Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012

Η ΤΗΣ ΜΕΡΚΕΛ ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ

       Η εξάωρη επίσκεψη της  Α. Μέρκελ στην Ελλάδα και η  ομολογούμενη προσδοκία των κυβερνώντων για έστω  φραστική στήριξη εκ μέρους της των προσπαθειών τους, που σημαίνει την  επιβράβευσή τους για τη λήψη  των αντιλαϊκών μέτρων,  δείχνει  όχι μόνο πόσο απρόθυμο είναι  το ελληνικό πολιτικό  και οικονομικό κατεστημένο να αντιπαρατεθεί, έστω και υποτυπωδώς,  με τις κυρίαρχες ευρωπαϊκές δυνάμεις, αλλά  και πόσο  το ίδιο έχει άμεση εξάρτηση από τα κυρίαρχα κέντρα αποφάσεων, που τώρα φαίνονται να  είναι πανίσχυρα. Πριν από την επίσκεψή ήταν έκδηλος ο φόβος τους για την έκταση και τη μορφή των αντιδράσεων, με βασικό επιχείρημα την εικόνα που θα έπρεπε να προβάλλουμε στη διεθνή σκηνή, και  θα έδειχνε και την ικανότητα των κυβερνώντων να ελέγχουν την κατάσταση, άρα να είναι επαρκείς για το ρόλο που έχουν αναλάβει. Με την επίσκεψη αυτή αποτυπώθηκε και σ’ ένα συμβολικό επίπεδο η εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους και τους ευρωπαίους κυρίαρχους οι ντόπιοι κυβερνώντες – αντιμετωπίστηκε σαν μια επίσκεψη επικυρίαρχου σε υποτελείς.
           Και βέβαια, ο τρόπος που οι κυβερνώντες  και οι συν αυτώ χειρίστηκαν  την επίσκεψη, σε όλα τα πεδία, για μια ακόμη φορά ανέδειξε την επικοινωνία σε αυτόνομη αξία και τη χρήση της ως ερμηνευτικής κατηγορίας. Η διαμεσολάβηση μάλιστα της πραγματικότητας μέσα από τα μέσα ενημέρωσης  θέλησε να επιβάλλει αυτή την οπτική σε όλη την κοινωνία.  Η εξουσία σαν θέαμα και η πολιτική σαν διαφήμιση  βρήκαν εδώ την εφαρμογή τους.  Ήθελαν για άλλη μια φορά να μας πείσουν ότι   δεν υπάρχει διάκριση ανάμεσα στην πολιτική και την επικοινωνία, την πραγματικότητα και τα σημεία, την εξουσία και τη γλώσσα, τη σκηνοθεσία και τα παρασκήνια, δεν υπάρχουν σύνορα να χωρίζουν το τεχνητό από  το αυθεντικό Ο Σαμαράς και η Μέρκελ στο ίδιο  αυτοκίνητο, ο περίπατος στους κήπους του προεδρικού μεγάρου κλπ είναι σημεία που αντικαθιστούν την πολιτική,  τα σημεία μετρούν  περισσότερο από τις ιδέες τις οποίες εκφράζουν.
          Και μεις από τη μεριά μας, ένα μεγάλο κομμάτι μας,  ταυτίσαμε την Μέρκελ με την πολιτική εξαθλίωσης που εφαρμόζεται.  Η πεποίθησή μας  όμως  ότι η Μέρκελ είναι η αιτία για τα δεινά μας, και κατ’  επέκταση η γερμανική πολιτική, περιορίζει το πλαίσιο των αντιθέσεων κυρίως  μεταξύ εθνικών κρατών παραβλέποντας τις ταξικές. Κι ενώ φαίνεται ότι οι εθνικοί κοινωνικοοικονομικοί σχηματισμοί είναι σε διαδικασία διάλυσης υπό την επίδραση της παγκοσμιοποίησης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, εντούτοις χρησιμοποιούνται για απορρόφηση των κραδασμών από τις αντιδράσεις των υποτελών τάξεων. Ο υποτελής της Μέρκελ Σαρκοζί αντικαταστάθηκε από τον Ολάντ και να νέος άνεμος φυσά στην Ευρώπη, θα πειστεί και η Μέρκελ ν’  αλλάξει πολιτική …. Είναι προβληματισμοί που κυκλοφορούν σαν λύση στο οικονομικό μας αδιέξοδο, που όμως σίγουρα δεν είναι θέμα προσώπων.
          Με την ευρωπαϊκή ενοποίηση, φαίνεται να επικρατεί  στην Ευρώπη  ενιαία παραγωγική  δομή, που παράγει συγκεκριμένους οικονομικούς προσδιορισμούς, με αποτέλεσμα  η διαμόρφωση των  κοινωνικών τάξεων πανευρωπαϊκά  να τείνει να έχει κοινά χαρακτηριστικά. Επειδή όμως οι οικονομικοί προσδιορισμοί, σε συνάρτηση με τις πολιτικοϊδεολογικές επιδράσεις  δεν είναι πλήρως ομογενοποιημένοι σε όλα τα κράτη, έχουν αποτέλεσμα τη διατήρηση  κοινωνικών τάξεων  ακόμα αρκετά διαφοροποιημένων  μέσα στους  διάφορους εθνικούς κοινωνικούς σχηματισμούς.  Η προσπάθεια όμως ταξικής ανάλυσης  από τους απολογητές του καπιταλιστικού  συστήματος αποφεύγεται, και τονίζεται  περισσότερο ότι οι δρώντες κοινωνικοπολιτικοί οργανισμοί  στο διεθνές επίπεδο είναι εθνικά κράτη, ακόμα κι αν δρουν μέσα από ευρύτερες ενώσεις όπως η ευρωπαϊκή. Οι υποτελείς τάξεις, που το επίπεδο συνειδητοποίησης και οικονομικής ανάπτυξης μέχρι και πριν λίγα χρόνια διέφερε στα διάφορα κράτη, ενστερνίζονται πιο εύκολα την εκδοχή ότι δεν είναι οι κοινωνικές τάξεις που συγκρούονται αλλά ενιαίοι κρατικοί οργανισμοί, παραβλέποντας όμως ότι  κι αυτοί αντιπροσωπεύουν  διαφορετικές αρθρώσεις ταξικών σχέσεων υπό την ηγεμονία μιας συγκεκριμένης τάξης.
             Κάθε ηγεμονική τάξη  επιδιώκει την αναπαραγωγή της κυριαρχίας της  διεθνώς, και  για να πετύχει κάτι τέτοιο πρέπει πρώτα να διατηρήσει την ενότητα του κοινωνικού σχηματισμού στον οποίο κυριαρχεί. Η Ε.Ε είναι ένα μέσο για τη διατήρηση αυτής της ενότητας. Ακόμη όμως χρησιμοποιείται η ιδεολογία του εθνικισμού ενισχύοντας τη διαταξική ενότητα της κοινωνίας, δίνοντας τη δυνατότητα  στο εθνικό κράτος να συνθέτει τις λειτουργίες  των διαφορετικών κοινωνικών τάξεων παράγοντας έτσι μια συμπαγή πολιτική δραστηριότητα. Συνεπώς, παρά τη διαφορετικότητα  των οικονομικών συμφερόντων  μεταξύ κοινωνικών τάξεων, η πολιτική παρέμβαση των εθνικών κρατών μετασχηματίζει τις σχέσεις τους κατά ένα πολύ σαφή τρόπο υπέρ της ηγεμονικής τάξης  που τα συμφέροντά της κάνει  αντικείμενο άσκησης κρατικής πολιτικής.  Και η Μέρκελ  δεν κάνει τίποτε άλλο παρά αυτά τα συμφέροντα να προωθεί. Μπορεί βεβαίως όσο βαθαίνει η κρίση να αποκαλύπτεται  βαθμηδόν η ενοποιημένη αντίδραση του καπιταλισμού,  αυτό δεν εμποδίζει όμως  αυτή η  αντίδραση να φιλτράρεται και  μέσα από στρατηγικές επιλογές εθνικών κρατών, που μπορεί και να οξύνουν τις αντιθέσεις τους. Δεν είναι λοιπόν καθόλου περίεργο που οι γερμανοί προωθούν τα συμφέροντά τους  στην Ελλάδα, γι’  αυτό και έγινε η συνάντηση της Μέρκελ με έλληνες και γερμανούς επιχειρηματίες που οργάνωσε το Ελληνογερμανικό Εμπορικό Επιμελητήριο.  Κι ενώ  το αποτέλεσμα όμως αυτών των αντιθέσεων θα έπρεπε  να είναι το βάθεμα  των ταξικών σχέσεων μεταξύ εργατικής τάξης   και οικονομικής ολιγαρχίας βλέπουμε την  κλιμάκωση των διαφορών, σε επίπεδο λαϊκών μαζών μάλιστα,  μεταξύ εθνικών κρατών, που πηγάζουν από τις σχέσεις ανάπτυξης των διαφόρων χωρών.
       Κι έτσι ενώ οι οικονομικές συνέπειες της κρίσης είναι πολύ δυσμενείς για τις καπιταλιστικές χώρες και προκαλούν  όξυνση  των κοινωνικών αντιθέσεων σε σημείο που η εκτίμηση για ύπαρξη συνθηκών εξέγερσης  να φαίνεται λογική, δεν φαίνεται ότι οι λαϊκές μάζες είναι έτοιμες να εκμεταλλευτούν τις δυνατότητες που προσφέρουν οι συνθήκες και αποδεικνύονται ακόμα ανίκανες να κλονίσουν  τα θεμέλια των αστικών  καθεστώτων, αναζητώντας κάθε φορά αλλού την αιτία των δεινών τους.

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ



         Λίστα Λαγκάρντ εδώ,   άλλη λίστα φοροφυγάδων εκεί, που είναι η λίστα; Φοροφυγάς εδώ, άλλος φοροφυγάς εκεί που είναι ο φοροφυγάς; Τσοχατζόπουλος στη φυλακή, Μεϊμαράκης στη βουλή, όλοι εν χορώ θα φροντίσουν για την τιμωρία των ενόχων…
          ¨Οσο βαθαίνει η οικονομική κρίση, τόσο και αποκαλύπτονται νέα σκάνδαλα μαύρου χρήματος, φοροδιαφυγής κλπ. Και σπεύδουμε όλοι, όσους μας εξαθλιώνει  η οικονομική κρίση, να αποδώσουμε τις  κύριες αιτίες για την εξαθλίωσή μας σ’ αυτά τα  πολυποίκιλα σκάνδαλα. Σκάνδαλα που άνθισαν  μέσα στο θερμοκήπιο, όπου διαπλέκονται η πολιτική διαχείριση της οικονομίας και η οικονομική απόδοση της πολιτικής  όλα αυτά τα μεταπολιτευτικά χρόνια, και όχι μόνο βέβαια. 
            Η κεντρική εξουσία ανέχτηκε, αν δεν προώθησε, τη μίζα και το λάδωμα σαν όρο για τη λειτουργία της διοίκησης σε όλα τα επίπεδα.    Όλα  αυτά τα χρόνια η παροχή  κρατικών δανείων των οποίων  μέρος ή το σύνολο  διοχετεύεται στις τσέπες του επιχειρηματία ή χρησιμοποιείται για σκοπούς άλλους από αυτούς για τους οποίους αρχικά χορηγήθηκαν ήταν  σταθερό  χαρακτηριστικό της ελληνικής οικονομίας. Οι περισσότερες ιδιωτικές πρωτοβουλίες χρηματοδοτούνταν σχεδόν αποκλειστικά από δημόσιους πόρους με τη διαμεσολάβηση της πολιτικής εξουσίας. Το ίδιο και οι προμήθειες αποτελούσαν και αποτελούν  μόνιμο συστατικό της ζωής οποιασδήποτε καπιταλιστικής κοινωνίας.
            Ο χρηματισμός όμως  και η εξαγορά  στη δημόσια ζωή,  στοιχείο κάθε καπιταλιστικού κράτους, δείχνει να αυτονομήθηκε σαν πρόβλημα τα τελευταία χρόνια, όχι μόνο γιατί  μερίδες μικροαστικών  ιδιαίτερα στρωμάτων,  πιεζόμενες από την ανεπάρκεια του μισθού και εκμεταλλευόμενες τις διοικητικές αυθαιρεσίες της κυβέρνησης, έφτασαν να γλείψουν  το κόκκαλο που τους πέταξαν  ως το μεδούλι, αλλά και γιατί ήταν ένας εύκολος τρόπος  για την κυρίαρχη τάξη  να ενοχοποιήσει για την οικονομική κρίση  το σύνολο των υποτελών τάξεων.  Η διασπάθιση του δημόσιου χρήματος δεν αποκτά άλλες διαστάσεις παρά μόνο σε περιπτώσεις που οι τριβές των συμφερόντων ή και το πολιτικό παιχνίδι επιβάλλουν την επίκληση της ηθικής  και της τιμιότητας. Και στις μέρες μας περισσεύουν οι επικλήσεις στο τίμιο και ηθικό…
            Μόνο που αυτά πολύ λίγο εξαρτώνται από το ελλιπές ηθικό έρμα και τη διαφθορά του ενός ή του άλλου πολιτικού προσώπου, όπως τονίζεται από τον κυρίαρχο λόγο κι εμείς υπερθεματίζουμε. Παρουσιάζονται τα σκάνδαλα  σαν  τα τρωτά σημεία σχεδόν κάθε κυβέρνησης Όλοι είναι σίγουροι πως κάποιοι, από κάπου, κάτι θα έχουν αρπάξει. Τα σκάνδαλα όμως δεν είναι ηθικές κατηγορίες, αλλά πολιτικά γεγονότα, όταν  βέβαια αποκαλύπτονται. Κι αναγκαίος όρος για την αποκάλυψη  είναι μια  απορρύθμιση, ένα χαλάρωμα των συνεκτικών δεσμών στον συνασπισμό εξουσίας, κάποια κρίση: Είτε ιδεολογική, εξασθένιση έως κατάρρευση του ιδεολογικού λόγου που τον κρατούσε, είτε πολιτικοοικονομική, διαφωνία στη μοιρασιά της πίτας, είτε και  συστημική κρίση του μηχανισμού εξουσίας. Το σκάνδαλο  στην πραγματικότητα δεν είναι η παραβίαση των κανόνων της τυπικής νομιμότητας, είναι η παραβίαση των κανόνων σύγκρουσης και επίλυσης ενδοαστικών αντιθέσεων. Είναι σκάνδαλο επειδή οι κανόνες του παιχνιδιού παραβιάστηκαν, ενώ η πολιτική εξουσία δεν είναι σε θέση να διατηρήσει  τις ισορροπίες και να ξαναμοιράσει την τράπουλα συμψηφίζοντας κέρδη- ζημιές.
           Σκάνδαλο  βέβαια δεν θεωρείται ότι είναι  οι αντιλαϊκές επιλογές που προωθούνται και δημιουργούν  όρους απροκάλυπτης στήριξης καπιταλιστικών  συμφερόντων. Σκάνδαλο και απάτη  είναι η επικράτηση  μιας αστικής μερίδας σε βάρος ζωτικών συμφερόντων  μιας άλλης με τη στήριξη της εκτελεστικής εξουσίας.  Η πραγματική αποκατάσταση του δικαίου  έχει στη συγκεκριμένη περίπτωση την έννοια της  επιστροφής στη νομιμότητα των καπιταλιστικών σχέσεων, η οποία βέβαια ενδιαφέρει  κυρίως τους  οικονομικούς μεγαλοπαράγοντες και όχι τους εργαζόμενους.
              Μ΄ αυτούς τους όρους, η  τιμωρία των παραβατών και η αποκατάσταση της δικαιοσύνης δεν αποτελεί  δυναμίτη για τον κόσμο της κατεστημένης πολιτικής, δεν θίγει τις βαθύτερες δομές της διαπλοκής  των κρατικών και ιδιωτικών συμφερόντων, αλλά προσπαθεί να γίνει όσο πιο ανώδυνη γίνεται σε σχέση με το υποτιθέμενο αντικείμενο της, επιτρέποντας  στις άρχουσες τάξεις και τα κατεστημένα κόμματα να χειρίζονται τα πράγματα με τις λιγότερες δυνατές απώλειες για το σύστημα. Γίνεται παιχνίδι που  στοχεύει στη διάσωση του πολιτικού συστήματος και στο κουκούλωμα της βαθύτερης κοινωνικής υφής των σκανδάλων.
           Τι προβάλλεται   σχετικά με τις αιτίες και θεραπείες σκανδάλων; Τίθεται το ζήτημα  του πως δομείται και λειτουργεί  η κυβέρνηση, η πολιτική γενικότερα και  η οικονομική ειδικότερα και μάλιστα στο δημόσια τομέα. Ζητείται και γίνεται αντικείμενο υπόσχεσης  η  απεμπλοκή του οικονομικού και  του πολιτικού, η αυτονόμηση του δημόσιου τομέα από την κυβέρνηση ή το κόμμα, η διαμόρφωση ενός σώματος ανώτατων στελεχών του δημοσίου τομέα με αδιάβλητες  διαδικασίες διορισμού τους και κρίσης τους, η θέσπιση συστήματος  ελέγχων  κλπ. Σε καμιά περίπτωση δεν θίγεται  το ίδιο το πολιτικοοικονομικό σύστημα.
          Και βέβαια  η ιδιοποίηση δημόσιου χρήματος από πολιτικούς και κεφαλαιοκράτες  και ο μετασχηματισμός των ροών του πολιτικού χρήματος  σε ροές πληροφοριών και συνακόλουθες ροές εξουσίας  δεν είναι αποκλειστικότητα ελληνική. Παρόμοιοι μηχανισμοί δεν είναι άγνωστοι και στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, μόνο που εκεί παρόμοιοι μηχανισμοί  καθορίζονται από   θεσμικά πλαίσια επαρκώς μάλιστα  εσωτερικευμένα από τα άτομα.
        Εν ολίγοις, τελικά, πραγματικό σκάνδαλο που μ’ αυτό ζούμε και  τείνουμε να πεθάνουμε γι’  αυτό, είναι το καπιταλιστικό σύστημα, δηλ.  εκείνη η σκέψη κι εκείνες οι πράξεις για τις οποίες το χρήμα έχει μεγαλύτερη σημασία από τους ανθρώπους.

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

ΔΙΑΝΟΗΣΗ ΣΕ ΥΦΕΣΗ

       Ο Δημ. Τζιόβας στο «ΒΗΜΑ» της Κυριακής επισημαίνει ότι «η σοβαρή κουλτούρα της Μεταπολίτευσης δεν παρακολούθησε τις αλλαγές ούτε συνέβαλε όσο θα έπρεπε στον θεσμικό  εκσυγχρονισμό της χώρας, προωθώντας νέες ιδέες και αντιλήψεις, γιατί όντας παγιδευμένη στην αναθεώρηση του παρελθόντος διαμορφώθηκε περισσότερο ως αντίδραση παρά  ως εναλλακτική  πρόταση», ενώ αναζητεί κι αυτός τα βαθύτερα αίτια της σημερινής κρίσης όχι αποκλειστικά στο χώρο της οικονομίας «αλλά και στην αναντιστοιχία ανάμεσα στην  αλλαγή του τρόπου ζωής που έκανε άλματα  τα τελευταία χρόνια και την κουλτούρα ως νοοτροπικό διακύβευμα που πάλευε διαρκώς με τα είδωλα του παρελθόντος και δεν λειτούργησε ως εκσυγχρονιστικός μηχανισμός».

        Παρατηρεί κανείς ότι για πολλοστή φορά οι διανοούμενοι  εντοπίζουν την κρίση  στο εποικοδόμημα της μεταπολιτευτικής κοινωνίας μεταθέτοντας έτσι και τον προβληματισμό, αλλά και τον όποιο αγώνα για αλλαγή της στις ιδέες, αποσιωπώντας τις αιτίες γέννησης αυτών των συγκεκριμένων ιδεών, που τώρα καταγγέλλουν. Είναι μάλιστα απορίας άξιον πώς υπερβάλλουν τη σημασία των γλωσσικών σημάτων ή ιδεολογιών  για την αποκωδικοποίηση και ερμηνεία του ιστορικού  γίγνεσθαι σε βάρος του οικονομικού παράγοντα, δηλ. σε βάρος του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι σε κάθε εποχή λύνουν το ζήτημα της υλικής τους  ζωής, των παραγωγικών δυνάμεων  που χρησιμοποιούν γι’  αυτό  και των σχέσεων που απορρέουν απ’  αυτές. Σχεδόν παρατηρείται μια εμμονή στην  προσπάθεια να εξαλειφθεί η αποφασιστική επιρροή του οικονομικού παράγοντα  στο σχηματισμό και την εξέλιξη του μαζικού κοινωνικού φαινομένου, ίσως εξαιτίας της απροθυμίας τους να κρίνουν το ίδιο το κυρίαρχο καπιταλιστικό σύστημα.    Οι όποιες μάλιστα παρατηρήσεις τους αποφεύγουν να είναι απόλυτες και επιμένουν να είναι λεπτές σε αποχρώσεις, που σημαίνει ότι μάλλον είναι απρόθυμοι να πάρουν θέση. Όλο   το πρόβλημα  εντοπίζεται στο ότι η κουλτούρα της μεταπολίτευσης «μηρύκαζε το παρελθόν και ελάχιστα διεκδικούσε το μέλλον  προτείνοντας μεταρρυθμίσεις». Παντού οι μαγικές λέξεις, μεταρρύθμιση και εκσυγχρονισμός.
             Στο μεσοπόλεμο  όμως και στην μετεμφυλιακή εποχή υπήρχε σαφής διαχωρισμός στους διανοούμενους,  -συγγραφείς, πανεπιστημιακούς κλπ. - ανάμεσα σε προοδευτικούς και  συντηρητικούς ή αντιδραστικούς, που αφετηρία είχε τη στάση τους απέναντι στην καθεστηκυία  τάξη και το μετασχηματισμό της.  Η διάκριση αριστερών και δεξιών δεν ήταν χωρίς νόημα.  Σηματοδοτούσε μια παράδοση που ήθελε τη συνείδηση ενός μεγάλου κομματιού του πνευματικού κόσμου συντονισμένη απόλυτα με τα επαναστατικά οράματα.  Με τη χούντα η διάσταση αυτή αρχίζει να αμβλύνεται, η ριζική αμφισβήτηση του κοινωνικού συστήματος περιορίζεται στην απόρριψη του χουντικού καθεστώτος, με αποτέλεσμα να προκύψει μια κατάσταση που όλοι οι διανοούμενοι, οι οποίοι απλώς δεν συνεργάστηκαν με τη χούντα, να θεωρούνται οι προοδευτικοί που μεταπολιτευτικά κυριάρχησαν στο πνευματικό στερέωμα του ελλαδικού χώρου. Μ’ αυτόν τον τρόπο  μεταπολιτευτικά κάμφθηκε η οποιαδήποτε ιδεολογική σύγκρουση με την καθεστηκυία τάξη και διαμορφώθηκε ένα περιβάλλον αποχρωματισμένο ιδεολογικά, που οδήγησε τελικά σε μια συνειδητή ή  ασυναίσθητη υποστήριξη  των θέσεων της κυρίαρχης  ιδεολογίας. Αυτή η απολιτικοποίηση βέβαια δεν είναι ανεξάρτητη από την ύφεση που παρουσιάστηκε στο λαϊκό  κίνημα μετά ιδίως την «αλλαγή» του ΠΑΣΟΚ. Η υποχώρηση των μεγάλων οραμάτων εγγράφεται στη δράση και των διανοούμενων, που υπερασπίστηκαν την απολιτικοποίησή τους με το σκεπτικό ότι ούτε και στις μεγάλες ταξικές συγκρούσεις δεν  επιτρέπεται να λειτουργούν ως απλοί στρατιώτες, πόσο μάλλον σε περιόδους σταθεροποίησης ενός συναινετικού πολιτικού περιβάλλοντος. Είναι χαρακτηριστικό ότι η μεταπολίτευση, για τους περισσότερους διανοούμενους στάθηκε αρκετή για να αποτελειώσουν την όποια αντίστασή τους και  να γίνουν οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας Το αποτέλεσμα όμως αυτής της στάσης οδήγησε τους περισσότερους να μη μπορούν να διακρίνουν ούτε τις νέες ανάγκες ούτε τις νέες ευαισθησίες που αναπτύσσονταν στο  ελλαδικό κοινωνικοπολιτικό σύμπαν, όχι μόνο  παλιότερα, όταν βρίσκονταν σε εμβρυική  κατάσταση, αλλά ούτε και τώρα.
          Την τελευταία  λοιπόν τριακονταετία οι τεράστιες κοινωνικές διαφοροποιήσεις με την πολιτική εξουσία του ΠΑΣΟΚ ενσωμάτωσαν την πλειοψηφία από τους πρώην κατατρεγμένους εκφραστές των επαναστατικών  οραμάτων των υποτελών τάξεων  στην καθεστηκυία τάξη και μετέτρεπαν  εφεξής  τους περισσότερους σε προνομιούχους υπαλλήλους  του κράτους που τολμούσε πια να καταναλώνει την προοδευτική κουλτούρα αλλοτινών εποχών κάνοντάς τη άλλοθι προοδευτικότητας. Μ’  αυτόν τον τρόπο και η κυρίαρχη ιδεολογία εμβολιάστηκε με στοιχεία … επαναστατικότητας άλλων εποχών που την έκαναν πιο πειστική και αποτελεσματική.  Έτσι σχεδόν  πια από το σύνολο   της διανόησης λείπουν βασικές προϋποθέσεις, ταξικές, διανοητικές, συναισθηματικές κλπ και ερεθίσματα, πέρα από την καταξίωση του όποιου έργου τους, για να δουν και να ερμηνεύσουν τον κόσμο όχι με τα μάτια της εξουσίας.   Το πολύ πολύ να επισημαίνουν την αντίφαση που υπάρχει  ανάμεσα στην αστική ιδεολογία και το αστικό   καθεστώς, που φυσικά δεν αμφισβητούν, αλλά το περισσότερο στο οποίο στοχεύουν είναι η άρση αυτής της αντίφασης.  Οι περισσότεροι στην πραγματικότητα κατέληξαν να γίνουν  φιλήσυχοι υμνογράφοι του αστικού καθεστώτος.   Η ισχνότητα των μηνυμάτων που εξέπεμπαν και εκπέμπουν  δεν αντέχουν πια στη δική μας εποχή, εποχή για μεγάλους κοινωνικούς οραματισμούς. Η όποια  επαναστατικότητά τους περιοριζόταν σε αιτήματα για απελευθέρωση των ηθών, της γλώσσας, του τρόπου ντυσίματος και συμπεριφοράς, εκσυγχρονισμό θεσμών κλπ.  ομοιώματα μικροεξεγέρσεων που  συντελούνταν μόνο ρηματικά…
      Το αποτέλεσμα είναι, τώρα, οι περισσότεροι διανοούμενοι  σε μια τέτοια εποχή έντονης σύγκρουσης να συνεχίζουν να είναι άξιοι και γνήσιοι εκφραστές της καθεστηκυίας τάξης, που ο λόγος τους κυρίως  αποπροσανατολίζει και  ενσπείρει ηττοπάθεια.
     Άξιος ο μισθός τους;

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012

ΕΓΚΑΡΤΕΡΗΣΗ ΚΑΙ ΥΠΟΤΑΓΗ;

        Την τελευταία εικοσαετία,  ιδίως μετά την ανατροπή της ΕΣΣΔ, επικράτησε η άποψη ότι η μαρξιστική αντίληψη  για την  κατάρρευση του κεφαλαιοκρατικού συστήματος σύμφωνα με τη διαλεκτική κίνηση της ιστορίας, κατά την οποία το προλεταριάτο θα καταστρέψει το σύστημα που το γέννησε,  διαψεύστηκε. Η πεποίθησή μας ότι ο καπιταλισμός είναι ικανός να βελτιώνεται και να επιζεί εδραιώθηκε για καλά. Θεωρούσαμε ότι ο  καπιταλισμός συμβιβάζεται με πολλούς τύπους  πολιτικών, νομικών και κοινωνικών διαρθρώσεων και ότι αποδεικνύει πως  έχει στη διάθεσή του ολόκληρη κλίμακα σχημάτων από το πλέον φιλελεύθερο μέχρι του τύπου της εν  μέρει σχεδιασμένης οικονομίας, για να ξεπερνά τις κρίσεις του. Επομένως, επιτρεπόταν  μια αέναη αισιοδοξία για το μέλλον, εφόσον τα τεχνικά μέσα που επιστρατεύονται κάθε φορά για να περνά ο  καπιταλισμός τις κρίσεις του αποτελούν την απόδειξη  του σφρίγους του συστήματος και της ευκαμψίας του, που του επιτρέπουν να προσαρμόζεται στις νέες συνθήκες. Κι αυτή η πεποίθηση που εδραιώθηκε για καλά, ιδιαίτερα στον αναπτυγμένο δυτικό κόσμο, αποτέλεσε και αποτελεί τη δύναμη  των κυρίαρχων τάξεων για να αποπροσανατολίζουν τις υποτελείς.
            Ακόμα και με την κρίση, που εκδηλώθηκε εδώ και πέντε χρόνια, δεν αποκτήσαμε συνείδηση της  αστάθειάς του  καπιταλισμού και πολύ περισσότερο, δεν ετέθη καν και το ζήτημα της διάρκειάς του και του θανάτου του, της χρεωκοπίας και της σήψης του. Καθώς όμως τώρα η κατάσταση βαίνει επιδεινούμενη και  μοιάζει σαν ο  καπιταλισμός να μη  μπορεί να κατανικήσει τις δυσχέρειες, εν μέσω των οποίων παραπαίει, παρά μόνο με πρόσκαιρα τεχνάσματα, και καθώς   η κρίση  ολοένα και  γίνεται σοβαρότερη,   με κίνδυνο να εμφανίζεται και ο φόβος  μήπως συνοδευτεί   και από πολέμους,  τελικά ίσως εκ των πραγμάτων γίνει   αναπόφευκτη η  παραδοχή από τις υποτελείς τάξεις  ότι ο καπιταλισμός δεν είναι τμήμα του αιωνίου πλαισίου της φύσης. Ο φόβος λοιπόν της κυρίαρχης τάξης για απόκτηση ταξικής συνείδησης της εργατικής τάξης, που θα είναι το πρώτο βήμα για να πάψει να υποτάσσεται πειθήνια στα εναλλασσόμενα ηγετικά σχήματα με διαφορετική φρασεολογία, δανεισμένη σε πολύ μεγάλο ποσοστό από αυτή της αριστεράς, επιστρατεύει και τις εφεδρείες του φασισμού για την έσχατη περίπτωση, της οργανωμένης αντίδρασης. Στις ειδικότερες μάλιστα συνθήκες στον ελλαδικό χώρο  αυτός ο φόβος συγκεκριμενοποιείται έτι περαιτέρω  με τις απειλές πραξικοπήματος, («ΒΗΜΑ») που σύσσωμος ο δημοκρατικός κόσμος θα πρέπει να αποτρέψει και επομένως η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ο καλύτερος εγγυητής για τη σταθερότητας της δημοκρατίας.
            Αυτό που επιδιώκεται, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε όλη την Ευρώπη, είναι να μη τεθεί σοβαρά υπό αμφισβήτηση  η υποταγή στην κοινωνική ανισότητα, στην ανασφάλεια,  στην πενία και την αθλιότητα  και επιστρατεύονται ερμηνείες για την κρίση, που την αποδίδουν είτε στη διαφθορά είτε στις παράλογες απαιτήσεις των εργαζομένων, επικαλούμενοι μέσα για διόρθωση της κατάστασης, εντός του καπιταλισμού,  όπως την εφαρμογή αξιοκρατικών κριτηρίων, εντιμότητας κλπ. Ξαναθυμούνται και πάλι την εγκαρτέρηση που διδασκόταν από τις επικρατούσες θρησκείες και  περιλαμβανόταν στην  ιδεολογία των ιθυνουσών τάξεων, ενώ όλοι, και ρεφορμιστές, σοσιαλδημοκράτες, ανανεωτές αριστεροί κλπ. δεν αμφισβητούν το αμετάβλητο της τάξης των πραγμάτων που έχει επιβάλλει  ο καπιταλισμός. Είναι ιδιαίτερη επιτυχία της κυρίαρχης  ιδεολογίας η συνεχιζόμενη πίστη μας ότι είναι δυνατός ο μετριασμός των αποτελεσμάτων της κρίσης με τη αλληλοβοήθεια, που προπαγανδίζεται ότι   εφαρμόζεται μέσω δανεισμού,  σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, με την φιλευσπλαχνία, με την αδελφική  βοήθεια και την κοινωνική δικαιοσύνη που θα εφαρμοστεί με την πάταξη της διαφθοράς, με την  εφαρμογή της αξιοκρατίας  που θα επιτρέπει στον καθένα να  βγει από τη θέση του προλεταριάτου και να υψωθεί στην κοινωνική ιεραρχία.
              Πώς θα γίνει και πάλι πειστική η αντίληψη ότι  η τύχη των υποτελών τάξεων δεν μπορεί να βελτιωθεί κατά τρόπο αποφασιστικό παρά μόνο με την αλλαγή της θέσης ολόκληρης της  εργατικής τάξης;  Πώς θα εξαφανιστούν η εγκαρτέρηση και η υποταγή από τα άτομα  και από τους κόλπους των υποτελών τάξεων και να αντικατασταθούν από τη δυναμική διεκδίκηση μιας καλύτερης ζωής; Πώς  φτάσαμε να αποδεχόμαστε την ανωτερότητα ολόκληρων κοινωνικών ομάδων επιμένοντας να αρνούμαστε την  πάλη των τάξεων;   Πώς ξεχάσαμε  ότι οι πολιτικές ελευθερίες που περιέχονται στα συντάγματα δυτικού τύπου καταλήγουν να είναι  για τους περισσότερους ανθρώπους    τυπικές και θεωρητικές μόνο ελευθερίες και ότι δεν μπορούν να γίνουν πραγματικές παρά μόνο  εάν οι μάζες αποκτήσουν ανώτερο βιωτικό επίπεδο και εάν πραγματοποιηθεί η  οικονομική δημοκρατία;   Ενώ βιώνουμε την αντίθεση αυτή μεταξύ  της πολιτικής και της νομικής ισότητας αφενός και της οικονομικής και κοινωνικής ανισότητας αφετέρου,  γιατί δεν γεννιέται  το αίσθημα ότι η κοινωνική διάρθρωση είναι απαραδέκτως άδικη, αλλά επιμένουμε να εντοπίζουμε το πρόβλημα σε πρόσωπα, κάποιους συγκεκριμένους θεσμούς ή αποφάσεις; Πώς είναι δυνατό μετά από τόσους αγώνες, τόσων λαών να μη πιστεύουμε πια ότι είναι δυνατή η μεταμόρφωση των συνθηκών της οικονομίας και να πιστεύουμε στην ύπαρξη οικονομικής μοίρας και αθεράπευτων ανισοτήτων;
            Το ζητούμενο  λοιπόν δεν είναι απλώς να θεωρούμε την κοινωνία  σαν ένα αντικείμενο επιστημονικής παρατήρησης, πράγμα που δεν μας πάει πέρα από τα όρια δοσμένης κατάστασης, δηλ της αστικής κοινωνίας. Αν αρνούμαστε να την κρίνουμε ή να βάλουμε οποιοδήποτε σκοπό αλλαγής της δε γινόμαστε παρά επιβεβαίωση αυτού που υπάρχει. Συνεπώς, είναι αναγκαία η κατανόηση των κοινωνικών συνθηκών σαν βάση για πολιτική δράση με σκοπό όμως την ενσυνείδητη συμμετοχή μας στην ιστορική διαδικασία της επαναστατικοποίησης της κοινωνίας.
             Το κομμουνιστικό ιδεώδες συνεχίζει να είναι επίκαιρο…