Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2013

ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΕΞΟΥΣΙΑΣ


         Μια ευθεία γραμμή συνδέει τη δημοσιοποίηση των φωτογραφιών από την κακοποίηση  των συλληφθέντων στη Κοζάνη, με τη συζήτηση που ισχυρίζεται ο υπουργός εργασίας πως θέλει ν’  ανοίξει για τα συνδικαλιστικά και τους όρους άσκησης  του δικαιώματος της απεργίας. Κοινό τους σημείο η βία. Στη μια περίπτωση άμεση, στην άλλη έμμεση - βία των δομών που έχει επίπτωση στις κοινωνικές συνθήκες, περιορίζει και ελέγχει αποφασιστικά  τις δυνατότητες δράσης των εργαζομένων.
           Η επισήμανση του Μπογιόπουλου στο Ριζοσπάστη, πως  η δημοσιοποίηση των φωτογραφιών αποσκοπούσε  στην εξοικείωση μας με τις μεθόδους λυντσαρίσματος  της αστυνομίας και στον εκφοβισμό μας, ώστε να  «μάθει  να συμβιώνει ο λαός με την καθημερινή καταστολή ή με την απειλή καταστολής εναντίον του» αναδεικνύει τεχνικές και μεθόδους της εξουσίας που αποσκοπούν   στον πειθαναγκασμό, στην επιβολή και έλεγχο.
              Στις αστικές μας δημοκρατίες, για να λειτουργεί ο καπιταλισμός, η κυρίαρχη τάξη επιδιώκει πρωτίστως τη συναίνεση, η οποία στην ουσία, από την πλευρά των εξουσιαζόμενων, οι οποίοι θα πρέπει να συμβιβάζονται  με τη δεδομένη κατάσταση, για να εξασφαλίζεται η κοινωνική ασφάλεια, δεν είναι παρά η αναγνώριση των εξουσιαστικών συνθηκών που έχουν  διαμορφωθεί.  Η ανθεκτικότητα του συστήματος φυσικά προϋποθέτει τη θεσμοθέτησή του, που είναι βέβαια συνάρτηση της αποδοχής του από την πλειοψηφία. Οι θεσμοί λοιπόν δεν μπορούν να υπάρχουν  δίχως τη συναίνεση εκείνων με τους οποίους λειτουργούν, ενώ η βία, και μάλιστα η απειλή της, υποβοηθά την εκμαίευση της συναίνεσης.
            Όσο  η κεντρική εξουσία  γίνεται πιο αυταρχική, τόσο πιο καθολική γίνεται  και η καταπίεση που εκφράζεται με την καταστολή της διαφωνίας, την ποινικοποίηση των αμφισβητήσεων και τη χρήση  βίας. Εξάλλου και  σε χώρες  με φιλελεύθερη παράδοση και δημοκρατικούς θεσμούς η χρήση βίας συνεχίζει να ασκείται με την πασίγνωστη επιχειρηματολογία του εθνικού συμφέροντος, της προστασίας της κοινωνικής τάξης, της εξουδετέρωσης της τρομοκρατίας κλπ. Όσο ανεχόμαστε τον εξωραϊσμό η την ιδεολογική επένδυση του αυταρχισμού, που εκδηλώνεται και με πράξεις άμεσης βίας, τόσο  εθιζόμαστε στο κλίμα της καταστολής ταυτίζοντας το νόμο με τον αυταρχισμό και την καταπίεση.
          Στο δημοσίευμα του ΒΗΜΑΤΟΣ οι αλλαγές που σκοπεύει η κυβέρνηση να κάνει  στα συνδικαλιστικά εντοπίζονται κυρίως  στο φρενάρισμα στις «απεργίες μειοψηφιών», στην επαναφορά του «απαγορευμένου εργοδοτικού δικαιώματος της ανταπεργίας». Η κυβέρνηση δηλ. φαίνεται να  επιχειρεί να  επιβάλλει τις απόψεις της  για τον τρόπο που πρέπει να οργανώνεται και  να λειτουργεί  το συνδικαλιστικό κίνημα αντιμετωπίζοντας τους εργαζόμενους με  τρόπο ιδιαίτερα αυταρχικό. Θεωρώντας πως ο συσχετισμός δυνάμεων την ευνοεί και φοβούμενη  πως, επειδή  τα προβλήματα είναι καταλυτικά, μπορεί και η αντίδραση να γίνει ανεξέλεγκτη θέλει να περιορίσει το δικαίωμα της εργατικής τάξης στο όπλο της απεργίας. Γι’  αυτό υπάρχει πρόθεση ο νόμος να βάζει φρένο στους κοινωνικούς αγώνες,  θέτοντάς τους σε σοβαρή δοκιμασία, ενώ συγχρόνως  οι κυβερνώντες θα ισχυρίζονται ότι δεν θέλουν να δημιουργήσουν δυσκολίες στην άσκηση του δικαιώματος της απεργίας, ζητώντας  μάλιστα και τη  συνεργασία  των ίδιων των εργαζομένων σε καταστάσεις που οι ίδιοι οι κυβερνώντες θα διαμορφώνουν με τους νόμους που ψηφίζουν. Κι έτσι αυτή η έμμεση βία θα εμφανίζεται σαν φυσικό δεδομένο, αποδεκτό από την πλειοψηφία.
       Από την άλλη, οι δημοσιοποιημένες φωτογραφίες των κακοποιημένων προσώπων εικονογραφούν την τιμωρία που μπορεί  να επιβάλλει η εξουσία και φαίνεται έτσι σαν να αποκαθιστά τη στιγμιαία τραυματισμένη, από τη ληστεία,  δύναμή της, όχι  τόσο για να επαναφέρει τη διαταραγμένη ισορροπία της τάξης, όσο για να φανερώσει την ακραία ανισότητα που χωρίζει αυτούς που ασκούν την εξουσία από αυτούς που  της εναντιώνονται, εκφοβίζοντας τους υπόλοιπους. Σε κάθε παράβαση, πόσο μάλιστα σ’ αυτές που οι δράστες το ψελλίζουν κι όλας, ενυπάρχει ένα στοιχείο εξέγερσης ενάντια στην εξουσία. Μ’ αυτές τις φωτογραφίες ενισχύεται η εξουσία, δεν αποκαθίσταται η δικαιοσύνη. Με τη δημοσιοποίηση των φωτογραφιών ασκείται μια πολιτική αρκετά πρωτόγονη, όπου χρησιμοποιείται το  κακοποιημένο σώμα για να διατρανώσει η εξουσία  τη δύναμή της.
            Η αυταρχικότητα όμως της εξουσίας δεν αποτυπώνεται μόνο στο σώμα που κακοποιείται, αλλά μεταφέρεται και στο πνεύμα, που υποχρεώνεται, μέσω νόμων βασισμένων στη λογική και τα συναινετικά συμβόλαια ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις, να υπακούσει. Με το κακοποιημένο σώμα χαράζεται μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στους εχθρούς και φίλους του πολιτικού συστήματος, όμως η εξουσία γίνεται ακόμα  πιο αποτελεσματική όταν πείθει το πνεύμα μας για τη νομιμοποίησή της.  Η εξουσία δεν χρησιμοποιεί λοιπόν  μόνο το μαστίγιο, αλλά επιβάλλει κανόνες και διατάζει μέσω νόμων την εφαρμογή τους.
           Η δημοσιοποίηση  όμως της  φρίκης της τιμωρίας, συγχρόνως για εκφοβισμό και εξοικείωση, εμπεριέχει τον κίνδυνο από ένα σημείο και πέρα να δημιουργήσει δεσμούς  αλληλεγγύης μεταξύ  κατηγορουμένων για εγκλήματα  και τμημάτων των υποτελών τάξεων, τα οποία μπορεί να νιώσουν την απειλή την νόμιμης,  ανελέητης και χωρίς μέτρο βίας και να προβούν σε ανεξέλεγκτες αντιδράσεις. Γι’  αυτό εκ παραλλήλου χρειάζεται και η πολιτική συμπεριφορά να είναι και  ευέλικτη, αποδοτική και ικανή να ελέγχει ολόκληρο το κοινωνικό σώμα αποτρέποντάς το να οργανωθεί, ώστε, σε συνδυασμό  με το φόβο, να διαλύεται, μέσω νόμων μάλιστα,  οποιαδήποτε δυνατότητα οργανωμένης αντίδρασης.
        Οι δημοσιοποιημένες φωτογραφίες και οι  διαρροές του υπουργείου εργασίας για τα συνδικαλιστικά δικαιώματα είναι οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος.  Και τα δυο είναι απότοκα της ίδιας αντίληψης και τακτικής  για τιθάσευση των εργαζομένων   που ακολουθεί η κυβέρνηση Σαμαρά – και όχι μόνο.

Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2013

ΖΗΤΙΑΝΕΥΟΝΤΑΣ

           Οι εικόνες  από την Αθήνα με τα τεντωμένα χέρια των ανθρώπων που προσπαθούν να πιάσουν φρούτα και λαχανικά, τα οποία μοίραζαν δωρεάν παραγωγοί αγροτικών προϊόντων, είναι μια εικόνα ήττας της αξιοπρέπειας και της αγωνιστικότητας. Συμπυκνώνει τις συνέπειες της εφαρμογής των επιλογών της κυρίαρχης τάξης, που η δράση της υπαγορεύεται από το κέρδος, που αρπάζει ό,τι μπορεί, που απαιτεί στάση αναμονής από τις υποτελείς τάξεις για να ετοιμαστεί απερίσπαστη να εκποιήσει τις ζωές μας.
         Είναι καιρός πια να τελειώνουμε με το κοσμοείδωλο που  συναρμολόγησε η άρχουσα τάξη, με τη βοήθειά μας, από τα παλιότερα  και τα πιο πρόσφατα  γεγονότα της ιστορίας μας, που τα διάβασε όμως επιλεκτικά και με τέτοιο τρόπο, ώστε οι μεν υποτελείς τάξεις να τακτοποιήσουμε  τους λογαριασμούς μας  με τη συνείδησή μας η δε κυρίαρχη με μας.   Βάλαμε μια απλοϊκή παράσταση του κόσμου, ο προδομένος αγωνιστής λαός από τη μια και οι κακοί ξένοι με τους εντολοδόχους τους, δηλ. τη Δεξιά,  από την άλλη,  στη θέση μιας ταξικής κοινωνικής συνείδησης για να μας περιλάβει όλους  το πανηγύρι της μεταπολίτευσης.  Τότε άρχισε η κοινωνία μας να αλλάζει ριζικά, από φτωχή να γίνεται πλούσια, από καθυστερημένη σύγχρονη και φάνηκε σαν το  αίτημα για  πολιτική και πολιτισμική αναγέννηση των προδικτατορικών αγώνων να  πραγματοποιείται. Αλλά  οι συνέπειες της δικτατορίας δεν τελείωσαν με τη πτώση της. Η ιδεολογική ευτέλεια συνεχίστηκε με διάφορες μορφές και κυρίως ενσαρκώθηκε στο πνεύμα της ευκολίας που σχεδόν ανακηρύχτηκε σε βασική αρετή, ώστε ξεχάσαμε τις καταβολές μας, την ιστορικότητά μας και ζούσαμε με τα είδωλα που κατασκευάζαμε κάθε φορά από κουρελιασμένες ιδεολογίες που δικαίωναν τον τρόπο ζωής μας, παραφθαρμένη εικόνα από  φτηνά υλικά των κυρίαρχων τάξεων. Μεσοαστικά και μικροαστικά στρώματα επεκτάθηκαν σε όλη την κοινωνία και   προωθήθηκαν μέσω του κράτους στα πλαίσια  της αναδιανεμητικής πολιτικής του ΠΑΣΟΚ, με την αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων στο εσωτερικό του μπλοκ εξουσίας, χωρίς ο ίδιος ο καπιταλισμός βέβαια να υφίσταται καμιά ρωγμή. Υπεράνω τάξεων και ταξικών συγκρούσεων, υποτάσσεται η κοινωνική δυναμική  σε υπερταξικές  κατηγορίες, όπως εκσυγχρονισμός, ανάπτυξη, ευημερία. Εξυψώθηκε το ευρώ σε είδωλο και κάλυψε το χρήμα τα κενά της σκέψης.  Κατακερματισμένη η  εργατική τάξη αδρανοποιείται  με την προσδοκία της κοινωνικής ανέλιξης,  κι έτσι εγκαθίσταται η συναίνεση που βασίζεται στην ιδεοληψία της αρμονικότητας των συμφερόντων, στην προσαρμοστικότητα και στο αναλλοίωτο του δημοκρατικού  πολιτεύματος.
          Μέσα στην ισοπέδωση της μεταπολίτευσης  η σοσιαλιστική προοπτική εκφυλίστηκε, εκμηδενίστηκε  το αντιστασιακό πνεύμα της αριστεράς, όχι και χωρίς τη δική της ευθύνη, κι απομείναμε χωρίς πηγές έμπνευσης να καταβροχθίζει ο καταναλωτισμός μας και τα μικροσυμφέροντά μας τα πάντα, όσο αυτό διευκόλυνε το καπιταλιστικό σύστημα. Αναδιπλωνόμαστε στον εαυτό μας υιοθετώντας έναν ληθαργικό τρόπο ζωής. Οι αξίες που ενστερνιστήκαμε  προωθούσαν την έλλειψη μαχητικότητας, η οποία ήταν θετική αξία μόνο για  το  μακρινό παρελθόν, που έμοιαζε με μύθο,  κι εμείς γενήκαμε  δουλικοί σε ό, τι μας προσφέρονταν, καταβροχθίζοντάς το βουλιμικά.
        Το όραμα για δικαιότερη κοινωνία της ματωμένης δεκαετίας του ’40 μεταλλάχτηκε σε σχέδια για εξοχικά και πισίνες. Χρόνια ολόκληρα γαλουχηθήκαμε με τη λογική του κέρδους, του άμεσου, χειροπιαστού και εύκολου,  του ατομικισμού και ανταγωνισμού,  μέσα από μια διαστρεβλωμένη λογική που χλευάζει την αξιοπρέπεια  της προσωπικής στάσης και τον  συλλογικό αγώνα, όταν δεν αποφέρει άμεσο όφελος. Η συκοφάντηση του οράματος  της κομμουνιστικής ιδεολογίας για αταξική κοινωνία καταργούσε και την πολιτική συνθήκη που επέτρεπε τη διεκδίκηση της κοινωνίας εκείνης που αυτή η ιδεολογία υποδείκνυε και τη διαμόρφωση ενός άλλου ήθους και στάσης ζωής.  Κι έτσι μόνο όραμα απέμενε το τριαράκι μας με δάνειο, μαζί  με τη δουλικότητα  μας στο σύστημα που μας το επιτρέπει.
         Και  τώρα, που οι απαιτήσεις του καπιταλισμού εξαθλιώνουν τις ζωές μας και διαλύθηκε η σύμβαση του εφησυχασμού βρεθήκαμε απροετοίμαστοι. Διαπιστώνουμε στην πράξη ότι τα προβλήματα δεν ξεπερνιούνται με την εγγραφή μας σε οργανώσεις προστασίας καταναλωτών και δεν έχουμε που να σταθούμε. Γι’ αυτό συνεχίζουμε, κατά βάση, να είμαστε δεκτικοί στην προπαγάνδα των κυβερνώντων και αδρανείς, έχοντας τη δυνατότητα να βλέπουμε τα πράγματα μόνο από τη δική τους πλευρά, πιστεύοντας πως όλα όσα ζούμε είναι μια φάση που θα περάσει.
         Με  μια ψευδή λοιπόν  εικόνα για τον εαυτό μας και τον κόσμο, φοβισμένοι υπακούμε στα κελεύσματα της άρχουσας τάξης και υποταγμένοι στη μιζέρια μας καταντάμε ζητιάνοι   χωρίς να ντρεπόμαστε.      
          Πως λοιπόν είναι δυνατό  τώρα ξαφνικά να  μπορούμε να παρέμβουμε  στη δική μας προσωπική  στάση, για να γίνουμε αυτό  που η στάση μας αυτή θα μας κάνει να είμαστε περήφανοι; Πως να προσδώσουμε αξιοπρέπεια σ’  αυτήν την στάση και σ’  αυτήν την αξιοπρέπεια το δικό της πολιτικό περιεχόμενο; Δεν είμαστε απομονωμένοι και αυτό που είμαστε δεν αφορά μόνο εμάς, η προσωπική μας στάση είναι πράξη και πρακτική ρητά πολιτική. Αναλαμβάνοντας την ευθύνη  της αξιοπρέπειάς μας δεν κάνουμε τίποτε άλλο  παρά να αναλάβουμε την πολιτική προοπτική των πράξεών μας. Μόνο που αν  δεν πιστεύουμε σε καμιά προοπτική μετασχηματισμού της κοινωνίας θα καταλήξουμε ηττημένοι χωρίς μάχη να ζητιανεύουμε για τη ζωή μας, όπως οι φωτογραφίες από την Αθήνα δείχνουν.
         Όσες  ερμηνείες κι αν δόθηκαν γι’ αυτήν την εικόνα των χεριών που ζητιάνευαν δεν μπορούν να την ακυρώσουν. Η ακρωτηριασμένη ζωή μας  είναι εμφανής  σ’ αυτήν, ακόμα κι αν είναι επιχρισμένη με φτηνές προσφορές.

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013

ΤΑΞΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ


        Σύμφωνα  με τον υπουργό ναυτιλίας Μουσουρούλη το μέτρο της επιστράτευσης «κρίθηκε σκόπιμο προκειμένου να αποκατασταθεί η ομαλότητα στις συγκοινωνίες, αλλά και να σταματήσει η ταλαιπωρία των πολιτών και των νησιωτών».
             Κι ενώ  η κυρίαρχη ιδεολογία για χρόνια τώρα σε όλους τους τόνους βεβαιώνει  το θάνατο της εργατικής τάξης και την άμβλυνση των ταξικών διαφορών, τώρα, σε εποχές κρίσης,  όταν γίνονται  κάποιες απεργίες, που ζωντανεύουν τους φόβους για μαχητική εμφάνιση της εργατικής τάξης στο προσκήνιο, επισπεύδεται τα τσάκισμά τους,  σε μια επίδειξη δύναμης της άρχουσας τάξης, η οποία ασυστόλως εμφανίζεται συνήγορος των συμφερόντων μιας κοινωνίας την οποία ισχυρίζεται ότι είναι οι συνέπειες των απεργιών που ταλανίζουν. Οι απεργίες μπορεί να γίνονται αποδεκτές στο βαθμό που είναι συμβολικές και δεν προχωρούν  σε ουσιαστική αντιπαράθεση και ρήξη με την κυρίαρχη πολιτική και τις επιλογές της
            Μέσα σε δυο βδομάδες η κυβέρνηση χρησιμοποίησε το μέτρο της επιστράτευσης για δεύτερη φορά   σε δεκαπέντε μέρες, αυτή τη φορά για να σταματήσει την απεργία στα λιμάνια, όπως έκανε πριν  με την απεργία στα ΜΜΜ. Η κυβέρνηση φαίνεται να μην  αφήνει παρά λίγο  χρόνο στους απεργούς πριν  προχωρήσει στο μέτρο της επιστράτευσης, φοβούμενη ίσως  μήπως η ταξική αντιπαράθεση, με αφετηρία  τις απεργίες, πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις, αδιαφορώντας προς το παρόν  για το βάθαιμα του ταξικού χάσματος που μπορεί να δημιουργηθεί και να διαπεράσει  την ελληνική κοινωνία.
            Κάθε απεργία δείχνει, σε ένα μεγάλο βαθμό, τη δύναμη και τα όρια  του αγώνα της εργατικής τάξης όπως και κάθε χωριστού κομματιού της, βάζοντας έμμεσα και το ζήτημα  της ενότητας της  εργατικής τάξης σε ένα υψηλότερο επίπεδο.
          Τα τρία τελευταία χρόνια με τα μνημόνια η πολιτική των κυβερνήσεων που ανέλαβαν να τα εφαρμόσουν στρεφόταν ενάντια σε όλους τους εργαζόμενους, αλλά αυτή  η εχθρική  πολιτική δεν υλοποιούνταν με  μια μετωπική σύγκρουση μαζί τους. Τα χαρακτηριστικά αυτής τη πολιτικής ήταν ότι αποδιαρθρώνει, διαλύει έναν έναν τους βασικούς τομείς της εργατικής τάξης, προσπαθώντας παροδικά κάποιους άλλους να τους προσεταιριστεί, δημιουργώντας έτσι και εκμεταλλευόμενη τους όρους διαίρεσης των εργαζομένων. Αποδιαρθρώνει συκοφαντώντας κλάδους εργαζομένων, τους αντιπαραθέτει μεταξύ τους ενισχύοντας τον κοινωνικό αυτοματισμό.  Τρία χρόνια τώρα οργανωμένη αντίσταση στην επίθεση του κεφαλαίου οι εργαζόμενοι δεν μπόρεσαν να αντιτάξουν και η κυβέρνηση νιώθει ότι το εργατικό κίνημα είναι αδύναμο, απογοητευμένο και κουρασμένο  και ότι  έχει η ίδια προετοιμαστεί για τη σύγκρουση.
             Με τις δυο αυτές επιστρατεύσεις δείχνει η κυβέρνηση ότι προχωρά σε μετωπική σύγκρουση, ενώ τα εργατικά συνδικάτα δεν της απαντούν με την ίδια αποφασιστικότητα.  Η ΓΣΣΕ και ΑΔΕΔΥ, όπως και στην προηγούμενη απεργία, είναι ουσιαστικά  εξαφανισμένες,  ενσωματωμένες εδώ και χρόνια όχι απλώς στο σύστημα, αλλά στη διαδικασία  χειρισμού της κρίσης και της δημιουργίας  προϋποθέσεων για την ανασυγκρότηση του κεφαλαίου,  ενώ η εργατική αλληλεγγύη με το ΠΑΜΕ δεν καταφέρνει εμπράκτως  να γενικευτεί  και ούτε  οι   μάζες εργαζομένων δείχνονται πρόθυμες να  συσπειρωθούν  για να δημιουργήσουν ανάχωμα στην επίθεση του κεφαλαίου.
          Αν όμως ενστερνιστούμε και υπηρετήσουμε την κυρίαρχη πολιτική διαχείρισης  της κρίσης, αποδεχτούμε ότι δεν υπάρχει  ενιαία  εργατική τάξη, προβάλλοντας  διαφορετικά και αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα, οι αγώνες θα παραμένουν μοναχικοί  και εύκολα χειραγωγήσιμοι. Γιατί για την επιβολή της ανασυγκρότησης και αναδιάρθρωσης  του καπιταλισμού  ήταν και είναι αναγκαία προϋπόθεση ο έλεγχος του εργατικού κινήματος. Γι’  αυτό και την τελευταία εικοσαετία ρεφορμιστές, ανανεωτές κλπ. κρατώντας εποικοδομητική στάση απέναντι σε καπιταλιστικές ολοκληρώσεις και εκσυγχρονισμούς αχρήστευαν την όποια κριτική του καπιταλισμού χτυπώντας και διαλύοντας το όποιο κομμουνιστικό  κίνημα και αφοπλίζοντας ιδεολογικά, πολιτικά και οργανωτικά το εργατικό κίνημα. Η εργατική τάξη πια δεν είναι ούτε συμπαγής ούτε και συνδικαλισμένη. Οι συνδικαλισμένοι εργάτες αποτελούν  πια μειοψηφία.  Ο κυβερνητικός συνδικαλισμός, η αυξανόμενη ανεργία, η μαύρη εργασία,  η επέκταση τριτογενούς τομέα, κλπ.  συνέβαλε στην κρίση της  παλιάς συμπαγούς εργατικής τάξη, συντελώντας στην αποδιάρθρωσή της και την απαξίωση του συνδικαλισμού. Η ευέλικτη εργασία, η εκ περιτροπής εργασία κάνουν ευάλωτο το εργατικό κίνημα για να τσακιστούν  οι αγώνες του, χωρίς αυτό να μπορεί  να αντιδράσει συνολικά. Τα συνδικάτα χάνουν όλο και περισσότερο τη δύναμή τους και ο εργάτης μάζα δεν μπορεί πια να αντιμετωπίσει την επίθεση των αφεντικών. 
          Κι όμως τα συνδικάτα μπορούν και πρέπει να γίνουν μοχλοί ανατροπής των πολιτικών αναδιάρθρωσης του καπιταλισμού, αρκεί να συνειδητοποιηθεί  και να επιδιωχθεί η ανάγκη αλλαγής προσανατολισμού του συνδικαλιστικού κινήματος και όχι εξουδετέρωσής του, όπως η κυρίαρχη πολιτική επιδιώκει. Η ταξική ενότητα του συνδικαλιστικού κινήματος είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ενεργητική αντίσταση των εργαζομένων στην κατά μέτωπο επίθεση του κεφαλαίου.
          Γι’  αυτό και ο ρόλος των κομμουνιστών είναι τεράστιος, και ίσως  η τελική επίθεση επικεντρωθεί εναντίον τους,  γιατί  αυτοί μπορούν και να εκφράσουν την αναγκαιότητα  για ταξική ενότητα του συνδικαλιστικού κινήματος, που θα δρα για τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, και να αποτρέψουν τον εγκλωβισμό των εργαζομένων  στην παγίδα της συναίνεσης  εν ονόματι της εθνικής ευθύνης.    
   

Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2013

ΑΝΟΙΧΤΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ


          Ο υπουργός Δημόσιας Τάξης Δένδιας  σε ομιλία του δηλώνει πως ««Ήρθε η ώρα η χώρα να κλείσει τους λογαριασμούς που μένουν ανοιχτοί από το 1974-1975 μέχρι σήμερα. Είτε αυτοί λέγονται ανομία, είτε αυτοί λέγονται καταλήψεις, είτε αυτοί λέγονται μεταναστευτικό, είτε μιλάμε για το άγος της Μαρφίν. Όλα αυτά πρέπει να βρουν το δρόμο τους. Και ο δρόμος τους μπορεί και πρέπει να είναι μόνο ένας, η εφαρμογή των νόμων προς όλους». Στο ίδιο μήκος κύματος και ο υπουργός εργασίας Βρούτσης δηλώνει  για την κατάληψη του υπουργείου Εργασίας από μέλη του ΠΑΜΕ ότι  «Οι ενέργειες αυτές τραυματίζουν τη Δημοκρατία και υπονομεύουν τις θυσίες των Ελλήνων.»
       Η υπεράσπιση της νομιμότητας και της  δημοκρατίας είναι από τα βασικά επιχειρήματα που επιστρατεύονται για να δικαιολογηθούν  όλες οι πράξεις των κυβερνώντων. Ο Ν. Δένδιας μάλιστα, σε μια επίδειξη δύναμης,  μιλά για ανοικτούς λογαριασμούς από τη μεταπολίτευση, αποκαλύπτοντας ότι η τακτική  ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης στο κυρίαρχο σύστημα  με αποδοχή κοινωνικοοικονομικών απαιτήσεών της τελείωσε.
      Με τη μεταπολίτευση, το  εργατικό κίνημα, που διεκδικεί αγωνιστικά  όσα τα μετεμφυλιοπολεμικά χρόνια του στέρησαν, κατακτά  άνοδο του βιοτικού επιπέδου  των εργαζομένων, ενώ οι αστικές πολιτικές δυνάμεις προσπαθούν να ξεπεράσουν  το μούδιασμα τους  μετά την πτώση της χούντας και να ανασυνταχτούν.  Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία πείθει μεγάλο μέρος της εργατικής τάξης ότι συμμετέχει στην εθνική προσπάθεια και  ενσωματώνεται στην κυρίαρχη πολιτική, αποδεχόμενο τους όρους του για εκσυγχρονισμό, που αφήνουν άθικτο το καπιταλιστικό  κράτος, με αντάλλαγμα τη βελτίωση των όρων διαβίωσής του. Πίστεψε ότι έκλεισαν οι παλιοί λογαριασμοί με το αυταρχικό κράτος της «δεξιάς».
      Συγχρόνως,  οι μέθοδοι πειθούς και ελέγχου από την κυρίαρχη πολιτική στις μάζες εργαζομένων γίνονται ραφιναρισμένοι, ενώ ουσιαστικά, υπονομεύουν υποσυνείδητα την εμπειρία, την επιθυμία, τον τρόπο δράσης μας και  καταλήγουμε  να λειτουργούμε με γνώμονα κριτήρια που δεν είναι δικά μας, των υποτελών τάξεων,  αλλά εμφυτευμένα από την κυρίαρχη τάξη. Θεωρούμε μαζί με την κυρίαρχη τάξη ότι δεν υπάρχουν αντιτιθέμενα συμφέροντα, όλοι ανήκουν στο λαό και φτάσαμε σχεδόν να πιστέψουμε ότι ακόμα και   τα συμφέροντα των τραπεζών μπορούν μια χαρά να συμβιβαστούν με των ανέργων.
        Σ΄ αυτά  τα χρόνια όμως της οικονομικής μας εξαθλίωσης, ο κυρίαρχος λόγος  απροκάλυπτα αντιφάσκει αποκαλυπτόμενος,  γιατί από τη μια συνεχίζει με την ίδια λογική να αρνείται την ύπαρξη  ταξικών ανταγωνισμών και πολιτικών συνόρων εν ονόματι της  συναινετικής  δημοκρατίας, ενώ  από την άλλη, οι ενέργειες των κυβερνώντων δεν επιτρέπουν καν την ενεργό δημοκρατική συμμετοχή των πολιτών  στη λήψη των  πιο σημαντικών αποφάσεων για τα συλλογικά ζητήματα.  Η  δημοκρατία και η έννομη τάξη  περιορίζονται στο να παρέχουν το ηθικό πλαίσιο που χρειάζονται προκειμένου να στηριχτούν  οι ισχυρισμοί των κυβερνώντων ότι εκπροσωπούν το γενικό συμφέρον, πέρα από ταξικά συμφέροντα και παρατάξεις.
        Όταν όμως σε περιόδους οικονομικής κρίσης περισσεύει η οργή στους εργαζόμενους, το εργατικό κίνημα ψάχνει να  βρει  τον αγωνιστικό του βηματισμό και ο προσεταιρισμός της ηγεσίας των πιο μετριοπαθών συνδικάτων υπάρχει κίνδυνος να μην  αποδίδει πια, τότε η καταστολή, η ανεξέλεγκτη δραστηριότητα των κατασταλτικών μηχανισμών, η αυταρχική αντιμετώπιση κοινωνικών προβλημάτων αποτελούν επιλογές  της εξουσίας, για να πετύχει τους στόχους της. Όσο μάλιστα η κυρίαρχη εξουσία  αισθάνεται ακόμα αρκετά ισχυρή,  αλλά συγχρόνως φοβάται μήπως οι επιλογές της πυροδοτήσουν μια ευρύτερη αντίδραση, και γι’  αυτό  θέλει να αποτρέψει την ενδυνάμωση ενός εργατικού κινήματος, τόσο πιο εύκολα επιλέγεται η τακτική της άμεσης σύγκρουσης με κομμάτια της εργατικής τάξης, πριν οργανωθεί η συνολική αντίδραση των εργαζομένων. Και βέβαια όλη αυτή η επίθεση,  στην αρχή τουλάχιστον, όσο αναμετρώνται οι δυνάμεις   των δυο αντιπάλων,  από τη μεριά του κράτους θα γίνεται με τους νόμιμους τρόπους που θα τους φέρνει στα μέτρα του, ακολουθώντας νομότυπες διαδικασίες. Η υπογράμμιση της σπουδαιότητας των νομικών αρχών και της έννομης τάξης  στη ζωή της κοινωνίας θα καλύπτει πίσω από τη νομική μορφή  το πραγματικό περιεχόμενο των ταξικών  σχέσεων, την ανισότητα πίσω από την τυπική ισοτιμία, τον οικονομικό εξαναγκασμό πίσω από την ελευθερία  κλπ.  Τώρα μάλιστα που η επίθεση ενάντια στην εργατική τάξη εντείνεται  θα γίνεται όλο και πιο φανερή η ταξική διάσταση της νομοθεσίας και της εφαρμογής της, που διαφυλάσσει και εδραιώνει πρότυπα και συμπεριφορές που ανταποκρίνονται στα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης.
          Συγχρόνως, εκβιάζεται η συναίνεσή μας για αποφάσεις και ενέργειες των κυβερνώντων που μας εξαθλιώνουν, με την αντίληψη ότι δεν υπάρχει εναλλακτική δυνατότητα πέραν της τωρινής τάξης πραγμάτων κι επομένως καμιά διαμαρτυρία μας δεν μπορεί να έχει άλλη από συμβολική σημασία, ακυρώνοντας  όμως έτσι κάθε πολιτική δράση  των υποτελών τάξεων μέσα στα νόμιμα πλαίσια.  Είναι σαν να θέλουν να εξωθήσουν τους πιο συνειδητοποιημένους ταξικούς αντιπάλους, σε δράσεις που θα μπορούσαν,  κατά το δοκούν, να χαρακτηριστούν παράνομες,  για να τους εξουδετερώσουν  ευκολότερα με την ανοχή των περίφημων νοικοκυραίων, πριν να εξαθλιώσουν κι αυτούς.
          Μια τέτοια τακτική ανιχνεύεται  στις αντιδράσεις της κυβέρνησης για τη δράση  μελών του  Π.Α.ΜΕ. στο υπουργείο εργασίας. Από τη μια   στοχοποιήθηκε  από την κυβέρνηση ως αντικοινωνική  και παράνομη δράση και  ανέβηκαν   υπερβολικά ψηλά οι τόνοι, από την άλλη  όμως  επιδοκιμάστηκε από παρά  πολλούς που δεν είναι κάν συμπαθούντες του ΚΚΕ. Κι αυτό έγινε όχι γιατί ξαφνικά όλοι ενστερνίστηκαν τις ιδέες του, αλλά γιατί ήταν μια άμεση, συγκρουσιακή ενέργεια, που  τους εξέφραζε αλλά  κυρίως δεν χρειαζόταν οι ίδιοι να συμμετάσχουν και να διακινδυνεύσουν. Κι ακριβώς αυτό το ξέρει η κυρίαρχη εξουσία.  Αν λοιπόν δεν υπάρξει μαζικότητα σε δράσεις που θα εκδηλώνουν την αντίδραση στην ακολουθούμενη πολιτική, η αγριότητα και η βία της εξουσίας θα εντείνονται,  η καταστολή και ο αυταρχισμός θα εκφράζονται με βίαιες επιχειρήσεις για να  παραλύσουν από το φόβο τους «νοικοκυραίους», να απομονωθούν όσοι θα επιμένουν να αγωνίζονται, ώστε ευκολότερα να εξουδετερωθούν.
        Η δημοσιοποίηση των    κακοποιημένων προσώπων των νεαρών  που συνελήφθησαν για τη ληστεία στο Βελβεντό  υπενθυμίζει προς πάσαν κατεύθυνσιν την δύναμη της εξουσίας.