγάλες ξένες πολεμικές βιομηχανίες. Κι έτσι οι έλληνες καπιταλιστές που έψαχναν με αγωνία για δυνατότητες συμμετοχής σε κερδοφόρες επενδύσεις διεθνούς επιφάνειας έβρισκαν το δρόμο της δικής τους κερδοφορίας.
           Μόνο που κανένα κράτος που είναι ένας κρίκος στην αλυσίδα των ιμπεριαλιστικών κρατών και όχι βέβαια δυνατός, δεν μπορεί να ελέγξει τα οικονομικά και στρατιωτικά διέξοδα τα οποία  αναζητά μέσα από την κλιμάκωση των εξοπλισμών και την ανάπτυξη της πολεμικής βιομηχανίας. Τα επίπεδα στα οποία κινείται  η πολεμική δαπάνη καταλήγει μια μεταβλητή που καθορίζεται από την ανεξέλεγκτη δυναμική των ανταγωνισμών σε παγκόσμιο επίπεδο. Το ανεξέλεγκτο όμως  και αστάθμητο  αυτής της δυναμικής γίνεται πιο  έντονο εξαιτίας  της μεγάλης διεθνοποίησης του κεφαλαίου  Η δυνατότητα του κάθε κράτους να κινητοποιεί την εθνική οικονομία του σύμφωνα με τις ανάγκες των ανταγωνισμών, στρατιωτικών και  οικονομικών, περιορίζεται πια πολύ από τις δραστηριότητες των πολυεθνικών κεφαλαίων που κινούνται με κριτήριο την μεγιστοποίηση των κερδών τους σε διεθνή κλίμακα, αψηφώντας τους εθνικούς περιορισμούς.
                      Κι έτσι η ίδια αυτή αστική τάξη της χώρας μας  που τότε επικαλούνταν την εθνική  ανεξαρτησία για τη δικαιολόγηση των επιλογών της, τώρα που στο διεθνοποιημένο περιβάλλον φοβάται τον  πλήρη παραγκωνισμό της έχει εγκαταλείψει κάθε  προσπάθεια να αποκτήσει  κάποιες μεγαλύτερες δυνατότητες  ελέγχου πάνω στην οικονομική και στρατιωτική συγκυρία που αντιμετωπίζει η χώρα και μπορεί να τη φέρει σε αντίθεση με τα διεθνή οικονομικοπολιτικά κέντρα  Ευρώπης και Αμερικής.
                 Γιατί λοιπόν να ενδιαφέρεται για την πολεμική βιομηχανία της χώρας ή γενικά για τον παραγωγικό της ιστό αφού η διάσωσή της  ίδιας δεν περνά πια  από μια οικονομία οργανωμένη σε κράτος αλλά από την υποταγή της στα διεθνή οικονομικοπολιτικά κέντρα; Πολύ περισσότερο βέβαια δεν νοιάζεται η κυρίαρχη πολιτική τάξη για τους εργαζόμενους, για αποζημιώσεις και όλα τα συναφή. Το όνειρό της εγχώριας κυρίαρχης  τάξης να συμμετέχει έστω και ελάχιστα στο διεθνή καταμερισμό της πολεμικής βιομηχανίας που θα αντιπροσώπευε μια άνοδο στη διεθνή ανταγωνιστική ιεραρχία προς το παρόν μοιάζει να  εξέλιπε. Μοιάζει να  ευελπιστεί πως ίσως η υποταγή στα κελεύσματα των διεθνών κέντρων, είτε οικονομικά με την εφαρμογή μιας σειράς μνημονίων είτε στρατιωτικά, με την παραχώρηση βάσεων και ποικίλων διευκολύνσεων στους γεωστρατηγικούς σχεδιασμούς τους, είναι ο κατάλληλος δρόμος αν όχι να  αναβαθμιστεί, τουλάχιστον να επιβιώσει στην παρούσα συγκυρία.  Και μεις όλοι οι υπόλοιποι που εξαθλιωνόμαστε και χανόμαστε είμαστε απλώς οι παράπλευρες απώλειες αυτής της επιλογής.