Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2013

«ΝΟΜΙΚΟΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ»

         Επειδή ο  φόβος της κυρίαρχης τάξης  για  απώλεια  της λαϊκής συναίνεσης  εμπεδώνεται καθώς εφαρμόζονται τα μέτρα λιτότητας και οι ενδοαστικές συγκρούσεις  αποκαλύπτουν τα φαινόμενα αποσύνθεσης στην κορυφή της εξουσίας, ο πιο εύκολος τρόπος για τη λοξοδρόμηση της σκέψης μας σε ελέγξιμα μονοπάτια είναι να μας πείσει ότι όλα είναι ευθύνη μερικών ανθρώπων που καταχράστηκαν εξουσία, χρήμα κλπ. Η διαφθορά και η ιδιοποίηση δημόσιου χρήματος οφείλονται λοιπόν είτε σε θεσμικά κενά είτε κυρίως στη στάση, συμπεριφορά, χαρακτήρα κλπ. ατόμων και ομάδων απέναντι στους υπάρχοντες θεσμούς.  
         Πριν από μερικούς μήνες φάνηκε το σύστημα να αποβάλλει τον Τσοχατζόπουλο, τώρα αποβάλλει τον Παπακωνσταντίνου και ποιος ξέρει ποιος άλλος αναλώσιμος πολιτικός έχει σειρά. Το μήνυμα που περνά είναι ότι οι κυβερνώντες  νομιμοποιούνται όχι μόνο επειδή ασκούν εξουσία βάσει του νόμου, αλλά και γιατί  οι αποφάσεις και οι ενέργειές τους ανταποκρίνονται στις προσδοκίες και ικανοποιούν τις ανάγκες του κοινωνικού συνόλου, έστω κι αν δεν το καταλαβαίνουν αυτό όλοι.  
       Μόνο που  όλα αυτά τα ποικιλώνυμα σκάνδαλα είναι τέτοια για τα άμεσα θιγόμενα συμφέροντα μερίδων της κυρίαρχης τάξης παρά για τις υποτελείς τάξεις, των οποίων η εκμετάλλευση μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα συνεχίζεται ως την εξαθλίωση, παρά τη ρητορική για υλοποίηση της «λαϊκής βούλησης» στους κανόνες δικαίου, που σε συνθήκες έντονης ταξικής πάλης χρησιμοποιείται  ξεκάθαρα για να αποσπάσει την οικειοθελή υποταγή μας. Γιατί   όλα αυτά τα θεσμικά πλαίσια,  νομικοί κανόνες κλπ επαρκώς εσωτερικευμένα  δύσκολα οδηγούν σε συνολική αναίρεση  η αμφισβήτηση του  καπιταλιστικού συστήματος που προσδιορίζει και ελέγχει μ’  αυτόν τον τρόπο τη συμπεριφορά μας προς αυτό, ακόμα κι όταν απειλείται  απ’ αυτό η επιβίωσή μας. Γιατί, όπως λέει και ο Φρ. Ενγκελς η «εργατική τάξη… δε μπορεί να βρει μια πλήρη έκφραση της βιοτικής της κατάστασης στη νομική φαντασιοπληξία της αστικής τάξης» 
   « Αλλά η αστική τάξη δημιούργησε το αρνητικό της δίδυμο, το προλεταριάτο, και  μαζί μ’ αυτό  έναν καινούργιο ταξικό αγώνα που ξέσπασε πριν η αστική τάξη συμπληρώσει την  κατάχτηση της πολιτικής εξουσίας. Όπως η αστική τάξη στον καιρό της ήταν αναγκασμένη από τη δύναμη της παράδοσης να σέρνει τη θεολογική άποψη μαζί της, για κάμποσο  καιρό, στη μάχη ενάντια στους ευγενείς, έτσι, και το προλεταριάτο,  στην αρχή πήρε τη νομική άποψη από τον αντίπαλο του και αναζήτησε σ’  αυτήν  όπλα ενάντια στην αστική τάξη. Τα πρώτα στοιχεία του  κόμματος του προλεταριάτου, όπως και οι θεωρητικοί τους αντιπρόσωποι, στηρίζονται ολοκληρωτικά  στη νομική «βάση του δικαίου», με μόνη  τη διαφορά ότι  χτίσανε για λογαριασμό τους μια διαφορετική  βάση «δικαίου» από τη βάση  της αστικής τάξης. Από τη μια πλευρά το αίτημα  για ισότητα απλωνόταν έτσι που η ισότητα στο δίκαιο θα έπρεπε να ολοκληρωθεί με την κοινωνική ισότητα. Από την άλλη μεριά, από την πρόταση του Ανταμ Σμιθ ότι η εργασία είναι πηγή κάθε πλούτου, αλλά ότι το προϊόν της εργασίας πρέπει να μοιράζεται με το γαιοκτήμονα και τον κεφαλαιούχο, βγήκε το συμπέρασμα ότι αυτό το μοίρασμα ήταν άδικο και ότι έπρεπε ή να καταργηθεί ή να τροποποιηθεί σε όφελος του εργάτη. Αλλά η αντίληψη ότι αν αφηνόταν το πρόβλημα  αυτό μονάχα στη «βάση δικαίου» σε καμιά περίπτωση δε γινόταν πιθανή η κατάργηση των κακών συνθηκών που δημιούργησε ο αστικοκεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής, δηλ. ο τρόπος παραγωγής που στηριζόταν σε μια πλατιά κλίμακας βιομηχανία, οδήγησε ήδη τότε τα ανώτερα πνεύματα ανάμεσα τους παλιότερους σοσιαλιστές – Σαιν Σιμόν, Φουριέ, ¨Οουεν, να εγκαταλείψουν ολοκληρωτικά το νομικοπολιτικό πεδίο και να κηρύξουν κάθε πολιτικό αγώνα άκαρπο.
         Και οι δυο αυτές απόψεις εξίσου δεν ήταν ικανοποιητικές για να εκφράσουν σωστά και ν’ αγκαλιάσουν πλέρια τον πόθο της εργατικής τάξης, για χειραφέτηση, που δημιούργησαν οι οικονομικές συνθήκες. Το αίτημα για το πλήρες προϊόν της εργασίας, όπως επίσης το αίτημα για ισότητα, χάθηκαν σε άλυτες αντιθέσεις, μόλις διατυπώθηκαν νομικά λεπτομερώς κι αφήκαν τον πυρήνα του προβλήματος – τη μεταβολή του τρόπου παραγωγής- περισσότερο ή λιγότερο άθικτο. Η απόρριψη του πολιτικού αγώνα από τους μεγάλους ουτοπιστές ήταν ταυτόχρονα η απόρριψη του ταξικού αγώνα, δηλ. την μόνης μορφής δράσης της τάξης που τα συμφέροντά της αντιπροσωπεύανε. Και οι δυο απόψεις έκαναν αφαίρεση του ιστορικού βάρους που σ’  αυτό  χρωστούσαν την ύπαρξή τους. Και οι δυο προσφεύγανε στο αίσθημα: μερικοί στο αίσθημα της δικαιοσύνης, άλλοι στο αίσθημα του ανθρωπισμού. Και οι δυο στόλιζαν τα αιτήματά τους με τη μορφή  ευσεβών πόθων που η καθεμιά δε μπορούσε να πει γιατί έπρεπε να πραγματοποιηθούν,  εκείνο ακριβώς τον καιρό, κι όχι χίλια χρόνια πριν ή αργότερα.
     Η εργατική τάξη, που με την αλλαγή του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής σε κεφαλαιοκρατικό τρόπο, στερήθηκε την ιδιοχτησία όλων των παραγωγικών μέσων και με το μηχανισμό του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής ασταμάτητα περιέρχεται πάλι στην κληρονομική  εκείνη κατάσταση της έλλειψης κάθε περιουσίας, δε μπορεί να βρει μια πλήρη έκφραση της βιοτικής της κατάστασης στη νομική φαντασιοπληξία της αστικής τάξης. Μπορεί να γνωρίζει  πλέρια  αυτή τη βιοτική  κατάσταση μόνη της αν κοιτάζει τα πράγματα στην πραγματικότητά τους χωρίς γυαλιά νομικά χρωματισμένα. Αλλά ο Μαρξ τη βοήθησε να το πράξει με την υλιστική του αντίληψη της ιστορίας, δίνοντας  την απόδειξη  ότι όλες, νομικές, πολιτικές, φιλοσοφικές, θρησκευτικές και άλλες ιδέες του ανθρώπου, πηγάζουν σε τελευταία ανάλυση από τις οικονομικές συνθήκες της ζωής του, από τον τρόπο παραγωγής του και της ανταλλαγής του προϊόντος. Ετσι έδωσε την κοσμοθεωρία που αντιστοιχεί στις συνθήκες ζωής και τον αγώνα του προλεταριάτου. Μονάχα η απουσία  ψευδαισθήσεων στα κεφάλια των εργατών μπορούσε ν’ αντιστοιχεί  στην έλλειψη ιδιοχτησίας τους. Και η προλεταριακή αυτή  κοσμοθεωρία απλώνεται τώρα σ’ όλο  τον κόσμο»
                                                              Φρ. Ενγκελς «Νομικός Σοσιαλισμός» μτφ. Γ. Βιστάκη

Σάββατο 29 Δεκεμβρίου 2012

ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑ ΤΩΝ ΓΙΟΡΤΩΝ

       «Όλοι μαζί μπορούμε», «νοιάζομαι-μοιράζομαι», είναι  κάποιες από τις  φιλανθρωπικές δραστηριότητες που  οργανωμένες από τηλεοπτικούς σταθμούς (ΣΚΑΙ, MEGA κλπ) και  μαζί με μύριες άλλες οργανωμένες από εκκλησία, ΜΚΟ, κλπ. μας έπνιξαν τις μέρες των  φετινών γιορτών, όπως και των περσινών. Κι έτσι διαμορφώνεται μια ενιαία αντίληψη, όπου η αρετή να αντιστέκεσαι και αγωνίζεσαι ξεπέφτει σε σπάνιο είδος και απομένει μόνο η ελεημοσύνη και η καλή θέληση κάποιων ατόμων και πολύ περισσότερο  η ύποπτη και σκόπιμη κάποιων οργανισμών,  για να αναχαιτιστεί κάθε  ταξική ενότητα μέσω μορφών αλληλεγγύης, συσπείρωσης και στράτευσης.
        Όταν  περιχαρείς τα τελευταία χρόνια  ανακαλύψαμε την υπερκατανάλωση που μας οδήγησε στην αναδίπλωση στο εαυτό μας και στη υιοθέτηση ενός ληθαργικού τρόπου ζωής, δεν συνειδητοποιούσαμε τη νέα δόλια επινόηση ενός συστήματος που αποσκοπούσε, μέσα από τη βελτίωση των υλικών όρων ζωής μας,  να μας περισπάσει από την ταξική πάλη, υποστηρίζοντας εκείνες τις αξίες που προωθούσαν την έλλειψη μαχητικότητας. Γίναμε δεκτικοί και παθητικοί, δηλ. αποκτήσαμε τη δυνατότητα να βλέπουμε τα πράγματα από την πλευρά των κυρίαρχων τάξεων, πιστεύοντας ότι μοιραζόμαστε τα ίδια συμφέροντα και ότι ο καπιταλισμός μπορεί να χειρίζεται τα πάντα. Εγκαταλείψαμε λοιπόν την επικίνδυνη επιθυμία για μετασχηματισμό της κοινωνίας. Άλλωστε το σύστημα   δεν μπορεί να χτυπηθεί με κανένα όπλο, ίσα ίσα φαίνεται όλο και πιο ακλόνητο και πανταχού παρόν, ούτε λόγος βέβαια πια για επανάσταση, και  στο κάτω κάτω δεν περνάγαμε, η πλειοψηφία, και άσχημα. Αφοσιωθήκαμε λοιπόν, οι πιο … προοδευτικοί,  στα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ηθικές αρχές.
         Και ξαφνικά προέκυψε η περιβόητη κρίση. Και από τους προλετάριους μέχρι μεσοαστούς νιώσαμε να αλλάζουν τη  ζωή  μας εντολές αποικιοκρατών αφεντάδων, εγχώριων και διεθνών, που η δράση τους υπαγορεύεται από το κέρδος και μόνο, που και εμείς είχαμε λατρέψει όταν φανταζόμαστε ότι κερδίζαμε. Η απάνθρωπη βιαιότητα αυτής της πολιτικής  είναι απαίσια και τρομακτική στο σύνολο της ζωής μας. Η κατάρρευση της αγροτικής οικονομίας, η αλματώδης αύξηση της ανεργίας, τα άδεια ταμεία των δήμων και κοινοτήτων, οι επενδύσεις που τόσο συχνά έχουν υποσχεθεί  και που τόσο πεισματικά δεν λένε να λειτουργήσουν, η μετανάστευση νέων, το προβλεπόμενο  οικονομικό και κοινωνικό χάος  δημιουργεί μια έρημη χώρα. Ο κυρίαρχος λόγος όμως συνεχίζει να επιβάλλεται.
        Μέσα σ’  αυτό το άνυδρο τοπίο συνεχίζεται να προβάλλεται η λατρεία της ατομικής προσπάθειας, ενώ οι σύγχρονοι ηθικολόγοι κινούνται μεταξύ φρίκης  και οίκτου, δηλώνοντας ότι ο κόσμος είναι βέβαια  φρικτός και  απαράδεκτος, αλλά θα πρέπει να προσπαθήσουμε να ζήσουμε.  Ό,τι σχετίζεται λοιπόν με τη φιλανθρωπία  αποκτά τρομερή σημασία, η αγαθοεργία επανέρχεται στο προσκήνιο, ενώ οι ιδεολογικές συζητήσεις θα πρέπει να καταλαγιάσουν, γιατί δεν προσφέρουν καμιά λύση.  Η κρίση μοιάζει ξεκάθαρα να προσεγγίζει, στην υπεράσπιση του συστήματος, παλιούς αντιδραστικούς και προοδευτικούς, μέσα από τις πανομοιότυπες πράξεις τους και τον ηθικό τους λόγο, που αποδοκιμάζει  τις δογματικές  και ιδεολογικές μορφές λόγου και προτιμά τον ενεργό πραγματισμό. Γίνεται ένας επιτυχημένος συνδυασμός της ανεκτικής και συντροφικής ηθικής - μεταποιημένη προίκα της αριστεράς - και ενός μέρους της κληρονομιάς της δεξιάς - η παραδοχή των κανόνων της  καπιταλιστικής  κοινωνίας και των θεσμών της. Έτσι καλύπτεται η δικαίωση ενός σκληρού καπιταλιστικού πνεύματος, το όνειρο με κάθε τίμημα της οικονομικής επιτυχίας, με την  επιθυμία κατευνασμού  των συνεπειών  της κρίσης μέσα από φιλανθρωπικές δράσεις.  Γιατί αυτή η οργανωμένη  φιλανθρωπία δεν σημαίνει επιστροφή στην  αλληλεγγύη, ούτε λόγος βέβαια για ταξική,  ούτε στην επανανακάλυψη της συλλογικής δράσης στην υπηρεσία των αρχών της ισότητας. Αντίθετα,  αποδέχεται τον πιο άγριο καπιταλισμό, σχεδόν σαν να είναι φυσικό φαινόμενο. Έχει κανείς το δικαίωμα να είναι πλούσιος αλλά και καθήκον  να βοηθά τους φτωχούς, πολύ περισσότερο ο λιγότερο φτωχός να βοηθά τον εξαθλιωμένο.
          Αναδιανομή οίκτου και μιζέριας στις υποτελείς τάξεις, για να επιδίδονται απερίσπαστοι στη διάσωση του καπιταλισμού οι κυρίαρχες. Η επιστράτευση της χριστιανικής ηθικής θα πρέπει να υπερκαλύψει κάθε λόγο για ταξική αλληλεγγύη που μπορεί να οδηγήσει σε διεκδίκηση και αγώνα. Το πάντρεμα του ηθικού  αιτήματος – βοήθεια στους φτωχούς- μ΄ έναν έμπρακτο καιροσκοπισμό και  της ρητορικής για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την αλληλοβοήθεια με τον κοινωνικό κυνισμό, που προσαρμόζεται χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία στην πραγματικότητα της νέας φτώχειας, φανερώνει την άνοδο ενός νέου πραγματισμού χωρίς αναστολές, που συνδέει  στενά την προσωπική  πρωτοβουλία με την κοινωνική μοιρολατρία. Η φιλανθρωπία εύκολα μετατρέπεται σε  μπίζνες και πολιτική. Δήμαρχοι που διαθέτουν στέγη για άστεγους, επιδοτούμενες ΜΚΟ που μοιράζουν συσσίτια,  ηθοποιοί που προτρέπουν για συμμετοχή σε φιλανθρωπίες κλπ.  Αυτό όμως δεν έχει σημασία, αφού  συμβάλλει σε μια κάποια ανακούφιση και αναδεικνύει τον ανθρωπισμό μας. Η ελεημοσύνη θα βοηθήσει να επιβιώσουν  και οι αδύναμοι, σ’ έναν κόσμο που ο πλούτος συσσωρεύεται στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας  με φυσική σχεδόν νομοτέλεια. Οι υπόλοιποι πρέπει να φροντίσουμε για το εδώ και τώρα των εξαθλιωμένων και άλλος τρόπος από τη φιλανθρωπία δεν υπάρχει.  Επικροτείται λοιπόν μια ιδιωτικού τύπου πρωτοβουλία που θυμίζει εράνους εκκλησίας από τα παλιά  και στηρίζεται στην καλή θέληση, που έρχεται σε αντικατάσταση του κράτους πρόνοιας που φυλλορροεί,  και δρα, υποτίθεται, έξω από κάθε ιδεολογική θεώρηση, αφού ο  στόχος είναι να επιτευχθούν  συγκεκριμένα αποτελέσματα, εδώ και τώρα, μια που είναι και μέρες γιορτών.
     Κάπως έτσι, με τον οίκτο και την ελεημοσύνη, αποφεύγονται πολιτικοκοινωνικά γεγονότα να εντάσσονται σε μια σφαιρική προοπτική, σ’ ένα σύστημα ερμηνείας, για να παραμένουν ακατανόητα και ως εκ τούτου αξεπέραστα.

Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2012

ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΟΙ ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΙ


          Η πολύπλοκη αλληλουχία αιτιών και αποτελεσμάτων, που οι τεχνοκράτες προβάλλουν για να εξηγήσουν την οικονομική κρίση, σε συνδυασμό με την κινδυνολογία για την καταστροφική  κατάρρευση όλου του συστήματος και ο επιμερισμός των ευθυνών για την αιτία και την εξέλιξη της οικονομικής κρίσης στο σύνολο των λαϊκών στρωμάτων, συνοδεύεται από τη συστηματική καλλιέργεια και προβολή  μιας κοινής γραμμής πλεύσης και αντιμετώπισης της κρίσης εκ μέρους  των διαφόρων τμημάτων της αστικής τάξης. Αυτή η γραμμή συνίσταται στην ανάγκη για πολύπλευρο κι αδυσώπητο χτύπημα του βιοτικού επιπέδου  των εργαζομένων μέσα από την διάλυση κάθε οργανωμένης μορφής αντίστασής τους.
            Η  φτώχεια  μαστίζει αδιακρίτως πληθυσμούς  πλούσιων και φτωχών χωρών τη στιγμή που  ο σημερινός παγκόσμιος  πλούτος  δεν έχει ιστορικό προηγούμενο. Ο πλούτος που κυκλοφορεί  είναι αμύθητος και η διάθεση μόνο ενός μικρού μέρους θα αρκούσε να  εξασφαλίσει μια αξιοπρεπή ζωή σε κάθε άνθρωπο  στη γη. Ο καπιταλισμός όμως είναι άπληστος, μας επιβάλλει να συμβάλλουμε να ξεπερνά τα προβλήματά του,  παρουσιάζεται σαν  αδιαφιλονίκητη φυσική κατάσταση.  Το μεγαλύτερο μέρος  του πληθυσμού  θεωρεί το υπάρχον οικονομικό σύστημα ως τη μοναδική και κανονική  κατάσταση της ανθρωπότητας, τη μόνη εφικτή  οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα που μας προσφέρεται  αδιαμφισβήτητη, σαν θεϊκό δημιούργημα.
            Σ΄ αυτή την πραγματικότητα,  η κυρίαρχη αξία  είναι ο ανταγωνισμός, που είναι η αρετή η οποία δεν μπορεί να προκαλέσει παρά μόνο καλά αποτελέσματα,  αφού θα κατανείμει τους πόρους, φυσικούς, υλικούς, ανθρώπινους για τη μέγιστη δυνατή απόδοση. Δεν θα πρέπει να υπάρχει ανησυχία για όσους μένουν  πίσω στη μάχη του ανταγωνισμού. Οι άνθρωποι από τη φύση τους δεν είναι ίσοι, αλλά αυτό είναι θετικό, μια και η ανάδειξη των ευημερούντων, των καλύτερα εκπαιδευμένων και εν γένει δυνατότερων αποτελεί συμφέρον  όλων μας. Οι κοινωνικές συγκρούσεις είναι φυσικές, αιώνιες και ανεξάλειπτες, έξω από τη σύνδεσή τους με τις ανταγωνιστικές κοινωνικές σχέσεις. Τίποτε απολύτως δεν ανήκει στους αδύναμους, που ό, τι και να τους συμβεί η ευθύνη βαραίνει του ίδιους και ποτέ την κοινωνία. 
        Αυτονόητη και φυσική λοιπόν  η μεταφορά πλούτου  από τη βάση της κοινωνικής πυραμίδας στην κορυφή της, που γίνεται βάσει πολιτικών που είναι ειδικά σχεδιασμένες για να γίνουν οι πλούσιοι πλουσιότεροι με φοροαπαλλαγές και μειώσεις μισθών.  Η κοινωνική νομιμοποίηση τέτοιων πολιτικών στηρίζεται στη θεωρία ότι η αύξηση του εισοδήματος των πλούσιων σημαίνει αύξηση  των κερδών τους και νέες επενδύσεις, καλύτερη κατανομή πόρων και συνεπώς  δημιουργία  νέων θέσεων εργασίας, ευμάρεια και ευζωία για τους περισσότερους.  Ο οικονομικός παράγοντας πρέπει να επιβάλλει τους κανόνες στην κοινωνία, η οποία σχεδιάζεται να λειτουργήσει με τέτοιο τρόπο ώστε να ευνοούνται οι δυνατοί. Ο ηττημένος στον οικονομικό ανταγωνισμό δεν έχει τίποτε κι ο καθένας ανά πάσα στιγμή μπορεί να αποβληθεί από το σύστημα, λόγω ασθενείας, ηλικίας, διαφαινόμενης αποτυχίας ή γιατί απλώς  οι οικονομικές περιστάσεις και οι αμείλικτες  μετατοπίσεις του πλούτου το απαιτούν.  Ο ριζικός αποκλεισμός είναι πια καθημερινότητα και όλο και πιο ξεκάθαρα θα τίθεται το κεντρικό ερώτημα, ποιος έχει δικαίωμα να ζει και ποιος όχι.
         Και ποιο είναι το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής; Στη χώρα μας είναι ολοφάνερο.  Άνθρωποι ανήμποροι να θερμάνουν τις εστίες τους το χειμώνα, που στερούνται  στέγη, ακόμα και ένα πιάτο φαγητό κλπ. Αυτό όμως σημαίνει ότι το ίδιο το σύστημα δημιουργεί  πολύ περισσότερους ηττημένους παρά νικητές, άρα ανθρώπους που εν δυνάμει μπορεί να είναι αντίθετοι στο σύστημα, αρκεί να αποκτήσουν συνείδηση της  κατάστασης και της θέσης τους.
            Κι ενώ φαίνεται ευλογοφανές πως πέρα  από τους πολιτικούς εκβιασμούς των κυβερνώντων, πέρα από τους πειθαναγκασμούς και ενοχοποιητικά  σύνδρομα η  αμείλικτη κοινωνική πραγματικότητα  θα αποκάλυπτε  στη συνείδησή μας το σκληρό πρόσωπο ενός συστήματος που νομίζαμε μέχρι την κρίση πως αλώσαμε εκ των έσω, κάτι τέτοιο μέχρις στιγμής δεν έγινε.  Αρνούμαστε  ακόμα να απορρίψουμε ένα σύστημα που μας τροφοδοτεί με ψευδαισθήσεις και αναζητούμε πολιτικές προτάσεις μέσα στα όρια του, οι οποίες επιβιώνουν όσο για να εφαρμοστούν  καινούργιοι  όροι λειτουργίας του.
          Η πραγματικότητα λοιπόν μέχρις στιγμής  ευνοεί το κυρίαρχο σύστημα, κι εδώ και στην Ευρώπη. Αντίσταση καθολική και διαρκής δεν έχει γίνει κατορθωτό ακόμα να οργανωθεί. Συντηρητισμός, οργανωτικός εκφυλισμός συνθέτουν την εικόνα  των περισσότερων ομαδοποιήσεων  αντίδρασης, που σβήνουν η μια μετά την άλλη, αποκαλύπτοντας την  αδυναμία να ανοιχθούν πολιτικά μέτωπα με όρους μαζικών  χώρων. Όλα γίνονται  εκφράσεις του πιο καθαρού υποκειμενισμού, της σύγχυσης  επιθυμίας και πραγματικότητας. Οι περισσότερες πρωτοβουλίες είναι  αποσπασματικές, ετερόκλητες, αντιφατικές. Μπήκαμε στην κρίση χωρίς ιδέες, χωρίς σκιρτήματα, χωρίς επιλογές, χωρίς καν την όχι σπάνια γόνιμη απόγνωση που γεννιέται από τα γκρέμισμα των παλιών βεβαιοτήτων.  Γι’ αυτό και είναι αναγκαίος όρος,  για  οργάνωση και ενότητα των αγώνων μας, η ανάπτυξη ταξικής συνείδησης  κι από δω προκύπτει και η αναγκαιότητα για ένα Κομμουνιστικό Κόμμα που να «επιβεβαιώνει τον καθοδηγητικό του ρόλο στο βαθμό που κινητοποιεί την εργατική τάξη για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση»
          Γιατί η ακραία συνέπεια  της αδυναμίας να κατανοηθεί αυτό που συμβαίνει γύρω μας  είναι να ενσωματωνόμαστε  ολοκληρωτικά στην αντικειμενική κατάσταση και τους φορείς που κυριαρχούν η να παραιτούμαστε και να απέχουμε. Τελικά, μοιάζει να  περιμένουμε να επιβεβαιωθεί  η παλιά θεωρία της απόλυτης εξαθλίωσης σαν αναγκαία βάση για την ριζοσπαστικοποίησή μας.

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2012

ΑΝΑΚΑΤΑΤΑΞΕΙΣ

          Ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε δηλώνει  ότι «Η Ελλάδα, μετά τις εκλογές του Ιουνίου, με την κυβέρνηση Σαμαρά, έχει πάρει για πρώτη φορά στα σοβαρά την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων", η Handelsblatt ανακηρύσσει «Πολιτικό της χρονιάς» για το 2012 τον Αντώνη Σαμαρά, με σχόλιο του Γκένσερ για το θάρρος και τη συνέπειά του, η καγκελάριος Μέρκελ δεν μπορεί πλέον να ξεχωρίσει  την Ελλάδα από την Ισπανία, ή τη Γερμανία, επειδή βρισκόμαστε όλοι μαζί στην ίδια βάρκα, υπογράφεται κοινή έκκληση από προσωπικότητες διεθνούς κύρους για κινητοποίηση των δημοκρατικών δυνάμεων  κατά του αναδυόμενου νεοναζισμού στην Ελλάδα.
        Γερμανική  επίθεση φιλίας προς την κυβέρνηση Σαμαρά και ευρωπαϊκό ενδιαφέρον για τις εκδηλώσεις εκφασισμού  στην ελληνική κοινωνία προσπαθούν να διατηρήσουν ζωντανές τις ελπίδες στα λαϊκά στρώματα για τα οφέλη  της ενσωμάτωσης  στις οικονομικές και πολιτικές δομές της Ευρώπης και να δώσουν ανάσα ζωής στο εγχώριο μπλοκ εξουσίας.
        Μέσα από τα προγράμματα λιτότητας που επιβάλλει η Ευρωπαϊκή Ένωση ανασυντάσσεται ο καπιταλισμός και στη χώρα μας με κύριο εργαλείο το  κράτος, που πρέπει να  προσαρμοστεί για να   εξυπηρετήσει  αυτήν την πολιτική.  Κράτος, οικονομικοί παράγοντες, πολιτικός κόσμος, μηχανισμοί χειραγώγησης και καταστολής είναι  συνένοχοι σ’ αυτή τη διαδικασία επιβολής της  καπιταλιστικής ανασύνταξης. Αυτή η ανασύνταξη δεν είναι μια διαδικασία απλής τεχνικής φύσης  και ούτε έχει μια στενή οικονομική διάσταση, αλλά αντανακλά, αν και συσκοτίζοντας τον αληθινό της  χαρακτήρα, την ταξική πάλη.
       Για να είναι βέβαια  επιτυχής για την κυρίαρχη τάξη η καπιταλιστική αναδιάρθρωση δεν μπορούσε  να κάνει αλλιώς από το να διαλύσει, εδώ και χρόνια,  το οργανωμένο μαζικό λαϊκό κίνημα, που στα πρώτα χρόνια  μάλιστα της  μεταπολίτευσης  ήταν μεγάλο και ριζοσπαστικό και εκτείνονταν σε όλους τους τομείς της κοινωνίας. Εξάλλου, στη χώρα μας, μετά την πτώση της δικτατορίας,   η αστική κυριαρχία  κατάφερε να ανασυντάξει  τις δυνάμεις της και να εμπεδώσει την κυριαρχία της,  με τον έλεγχο και την εξουδετέρωση αυτού του κινήματος, που ήταν κι ένας από τους όρους  ομαλού περάσματος από τη χούντα στην κοινοβουλευτική δημοκρατία, θέτοντας ως διαχωριστική γραμμή πολιτικών διαιρέσεων την δημοκρατική θωράκιση του πολιτεύματος. Με  την άνοδο μάλιστα του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία ολοκληρώθηκε η απορρόφηση της ριζοσπαστικότητάς του κινήματος και η διοχέτευσή της  σε ανώδυνα κανάλια.  
       Συγχρόνως  από εκείνη την εποχή διαμορφώνονταν νέα μεσοαστικά στρώματα, τεχνοκράτες πάσης φύσης, διαφημιστές, στελέχη Μέσων Ενημέρωσης, μάνατζερ, ανώτεροι υπάλληλοι κλπ. που αποτέλεσαν παλιότερα τη βάση του εκσυγχρονισμού ενώ στον καιρό της κρίσης ανέλαβαν την καθημερινή δουλειά για την προώθηση της ανασύνταξης του καπιταλισμού, μη πιστεύοντας ότι θα τα αγγίξει. Δεν έχουν καμιά ιδεολογία εκτός από την κοινωνική άνοδο και το χρήμα, καταβροχθίζουν όλα τα πρότυπα που προωθούν οι μηχανισμοί διαμόρφωσης συνείδησης, μετακινούμενοι προς όποια κατεύθυνση πιστεύουν ότι θα επαυξήσουν ό,τι έχουν και κατέχουν. Τα εύσημα που αποδόθηκαν στην κυβέρνηση Σαμαρά είχαν περισσότερο άμεσο αποδέκτη αυτά τα στρώματα, για να συνεχίσουν να κάνουν την καθημερινή δουλειά της ανασύνταξης του καπιταλισμού, παρόλο που έχουν κι αυτά πληγεί, αναθερμαίνοντας τις ελπίδες  τους για ευρωπαϊκή αρωγή και διάσωσής τους.
         Με την κυβέρνηση Σαμαρά μπαίνουμε στην επόμενη φάση της ανασύνταξης του καπιταλισμού στη χώρα μας,  όπου θα πρέπει να παγιωθεί  η οικονομικοπολιτική  κατάσταση που διαμορφώθηκε εν ονόματι της κρίσης και να μην αντιμετωπίζεται σαν μεταβατική. Σε επικοινωνιακό επίπεδο λοιπόν θα πρέπει να αποδεχτούμε το νέο οικονομικό περιβάλλον όπως διαμορφώνεται, να ξεπεραστεί η αντίληψη  ότι βρισκόμαστε σε μια έκτακτη, προσωρινή κατάσταση, η οποία θα ξεπεραστεί,  έχοντας συγχρόνως  την πεποίθηση ότι  τίποτε δεν μπορεί  και δεν πρέπει να αλλάξει ή  αμφισβητηθεί χωρίς να προκληθεί καταστροφή.  Αυτόν το ρόλο ανέλαβε ο Σαμαράς, όπως ο Παπανδρέου ανέλαβε να διαμορφώσει αυτό το περιβάλλον, προκαλώντας όσο τα δυνατό λιγότερες αντιδράσεις με τις σοσιαλιστικές του κορώνες. Τα πολιτικά κόμματα από Χρυσή Αυγή μέχρι ΣΥΡΙΖΑ, του ΚΚΕ εξαιρουμένου, το γνωρίζουν αυτό και προσαρμόζονται στις νέες απαιτήσεις της πολιτικής διεθνώς, ευθυγραμμιζόμενα, αμέσως ή εμμέσως, με τις απαιτήσεις των προδιαγραφών της Ε.Ε. 
         Η κινητικότητα στην αποσύνθεση και ανασύνθεση πολιτικών σχηματισμών, η αναδιάταξη διαχωριστικών γραμμών και πολιτικών συμπεριφορών  κομμάτων και πολιτικών σχηματισμών μέσα στα όρια του συστήματος με τα ίδια παλαιά υλικά δείχνουν πως αυτό που επιδιώκεται δεν είναι ούτε καν η  αλλαγή πολιτικής αλλά η καλλιέργεια ψευδαισθήσεων στις μεγάλες λαϊκές μάζες. Προγράμματα, κόμματα, πολιτικοί σκαρώνονται στη στιγμή και είναι μιας χρήσης, αναλώσιμοι. Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσά τους διατηρείται ασαφής, με μοναδική εκπεφρασμένη διαχωριστική γραμμή εκείνη της δημοκρατικότητας,  που νομιμοποιεί όλες τις συνεργασίες, εκτός της Χρυσής Αυγής, και όλες τις αλλαγές  πολιτικών θέσεων. Η παραδοσιακή Δεξιά αναδιοργανώνεται και η διαφήμιση σαν επιτυχίας της εκταμίευσης της δόσης δίνει στη Ν.Δ ερείσματα για να συνεχίσει να παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στις εξελίξεις, με μετασχηματισμό της αν χρειαστεί για να αναχαιτίσει, από τα δεξιά, την πιθανολογούμενη διόγκωση της λαϊκής αγανάκτησης. Για εκτόνωση της πόλωσης προσφέρεται και ο ΣΥΡΙΖΑ που με ιδεολογικό υπόβαθρο έναν μετασχηματισμένο μαρξισμό που είναι ακίνδυνος, διακηρύττει τη μεταρρύθμιση μέσα από  τους θεσμούς, οι οποίοι βέβαια είναι ευθυγραμμισμένοι  με την κυρίαρχη πολιτική. Οσο για τη Χ.Α, ή μάλλον ό,τι αυτή αντιπροσωπεύει, πιθανόν αφού κάνει τη «λάντζα», απορροφήσει την οργή μεγάλων τμημάτων των λαϊκών στρωμάτων λοξοδρομώντας τη στο ρατσισμό, συντελέσει στην εξοικείωσή μας με τις πρακτικές της,  σε ένα δεύτερο στάδιο θα ενσωματωθεί στη … λαϊκή δεξιά, αποκτώντας το κατάλληλο προσωπείο, το οποίο θα μεταβάλλει αναλόγως των περιστάσεων και των κινδύνων του συστήματος.
     Τελικά, απομένει το ΚΚΕ ως μοναδικός πόλος για ανάπτυξη ενός ταξικού κινήματος, πραγματικού, στη βάση υπαρχόντων προβλημάτων που έχουν άμεση σχέση με την ταξική πάλη και τη σύνδεση, ενοποίηση των επιμέρους αγώνων με μια κύρια κατεύθυνση ενάντια στο υπάρχον σύστημα.

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

ΕΠΙΧΕΙΡΕΙΝ

        Ο πρωθυπουργός δηλώνει, θριαμβολογώντας  για  την εκταμίευση 52,4 δισ. ευρώ ως τον Μάρτιο, ότι «τελειώνει μια μεγάλη και δύσκολη περίοδος για την χώρα» υποστηρίζοντας ότι «τα χρήματα και οι διαρθρωτικές αλλαγές θα είναι η αφετηρία για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας»
     Τρία χρόνια με τα μνημόνια πρωθυπουργοί, υπουργοί κλπ. υπόσχονται, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, ανάκαμψη της οικονομίας  (ότι εισερχόμαστε σε τροχιά ανάπτυξης το 2012 διαβεβαίωνε ο Παπανδρέου δυο χρόνια πριν, μέχρι το 2012 θα έχουμε θετική ανάπτυξη … προφήτευε ως διευθυντής του ΙΟΒΕ ο υπουργός Οικονομικών Στουρνάρας τον Ιούλιο του 2011, τις μέρες αυτές ο Σαμαράς  συνομιλεί με επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται στην ελληνική αγορά με στόχο την ανάπτυξη, που υποστηρίζει πως θα έρθει από το β εξάμηνο του 2013 κλπ), που όλο αναβάλλεται.
      Κι όμως,  οι σύγχρονες φόρμουλες της απελευθέρωσης, της ευελιξίας, οι εκκλήσεις στον επιχειρηματία, στο άτομο που τα βγάζει πέρα, που δεν περιμένει τη βοήθεια  του κράτους,  και από τους οποίους θα έρθει η περιβόητη ανάπτυξη,  που είχαν κερδίσει την πλειοψηφία του κόσμου, συνεχίζουν να πείθουν πάρα πολλούς ακόμα. Η αστική τάξη συνεχίζει να δίνει μια μάχη χαρακωμάτων με έξυπνο τρόπο, έχοντας σχεδόν  κερδίσει χρόνια πριν  τη μάχη της πνευματικής και ηθικής κυριαρχίας. Κατόρθωσε λοιπόν να παράγει μια σειρά αξιών που σήμερα είναι πλέον κυρίαρχες. Η επιχειρηματικότητα για παράδειγμα σήμερα καταλήγει να είναι αξία, δεν υπάρχουν  πια αφεντικά αλλά αυτοί που επιχειρούν, που δημιουργούν, που καινοτομούν κλπ. και εν δυνάμει όλοι θα πρέπει να επιδιώκουν  να γίνουν επιχειρηματίες  Πρόκειται για μια οικονομιστική προοπτική, όπου τα πάντα αρχίζουν με την κινητικότητα, την απογείωση της οικονομίας, για να έρθει η ανάπτυξη μέσω της επιχειρηματικότητας και συγχρόνως η ανάρρηση των ειδικών και τεχνικών, ενώ  η πολιτική και η ταξική πάλη  απουσιάζουν σχεδόν ολοσχερώς. Η σχεδόν μηχανιστική αντίληψη για την κοινωνία, σαν κόσμο σχέσεων ισχύος και αντιτιθέμενων συμφερόντων στο αδιαμφισβήτητο καπιταλιστικό περιβάλλον,   που για να οδηγηθεί  στο δρόμο της ανάπτυξης χρειάζεται έναν επιδιαιτητή που θα επιτύχει τη συνεννόηση κι αυτός  είναι ο τεχνοκράτης, παρουσιάζει την ανεπτυγμένη κοινωνία σαν πεδίο δράσης του ορθού λόγου και της τεχνικής και επενδύει με επιστημονικούς όρους κάθε διεκδίκηση του κεφαλαίου. Οι διαγνώσεις και οι παρατηρήσεις των τεχνικών  χρησιμοποιούνται από τους πολιτικούς για να δώσουν κύρος στα συμπεράσματά τους, να μετατρέψουν τις απόψεις  για σημερινές συσχετίσεις σε προβλέψεις για μελλοντικές επιπτώσεις  οικονομικών μέτρων, αντλώντας μάλιστα μακροοικονομικά συμπεράσματα από το άθροισμα στάσεων ή αποφάσεων σε μικροοικονομικό επίπεδο.
         Ετσι, σε τηλεοπτικές εκπομπές, σε εξαγγελίες υπουργικές τονίζεται, μέσα από αντίστοιχες περιπτώσεις,   η επιχειρηματικότητα σαν η μόνη ορθή λύση για το μέλλον,  εκδηλώνονται προθέσεις για προώθηση καινοτόμων δράσεων, υποστηρίζοντας ότι αυτός είναι ο δρόμος, η στάση και συμπεριφορά που αρμόζουν στα δεδομένα του προβλήματος που συνθέτουν η πολιτική, η οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα. Ο κυρίαρχος λόγος σχεδόν διαφημίζει ότι η αντίθεση καπιταλισμού- σοσιαλισμού  δεν έχει πλέον κανένα νόημα, η ταξική πάλη δεν υφίσταται και  η μορφή ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής έχει δευτερεύουσα  σημασία σε σχέση με τις  απαιτήσεις της διαδικασίας παραγωγής και κατανάλωσης. Ακόμα και  η λύση του προβλήματος  της ανεργίας εντοπίζεται στην αναζήτηση ή και δημιουργία  κερδοφόρων κλάδων και τομέων παραγωγής. Η δε στάση της κυβέρνησης  συνολικά για την οικονομία  επαίρεται ότι συνδυάζει  το ρεαλισμό, που θα πεί την εκτέλεση των αποφάσεων των κυρίαρχων ευρωπαϊκών κέντρων, στο επίπεδο της  τρέχουσας διαχείρισης με ένα ιδεολογικό λόγο  για ανάπτυξη και επενδύσεις, που δεν έχουν  φυσικά καμιά σχέση με τα όσα συμβαίνουν  πραγματικά, όχι μόνο γιατί  δεν υπάρχουν  αυτές οι διαδικασίες, αλλά επειδή  τα αποτελέσματά τους  δεν είναι θετικά ή καλύτερα δεν είναι κάν ορατά.
      Για να γίνεται πειστικότερος ο συλλογισμός για τις ευεργετικές επιδράσεις  του επιχειρείν, η περιφορά  επιχειρηματιών που  εκτρέφουν σαλιγκάρια, καλλιεργούν μανιτάρια, ιδρύουν ΜΚΟ κλπ  σε κανάλια και εφημερίδες χρησιμοποιούνται ως απτή απόδειξη της ορθότητάς του, που κατά βάθος στηρίζεται στην παλιά επιθυμία, εκσυγχρονισμένη βέβαια,  του «πλούσιου αφεντικού», που παραμένει ευρύτερα διαδεδομένη στα ενδιάμεσα  εκείνα τα στρώματα που συνεχίζουν να πιστεύουν ότι είναι θέμα εκμετάλλευσης ευκαιριών.   Η περιπτωσιολογία εκτρέφει το μύθο του αμερικάνικου ονείρου αλα ελληνικά. Η ιδεολογία των σωτήριων νέων τεχνολογιών και των καινοτόμων δράσεων ανοίγει το δρόμο για μια κοινωνία που θέλει να μη  θυμίζει τον παλιότερο  πολιτικό χάρτη. Σ’ αυτήν  οι λέξεις κλειδιά θα είναι ευελιξία, το άτομο η επιχείρηση, ενώ εμφανίζεται η  καπιταλιστική αγορά σαν πλαίσιο ανάπτυξης της  δημοκρατίας και ανάδειξης των ικανοτήτων των πολιτών, ώστε ακόμα και σ’  αυτήν την εποχή της εξαθλίωσης μας οι προοπτικές που πιστεύουμε ότι ανοίγονται να εξυπηρετούν τον καπιταλισμό, που όλοι αδιαμαρτύρητα θα αποδεχόμαστε, παρασυρμένοι από  τις φαντασιώσεις μας για ατομική επιτυχία.