Σάββατο, 3 Μαρτίου 2012

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΕΓΓΥΗΣΗ ΝΙΚΗΣ


         Κίνημα «δεν  πληρώνω», κίνημα «αγανακτισμένων»,  κίνημα «πατάτας» κλπ. Αντιδράσεις που προσπαθούν να εξισορροπήσουν κάποιες  από τις αρνητικές για την κοινωνία συνέπειες της καπιταλιστικής επιδρομής,   αλλά κινούνται παράλληλα,  και σχεδόν διακοσμητικά, με τις  ενέργειες της κυρίαρχης  εξουσίας,  χωρίς να  την απειλούν.
         Από τη στιγμή που  ξεκίνησε η ... θητεία μας στο καθεστώς των μνημονίων πολλές ατομικές αντιδράσεις, συλλογικές διαμαρτυρίες,  κλπ. ξεκίνησαν, τα οποία  βαφτίζονται κινήματα και  τους αφιερώνονται  τα δυο λεπτά διασημότητας που τους αναλογούν από  τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης, όσο για να πειστούμε ότι έχουμε  προοπτικές  για επιβίωση. 
           Εν τω μεταξύ η ανεργία συνεχίζει να καλπάζει και τα προσωπικά δράματα από τις επιπτώσεις της μόνο αν έχουν την μορφή ακραίων αντιδράσεων απασχολούν τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης, με ιδιαίτερη προσπάθεια να  εξατομικευτούν.
    Συνεχίζουμε να δεχόμαστε ως αυτονόητο τον  κυνισμό κυβερνώντων, τραπεζιτών, μεγαλοεπιχειρηματιών.  Εδώ και χρόνια προκρινόταν ως μόνη λύση ο περιορισμός των απαιτήσεων των εργαζομένων, η παραίτηση από τις κατακτήσεις τους, η αύξηση της παραγωγικότητάς τους και της απόδοσής τους, η αποδοχή των απολύσεων  και συρρικνώσεως των μισθών, γενικά επιβολή αυτών των ενεργειών που  ήταν  απαραίτητες για να  διατηρηθούν ανταγωνιστικές οι επιχειρήσεις, επομένως να διατηρηθούν  εν ζωή, δηλ. κερδοφόρες.
           Η  ηγεμονία μάλιστα της αστικής τάξης κατάφερε να αναγάγει το ιδιωτικό οικονομικό συμφέρον, το οποίο βρισκόταν σε κίνδυνο,  σε εθνικό συμφέρον. Πολλές επιχειρήσεις  ή τράπεζες, οι «πυλώνες» της οικονομίας μας,  κινδυνεύουν να χρεοκοπήσουν, επομένως κινδυνεύουν και οι αντίστοιχες θέσεις εργασίας και αυτό συντελεί  στην αναγωγή του ιδιωτικού  συμφέροντος σε εθνικό. Η σωτηρία λοιπόν του κέρδους τραπεζών και επιχειρήσεων συνεπάγεται τη θυσία των ίδιων των θέσεων εργασίας.  Τώρα, στον καιρό της ύφεσης, η εκστρατεία για την σωτηρία της εθνικής οικονομίας  σε βάρος  των χιλιάδων εργαζομένων έρχεται σαν λογική συνέπεια της πολιτικής των προηγούμενων χρόνων.
          Ενώ λοιπόν πριν από μερικά χρόνια   η αστική τάξη αγωνιζόταν να πείσει την κοινωνία ότι καπιταλιστική  οικονομική ανάπτυξη και  ευημερία των ατόμων ταυτίζονταν, αφού αυτή εξασφάλιζε τις κοινωνικές παροχές, σήμερα έχει καταφέρει να πείσει για το αντίθετο, ότι  η ευημερία των εργαζομένων που στηρίζεται στις κοινωνικές παροχές  αντιστρατεύεται την οικονομική  ανάπτυξη,  η οποία και προέχει. Ο καθένας και όλοι μαζί  πρέπει με αυτοθυσία  να υπηρετήσουν την καπιταλιστική ανάπτυξη, να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στο νόμο του κέρδους.
         Και χιλιάδες εργαζόμενοι συνεχίζοντας,  άλλοι να αποστρεφόμαστε την πολιτική  άλλοι να παραδέρνουμε στον λαβύρινθο του δήθεν πολιτικού ρεαλισμού, χωρίς  προσανατολισμό, είτε εκτονώνουμε την οργή μας  με αυτοσχέδιες ατομικές αντιδράσεις χωρίς προοπτική είτε αντιδρούμε με συλλογικές δράσεις που θα μπορούσαν μέν με τη δυναμική τους να αντιπαρατεθούν  ισοδύναμα στην επίθεση της εξουσίας αν ήταν οργανωμένες  και στοχευμένες, γενικευμένες και συνεχείς, αλλά  προς το παρόν δεν φαίνεται να  είναι.
        Επιτακτική ανάγκη αυτή τη στιγμή δεν είναι η προβολή ως μόνης ρεαλιστικής προοπτικής η προσαρμογή στην  οικονομική εξαθλίωση που επιβάλλεται ούτε η ανάλωση της αριστεράς σε μια μορφή αγώνων που κατά βάση δεν αμφισβητεί το ρόλο του κεφαλαίου. Ο καπιταλισμός πια ξεκάθαρα διαμορφώνει θεσμούς και καταστάσεις κομμένες και ραμμένες στα μέτρα του, καταστάσεις που προδιαγράφουν το μέλλον μας, σαρώνοντας όλα τα στηρίγματα που κάθε κοινωνία  θα είχε ανάγκη. Η επικράτηση του πιο άγριου καπιταλισμού είναι πια ολοκληρωτική, ενώ στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο έχουν εκλείψει και οι παραμικρές ενστάσεις, από σοσιαλδημοκράτες και νεοφιλελεύθερους που συνεργάζονται.
         Λογικά  λοιπόν αυτή η σύμπραξη φέρνει στο προσκήνιο  εκείνες τις  δυνάμεις της αριστεράς που μιλούν για ανατροπή του καπιταλισμού, δηλ. τους κομμουνιστές. Χρόνια όμως τώρα τους φορτώνουν άπειρα ερωτήματα, τα οποία  συνεχώς ανακυκλώνονται και μετασχηματίζονται, προσαρμοζόμενα  στις εκάστοτε σκοπιμότητες  του κυρίαρχου συστήματος, που τα  κληροδότησε η κατασυκοφαντημένη εμπειρία του σοβιετικού μοντέλου. Μ’  αυτόν τον τρόπο  έχουν καταφέρει να απαξιωθεί για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού  ο κομμουνισμός σαν  μια θεωρία, μια ιδεολογία, μια πολιτική στρατηγική, ένας τρόπος ύπαρξης του εργατικού επαναστατικού κινήματος.  Έτσι, κατόπιν αυτού,  η προοπτική  που υπαγορεύει ο καπιταλισμός θεωρείται η μόνη υπαρκτή, πράγμα που την καθιστά ρεαλιστική.
        Γι’  αυτό ακόμα πολλοί από μας δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε  την αντίληψη ότι η έξοδος από την κρίση δεν μπορεί παρά να είναι  εκείνη που υπαγορεύει ο νόμος του κέρδους, ο νόμος της προσφοράς,    του κεφαλαίου, με τη δικαιολογία ότι μόνο αν υπάρξει κέρδος θα γίνουν επενδύσεις που θα ανεβάσουν την παραγωγικότητα και την παραγωγή και  η ανεργία θα απορροφηθεί.  Αυτή η πορεία  όμως δεν είναι παρά η πορεία που οδηγεί στην καπιταλιστική ανασυγκρότηση με όσα αυτή συνεπάγεται.
      Από την άλλη πολλοί καταγγέλλουμε   την κομμουνιστική αριστερά  ότι δεν εγκαταλείπει  τη λογική της άμυνας για  να προχωρήσει στη λογική της επίθεσης, κατηγορώντας τη για έλλειψη προετοιμασίας και έλλειμμα επαναστατικότητας. Την ίδια στιγμή  όμως ελάχιστοι από μας συγκατανεύουμε  στο ζήτημα της κατάργησης της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, ακριβώς γιατί δεν είμαστε σύμφωνοι,  αλλά ούτε και σίγουροι για το τι θα αντικαταστήσει την ατομική ιδιοκτησία. Είναι που   φοβόμαστε τη μάχη, ίσως όχι τόσο από το φόβο της ίδιας της μάχης όσο από το φόβο του αποτελέσματος. Θέλουμε κάποιος να μας εγγυηθεί τη νίκη, κι ίσως οι περισσότεροι από μας σ’  αυτόν το ρόλο θα θέλαμε ένα κομμουνιστικό κόμμα.
      Εγγυητές όμως  για τη νίκη ενός αγώνα δεν μπορούν να υπάρξουν
     Πόσο έτοιμοι είμαστε  εμείς να διακινδυνεύσουμε;

Δεν υπάρχουν σχόλια: