Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2013

ΑΠΟΥΣΙΑ


                   Με το τέλος του «θαύματος» της ανάπτυξης και της μικροαστικής μας ευμάρειας κλονίστηκαν όχι μόνο οι πολιτικοκοινωνικές ισορροπίες, αλλά ανατράπηκε κι ένας ολόκληρος τρόπος ζωής όχι μόνο των μικρομεσαίων στρωμάτων αλλά και όλης της κοινωνίας  που προσέβλεπαν σε ανέλιξη. Ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός που επέβαλλε τους δικούς του ανάλγητους όρους έχει περιορίσει τις θεσμοποιημένες μορφές κοινωνικής αλληλεγγύης, έχει ακυρώσει τις κατακτήσεις του κοινωνικού κράτους κι έχει  υπονομεύσει την αξιοπιστία όλων των μορφών συλλογικής δράσης, και κυρίως της πολιτικής, ενώ το άτομο βομβαρδίζεται συνεχώς σχετικά με  την προσωπική ευθύνη που έχει για την εξασφάλιση της αμφίβολης επιβίωσής του και για την αποσόβηση όλων των δεινών που ελλοχεύουν σε κάθε γωνία. Σαν άτομα αισθανόμαστε αδύναμοι να συλλάβουμε την πολυπλοκότητα των σημερινών εξελίξεων και ν’  αντιδράσουμε, ενώ  σαν συλλογικά υποκείμενα σίγουρα έχουμε  μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και δύναμη ν’ αγωνιστούμε.
             Για χρόνια, έχοντας καταρρεύσει όλες οι μεγάλες μας προσδοκίες για μετασχηματισμό της κοινωνίας μας αρκούσε και η ελάχιστη  βελτίωσή των όρων ζωής μας, έστω και μόνο η υπόσχεσή της,  που την πιστεύαμε για διαρκή. Έτσι επιδιώκαμε το εφικτό και δεν κινδυνεύαμε από μεγάλες απογοητεύσεις. Σε μια περίοδο όμως που χαρακτηρίζεται από την αύξουσα  ανεργία και ανασφάλεια όλων των εργαζόμενων, η αναζήτηση  τουλάχιστον μορφών άμυνας είναι επιτακτική. Χωρίς όμως όραμα και προσδοκία δεν υπάρχει ούτε  πηγή έμπνευσης ούτε και αγωνιστικότητας. Όταν λοιπόν μέσα από την κρίση βιώνουμε,  σχεδόν το σύνολο της κοινωνίας,  πόσο σκληρός  μπορεί να γίνει ο καπιταλισμός  και δεν μας έχει απομείνει κανένα  όπλο να τον αντιμετωπίσουμε, γίνεται πια ξεκάθαρο ότι χρειάζεται μεγαλύτερη σοβαρότητα από τα  επικοινωνιακά τεχνάσματα στα οποία καταφεύγουν όσοι διεκδικούν απλώς  τίτλους εθνικούς και πολύ περισσότερο αριστερούς κι  αν λάχει κι επαναστατικούς.
             Κι έτσι τρία χρόνια  τώρα δεν καταφέρνουμε ακόμα να υψώσουμε μαζική φωνή αντίστασης εναντίον της πολιτικής που μας επιβάλλεται. Χωρίς όραμα, με διαλυμένο το συνδικαλιστικό κίνημα που θα μπορέσει να οργανώσει τους ανθρώπους που αντιστέκονται, υποκύπτουμε χωρίς αντίσταση. Κι είναι αυτά τα χρόνια που η κομμουνιστική αριστερά προσπαθεί να ξαναβρεί τη φωνή της, να προβάλλει το όραμά της  και γίνεται εμφανής η προσπάθεια να ξαναποκτήσει την επαναστατική προοπτική της αμφισβητώντας   την απόλυτη νομιμοφροσύνη απέναντι στο αστικό καθεστώς και υπερασπιζόμενη κάθε αγωνιστικό σκίρτημα. Η αλήθεια είναι βέβαια πως ο στόχος για  ανατροπή του καπιταλισμού και το πέρασμα στο σοσιαλισμό και κομμουνισμό μοιάζει να περιορίζεται σε  λεκτικό επίπεδο, όσο δεν διαμορφώνεται αυτή η νέα κοινωνική συνείδηση, που θα είναι αποτέλεσμα πολιτικών και κοινωνικών αγώνων με φορέα τους τις υποτελείς τάξεις. Μόνο που ακόμα σκύβουμε  το κεφάλι, ηττημένοι χωρίς να έχουμε δώσει μάχη, ενώ η οργή και θυμός μας οδηγούνται  σε ανώδυνες για το σύστημα κατευθύνσεις. Κι ενώ ένα τεράστιο κοινωνικό δυναμικό συμπιέζεται και ασφυκτιά δεν μπορεί ακόμα να αποδεσμευτεί από τη χειραγώγηση της κυρίαρχης ιδεολογίας. Οι εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι κι άνεργοι,  ιδιαίτερα νέοι δεν καταφέρνουν να δημιουργήσουν ένα κίνημα  αντίστασης έξω από την αγκαλιά της αστικής τάξης.
              Κι   ενώ η ανεργία στους νέους έχει φτάσει στο 61% είναι άξιον απορίας η απουσία των νέων. Γίνονται κάποιες σπασμωδικές κινήσεις  και αντιδράσεις από τη  σπουδάζουσα νεολαία, ενώ νέοι εργαζόμενοι  και άνεργοι απουσιάζουν σαν οργανωμένα σύνολα από τις κινητοποιήσεις. Η φωνή τους δεν ακούγεται, δεν φαίνεται να έχουν όχι κάποιο όραμα, αλλά ούτε κι ένα πολιτικό στόχο, έστω και μέσα στο θεσμικό πλαίσιο. Πραγματιστές, επιδιώκουν την αποτελεσματικότητα, την άμεση επίτευξη στόχων και  σε στάση αναμονής μοιάζει ν’ αναζητούν ατομικές λύσεις. Νάναι που  η κοινωνική και πολιτική  αδράνεια  των προηγούμενων χρόνων επεκτείνεται και στα χρόνια της κρίσης; Διαπαιδαγωγήθηκαν έτσι που η ανησυχία τους να έχει  περιοριστεί  περισσότερο στην υλική επιτυχία;  Συνεχίζουν να πιστεύουν ότι αυτό που μετρούσε και μετρά ακόμη είναι η εξασφάλιση και μόνο αυτή;  Πού είναι όλοι αυτοί που έχουν όλο το μέλλον μπροστά τους να αγωνιστούν γι’  αυτό, αλλάζοντας τον κόσμο;  Πού είναι το μαζικό κίνημα νέων από τις υποτελείς τάξεις  που θα ξαναθέσουν  ζητήματα οράματος, ιδεολογίας, προγραμματικής κατεύθυνσης, στρατηγικής, πολιτικής τακτικής, οργάνωσης στο πολιτικό, στο συνδικαλιστικό και ευρύτερο κοινωνικό επίπεδο;
         Μέσα στη θύελλα της πολιτικής αποστράτευσης, η έλλειψη μαζικών και συλλογικών διαδικασιών τα προηγούμενα χρόνια δεν επέτρεψε την ανάδειξη μιας μάζας αγωνιστών από το ίδιο μαζικό κίνημα και πολύ περισσότερο από κινήματα νεολαίας. Και τώρα φωνή των νέων που αντιστέκονται μοιάζει να έρχεται, πέρα από την κομμουνιστική νεολαία, από  τη μειοψηφία των νέων που «τα σπάνε» κι αυτών που αναλαμβάνουν πράξεις ένοπλης βίας  εν ονόματι αναρχικών ιδεών, οι οποίες έχουν απήχηση περισσότερο σαν προσωπικό ηθικό πιστεύω παρά σαν κοινωνική  επαναστατική δύναμη, γι’ αυτό και μοιάζει να είναι διαταξικές.  Προβάλλουν  αυτοί οι νέοι μάλλον την πολιτική τους ιδιαιτερότητα και λίγο ενδιαφέρονται  να λειτουργούν σαν έκφραση κάποιου κινήματος.
            Το πρόβλημα λοιπόν οργάνωσης μαζικής αντίδρασης παραμένει. Κι έρχονται πάλι στο προσκήνιο ζητήματα όπως ο προβληματισμός για ειρηνικό η επαναστατικό πέρασμα στο σοσιαλισμό, για το ρόλο της επαναστατικής βίας σε συνθήκες κοινοβουλευτισμού, για τον τρόπο που μπορεί να οικοδομηθεί ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα, για τη σχέση που πρέπει να αναπτυχθεί ανάμεσα στην επαναστατική πρωτοπορία και στο μαζικό κίνημα, ακόμα κι αν αυτά θεωρούνται   παρωχημένα ή άνευ αντικειμένου για τη μεγάλη μάζα των υποτελών τάξεων. Και  το κομμουνιστικό κόμμα με τόσες αγωνιστικές εμπειρίες και παραδόσεις, που στα χρόνια της παρανομίας αγωνιζόταν για τον εκδημοκρατισμό της χώρας, που εγκλωβίστηκε   στις επιλογές του ΠΑΣΟΚ μετά το ’81, και  ύστερα, με την πτώση της Σοβιετικής Ενωσης, σε μια κοινωνία ικανοποιημένη από τον εαυτό της που καταβρόχθιζε τα πάντα αρκεί να της υπόσχονταν κέρδος, περιθωριοποιήθηκε, δεν έχει καταφέρει να βρεί ένα βηματισμό που να το συγχρονίζει με ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας  και ιδιαίτερα της νεολαίας που συνεχίζει να παραδέρνει.

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2013

ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΕΞΟΥΣΙΑΣ


         Μια ευθεία γραμμή συνδέει τη δημοσιοποίηση των φωτογραφιών από την κακοποίηση  των συλληφθέντων στη Κοζάνη, με τη συζήτηση που ισχυρίζεται ο υπουργός εργασίας πως θέλει ν’  ανοίξει για τα συνδικαλιστικά και τους όρους άσκησης  του δικαιώματος της απεργίας. Κοινό τους σημείο η βία. Στη μια περίπτωση άμεση, στην άλλη έμμεση - βία των δομών που έχει επίπτωση στις κοινωνικές συνθήκες, περιορίζει και ελέγχει αποφασιστικά  τις δυνατότητες δράσης των εργαζομένων.
           Η επισήμανση του Μπογιόπουλου στο Ριζοσπάστη, πως  η δημοσιοποίηση των φωτογραφιών αποσκοπούσε  στην εξοικείωση μας με τις μεθόδους λυντσαρίσματος  της αστυνομίας και στον εκφοβισμό μας, ώστε να  «μάθει  να συμβιώνει ο λαός με την καθημερινή καταστολή ή με την απειλή καταστολής εναντίον του» αναδεικνύει τεχνικές και μεθόδους της εξουσίας που αποσκοπούν   στον πειθαναγκασμό, στην επιβολή και έλεγχο.
              Στις αστικές μας δημοκρατίες, για να λειτουργεί ο καπιταλισμός, η κυρίαρχη τάξη επιδιώκει πρωτίστως τη συναίνεση, η οποία στην ουσία, από την πλευρά των εξουσιαζόμενων, οι οποίοι θα πρέπει να συμβιβάζονται  με τη δεδομένη κατάσταση, για να εξασφαλίζεται η κοινωνική ασφάλεια, δεν είναι παρά η αναγνώριση των εξουσιαστικών συνθηκών που έχουν  διαμορφωθεί.  Η ανθεκτικότητα του συστήματος φυσικά προϋποθέτει τη θεσμοθέτησή του, που είναι βέβαια συνάρτηση της αποδοχής του από την πλειοψηφία. Οι θεσμοί λοιπόν δεν μπορούν να υπάρχουν  δίχως τη συναίνεση εκείνων με τους οποίους λειτουργούν, ενώ η βία, και μάλιστα η απειλή της, υποβοηθά την εκμαίευση της συναίνεσης.
            Όσο  η κεντρική εξουσία  γίνεται πιο αυταρχική, τόσο πιο καθολική γίνεται  και η καταπίεση που εκφράζεται με την καταστολή της διαφωνίας, την ποινικοποίηση των αμφισβητήσεων και τη χρήση  βίας. Εξάλλου και  σε χώρες  με φιλελεύθερη παράδοση και δημοκρατικούς θεσμούς η χρήση βίας συνεχίζει να ασκείται με την πασίγνωστη επιχειρηματολογία του εθνικού συμφέροντος, της προστασίας της κοινωνικής τάξης, της εξουδετέρωσης της τρομοκρατίας κλπ. Όσο ανεχόμαστε τον εξωραϊσμό η την ιδεολογική επένδυση του αυταρχισμού, που εκδηλώνεται και με πράξεις άμεσης βίας, τόσο  εθιζόμαστε στο κλίμα της καταστολής ταυτίζοντας το νόμο με τον αυταρχισμό και την καταπίεση.
          Στο δημοσίευμα του ΒΗΜΑΤΟΣ οι αλλαγές που σκοπεύει η κυβέρνηση να κάνει  στα συνδικαλιστικά εντοπίζονται κυρίως  στο φρενάρισμα στις «απεργίες μειοψηφιών», στην επαναφορά του «απαγορευμένου εργοδοτικού δικαιώματος της ανταπεργίας». Η κυβέρνηση δηλ. φαίνεται να  επιχειρεί να  επιβάλλει τις απόψεις της  για τον τρόπο που πρέπει να οργανώνεται και  να λειτουργεί  το συνδικαλιστικό κίνημα αντιμετωπίζοντας τους εργαζόμενους με  τρόπο ιδιαίτερα αυταρχικό. Θεωρώντας πως ο συσχετισμός δυνάμεων την ευνοεί και φοβούμενη  πως, επειδή  τα προβλήματα είναι καταλυτικά, μπορεί και η αντίδραση να γίνει ανεξέλεγκτη θέλει να περιορίσει το δικαίωμα της εργατικής τάξης στο όπλο της απεργίας. Γι’  αυτό υπάρχει πρόθεση ο νόμος να βάζει φρένο στους κοινωνικούς αγώνες,  θέτοντάς τους σε σοβαρή δοκιμασία, ενώ συγχρόνως  οι κυβερνώντες θα ισχυρίζονται ότι δεν θέλουν να δημιουργήσουν δυσκολίες στην άσκηση του δικαιώματος της απεργίας, ζητώντας  μάλιστα και τη  συνεργασία  των ίδιων των εργαζομένων σε καταστάσεις που οι ίδιοι οι κυβερνώντες θα διαμορφώνουν με τους νόμους που ψηφίζουν. Κι έτσι αυτή η έμμεση βία θα εμφανίζεται σαν φυσικό δεδομένο, αποδεκτό από την πλειοψηφία.
       Από την άλλη, οι δημοσιοποιημένες φωτογραφίες των κακοποιημένων προσώπων εικονογραφούν την τιμωρία που μπορεί  να επιβάλλει η εξουσία και φαίνεται έτσι σαν να αποκαθιστά τη στιγμιαία τραυματισμένη, από τη ληστεία,  δύναμή της, όχι  τόσο για να επαναφέρει τη διαταραγμένη ισορροπία της τάξης, όσο για να φανερώσει την ακραία ανισότητα που χωρίζει αυτούς που ασκούν την εξουσία από αυτούς που  της εναντιώνονται, εκφοβίζοντας τους υπόλοιπους. Σε κάθε παράβαση, πόσο μάλιστα σ’ αυτές που οι δράστες το ψελλίζουν κι όλας, ενυπάρχει ένα στοιχείο εξέγερσης ενάντια στην εξουσία. Μ’ αυτές τις φωτογραφίες ενισχύεται η εξουσία, δεν αποκαθίσταται η δικαιοσύνη. Με τη δημοσιοποίηση των φωτογραφιών ασκείται μια πολιτική αρκετά πρωτόγονη, όπου χρησιμοποιείται το  κακοποιημένο σώμα για να διατρανώσει η εξουσία  τη δύναμή της.
            Η αυταρχικότητα όμως της εξουσίας δεν αποτυπώνεται μόνο στο σώμα που κακοποιείται, αλλά μεταφέρεται και στο πνεύμα, που υποχρεώνεται, μέσω νόμων βασισμένων στη λογική και τα συναινετικά συμβόλαια ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις, να υπακούσει. Με το κακοποιημένο σώμα χαράζεται μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στους εχθρούς και φίλους του πολιτικού συστήματος, όμως η εξουσία γίνεται ακόμα  πιο αποτελεσματική όταν πείθει το πνεύμα μας για τη νομιμοποίησή της.  Η εξουσία δεν χρησιμοποιεί λοιπόν  μόνο το μαστίγιο, αλλά επιβάλλει κανόνες και διατάζει μέσω νόμων την εφαρμογή τους.
           Η δημοσιοποίηση  όμως της  φρίκης της τιμωρίας, συγχρόνως για εκφοβισμό και εξοικείωση, εμπεριέχει τον κίνδυνο από ένα σημείο και πέρα να δημιουργήσει δεσμούς  αλληλεγγύης μεταξύ  κατηγορουμένων για εγκλήματα  και τμημάτων των υποτελών τάξεων, τα οποία μπορεί να νιώσουν την απειλή την νόμιμης,  ανελέητης και χωρίς μέτρο βίας και να προβούν σε ανεξέλεγκτες αντιδράσεις. Γι’  αυτό εκ παραλλήλου χρειάζεται και η πολιτική συμπεριφορά να είναι και  ευέλικτη, αποδοτική και ικανή να ελέγχει ολόκληρο το κοινωνικό σώμα αποτρέποντάς το να οργανωθεί, ώστε, σε συνδυασμό  με το φόβο, να διαλύεται, μέσω νόμων μάλιστα,  οποιαδήποτε δυνατότητα οργανωμένης αντίδρασης.
        Οι δημοσιοποιημένες φωτογραφίες και οι  διαρροές του υπουργείου εργασίας για τα συνδικαλιστικά δικαιώματα είναι οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος.  Και τα δυο είναι απότοκα της ίδιας αντίληψης και τακτικής  για τιθάσευση των εργαζομένων   που ακολουθεί η κυβέρνηση Σαμαρά – και όχι μόνο.

Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2013

ΖΗΤΙΑΝΕΥΟΝΤΑΣ

           Οι εικόνες  από την Αθήνα με τα τεντωμένα χέρια των ανθρώπων που προσπαθούν να πιάσουν φρούτα και λαχανικά, τα οποία μοίραζαν δωρεάν παραγωγοί αγροτικών προϊόντων, είναι μια εικόνα ήττας της αξιοπρέπειας και της αγωνιστικότητας. Συμπυκνώνει τις συνέπειες της εφαρμογής των επιλογών της κυρίαρχης τάξης, που η δράση της υπαγορεύεται από το κέρδος, που αρπάζει ό,τι μπορεί, που απαιτεί στάση αναμονής από τις υποτελείς τάξεις για να ετοιμαστεί απερίσπαστη να εκποιήσει τις ζωές μας.
         Είναι καιρός πια να τελειώνουμε με το κοσμοείδωλο που  συναρμολόγησε η άρχουσα τάξη, με τη βοήθειά μας, από τα παλιότερα  και τα πιο πρόσφατα  γεγονότα της ιστορίας μας, που τα διάβασε όμως επιλεκτικά και με τέτοιο τρόπο, ώστε οι μεν υποτελείς τάξεις να τακτοποιήσουμε  τους λογαριασμούς μας  με τη συνείδησή μας η δε κυρίαρχη με μας.   Βάλαμε μια απλοϊκή παράσταση του κόσμου, ο προδομένος αγωνιστής λαός από τη μια και οι κακοί ξένοι με τους εντολοδόχους τους, δηλ. τη Δεξιά,  από την άλλη,  στη θέση μιας ταξικής κοινωνικής συνείδησης για να μας περιλάβει όλους  το πανηγύρι της μεταπολίτευσης.  Τότε άρχισε η κοινωνία μας να αλλάζει ριζικά, από φτωχή να γίνεται πλούσια, από καθυστερημένη σύγχρονη και φάνηκε σαν το  αίτημα για  πολιτική και πολιτισμική αναγέννηση των προδικτατορικών αγώνων να  πραγματοποιείται. Αλλά  οι συνέπειες της δικτατορίας δεν τελείωσαν με τη πτώση της. Η ιδεολογική ευτέλεια συνεχίστηκε με διάφορες μορφές και κυρίως ενσαρκώθηκε στο πνεύμα της ευκολίας που σχεδόν ανακηρύχτηκε σε βασική αρετή, ώστε ξεχάσαμε τις καταβολές μας, την ιστορικότητά μας και ζούσαμε με τα είδωλα που κατασκευάζαμε κάθε φορά από κουρελιασμένες ιδεολογίες που δικαίωναν τον τρόπο ζωής μας, παραφθαρμένη εικόνα από  φτηνά υλικά των κυρίαρχων τάξεων. Μεσοαστικά και μικροαστικά στρώματα επεκτάθηκαν σε όλη την κοινωνία και   προωθήθηκαν μέσω του κράτους στα πλαίσια  της αναδιανεμητικής πολιτικής του ΠΑΣΟΚ, με την αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων στο εσωτερικό του μπλοκ εξουσίας, χωρίς ο ίδιος ο καπιταλισμός βέβαια να υφίσταται καμιά ρωγμή. Υπεράνω τάξεων και ταξικών συγκρούσεων, υποτάσσεται η κοινωνική δυναμική  σε υπερταξικές  κατηγορίες, όπως εκσυγχρονισμός, ανάπτυξη, ευημερία. Εξυψώθηκε το ευρώ σε είδωλο και κάλυψε το χρήμα τα κενά της σκέψης.  Κατακερματισμένη η  εργατική τάξη αδρανοποιείται  με την προσδοκία της κοινωνικής ανέλιξης,  κι έτσι εγκαθίσταται η συναίνεση που βασίζεται στην ιδεοληψία της αρμονικότητας των συμφερόντων, στην προσαρμοστικότητα και στο αναλλοίωτο του δημοκρατικού  πολιτεύματος.
          Μέσα στην ισοπέδωση της μεταπολίτευσης  η σοσιαλιστική προοπτική εκφυλίστηκε, εκμηδενίστηκε  το αντιστασιακό πνεύμα της αριστεράς, όχι και χωρίς τη δική της ευθύνη, κι απομείναμε χωρίς πηγές έμπνευσης να καταβροχθίζει ο καταναλωτισμός μας και τα μικροσυμφέροντά μας τα πάντα, όσο αυτό διευκόλυνε το καπιταλιστικό σύστημα. Αναδιπλωνόμαστε στον εαυτό μας υιοθετώντας έναν ληθαργικό τρόπο ζωής. Οι αξίες που ενστερνιστήκαμε  προωθούσαν την έλλειψη μαχητικότητας, η οποία ήταν θετική αξία μόνο για  το  μακρινό παρελθόν, που έμοιαζε με μύθο,  κι εμείς γενήκαμε  δουλικοί σε ό, τι μας προσφέρονταν, καταβροχθίζοντάς το βουλιμικά.
        Το όραμα για δικαιότερη κοινωνία της ματωμένης δεκαετίας του ’40 μεταλλάχτηκε σε σχέδια για εξοχικά και πισίνες. Χρόνια ολόκληρα γαλουχηθήκαμε με τη λογική του κέρδους, του άμεσου, χειροπιαστού και εύκολου,  του ατομικισμού και ανταγωνισμού,  μέσα από μια διαστρεβλωμένη λογική που χλευάζει την αξιοπρέπεια  της προσωπικής στάσης και τον  συλλογικό αγώνα, όταν δεν αποφέρει άμεσο όφελος. Η συκοφάντηση του οράματος  της κομμουνιστικής ιδεολογίας για αταξική κοινωνία καταργούσε και την πολιτική συνθήκη που επέτρεπε τη διεκδίκηση της κοινωνίας εκείνης που αυτή η ιδεολογία υποδείκνυε και τη διαμόρφωση ενός άλλου ήθους και στάσης ζωής.  Κι έτσι μόνο όραμα απέμενε το τριαράκι μας με δάνειο, μαζί  με τη δουλικότητα  μας στο σύστημα που μας το επιτρέπει.
         Και  τώρα, που οι απαιτήσεις του καπιταλισμού εξαθλιώνουν τις ζωές μας και διαλύθηκε η σύμβαση του εφησυχασμού βρεθήκαμε απροετοίμαστοι. Διαπιστώνουμε στην πράξη ότι τα προβλήματα δεν ξεπερνιούνται με την εγγραφή μας σε οργανώσεις προστασίας καταναλωτών και δεν έχουμε που να σταθούμε. Γι’ αυτό συνεχίζουμε, κατά βάση, να είμαστε δεκτικοί στην προπαγάνδα των κυβερνώντων και αδρανείς, έχοντας τη δυνατότητα να βλέπουμε τα πράγματα μόνο από τη δική τους πλευρά, πιστεύοντας πως όλα όσα ζούμε είναι μια φάση που θα περάσει.
         Με  μια ψευδή λοιπόν  εικόνα για τον εαυτό μας και τον κόσμο, φοβισμένοι υπακούμε στα κελεύσματα της άρχουσας τάξης και υποταγμένοι στη μιζέρια μας καταντάμε ζητιάνοι   χωρίς να ντρεπόμαστε.      
          Πως λοιπόν είναι δυνατό  τώρα ξαφνικά να  μπορούμε να παρέμβουμε  στη δική μας προσωπική  στάση, για να γίνουμε αυτό  που η στάση μας αυτή θα μας κάνει να είμαστε περήφανοι; Πως να προσδώσουμε αξιοπρέπεια σ’  αυτήν την στάση και σ’  αυτήν την αξιοπρέπεια το δικό της πολιτικό περιεχόμενο; Δεν είμαστε απομονωμένοι και αυτό που είμαστε δεν αφορά μόνο εμάς, η προσωπική μας στάση είναι πράξη και πρακτική ρητά πολιτική. Αναλαμβάνοντας την ευθύνη  της αξιοπρέπειάς μας δεν κάνουμε τίποτε άλλο  παρά να αναλάβουμε την πολιτική προοπτική των πράξεών μας. Μόνο που αν  δεν πιστεύουμε σε καμιά προοπτική μετασχηματισμού της κοινωνίας θα καταλήξουμε ηττημένοι χωρίς μάχη να ζητιανεύουμε για τη ζωή μας, όπως οι φωτογραφίες από την Αθήνα δείχνουν.
         Όσες  ερμηνείες κι αν δόθηκαν γι’ αυτήν την εικόνα των χεριών που ζητιάνευαν δεν μπορούν να την ακυρώσουν. Η ακρωτηριασμένη ζωή μας  είναι εμφανής  σ’ αυτήν, ακόμα κι αν είναι επιχρισμένη με φτηνές προσφορές.