Πέμπτη 14 Μαρτίου 2013

ΣΗΜΑΙΝΟΝΤΑ ΚΑΙ ΣΗΜΑΙΝΟΜΕΝΑ



            Η απόφαση του  Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας, πριν από ένα περίπου μήνα,  να εγκαταλείψει το σφυροδρέπανο στο πλαίσιο του «εκσυγχρονισμού» του  και  στην θέση του να χρησιμοποιήσει ως έμβλημα ένα πεντάκτινο αστέρι, το οποίο αντιπροσωπεύει την ευρωπαϊκή αριστερά,  δεν αφορά απλώς τη λειτουργία ενός σχετικά αυτόνομου σημείου. Το έμβλημα έχει σημασία γι’ αυτό που θέλει  να εκφράζει, μεταφέρει ένα συγκεκριμένο νόημα. Αυτό το έμβλημα, το σφυροδρέπανο, από μόνο του δεν θα είχε καμία σημασία, αλλά μέσα στο συγκεκριμένο  σύστημα κοινωνικής οργάνωσης συμπυκνώνει αγώνες και  οράματα ενός αιώνα και παραπάνω κι αποκτά τη συγκεκριμένη του σημασία. Η μορφή αυτού το σημείου, οπτική αναπαράσταση σφυριού και δρεπανιού, μας μεταφέρει την έννοια  κομμουνισμός.
           Αυτή  η σύνδεση ανάμεσα στο σημαίνον (σφυροδρέπανο) και το σημαινόμενο (την κομμουνιστική ιδεολογία) δεν είναι πια   απλώς αποτέλεσμα  κάποιας κοινωνικής σύμβασης. Το σφυροδρέπανο, έμβλημα του κομμουνιστικού κόμματος, είναι φορέας μηνύματος, εικονικό σύμβολο μιας προσδοκίας για μια άλλη κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση και μέσα στα συγκεκριμένα ιστορικά πλαίσια  η σύνδεση τους, σφυροδρέπανου-κομμουνιστικής ιδεολογίας,  έγινε αδιαχώριστη. Το σφυροδρέπανο έγινε όχημα μιας έννοιας, έγινε  ένα σημαίνον με καθορισμένο σημαινόμενο, το οποίο, όσες φορές κι αν χρησιμοποιείται, δεν μπορεί να πάρει τη μορφή του κενού σημαινόμενου, για να σηματοδοτεί διαφορετικές αξίες κάθε φορά, αλλά πάντα συντηρεί   και αναπαράγει   τις ίδιες βασικές αξίες.  Ούτε  επομένως μπορεί να πάρει τη θέση του κενού σημαίνοντος, για να χρησιμοποιηθεί στα πλαίσια διαφορετικών αφηγήσεων με διαφορετικές ιδεολογικές αναφορές, παρά μόνο αν αλλάξουν τα ιστορικοκοινωνικά πλαίσια.
              Σκέφτεται κανείς ότι στο πεδίο που περικλείει αυτό το έμβλημα, αρθρώνονται όλες οι σημασίες της πολιτικής· όταν τον προηγούμενο αιώνα στη χώρα μας ένα κίνημα,  ένα κόμμα οικειοποιήθηκαν αυτό το έμβλημα διεκδικώντας μ’ αυτό την καινούργια κοινωνία που το ίδιο καλούσε, την κομμουνιστική,  τα άλλα κόμματα και το ίδιο το κράτος καταταράχτηκαν  και το καθεστώς κλονίστηκε. Αυτό το έμβλημα στη δική μας κοινωνία τη διαίρεσε στα δυο και αυτό το έμβλημα έγινε κοινό σημαίνον για δυο ριζικά αλληλοαποκλειόμενες κατηγορίες σημαινομένων: για τους καταπιεσμένους, αγρότες κι εργάτες, και τους καταπιεστές, κεφαλαιοκράτες και υπηρετούντες αυτούς. 
         Η απόφαση αυτή του ΚΚΓ  για εξαφάνιση ενός εμβλήματος που ποτέ δεν έπαψε στον καπιταλιστικό μας κόσμο να σημαίνει, ακόμα και τώρα αν και αρκετά αχνά, τα όσα αρχικά από την εμφάνισή του κατέθεσε κι ήθελε να κατακτήσει, ίσως και να αποβλέπει στην κατάρρευση όλων των σημαινόμενων του, για να απομείνει ένα απλό  μουσειακό έμβλημα,  απλό κατάλοιπο άλλων εποχών, που να παραπέμπει μόνο στον εαυτό του, κύμβαλο αλαλάζον, σκέτο σημαίνον. Ήδη, τα σημαινόμενά του από τη δεκαετία του ’90 έχουν πανευρωπαϊκά απωθηθεί κι έχει  διακηρυχτεί  ότι  η προοπτική για έναν κομμουνιστικό κόσμο κατακρημνίστηκε, για την πλειοψηφία,  στον κόσμο της ανυπαρξίας. Και όχι μόνο αυτό, η έσχατη κατάληξη στα χρόνια μας είναι η ολοκληρωτική καταστολή  ακόμη κι αυτής της επιθυμίας για ένα κομμουνιστικό κόσμο που παραπέμπει το σφυροδρέπανο.
        Και έτσι παραμένει  για τους κυβερνώντες κυρίως  η χρήση της ονομασίας αριστερά, στις περιπτώσεις που επιδιώκεται η ενσωμάτωση για απορρόφηση όλων  των αντιδράσεων  ή άκρα αριστερά  όταν επιδιώκεται η καταστολή τους,  με έμφαση στο άκρα για να ταυτιστεί  με το άλλο άκρο, την  «άκρα δεξιά», πάει να πει φασισμό.  Η άκρα δεξιά,  ο φασισμός,  αλλάζει μορφές και σύμβολα για να αποκρυφτούν όλα του τα σημαινόμενα  –ρατσισμός, εκμετάλλευση, καταπίεση κλπ. Κι έτσι α-μορφος και  ρευστός παίρνει κάθε φορά άλλο σχήμα για να παραπλανά. Εδώ η εξαφάνιση ή  αλλαγή του σημαίνοντος  διευκολύνει το ίδιο το σύστημα, που κάθε φορά μπορεί να στηριχτεί στον φασισμό που αλλάζει μορφή και σύμβολα,    ενώ ταυτόχρονα κάθε φορά να τον αρνείται.
         Αντίθετα, η άρνηση των εμβλημάτων του κομμουνιστικού κόμματος ή και της ίδιας της ονομασίας του στο καπιταλιστικό κόσμο  βάζει το λιθαράκι της για τη συσκότιση της πολιτικής ουσίας των διαφορών με άλλους πολιτικούς σχηματισμούς ή κινήσεις, που είναι ο ριζικός μετασχηματισμός της κοινωνίας. Τα δεκανίκια νέων ονομασιών  ή συμβόλων περισσότερο στοχεύουν στον καταποντισμό του κομμουνιστικού λόγου μέσα σε αλλότρια  συμφέροντα και σκοπιμότητες και στην εξουδετέρωση εκείνων των προϋποθέσεων που  επιτρέπουν  την  αγωνιστική διεκδίκηση  εκείνης της κοινωνίας στην οποία  το ίδιο το έμβλημα και όνομα   παραπέμπει, γιατί   η ονομασία του και το έμβλημα  σηματοδοτούν  το κομμουνιστικό κίνημα   σαν αντικαπιταλιστική δύναμη, δηλ. δύναμη του σοσιαλιστικού  μετασχηματισμού.
          Κι όσο μετά το ’90 από την ευγενή άμιλλα για διεκδίκηση των διαφόρων όψεων του πληθωρισμένου  κομμουνισμού περνούσαμε  στην απαξίωση του κομμουνιστικού φρονήματος, τόσο το πεδίο του αριστερού, με διάφορους επιθετικούς προσδιορισμούς πλην κομμουνιστικού,  προβληματισμού και πρακτικής διευρυνόταν.  
              Κι έτσι, στις μέρες μας,  μπορεί και ο Σαμαράς να αποφαίνεται ασυστόλως «ότι και τα δυο άκρα τροφοδοτούν το ένα τ' άλλο και διαλύουν τις κοινωνίες», ενώ ταυτοχρόνως  να συνεργάζεται με ένα κομμάτι της «υπεύθυνης» αριστεράς ενώ,  μ’ ένα άλλο τμήμα της «ριζοσπαστικής» παίζει το δικομματικό παιχνίδι. Μένει η άκρα αριστερά, πα να πεί το κομμουνιστικό κίνημα,  που στον κυρίαρχο λόγο επιδιώκεται όλο να απογυμνώνεται από εμβλήματα και σύμβολα, να στριμώχνεται για να ενταχτεί  στο υδαρές περιβάλλον της αριστεράς με τις πολλές εκδοχές, ώστε σημαίνοντα και σημαινόμενα να μην αποτελούν πια κίνδυνο.
          Και όντως, από το παλιό, κραταιό  εκείνο κίνημα που πριν μερικές δεκαετίες πολέμησε μετωπικά τον καπιταλιστικό κόσμο δεν μένει παρά μια μικρή φλόγα να κρατιέται μόλις καίουσα από  τη συνεχιζόμενη  παρουσία  εκείνου του καταπτοημένου και «παρωχημένου» εμβλήματος κι ονόματος. Και  τώρα, όσοι απομένουν και δεν  συναινούν να απαξιωθεί το όραμα μιας κομμουνιστικής κοινωνίας καταπολεμούνται με τα  κατάλληλα όπλα κάθε φορά, άλλοτε απαξιώνονται σαν κακόπιστοι γραφικοί και παρωχημένοι κι άλλοτε σαν επικίνδυνοι καταστροφείς της κοινωνίας.
              Σίγουρα, η πολιτική ουσία δεν έγκειται στα σύμβολα, όσο κι αν τα σύμβολα περικλείουν κι αυτά πάντα τη δική τους ουσία. Όταν όμως σ’ ένα καπιταλιστικό περιβάλλον αυτά τα σύμβολα και οι ονομασίες, αυτό το παρωχημένο  σημαίνον, το σφυροδρέπανο, κι αυτό το ασήμαντο Κ του κομμουνισμού  γίνεται τόσος κόπος να απαξιωθούν η να περιθωριοποιηθούν, τότε σημαίνει πως παρ’ όλα αυτά εξακολουθούν να σημαίνουν κίνδυνο για το σύστημα.

Κυριακή 10 Μαρτίου 2013

ΣΥΡΡΙΚΝΩΣΗ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ



          Τις τελευταίες μέρες το κυρίαρχο σύστημα  αισιοδοξεί ότι  θα έχει την ευκαιρία να διαπιστώσει για άλλη μια φορά  την αποτελεσματικότητα του ιδεολογικού μηχανισμού του, με αφορμή τις απολύσεις στο δημόσιο.  Τρία χρόνια τώρα δουλεύοντας εντατικά εγχάραξε αναντίρρητα σε ευρύτερες μάζες λαού, σχεδόν στην πλειοψηφία του, την αντίληψη ότι για όλα τα δεινά,  τη χρεωκοπία και  την ανεργία, φταίει το κράτος που παρεμβαίνει στην οικονομία, που κάνει μεγάλες δαπάνες για κοινωνικές παροχές, που κάνει δαπάνες για πρόσληψη υπαλλήλων,  οι οποίοι είναι άχρηστοι  και, σ’  ένα μεγάλο ποσοστό, τεμπέληδες και κυρίως «επίορκοι» ο τελευταίος χαρακτηρισμός επαναλαμβάνεται από όλους τους παρουσιαστές δελτίων ειδήσεων, που σέβονται τα συμφέροντα που υπηρετούν. Ενστερνιζόμενο ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού αυτήν την αντίληψη εξασφαλίζεται η  συναίνεση της πλειοψηφίας και έτσι, χωρίς  ιδιαίτερες εντάσεις  κι αναταραχές, ελπίζεται ότι θα γίνει αποδεκτό, ίσως μάλιστα και σε ένα τμήμα με ευαρέσκεια, η αύξηση του αριθμού των ανέργων με απολυμένους δημοσίους υπαλλήλους.
              Οι κυβερνώντες επαναλαμβάνουν ότι η αιτία της κρίσης αλλά και η έξοδος απ’ αυτή πηγή έχει το κράτος, αντλώντας τα επιχειρήματά τους από θεωρίες για τις λειτουργίες της αγοράς και  του  ελεύθερου ανταγωνισμού.  Ο κυρίαρχος λόγος επιμένει για την όσο το   δυνατό μικρότερη επέμβαση  του κράτους, για να μπορέσουν να λειτουργήσουν οι μηχανισμοί της αγοράς. Παραβλέπεται όμως ότι το  κράτος είναι όργανο ταξικής κυριαρχίας, «προϊόν του ασυμφιλίωτου των ταξικών αντιθέσεων»,  δεν είναι στοιχείο εξωγενές σε σχέση με την οικονομία, αλλά είναι αναπόσπαστο στοιχείο της παραγωγικής διαδικασίας και η μορφή  και ο τρόπος λειτουργίας του είναι συνάρτηση  των αποτελεσμάτων της πάλης των τάξεων και ο βαθμός παρέμβασης και η μορφή του εξαρτάται απ’  αυτήν. Σ’ ένα καπιταλιστικό κράτος όλες οι λειτουργίες του έχουν τον ίδιο σκοπό, την αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος. Έτσι, αυτό που ήταν επιτακτική ανάγκη πριν μερικές δεκαετίες, δηλ.  η δημιουργία του κράτους πρόνοιας, ακριβώς για τη διατήρηση και αναπαραγωγή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής σε συνδυασμό με την δυναμική του εργατικού κινήματος, στις μέρες μας διαλύεται, αφού εκτέλεσε το σκοπό του.
          Θεωρώντας λοιπόν το κράτος υπεύθυνο για την κρίση, που, ιδιαίτερα στη χώρα μας, έχει δημόσιο τομέα υπερμεγέθη και γραφειοκρατικό, κατηγορείται για τις τεράστιες σπατάλες στο δημόσιο, τις αυξημένες δημόσιες δαπάνες, για  τις συνεχείς επεμβάσεις του που  καταστρέφουν το όλο κλίμα επενδυτικής δραστηριότητας. Επικαλούμενοι λοιπόν οι κυβερνώντες, για άλλη μια φορά, το  σκεπτικό που αποδίδει ευθύνες για την κρίση στο σπάταλο και αναξιόπιστο δημόσιο επιβάλλουν περικοπές, μειώσεις δαπανών, πάει να πει και περιορισμό των μισθοδοτούμενων απ’ αυτό υπαλλήλων και όχι μόνο περικοπές μισθών.
             Οι  επιθέσεις προβεβλημένων στελεχών των κομμάτων εξουσίας εναντίον των δημοσίων υπαλλήλων κατατάσσουν τους τελευταίους σε μια αντιπαραγωγική τάξη, μια τάξη που ιδιοποιείται εισόδημα που δεν παράγει η ίδια. Επαναλαμβάνοντας λοιπόν ο κυρίαρχος λόγος, χρόνια τώρα, τον ισχυρισμό ότι οι μισθοί των εργαζομένων στο δημόσιο  προέρχονται από φόρους έχει  δημιουργήσει την εντύπωση  ότι το εισόδημα τους δεν παράγεται από τους ίδιους, αλλά από τους υπόλοιπους, κι ακριβέστερα από τους εργαζόμενους στις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Οι εργαζόμενοι λοιπόν στις ιδιωτικές επιχειρήσεις κατά τη λογική αυτή παράγουν  τους μισθούς τους αλλά και τα κέρδη των καπιταλιστών. Απ’ αυτούς τους μισθούς κι απ’ αυτά τα κέρδη πληρώνονται  οι φόροι,  και από τους φόρους αυτούς οι μισθοί των εργαζομένων στο δημόσιο. Επομένως οι εργαζόμενοι  στο Δημόσιο δεν είναι παρά παράσιτα, αφού δεν μπορεί να παράγουν οι ίδιοι τους μισθούς τους. Ουσιαστικά βέβαια, το ζήτημα δεν είναι αν αληθινά έτσι έχει το πράγμα, αλλά ακόμα κι αν ήταν έτσι, γιατί κόπτονται όλοι για τους εργαζόμενους στο δημόσιο, που κατηγορούνται ότι λαμβάνουν εισόδημα χωρίς να το παράγουν, και όχι και εναντίον άλλων που ιδιοποιούνται εισόδημα που δεν παρήγαγαν οι ίδιοι αλλά άλλοι, όχι  δηλ. και εναντίον των καπιταλιστών,  ιδιαίτερα των τραπεζών που αναμφισβήτητα ιδιοποιούνται εισόδημα, κι όχι ευκαταφρόνητο, που δεν παρήγαγαν οι  ίδιοι. Μ’ αυτό το σκεπτικό, τελικά, θα καταλήξουμε να θεωρούμε τους δημόσιους υπαλλήλους μια τάξη εκμεταλλευτική όπως και την τάξη των καπιταλιστών, η τελευταία όμως  θα είναι και πιο συμπαθής, αφού είναι παραγωγική, γιατί επενδύει συντελώντας στην ανάπτυξη. Αντίθετα, οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι και αντιπαραγωγικοί. Και το πιστεύουμε αυτό, γιατί   δεν προβληματιζόμαστε  γι’   αυτά  που παράγουν οι εργαζόμενοι στο δημόσιο, ότι δεν είναι καν εμπορεύματα, αλλά απλά χρήσιμα πράγματα, αγαθά τα οποία δεν πωλούνται, αλλά πρέπει να διατίθενται χωρίς αντίτιμο η τουλάχιστο χωρίς κέρδος, δεν είναι δηλ. καπιταλιστικά εμπορεύματα που στην τιμή τους εμπεριέχουν το κέρδος, όπως είναι  η νοσοκομειακή περίθαλψη, η παροχή νερού, ηλεκτρικού κλπ. Ενστερνιζόμενοι όμως  το σκεπτικό του κυρίαρχου λόγου επικροτούμε την ιδιωτικοποίησή τους, πάει να πει τη μετατροπή σε εμπόρευμα και την απόλυση δημόσιων υπαλλήλων, πάει να πει την υπολειτουργία  υπηρεσιών υγείας, εκπαίδευσης, κοινωνικής φροντίδας κλπ.
           Κι έτσι όλα συντείνουν στον κατακερματισμό των εργαζομένων, στη διάσπασή τους σε κομμάτια διαφοροποιημένα και αν είναι δυνατό σε ανταγωνισμό μεταξύ τους, αφού πιστεύουν πως έχουν διαφορετικά και αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα.
             Και καταλήξαμε  σ’ αυτά τα τρία χρόνια εξαθλίωσης οι δημόσιοι υπάλληλοι, αποδεχόμενοι και η μεγάλη πλειοψηφία τους υπηρετώντας τις πολιτικές διαχείρισης της κρίσης, να μην  αντισταθούν στις συνεχείς επιθέσεις που κάθε φορά δέχονταν και διαφορετικά στρώματα εργαζομένων, με την καθολική συμμετοχή τους έστω και σε μια  εικοσιτετράωρη απεργία. Από την άλλη πολλοί  ιδιωτικοί υπάλληλοι επέμεναν να βλέπουν αιτία των δεινών τους δημόσιους υπαλλήλους.
         Αλλά τώρα, αμφότερες οι κατηγορίες υπαλλήλων, αφού δεν συνενώθηκαν για να αντισταθούν στην επίθεση του κεφαλαίου, εκόντες άκοντες θα συμπράξουν … αδελφωμένα, με την ευγενική χορηγία της κυβέρνησης Σαμαρά δια … πνεύματος Μανιτάκη, (και όσων ακολουθήσουν) να βοηθήσουν στο ξεπέρασμα της κρίσης –όσοι απομείνουν να εργάζονται να το κάνουν εντατικότερα και να αρκούνται σε πολύ λιγότερα, όσοι δεν εργάζονται να υπομένουν και να αρκούνται στις ευχές για μείωση της ανεργίας. Κι έτσι όλοι θα νιώσουμε τι εννοεί η κυρίαρχη τάξη όταν μιλά για παραγωγικότητα ή για αντιπαραγωγικές τάξεις.

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2013

ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ ΕΓΚΩΜΙΟΝ



        Πριν από μερικές μέρες σύμπας ο επιχειρηματικός και πολιτικός κόσμος που διαχειρίζεται την κρίση συγκεντρώθηκε για να αποδώσει τα εύσημα στην προ εικοσαετίας πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη, προάγγελο της τωρινής. Χθες η συγκέντρωση αυτή, πιο διευρυμένη,   επαναλήφθηκε με ευκαιρία την λεκτική αγιογράφηση του Καραμανλή του πρεσβύτερου. Η εγχώρια ηγεμονική τάξη επιδεικνύει τη λάμψη της στους ντόπιους, για να επιβεβαιώσει το κύρος και τη δύναμή της εντός κι εκτός συνόρων, ώστε να πείσει  και να πειστεί πως δεν είναι αναλώσιμη.
         Η πολιτική ηγεσία δηλ. οι εταίροι της τρικομματικής κυβέρνησης  έπλεξαν το εγκώμιο του Καραμανλή, χωρίς να υπολείπεται σ’ αυτό και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Α. Τσίπρας. Ιδιαίτερα ο τελευταίος,  στα πλαίσια προσπάθειας διεύρυνσης του … αριστερού τόξου, επαίνεσε τον  Καραμανλή, ο οποίος γι’ αυτόν  δεν  «υπήρξε ποτέ παθητικός αποδεκτής εντολών, ούτε παρατηρητής, διέθετε πολιτικό τσαγανό, ο Καραμανλής υπήρξε ριζοσπαστικός στο συντηρητισμό του». Για να συνοψίσει ότι  «Είναι ο πολιτικός που κατάφερε μια σπάνια πολιτική υπέρβαση. Να υπερβεί τα ασφυκτικά όρια στη χώρα, με τον εμφύλιο πόλεμο και τους ξένους προστάτες.»                    
            Ακούγοντας τους ύμνους για τον «Εθνάρχη» συνειδητοποιεί κανείς πόσο εύκολα μπορεί  η αναφορά γεγονότων του παρελθόντος να  καταλήξει σε δικαίωσή τους από τη μεριά του νικητή, ενώ για τους ηττημένους να μην απομένει παρά η αδιαφορία. Γιατί και τότε, στα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια,  υπήρξαν ηττημένοι κι αυτοί δεν ήταν οι χουντικοί, παρά μόνο σαν φυσικά πρόσωπα. Και γι’  αυτό φρόντισε, μ’ επιτυχία μάλιστα, ο Κ. Καραμανλής, που με την νομιμοποίηση του ΚΚΕ έδωσε την εντύπωση του θριάμβου της αριστερής ιδεολογίας. Αντίθετα, άνοιξε το δρόμο  στο πολιτικό του alter ego, τον Α. Παπανδρέου που κατάφερε, συνεπικουρούντος και του παγκόσμιου περιβάλλοντος, να συρρικνώσει  το όραμα για σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας στην αύξηση μισθών, περιθωριοποιώντας και κάνοντας, όχι χωρίς και δική του ευθύνη, το ΚΚΕ ακίνδυνο για το σύστημα.
        Ξαναγυρίζοντας σ’  εκείνα τα χρόνια, με την  ύστερη γνώση που έχουμε αποκτήσει, να θυμηθούμε ότι η πτώση της δικτατορίας ενεργοποίησε τις διαδικασίες κοινωνικής ανακατάταξης  που είχαν τεθεί σε κίνηση πριν από την επιβολή της, αλλά αδρανοποιήθηκαν στη διάρκειά της. Με την πτώση της, η έντονη δυσαρέσκεια των λαϊκών στρωμάτων που έβγαιναν από τη δικτατορία έδειχνε να παίρνει πολλές φορές  εκρηκτικές διαστάσεις. Παράλληλα, οι  ζωντανές ακόμα μνήμες από τα χρόνια της αντίστασης τροφοδοτούσαν μια πολιτική ριζοσπαστικότητα που προοιωνιζόταν βαθείςς ιδεολογικούς μετασχηματισμούς και φαινόταν να παίρνει  τόσο πιο καθαρή μορφή  όσο πιο ξεκάθαρη  ήταν η συνειδητοποίηση ότι τα προδικτατορικά αστικά κόμματα ήταν υπόλογα  για τον ερχομό της δικτατορίας, καθώς, ακόμα  κι αν δεν την προκάλεσαν άμεσα, στάθηκαν όμως  ανίκανα να την αποτρέψουν ή και να την πολεμήσουν με αποτελεσματικότητα. Γι’ αυτό και η παλιά ΕΡΕ   μεταλλάχτηκε σε Ν.Δ, για να απαλλαγεί από τη σκουριά της και το ένοχο παρελθόν της,  ενώ το Κέντρο  μετουσιώθηκε σε σοσιαλιστικό για να απορροφήσει τους κραδασμούς της κοινωνίας.
Ο Καραμανλής, μέσα σ΄ ένα  τέτοια περιβάλλον,  συνετά δρων, θεμελίωνε  τους νέους θεσμούς  της ελληνικής δημοκρατίας, καταργούσε στην πράξη και θεσμικά τον αντικομμουνισμό, προσπαθώντας ν’ απαλλάξει την αστική τάξη από τις αμαρτίες της μετεμφυλιοπολεμικής  διακυβέρνησης  που κουβαλούσε αυτός και η παράταξή του και που αποσιώπησαν ευλόγως όλοι οι παρευρισκόμενοι στο  Μέγαρο Μουσικής.
        Στο νέο πολιτικό παιχνίδι εκσυγχρονισμού και εκδημοκρατισμού που η αστική τάξη αναλάμβανε, θα έπρεπε  να πειστούμε ότι μπαίναμε  στη δημοκρατική Ευρώπη, ότι καταπολεμούσαμε τα κατάλοιπα της  δικτατορίας και του χουντισμού που ιδεοληπτικά ταυτίζονταν με τη Δεξιά.  Επεδίωξε λοιπόν  την αποκατάσταση  και σταθεροποίηση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας με τις πολιτικές εντάσεις θεσμοθετημένες και δημόσιες που διεξάγονται εντός και εκτός του κοινοβουλίου, στο πλαίσιο όμως  πάντα και στη λογική του κομματικού ανταγωνισμού. Εκείνες οι αντιφάσεις, αντιθέσεις και συγκρούσεις με ταξική αφετηρία  που δεν απορροφούνταν από το πολιτικό σύστημα παρέμεναν  πολιτικά λανθάνουσες, δεν αναδύονταν  στην πολιτική σκηνή, περιθωριοποιούνταν, άλλοτε  συμπιεσμένες από τους κανόνες του δικομματισμού και άλλοτε  λεηλατημένες από την κομματική εκμετάλλευση. Και  η κομμουνιστική αριστερά, στα πλαίσια του διπολικού συστήματος,  απολάμβανε κι αυτή   το τέλος της τριαντάχρονης ηρωικής και ηθικής περιόδου της,  δρώντας νόμιμα πια και ελεύθερα μέσα στους κρατικούς θεσμούς για να τους μετασχηματίσει.  Εγκλωβισμένη μάλιστα από τη ρητορική του Α. Παπανδρέου κόντεψε να γίνει η ίδια υποτελής της αδυσώπητης κυρίαρχης λογικής, να μετατραπεί  σε κρατικό μηχανισμό. Έτσι,  η εξουσία της κυρίαρχης  τάξης με ενέσεις σοσιαλδημοκρατίας φαινόταν άτρωτη.   Η αστική μας  τάξη στα καλύτερά της, διευρυμένη μάλιστα από τα μεσοστρώματα που η πολιτική του ΠΑΣΟΚ δημιούργησε, απολάμβανε την ηγεμονία της χωρίς το φόβο της επαναστατικής της ανατροπής  που τη στοίχειωνε μέχρι τη χούντα.   Και συντέλεσαν σ’ αυτό οι δυο μεγάλοι της αστικής πολιτικής Κ. Καραμανλής και Α. Παπανδρέου.
         Γι’ αυτό και σύμπας ο πολιτικός και επιχειρηματικός κόσμος  της κυρίαρχης τάξης τιμά τον Καραμανλή τον πρεσβύτερο, ήταν αυτός που διασφάλισε τις νέες βάσεις για την εξουσία της.
          Δεν είναι λοιπόν άξιον απορίας ούτε το εγκώμιο στον Καραμανλή του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αφού φαίνεται πως ο ΣΥΡΙΖΑ αισιοδοξεί να αναλάβει να απορροφήσει τις κοινωνικές αντιδράσεις διασώζοντας το οικονομικοπολιτικό status. Ο ΣΥΡΙΖΑ παραδέρνοντας στον λαβύρινθο του πολιτικού ρεαλισμού, προσανατολιζόμενος αποκλειστικά προς την εξουσία κι έχοντας χάσει ακόμα και την οπτική από την οποία θα μπορούσε να εκπορεύεται μια αριστερή πολιτική, υπερβαίνει τον αριστερό χαρακτήρα του προς εκείνη την κατεύθυνση που συγκλίνει με όλους αυτούς που παραβρέθηκαν στο μέγαρο μουσικής.
       Μόνο που η μεταπολίτευση τελείωσε και το βάραθρο  που χωρίζει αυτούς που είναι μέσα στο Μέγαρο μ’ αυτούς που διαδηλώνουν ή  στέκουν στην ουρά για ένα κομμάτι ψωμί διευρύνεται και όποιος νομίζει πως μπορεί να παίξει το ρόλο της γέφυρας μάλλον υπάρχει περισσότερος κίνδυνος να πέσει στο βάραθρο.

Σάββατο 2 Μαρτίου 2013

ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΥΠΟΜΕΝΟΥΜΕ...



          Διαβάζει κανείς την είδηση και νομίζει πως μεταφέρεται στη δεκαετία του ’50 ή ’60. Ζώντας στην εποχή  των πολλών τεχνολογικών επαναστάσεων, νέοι προσπαθούσαν να ζεσταθούν με αυτοσχέδιο μαγκάλι, όπως οι  παππούδες τους πριν πενήντα χρόνια, στην Ευρώπη της ευμάρειας και της δημοκρατίας, κι έχασαν τη ζωή τους από αναθυμιάσεις.
            Χωρίς  αιδώ τρία χρόνια τώρα οι ντόπιοι κυβερνώντες σε αγαστή συμφωνία  με ευρωπαϊκά  και διεθνή κέντρα σχεδιάζουν έναν  απάνθρωπο κόσμο  φτώχειας  στη χώρα μας, ενώ μια φούχτα άνθρωποι ανά τον κόσμο κυλιούνται  στην πιο επιδεικτική ευμάρεια. Μια ευμάρεια που, αφού χτίστηκε  στη ράχη των σκλάβων της Ασίας και Αφρικής, για να συντηρηθεί θέλει τον ιδρώτα αλλά και τα πτώματα των κατοίκων των πιο φτωχών χωρών της Ευρώπης.
         Ο τρόμος του σκληρού νόμου του καπιταλισμού εγκαταστάθηκε μόνιμα στη χώρα μας. Η αποθέωση του καπιταλισμού μέχρι και την  προηγούμενη δεκαετία μεταμορφώνεται σε κατάρα του καπιταλισμού. Η Ευρωπαϊκή Ενωση και οι συν αυτή με τεράστια μέσα εξαναγκασμού καταδικάζει λαούς ολόκληρους στον αφανισμό, στηριζόμενη σε  λογικούς συλλογισμούς που δικαιώνουν  την κυριαρχία της μετρησιμότητας των στοιχείων που συνθέτουν την  οικονομική πραγματικότητα, προς δόξαν των κυρίαρχων τάξεων 
         ¨Όλες οι αποφάσεις που παίρνονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο συντείνουν στην αποδέσμευση του καπιταλισμού από κανόνες, διαδικασίες και θεσμούς που  επέτρεψαν  μεταπολεμικά  να χτιστεί το κράτος πρόνοιας στις καπιταλιστικές χώρες, λόγω ακριβώς του φόβου της επαναστατικής έκρηξης και της προσπάθειας εξουδετέρωσης της επιρροής της ΕΣΣΔ. Όλα τα δικαιώματα των εργαζομένων, που σημειωτέον δεν αποκτήθηκαν αλλά κατακτήθηκαν, σήμερα υφίστανται  κατά μέτωπο επίθεση  από την εργοδοσία και  τις κυβερνήσεις. Γκρεμίζεται το καθεστώς του εργαζόμενου που στηριζόταν στο μισθό(που καθοριζόταν από συλλογικές συμβάσεις για να εξασφαλίζει αξιοπρεπή διαβίωση) τις συνθήκες εργασίες (που ήταν νομικά κατοχυρωμένες, ) και την κοινωνική προστασία (που εγγυόταν την αντιμετώπιση ασθενειών, γήρατος, ανεργίας)
            Στη χώρα μας, με 27% ανεργία και με τους υπόλοιπους εργαζόμενους να αμείβονται στο μεγαλύτερο ποσοστό  με μισθούς πείνας, το σύνολο το πληθυσμού είναι παραλυμένο από το φόβο της επικείμενης ανεργίας, τη μεγεθυνόμενη κοινωνική ανασφάλεια. Συγχρόνως, στο πολιτικό σύστημα ο κοινοβουλευτισμός έχει αποδυναμωθεί με την επιβολή των μνημονίων και συγχρόνως έχει εξασθενήσει  από τις ραδιουργίες των μετριοτήτων, τις δραστηριότητες των διεφθαρμένων και αποκαλύπτεται η μετριότητα και η ανικανότητα  των πολιτικών  ακόμα και στη διαχείριση της κρίσης. Μ΄ ένα πολιτικό σύστημα λοιπόν απαξιωμένο  σ’ ένα οικονομικό περιβάλλον ανασφαλές, μ’  ένα λαό που χρόνια ολόκληρα πίστευε  πως οι αγώνες του δικαιώθηκαν και τώρα οδηγείται στην εξαθλίωση, χωρίς όραμα και πίστη για αγωνιστική διεκδίκηση της ζωής του που καταστρέφεται, δεν  είναι  και πολύ δύσκολο ο φασισμός να ορθοποδήσει, γιατί ανταποκρίνεται στις ανησυχίες, το μίσος, τη διάθεση εκδίκησης ενός τμήματος του πληθυσμού που φοβάται την εξαθλίωση αλλά δεν αναγνωρίζει τον αίτιο γι’ αυτή.
        Η οικονομική κρίση  γονατίζει τις  υποτελείς  τάξεις, τους εξομοιώνει όλους, αλλά παρόλ΄ αυτά δεν υπάρχει ταξική ενότητα. Το εργατικό κίνημα εξ ολοκλήρου  διαχωρισμένο, δεν δίνει μια θετική στροφή στην απελπισία και την απογοήτευση των μαζών που δεν πιστεύουν πια, σε μεγάλο ποσοστό, στο όραμα της κομμουνιστικής κοινωνίας.  Οι διαιρέσεις που επιβάλλονται από την εξουσία, εργαζόμενοι εναντίον ανέργων, ιδιωτικοί εναντίον δημοσίων κλπ. αποδυναμώνουν κάθε προσπάθεια για συνολική αντίδραση που  περιορίζεται σ’ έναν κλεφτοπόλεμο ενάντια στις μειώσεις μισθών σε μια εταιρεία ή στις απολύσεις σε άλλη,  στα χρέη  κλπ.
         Οι νεαρές ηλικίες κυριολεκτικά αποδεκατίζονται με την επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης, τη μετανάστευση που διαφημίζεται από τα μέσα ενημέρωσης σαν τη σωτήρια διέξοδο, σε μια προσπάθεια ο ελληνικός καπιταλισμός να εξάγει τις αντιθέσεις του πριν μορφοποιηθούν. Η εντατικοποίηση των σπουδών και ο περιορισμός τους σε λίγους,  η ανεργία και η περιθωριοποίηση είναι η μοίρα που επιφυλάσσεται στους νέους. Για ένα κομμάτι της νεολαίας των υποτελών τάξεων,  ατέλειωτα χρόνια ξοδεμένα για εμπλουτισμό του βιογραφικού με την ελπίδα της κοινωνικής ανόδου και της  επιτυχίας καταλήγουν στην υποαπασχόληση ή στη μετανάστευση. Ένα άλλο κομμάτι αποτελεί την στρατιά  των αποτυχημένων που ο κυρίαρχος λόγος το κατηγορεί για την αποτυχία του.
          Κι εμείς υπομένουμε...
        Μετά από τόσες επαναστάσεις, εξεγέρσεις είναι δυνατό να πιστεύουμε πως δεν μπορούμε  να αλλάξουμε  τις συνθήκες της οικονομίας, ότι υπάρχει οικονομική μοίρα στην οποία πρέπει να υποταχτούμε;
         Μήπως ν’ αναρωτηθούμε αν θα μπορούσε να υπάρξει είδηση για νέους  που έχασαν τη ζωή τους από οικονομική αδυναμία  να εξασφαλίσουν θέρμανση  σε μια κοινωνία που η παραδοχή για το αμετάβλητο της κοινωνικοπολιτικής τάξης πραγμάτων,  η  υποταγή  στην κοινωνική ανισότητα, στην ανασφάλεια, τη φτώχεια  δεν θα είχε καμιά θέση;