Σάββατο, 23 Αυγούστου 2014

ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΣΗΜΑΣΙΟΔΟΤΗΣΕΙΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΑΝΑΣΚΑΦΩΝ



Κατά την προ δεκαημέρου  επίσκεψή του στο χώρο των αρχαιολογικών ανασκαφών στην Αμφίπολη, ο πρωθυπουργός Α. Σαμαράς στις δηλώσεις του υπογράμμισε ότι  «η γη της Μακεδονίας μας εξακολουθεί να μας συγκινεί και να μας εκπλήσσει αποκαλύπτοντας από τα σπλάχνα της μοναδικούς θησαυρούς, που συνθέτουν, υφαίνουν όλοι μαζί αυτό το μοναδικό μωσαϊκό της Ελληνικής μας Ιστορίας, για το οποίο όλοι οι Έλληνες είναι πολύ υπερήφανοι».
               Για άλλη μια φορά η πολιτική ηγεσία σπεύδει να αναδείξει με τις δηλώσεις της την ιδεολογική λειτουργία των πορισμάτων της αρχαιολογικής σκαπάνης. Φυσικά και αυτό δεν είναι καθόλου παράδοξο. Οι συστηματικές ερευνητικές προσπάθειες  στο τομέα της ανασκαφής πολλές φορές εντάσσονται στο  πλαίσια  εθνικών σκοπιμοτήτων. Έτσι, τα ανασκαφικά ευρήματα της Βεργίνας πριν 37 χρόνια χρησιμοποιήθηκαν  από την πολιτεία,  και με την ανοχή των αρμοδίων επιστημόνων, ως το κατ’  εξοχήν στοιχείο για  άσκηση εξωτερικής πολιτικής προς εσωτερική κατανάλωση. Άλλοτε  πάλι οι αρχαιολογικές ανασκαφές  εντάσσονται στα πλαίσια μιας  αντίληψης μαικηνισμού, ιδιαίτερα αν είναι να χρηματοδοτηθούν, από την οποία  πολλοί επωφελούνται. Πολλές φορές με την επιλεκτική  χρηματοδότηση   ανασκαφών και την  αντίστοιχη αξιοποίηση ευρημάτων επιδιώκεται να προκαλούνται συγκεκριμένες αντιδράσεις, θαυμασμός, εθνική υπερηφάνεια,  δέος, εντυπωσιασμός και επιζητούνται συναισθηματικές στάσεις  που συνήθως τροφοδοτούν την κυρίαρχη ιδεολογία, ενώ δεν λείπει η υπογράμμιση του οικονομικού αντικρίσματος κάθε ευρήματος, ακόμα και ως μέσο προσέλκυσης τουριστικού ενδιαφέροντος.  
               Η αρχαιολογική ανασκαφή συμβάλλοντας στην ιστορική γνώση συμμετέχει κι αυτή στην ιδεολογική λειτουργία της ιστοριογραφίας ως περιγράμματος για τη διαμόρφωση  του εθνικού προσδιορισμού. Η διαμόρφωση  της ιδεολογίας του νεότερου ελληνισμού στηρίζεται στο προγονικό κλέος, στα γκρεμισμένα  μνημεία και στη φιλοδοξία  ότι αναστηλώνοντάς τα θα αναστηλωθούν και τα αφανισμένα μεγαλεία σε ένα δέσιμο οργανικό  και συγκινησιακά λειτουργικό, ώστε να δημιουργηθεί το αναγκαίο διανοητικό υπόβαθρο για την πολιτική της εθνικής ενότητας που ακολουθεί το ελληνικό κράτος, και όχι μόνο αυτό,  όχι μόνο  εξωτερικά αλλά και εσωτερικά. Είναι που κάθε πολιτικοοικονομικό σύστημα  διεκδικεί το παρελθόν  και το επανοργανώνει με τους δικούς του όρους,  με τρόπο ώστε αφενός να  νομιμοποιεί και αφετέρου να προσανατολίζει προς όφελός του δράσεις και ενέργειες  στο παρόν. Οι ερμηνείες επομένως της ιστορίας από την κυρίαρχη εξουσία περιλαμβάνουν σχεδόν τους  στόχους της, το μέλλον όπως  το προεικάζει, το επιδιώκει και το διαχειρίζεται με πολιτικά μέσα και σύμφωνα με τις ανάγκες αναπαραγωγής  της ηγεμονίας της.
Το έθνος, που  εμφανίζεται στην περίοδο  στερέωσης του πολιτικού συγκεντρωτισμού στην βάση των καπιταλιστικών οικονομικών σχέσεων, στηρίζεται πάνω στη βάση της μακρόχρονης συμβίωσης  ανθρώπων που συνδέονται με  κοινή οικονομία, έδαφος και γλώσσα.  Το εθνικό ζήτημα  βέβαια μέσα στα αστικά πλαίσια, αν και  αναπτύσσεται πάνω στην οικονομική διάρθρωση που τη χαρακτηρίζουν η αστική κυριαρχία  στο εσωτερικό και ο  ανταγωνισμός συμφερόντων  με το εξωτερικό, εμφανίζεται ως διαταξικό, υπερβαίνοντας οικονομικά συστήματα. Στο εθνικό λοιπόν κράτος δίνεται έμφαση στη δημιουργία της ταυτότητας των πληθυσμών σε αναφορά προς την ιστορική τους προέλευση κι επομένως η οργάνωση του παρελθόντος  και ο έλεγχος του νοήματός του στο παρόν περικλείει και τις ανάλογες ερμηνείες των πολιτιστικών και ιστορικών περιβαλλόντων που ανασύρονται και ανακατασκευάζονται από την αρχαιολογική σκαπάνη. Είναι που  η  οικειοποίηση της δημιουργίας του πολιτισμού, ή τουλάχιστον η σημαντική σ’ αυτόν συμβολή,  από κάθε έθνος το κάνει ιδεολογικά να νομιμοποιείται στο εκάστοτε παρόν και να καθίσταται αυτονόητη η συνδρομή του  για το  αντίστοιχο μέλλον, ακριβώς γιατί   πιστοποιείται ως δεδομένο από το παρελθόν.
Για το παρελθόν είναι πολύ πιο εύκολο η εικόνα να πάρει τη θέση της πραγματικότητας και έτσι να επιστρατευτεί για την υλοποίηση πολιτικών στρατηγικών στο παρόν, να γίνει ακόμη και πηγή εξουσίας (η εθνικοφροσύνη που στηρίχτηκε το μετεμφυλιακό κράτος). Η παρουσίαση λοιπόν  μιας πλασματικής εικόνας του παρελθόντος  είναι  πιθανόν να φανερώνει όχι απλά  έλλειψη στοιχείων αλλά σκόπιμη επιλογή για την εξυπηρέτηση προκαθορισμένων απόψεων, ακόμα κι όταν δεν επιβεβαιώνονται από τα αρχαιολογικά ή ιστορικά  δεδομένα  κι έτσι πολλές φορές να προσφέρονται και να  εντυπώνονται εσφαλμένες πληροφορίες που συντελούν  στην εξαγωγή εσφαλμένων δευτερογενών εκτιμήσεων.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το ιστορικό φανταστικό (η εικόνα της αρχαίας Ελλάδας όπως ανασυσταίνεται στο εκάστοτε παρόν)   συνεχίζει να χρησιμοποιείται ως εργαλείο πολιτικής αποτελεσματικότητας (για αποσιώπηση ταξικών συγκρούσεων)  και η επιστράτευσή του επιδιώκεται να χρησιμεύει σαν πρότυπο, σαν καθρέφτης,  όπου θεμελιώνεται η  νομιμότητα της κυρίαρχης εξουσίας ως συνέχεια ή επανάληψη ενός έγκυρου ιδεώδους όπως αυτού της αρχαίας Ελλάδας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: