Τρίτη 10 Μαΐου 2022

ΗΜΕΡΑ ΝΙΚΗΣ

Ο Β. Πούτιν  την 9η Μαίου, που έχει μετατρέψει τον εορτασμό της σοβιετικής ήττας των Ναζί σε ετήσια αποθέωση της δύναμης του ρωσικού έθνους, στους φετινούς  εορτασμούς, παρά το δημοσίευμα του πρακτορείου Ρώυτερς για προειδοποιήσεις του Πούτιν περί επερχόμενης συντέλειας του κόσμου, για άλλη μια φορά θέλησε να παρομοιάσει τη σύγκρουση με την Ουκρανία, που θεωρεί  μια μάχη ενάντια σε επικίνδυνους εθνικιστές εμπνευσμένους από τους ναζί,  με την πρόκληση που αντιμετώπισε η Σοβιετική Ένωση όταν εισέβαλε ο Α. Χίτλερ το 1941. Από την άλλη οι  δυτικοί Ευρωπαίοι επιμένουν την αντίστοιχη μέρα να αναφέρονται πρωτίστως στην ημέρα της Ευρώπης, με τον Ε. Μακρόν στο Στρασβούργο να προτείνει τη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής πολιτικής κοινότητας, με υποσχέσεις για ένταξη τους χωρών όπως Ουκρανίας, Μολδαβίας και Γεωργίας, επιμένοντας εμμέσως στη διάκριση των δυο στρατοπέδων κι ας δηλώνει ότι η Ευρώπη δεν είναι σε πόλεμο με τη Ρωσία. Ο δε πρόεδρος της Ουκρανίας Β. Ζελένσκι σε μια ακόμα θεατρική του ομιλία μιλά για το κακό που επέστρεψε, συγκρίνοντας τη Ρωσία, που προσπαθεί να δώσει σ’ αυτό το κακό ιερό σκοπό,   με τη ναζιστική Γερμανία.
      Ακόμα λοιπόν κι αν κανείς θρηνεί για τον τρόπο με τον οποίο οι θυσίες του παρελθόντος χρησιμοποιούνται από τον πρόεδρο της Ρωσίας για να ενισχύσουν τον ρωσικό εθνικισμό και  από την ΕΕ για να δικαιωθεί η συμμαχία των καπιταλιστικών κρατών της Ευρώπης,  αναμφισβήτητο όμως  γεγονός παραμένει και δεν λησμονείται ότι οι κομμουνιστές της ΕΣΣΔ νίκησαν κατά κράτος τους ναζιστές της Γερμανίας πριν από 77 χρόνια, αλλάζοντας την πορεία του κόσμου. Είναι η Σοβιετική Ένωση που επωμίστηκε το μεγαλύτερο βάρος της ναζιστικής πολεμικής μηχανής και έπαιξε ίσως τον πιο σημαντικό ρόλο στην ήττα του Χίτλερ από τους Συμμάχους. Οι επικές μάχες που τελικά ανέτρεψαν την προέλαση των Ναζί, η βάναυση χειμερινή πολιορκία του Στάλινγκραντ, η σύγκρουση χιλιάδων τεθωρακισμένων στο Κουρσκ, η μεγαλύτερη μάχη τανκς στην ιστορία, δεν είχαν παράλληλο στο Δυτικό Μέτωπο, με την αγριότητα που επιδεικνύονταν από τους ναζί στο ανατολικό μέτωπο να είναι διαφορετικού βαθμού από αυτή που βιώθηκε στα δυτικά. Μέχρι το 1943, η Σοβιετική Ένωση είχε ήδη χάσει περίπου 5 εκατομμύρια στρατιώτες και τα δύο τρίτα της βιομηχανικής της ικανότητας από τη ναζιστική προέλαση, ενώ  η ναζιστική Γερμανία είχε σχεδόν το 75% των απωλειών της στο Ανατολικό Μέτωπο. Απόδειξη του θάρρους της σοβιετικής πολεμικής προσπάθειας ήταν πως παρ’ όλη αυτή τη σφαγή  και καταστροφή ήταν ακόμη σε θέση να ανατρέψει τη γερμανική εισβολή, όπως κι έκανε. Και  ύστερα από τη νίκη, μέσα απ’ αυτή την έκταση της καταστροφής κατάφεραν οι λαοί της Σοβιετικής Ένωσης μόλις σε 12  χρόνια να ανοίξουν το δρόμο του ανθρώπου προς το Διάστημα.
       Σ’ αυτά τα 77 χρόνια η σύγχρονη αφήγηση στη Δύση ξαναγράφει την ιστορία για να μειώσει τον ρόλο της Σοβιετικής Ένωσης, του πρώτου εργατικού κράτους στον κόσμο, και της λαϊκής αντίστασης  σ’ αυτήν την νίκη. Μαθαίνουμε να βλέπουμε τον Β Παγκόσμιο πόλεμο σαν μια ταινία με γενναίους Αγγλοαμερικάνους και κακούς Γερμανούς εξαιτίας του παράφρονα Χίτλερ, με τέλος που δικαιώνει το καλό και γενναίο. Τα πράγματα όμως δεν είναι τόσο απλά και η αλήθεια είναι πολύ πιο περίπλοκη. Στην πραγματικότητα, πολλοί βιομήχανοι από όλο τον κόσμο, ακόμα και  από χώρες που βρίσκονταν σε πόλεμο με το Τρίτο Ράιχ (π.χ. ΗΠΑ), βοήθησαν τη Γερμανία και τον Αδόλφο Χίτλερ τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια του πολέμου. Και οι μεγαλύτεροι γερμανοί βιομήχανοι έμειναν πρακτικά ατιμώρητοι μετά τον πόλεμο, παρά το γεγονός ότι κρίθηκαν ένοχοι από το δικαστήριο για εγκλήματα. Και χώρες που χαρακτηρίζονταν ως ουδέτερες βοηθούσαν στην πραγματικότητα το Τρίτο Ράιχ με διάφορους τρόπους,  με δύο πιο εντυπωσιακά παραδείγματα τη Σουηδία, με χορήγηση δανείων, και Ελβετία, με το ρόλο της στην εκμετάλλευση των ναζιστικών οικονομικών περιουσιακών στοιχείων. Από την άλλη, οι σύμμαχοι με την ΕΣΣΔ, οι ΗΠΑ και Βρετανία άργησαν πολύ να ανοίξουν ένα «Δεύτερο Μέτωπο» για την καταπολέμηση των γερμανικών δυνάμεων στη Δυτική Ευρώπη κι αυτή η καθυστέρηση επέτρεψε στον Χίτλερ να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του ενάντια στους Σοβιετικούς. Μ’ αποτέλεσμα να μην είναι αβάσιμη η υποψία ότι οι ΗΠΑ και η Βρετανία άφηναν τη Γερμανία και τη Σοβιετική Ένωση για να πολεμήσουν, ώστε να αποδυναμωθούν και οι δύο χώρες.
      Δεν υπάρχει ακόμα τέλος σ’ αυτόν τον πόλεμο,  οι αιτίες που τον προκάλεσαν συνεχίζουν να υφίστανται, τα αποτελέσματά του ακόμα μας επηρεάζουν και οι προσπάθειες για χειραγώγηση των λαϊκών μαζών  που ο πόλεμος αφύπνισε συνεχίζεται με διάφορους τρόπους. Αμέσως μετά τον πόλεμο οι «σύμμαχοι» έκαναν ό,τι μπορούσαν για να φιλοξενήσουν και να στρατολογήσουν ναζί αξιωματούχους και εγκληματίες πολέμου. Ο σχηματισμός του ΝΑΤΟ,  ο πόλεμος στην Κορέα, το Βιετνάμ, η καταστροφή της ΕΣΣΔ, η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας δεν είναι επεισόδια  άσχετα με τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Και η ιστορία για το πώς ο κόκκινος στρατός έσωσε την Ευρώπη από τους Ναζί όλο και περιορίζεται μέχρι εξαφανίσεως από τις αφηγήσεις της Δύσης, με τους σοβιετικούς στρατιώτες να απεικονίζονται όλο και περισσότερο ως καταπιεστές και κατακτητές και όχι ως σωτήρες. 
          Στον Β παγκόσμιο πόλεμο, αν και οι εργαζόμενες μάζες δεν έδρασαν ανεξάρτητα από την κυρίαρχη εξουσία των καπιταλιστικών χωρών, με τη Σοβιετική Ένωση όμως, που προσπαθούσε να χτίσει ένα κόσμο χωρίς εκμεταλλευτές, να σηκώνει το κύριο βάρος της σύγκρουσης με το ναζισμό και να νικά, οι αγώνες για έναν κόσμο χωρίς εξαρτημένα και αποικιοκρατούμενα έθνη, χωρίς καταπιεσμένους λαούς και με βελτιωμένες τις κοινωνικές συνθήκες διαβίωσης συνεχίστηκε και μετά τον πόλεμο.
     Γι’ αυτό, και στην ταξική σύγκρουση που συνεχίζεται, με ποικίλες μορφές, σκληρή κι αδυσώπητη η ημέρα της νίκης των κομμουνιστών στον πόλεμο με τους ναζί δεν πρέπει να λησμονείται.

Σάββατο 30 Απριλίου 2022

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΙΣ ΓΑΛΛΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ

Τα κόμματα της ονομαζόμενης άκρας δεξιάς στην Ευρώπη, με τα ποικίλα ονόματα, Κόμμα των Ελευθέρων στην Αυστρία, Εναλλακτική για τη Γερμανία, Λέγκα του βορρά στην Ιταλία, Εθνικό Μέτωπο στη Γαλλία δεν χάνουν τη δύναμή τους σε κάθε εκλογική αναμέτρηση. Παρά τις ποικίλες πολιτικές διαδρομές και ονομασίες διάφοροι πολιτικοί σχηματισμοί που χαρακτηρίζονται, με μια ρευστή έννοια, ακροδεξιοί μοιάζει να υποστηρίζουν κάποια κεντρική και επαναλαμβανόμενη επιχειρηματολογία. Στην οποία περιλαμβάνεται μια έντονη ξενοφοβική ευαισθησία, που έχει ως αποτέλεσμα τη συχνή προσφυγή σε αντιμεταναστευτικά θέματα, μια ισχυρή συνιστώσα που αναφέρεται στον τομέα του νόμου, της ασφάλειας και της τάξης, ένα σύνθετο οικονομικό πρόγραμμα που φιλοδοξεί να συνδυάσει τον νεοφιλελευθερισμό με τον προστατευτισμό. Αυτοί οι ακροδεξιοί σχηματισμοί έχουν αρκετή πολιτική ευελιξία για να μην υποστηρίζουν μια έξοδο από το καθεστώς της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και  δεν αποδέχονται ότι είναι πολιτικοί κληρονόμοι των κομμάτων  φασιστικού τύπου του μεσοπολέμου. Προς το παρόν, εκμεταλλεύονται, με την υπόσχεση της ασφάλειας του εθνικισμού,  τους φόβους που γεννούν  η παγκοσμιοποίηση των οικονομικών και χρηματοπιστωτικών ανταλλαγών, η οικοδόμηση υπερεθνικών μορφωμάτων, η κινητικότητα των πληθυσμών.
       Η έκρηξη της οικονομίας των υπηρεσιών, η διάσπαση της αγοράς εργασίας, οι θέσεις εργασίας χαμηλής ειδίκευσης δημιούργησε μια στρατιά εργαζομένων που ζουν στην ανασφάλεια και τη φτώχεια. Σ’ αυτόν τον τύπο καπιταλισμού, πιο ατομικιστικό και παγκοσμιοποιημένο, οι ακροδεξιοί σχηματισμοί υπόσχονται ένα προστατευτικό κράτος με μείωση των ανισοτήτων, επιφυλάσσοντας κάποιους μηχανισμούς του κοινωνικού κράτους μόνο στους υπηκόους, κατηγορώντας τους μετανάστες για την αποσταθεροποίηση της αγοράς εργασίας και τη μείωση των πόρων του κράτους πρόνοιας. Έχει ξεπεραστεί εκείνος ο βιομηχανικός καπιταλισμός με την άμεσα ισχυρή κρατική ρύθμιση που  είχε γεννήσει μια κοινωνία με ομοιογενείς τάξεις, την εργατική και αγροτική από τη μια και την αστική από την άλλη. Συγχρόνως είχε διαμορφώσει δυο πολιτικούς  κόσμους της αριστεράς και δεξιάς, ο πρώτος αρθρωμένος γύρω από το κομμουνιστικό κόμμα και τη σοσιαλδημοκρατία και ο άλλος γύρω από την εκκλησία και τους αστούς, τα χριστιανοδημοκρατικά κόμματα, που αναπαρήγαγαν ισχυρές διακριτές πεποιθήσεις.
       Οι εκλογές στη Γαλλία ήταν ενδεικτικές για τις τάσεις στο πολιτικό σκηνικό της Ευρώπης. Στις εκλογές αυτές τα παραδοσιακά κόμματα της δεξιάς και αριστεράς καταγκρεμίστηκαν, αφού είχαν εξαφανιστεί εδώ και χρόνια οι διαχωριστικές τους γραμμές, αφήνοντας χώρο για να εμφανιστούν πάνω στις αγωνίες και νοσταλγίες των λαϊκών μαζών κόμματα ακροδεξιά με την υπόσχεση της ασφάλειας και κόμματα υποτίθεται τεχνοκρατικά με την υπόσχεση της τεχνοκρατικής διαχείρισης των προβλημάτων.   Η αριστερά και η δεξιά δίνοντας την εντύπωση  ότι συμφωνούν στα ουσιαστικά, με τους κύριους πολιτικούς σχηματισμούς τους να  μοιράζονται σε μια οιονεί θεσμική συναίνεση τα λάφυρα της εξουσίας έχασαν την αξιοπιστία τους. Κι έτσι η  απογοήτευση του κόσμου από τα συστήματα αντιπροσώπευσης, που αποκαλύφτηκαν πως μόνο την κυρίαρχη τάξη αντιπροσωπεύουν,  οδηγεί σε απώλεια πολιτικών προσανατολισμών. Στη Γαλλία, μια υποβαθμισμένη εκδοχή της συναινετικής δημοκρατίας, το ίδιο το σύστημα παγίδευσε για πολλοστή φορά τους ψηφοφόρους στο δίλημμα εκλογής ανάμεσα σε ένα δημοκρατικό κόμμα με ακροδεξιά πολιτική και ένα ακροδεξιό κόμμα που διακηρύττει τη δημοκρατικότητά του. Και στην πραγματικότητα οι εκλογές της Γαλλίας έδειξαν ότι το σύστημα ως μόνη εναλλακτική έχει το φασισμό. Και κάθε φορά ενεργοποιείται αυτός ο φόβος για να υπάρχει συναίνεση στην εφαρμογή της κυρίαρχης πολιτικής.
       Εξάλλου, έχοντας εξουδετερωθεί η κομμουνιστική ιδεολογία ως εναλλακτική στον καπιταλισμό και εκφοβίζοντας με την προώθηση ως μοναδικής εναλλακτικής  στην ανασφάλεια του καπιταλισμού μορφές φασισμού με μεταμφίεση ακροδεξιών κομμάτων, οι λαϊκές μάζες αναζητούν τον ταξικό βηματισμό τους.
        Και στη χώρα μας που η κομμουνιστική κληρονομιά των αγώνων συνεχίζει να είναι ζωντανή σε κάθε εργατική κινητοποίηση,  διαδήλωση και απεργία, το αντιφασιστικό κίνημα κατάφερε να εξαφανίσει από την κοινοβουλευτική ζωή το φασιστικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής, παρά τις προσπάθειες της κυρίαρχης εξουσίας να της εξασφαλίσει νομιμότητα. Φωνές συστημικές από το κοινοβούλιο ή τα ΜΜΕ, από την αρχή της οικονομικής κρίσης, όπως  δήλωση Α. Λοβέρδου που τη χαρακτήριζε αυθεντικό ακτιβιστικό κίνημα ή  προώθησή της από ΜΜΕ σε εκπομπές όπως του Σ. Θεοδωράκη, προσπάθησαν να την εντάξουν απενοχοποιημένα στο πολιτικό σύστημα. Και μπορεί η απόφαση του εφετείου να την κατατάσσει στις εγκληματικές οργανώσεις, όμως οι φασιστικές ιδέες και πρακτικές μοιάζει να διαχέονται σε μεγάλο μέρος του πολιτικού κόσμου. Εξάλλου η Ν. Δημοκρατία φαίνεται να μην έχει πρόβλημα, παρά τις διακηρύξεις της περί του αντιθέτου, να ενσωματώσει ακροδεξιές αντιλήψεις, αν όχι και φασιστικές, όπως αποδεικνύει και η προώθηση σε θέσεις υπουργικές τριών μελών Ν.  του Μ. Βορίδη, Α. Γεωργιάδη, Θ. Πλεύρη, με παρελθόν έως και φασιστικό.
         Και σ’ όλη την Ευρώπη, και στη χώρα μας, η καταστολή εντείνεται και γενικεύεται, τα εργασιακά δικαιώματα συρρικνώνονται, η εξαθλίωση διευρύνεται και οι φασιστικές πρακτικές εδραιώνονται. Ο τρόπος που αντιμετωπίζεται η απεργία των λιμενεργατών της COSCO, με απεργοσπάστες και αμέτρητες δυνάμεις καταστολής, δεν αφήνει αμφιβολία ότι όσο αυξάνονται οι αντιδράσεις η πολιτική ηγεσία δεν θα περιορίζεται στα πολιτικά μέσα να επιβάλλει την υπεροχή της. Η οργάνωση και ενότητα είναι λοιπόν μονόδρομος για να αντιμετωπίσουν οι εργαζόμενοι τις επιθέσεις της κυρίαρχης τάξης.

 

Δευτέρα 25 Απριλίου 2022

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ

 Ο πόλεμος στην Ουκρανία, δυο μήνες τώρα συνεχίζεται, με τις ελεγχόμενες ειδήσεις γι’ αυτόν λιγότερο να πληροφορούν και περισσότερο να θέλουν να πείσουν για τις θέσεις των εμπλεκομένων. Που σημαίνει στις χώρες της Δύσης οι πληροφορίες φιλτράρονται για να δικαιώνουν πολιτικές των ΕΕ και ΗΠΑ και ν’ αποθεώνουν ενέργειες ηγετών της Ουκρανίας. Σ΄ αυτόν τον πόλεμο στις δυτικές δημοκρατίες, ολοένα και γίνονται πιο ευδιάκριτες  οι σκοπιμότητες  της εκμετάλλευσης του πολέμου από την άρχουσα τάξη. Η κυρίαρχη εξουσία απαιτώντας τη συμπόρευση των λαών μαζί της δημιουργεί δύο αντίπαλα στρατόπεδα, τοποθετώντας τον εχθρό Πούτιν στην περιοχή του κακού, χωρίς να διστάζει με  την επιλεκτική εφαρμογή των λεγόμενων δυτικών αξιών να προσπαθεί να δικαιώσει τις θέσεις της.       Από τις δυτικές αξίες αυτή που μοιάζει να δεινοπαθεί, απροκάλυπτα πια, είναι η περίφημη ελευθερία της έκφρασης για την οποία η αστική μας δημοκρατία επαίρεται πως την  προστατεύει με τον νομικό της οπλοστάσιο. Η ελευθερία της έκφρασης φαίνεται ότι περιορίζεται τόσο  στο επίπεδο των Μέσων Ενημέρωσης όσο και σ’ αυτό της καλλιτεχνικής δημιουργίας.   
       Αποδεικτικό στοιχείο γι’ αυτό είναι στο πολιτιστικό επίπεδο η αντίδραση προς τη Ρωσία της Δύσης, που στοιχίζεται στο ζήτημα της ρωσικής εισβολής πίσω από τις ΗΠΑ. Εκδίωξη της Ρωσίας από τη Eurovision, ακύρωση παραστάσεων μπαλέτου Μπολσόι ή αφαίρεση έργων Ρώσων συνθετών, αποκλεισμοί, χωρίς δήλωση νομιμοφροσύνης στην πολιτική της Δύσης,  Ρώσων καλλιτεχνών από καλλιτεχνικές εκδηλώσεις φαίνεται πως επιδιώκουν τον πλήρη παραγκωνισμό τους. Σε κάποιες περιπτώσεις  ακόμα και κλασικά ρωσικά έργα έχουν αποσυρθεί από τα προγράμματα.
         Η  αναζήτηση όμως των σκοπιμοτήτων αυτών των ενεργειών δεν πρέπει να περιορίζεται στα προφανή. Αντίθετα,   η   ανησυχία  για μια επικίνδυνη λογοκρισία στον πολιτιστικό κόσμο, που ξεφεύγει από τα  πλαίσια της ρωσοουκρανικής  σύγκρουσης, δεν είναι υπερβολή. Γιατί  αν  ο συμβολισμός τέτοιων ακυρώσεων μοιάζει ξεκάθαρος, περισσότερο σαφής όμως γίνεται και ο κίνδυνος για την ίδια την τέχνη.  
       Κάτι αντίστοιχο είχε συμβεί κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν η αντιγερμανική παράνοια  που σάρωνε την Αμερική, επέβαλλε να μην παρουσιάζονται  όχι μόνο ο  προφανής Βάγκνερ αλλά  ακόμα και ο Μότσαρτ. Στον επόμενο πόλεμο όμως με τους ναζί, ακολουθήθηκε διαφορετικός τρόπος, δηλ. η  οικειοποίηση του γερμανικού ρεπερτορίου για ενίσχυση του απελευθερωτικού αγώνα ενάντια στους ναζί, όπως  η Πέμπτη συμφωνία του Μπετόβεν έγινε σύμβολο  αυτής της νίκης, αντιστρέφοντας τη φρασεολογία της ναζιστικής προπαγάνδας.  
         Επειδή λοιπόν δεν  μπορεί να υπάρξει έλεγχος των απηχήσεων που αποκτούν τα έργα καθώς πορεύονται στο χρόνο, η διαίρεση των καλλιτεχνικών έργων  σε εθνικές ομάδες  μπορεί να είναι βολική για τους μελετητές, αλλά διαιωνίζει εθνικά στερεότυπα και συσκοτίζει την πολυπλοκότητα των σχέσεων των καλλιτεχνών με εγχώριες και ξένες επιρροές. Τα μεγάλα έργα των καλλιτεχνών φαίνεται να ξεπερνούν ιδεολογικές πεποιθήσεις που να ταιριάζουν αποκλειστικά σε μια συγκεκριμένη πολιτική πραγματικότητα. Ο ιδιωτικός κόσμος του καλλιτέχνη συγχωνεύεται με τους κόσμους του κοινού του, κι ας είναι άλλης χώρας και άλλη εποχής. Γι’ αυτό και οι απαγορεύσεις είναι τόσο επικίνδυνες. Γιατί έτσι χρησιμοποιείται η τέχνη από την κυρίαρχη εξουσία για να προκαλέσει ευαισθητοποίηση σε ζητήματα που η ίδια η εξουσία επιλέγει, αποδυναμώνοντάς την.
           Στη συγκεκριμένη περίπτωση της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, η  πολιτιστική απομόνωση της Ρωσίας,  όπως η οικονομική και πολιτική, χρησιμοποιείται σαν μέσο πίεσης σ’ αυτή, μια μικρή συμβολή για να μη χρηματοδοτείται η ρωσική πολιτιστική βιομηχανία κι επομένως εμμέσως οι πολεμικές της επιχειρήσεις. Συγχρόνως υπάρχει η προσδοκία  για ένα τεράστιο ψυχολογικό αντίκτυπο, που θα στερήσει από τη Ρωσία τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει προς όφελός της τα πνευματικά, καλλιτεχνικά επιτεύγματά της για τα οποία είναι περήφανη εδώ και αιώνες.
         Και έτσι έρχεται  ξανά στο προσκήνιο με τον πιο απειλητικό τρόπο η σχέση τέχνης και πολιτικής, την ίδια στιγμή που η Δύση προπαγάνδιζε την υπεράσπιση της  ανεξαρτησίας της τέχνης. Και τώρα γίνεται σιωπηρά αποδεκτό ότι η τέχνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να ενισχύσει τον πολιτικό λόγο, υποστηρίζοντας τις τρέχουσες πολιτικές και ιδεολογικές απόψεις. Το μποϊκοτάρισμα έργων τέχνης μας οδηγεί σε ολισθηρό έδαφος, γιατί όταν αρχίζουμε να απαγορεύουμε συγκεκριμένα έργα με συγκεκριμένες προθέσεις, αυτές οι απαγορεύσεις μπορεί να επεκταθούν και σε άλλα επίπεδα.
       Εξάλλου τέτοιου είδους απαγορεύσεις στην πραγματικότητα δεν κάνουν άλλο από το να αποδεικνύουν εμμέσως την τέχνη ως μια ανατρεπτική δύναμη που  μπορεί να  χρησιμεύει ως εργαλείο για την αλλαγή  της υπάρχουσας πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας,  που μπορεί να αντιμετωπίσει ορισμένα πολιτικά ζητήματα ή να ερμηνεύσει εκ νέου διαφορετικές κοινωνικές δομές, καθιστώντας ορατό αυτό που η επικρατούσα αντίληψη δεν αναγνωρίζει.   
         Οι τέχνες ήταν ανέκαθεν συνυφασμένες με την πολιτική, ακόμη και όταν επικρατούσαν δόγματα όπως η τέχνη για την τέχνη, γιατί η τέχνη πάντα επηρεάζεται και διαμορφώνεται από τις  κοινωνικές συνθήκες. Η καλλιτεχνική παραγωγή δεν αναπαρήγαγε ποτέ αποκλειστικά την πραγματικότητα ούτε τα έργα τέχνης  ήταν ποτέ απλώς μια προσωπική αντανάκλαση ενός καλλιτέχνη που δεν ασχολείται με τον κόσμο. Πάντα αυτά προκύπταν από το διάλογο του καλλιτέχνη με τον κόσμο και είναι  ενσωματωμένα σε έναν ιστό συμφραζομένων νοημάτων.
         Και είναι αντιφατικό που η Δύση, η οποία είχε απορρίψει ως τροχοπέδη της καλλιτεχνικής ελευθερίας την  στράτευση του καλλιτέχνη, με τις ενέργειές της φαίνεται να την απαιτεί, για να εγκρίνει τις αποφάσεις της. Κι αν στα χρόνια που επιχειρούνταν να χτιστεί ο σοσιαλισμός η συμφωνία του καλλιτέχνη με τους σκοπούς της εργατικής τάξης και του γεννώμενου σοσιαλιστικού κόσμου δημιουργούσε έργα ανατρεπτικά που αναζητούσαν το καινούργιο, διευρύνοντας τους ορίζοντες, τώρα η υποταγή των καλλιτεχνών στις επιταγές της κυρίαρχης εξουσίας καθιστά την τέχνη υποχείριο της άρχουσας τάξης. Κι απορρίπτεται απροκάλυπτα ο ρόλος της τέχνης ως διαφωτιστικής για τις μεγάλες μάζες, περιορίζοντας τη στο περιθώριο της ζωής, όταν επιβάλλονται απαγορεύσεις έργων σε εκδηλώσεις που αφορούν μεγάλες μάζες ανθρώπων,  τα οποία η ίδια η κυρίαρχη εξουσία κρίνει πως απειλούν, με διάφορους τρόπους, τα δικά της συμφέροντα.