Τετάρτη 21 Αυγούστου 2013

ΕΠΙΤΗΡΟΥΜΕΝΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

           Ο υπουργός Εσωτερικών Γ. Μιχελάκης  υποστήριξε ότι «"Πρέπει να αλλάξει ο τρόπος ελέγχου προσέλευσης και αποχώρησης των δημοσίων υπαλλήλων.  Αυτή η ιστορία με την κάρτα είναι ένα ξεπερασμένο σύστημα. Προσωπική μου άποψη είναι να υπάρχει μια κάρτα με barcode… Θα καταγράφει τις ώρες που μπαίνεις και βγαίνεις μέσα σε ένα υπουργείο ακόμα και για μια δικαιολογημένη έξοδο. Να μπορεί να καταγράφεται αυτό και να είναι δικαιολογημένο». Κι όλες αυτές οι προτάσεις γίνονται στα πλαίσια της… αγωνιώδους προσπάθειας κυβερνώντων και παρατρεχάμενων να εξασφαλίσουν την άριστη λειτουργία του δημοσίου  προφυλάσσοντας το από τους κοπανατζήδες. Κι εμείς, με υπονομευμένη εμπειρία και σκέψη από την κυρίαρχη ιδεολογία,  τους πιστεύουμε, αφού χρόνια τώρα λειτουργούμε ελεγχόμενοι, με γνώμονα κριτήρια που δεν είναι δικά μας αλλά εμφυτευμένα από την κυρίαρχη τάξη.  Είχαμε δεχτεί  σαν απολύτως φυσικό την εφαρμογή ενός πρότυπου ελέγχου  των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα των εταιρειών  και απαιτούμε τώρα τον ίδιο έλεγχο στο δημόσιο, με μεγαλύτερη επιτήρηση και σε περισσότερες μορφές.
           Παντού, εργοδότες και προϊστάμενες αρχές παραπονούνται για τις απεργίες, τις κοπάνες, ακόμα και για τις προσπάθειες βελτίωσης της ζωής  εκείνων των ενοχλητικών ανθρώπων που πάνω τους μετά λύπης τους βασίζονται. Και ο Ταίηλορ και ο Φορντ τι άλλο προσπάθησαν από το να δημιουργήσουν μια  υποχωρητική, ελεγχόμενη εργατική δύναμη; Για να γίνει κατορθωτό αυτό επιστρατεύτηκε ο καταμερισμός εργασίας, οι αλυσίδες παραγωγής, ο στυγνός δεσποτισμός, ενώ στις μέρες μας προσφέρονται περισσότερες δυνατότητες  παρακολούθησης και ελέγχου των λεπτομερειών της δουλειάς, των ικανοτήτων των εργαζομένων χάρη στην εξέλιξη της τεχνολογίας.
           Σήμερα ολοένα  περισσότερο  ο έλεγχος μοιάζει  να είναι ο σκοπός που χρησιμοποιεί την τεχνολογία σαν μέσο, γιατί κυρίως  έτσι ελέγχεται το πιο ανεξέλεγκτο γρανάζι της παραγωγής, δηλ. ο άνθρωπος - εργάτης. Η χρήση της τεχνολογίας για την επίτευξη μεγαλύτερου ελέγχου στο χώρο δουλειάς, έχει αλλάξει τις βασικές σχέσεις ανάμεσα στους εργοδότες και τους μισθωτούς, με τους τελευταίους περισσότερο ελεγχόμενους και ανίσχυρους  από ποτέ. Η ειρωνεία είναι  πως η εργατική τάξη σωπαίνοντας  εγκρίνει αυτήν την αλλαγή, μη απαιτώντας να σταματήσει η επιτήρηση του χώρου δουλειάς. Και καθώς συνεχίζεται η επιτήρηση μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο με την πάροδο του χρόνου σε φυσιολογική.
          Οι δυσμενείς επιδράσεις της επιτήρησης  του χώρου δουλειάς  φυσικές αλλά και ψυχολογικές αποσιωπώνται ευλόγως. Και δεν είναι μόνο ότι αφαιρείται  ο έλεγχος και η αυτονομία των υπαλλήλων στους χώρους δουλειάς που συμβάλλει στην  αύξηση του άγχους, όσο οι ύπουλες επιδράσεις που μπορεί να έχει η συνεχής επιτήρηση και έλεγχος, δημιουργώντας κλίμα δυσπιστίας, σπάσιμο των μεταξύ των υπαλλήλων σχέσεων, ξεφτελισμό της αυτοπεποίθησης τους και χάσιμο της αξιοπρέπειας και εμπιστοσύνης μεταξύ τους. Έτσι μέσω της επιτήρησης εφαρμόζεται μια εκλεπτυσμένη στρατηγική που εγγυάται στον ιδιωτικό τομέα την κυριαρχία της εταιρείας και στο δημόσιο την προϊσταμένη αρχή που δεν περιορίζεται να προκαλεί μόνο άγχος αλλά και κάτι περισσότερο. Δημιουργεί ένα αίσθημα αδυναμίας, σαν να είναι ο εργαζόμενος ο ανήλικος που πρέπει να δίνει λόγο στους γονείς του, παύουν οι εργαζόμενοι  να είναι ο εαυτός τους όταν δουλεύουν γι’  αυτούς, εν ολίγοις αφήνονται να χειρίζονται τις ζωές τους.
          Και βέβαια ο στόχος όλων αυτών των πρακτικών παραμένει ίδιος πάντα, υψηλός έλεγχος των υπαλλήλων μέσω ενός αυταρχικού στυλ που δίνει έμφαση στην μεγιστοποίηση της παραγωγικότητας του εργαζομένου και στην ελαχιστοποίηση της πληρωμής του. Στο πλαίσιο της  επιτήρησης του χώρου δουλειάς αυτό σημαίνει  εκφοβισμό του υπαλλήλου, ώστε να υπακούει στην εταιρεία ή στην προϊσταμένη αρχή και να δουλεύει σκληρότερα. Και το πιο ανησυχητικό είναι ότι ούτε και παλαιότερα αλλά πολύ περισσότερο τώρα οι εργαζόμενοι δεν παραπονούνται ιδιαίτερα, αφού όταν έχεις ανάγκη τη δουλειά πρέπει να συμβιβαστείς.
Εξαγγέλλονται σχέδια και προγράμματα  (στο δημόσιο επαναλαμβάνουν τα περί διαθεσιμότητας, κινητικότητας, αξιολόγησης κλπ)  για ένταξη  των εργαζομένων  στις νέες συνθήκες εργασίας που απευθύνονται σε κοινές αγωνίες των εργαζομένων,  υποσχόμενα  βελτίωση της δουλειάς και φιλοδοξώντας  να σπάσουν κάθε διάκριση του τύπου εμείς και  εκείνοι, ανάμεσα στη διεύθυνση – εργοδοσία  και το εργατικό κίνημα, δημιουργώντας μια νέα κοινωνική ταυτότητα για τους εργαζόμενους: ότι είναι μια ομάδα που μπορεί να ανταγωνίζεται άλλες ομάδες εργαζομένων αλλά  και τα συνδικάτα. Έτσι εκβιάζεται μια  μεγαλύτερη συνεργασία  με την εργοδοσία - προϊστάμενη αρχή,  δημιουργείται διάθεση για παραχωρήσεις και υποταγή στις επιθυμίες της υπονομεύοντας και το συνδικαλισμό
            Τελικά είτε ο εργαζόμενος  γίνει ανταγωνιστικότερος είτε εξυπνότερος, τίποτε δεν θα του εγγυάται την απασχόληση. Παρόλ’ αυτά  ακόμα οι  εργαζόμενοι δρουν βραχυπρόθεσμα, συνδέονται με τις επιμέρους συνθήκες εργασίας και ακόμα δυστυχώς με ατομικές περιπτώσεις.
           Για χρόνια η  επιδίωξη βελτίωσης της παραγωγικότητας  προκαλούσε σύγχυση επιλογών, απειλούσε κάποιες θέσεις απασχόλησης αλλά  υποσχόταν τη σωτηρία, μόνο που ήταν  προσωρινά, σε άλλες. Κι έτσι πολλά  συνδικάτα συχνά ενδιαφέρονταν κύρια να σώζουν υφιστάμενες θέσεις απασχόλησης και  να παρουσιάζουν  την παραγωγικότητα σαν μέρος των γενικότερων  εργατικών συμφερόντων, αν αντλείται αρκετό όφελος.
        Και καταλήξαμε τώρα, ακόμα και οι  επιτυχημένοι αγώνες για τη διατήρηση  των θέσεων απασχόλησης, μέσω μιας μαχητικής άμυνας, να ακυρώνονται ειδικά στο υπάρχον  οικονομικό πλαίσιο, από μια κατοπινή απώλεια αυτών των  θέσεων, λόγω πια  της κατά μέτωπο επίθεσης του κεφαλαίου. Ενώ το εργατικό κίνημα φαίνεται σαν να βρίσκεται εν υπνώσει…

Δεν υπάρχουν σχόλια: