Τρίτη, 1 Ιανουαρίου 2013

«ΝΟΜΙΚΟΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ»

         Επειδή ο  φόβος της κυρίαρχης τάξης  για  απώλεια  της λαϊκής συναίνεσης  εμπεδώνεται καθώς εφαρμόζονται τα μέτρα λιτότητας και οι ενδοαστικές συγκρούσεις  αποκαλύπτουν τα φαινόμενα αποσύνθεσης στην κορυφή της εξουσίας, ο πιο εύκολος τρόπος για τη λοξοδρόμηση της σκέψης μας σε ελέγξιμα μονοπάτια είναι να μας πείσει ότι όλα είναι ευθύνη μερικών ανθρώπων που καταχράστηκαν εξουσία, χρήμα κλπ. Η διαφθορά και η ιδιοποίηση δημόσιου χρήματος οφείλονται λοιπόν είτε σε θεσμικά κενά είτε κυρίως στη στάση, συμπεριφορά, χαρακτήρα κλπ. ατόμων και ομάδων απέναντι στους υπάρχοντες θεσμούς.  
         Πριν από μερικούς μήνες φάνηκε το σύστημα να αποβάλλει τον Τσοχατζόπουλο, τώρα αποβάλλει τον Παπακωνσταντίνου και ποιος ξέρει ποιος άλλος αναλώσιμος πολιτικός έχει σειρά. Το μήνυμα που περνά είναι ότι οι κυβερνώντες  νομιμοποιούνται όχι μόνο επειδή ασκούν εξουσία βάσει του νόμου, αλλά και γιατί  οι αποφάσεις και οι ενέργειές τους ανταποκρίνονται στις προσδοκίες και ικανοποιούν τις ανάγκες του κοινωνικού συνόλου, έστω κι αν δεν το καταλαβαίνουν αυτό όλοι.  
       Μόνο που  όλα αυτά τα ποικιλώνυμα σκάνδαλα είναι τέτοια για τα άμεσα θιγόμενα συμφέροντα μερίδων της κυρίαρχης τάξης παρά για τις υποτελείς τάξεις, των οποίων η εκμετάλλευση μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα συνεχίζεται ως την εξαθλίωση, παρά τη ρητορική για υλοποίηση της «λαϊκής βούλησης» στους κανόνες δικαίου, που σε συνθήκες έντονης ταξικής πάλης χρησιμοποιείται  ξεκάθαρα για να αποσπάσει την οικειοθελή υποταγή μας. Γιατί   όλα αυτά τα θεσμικά πλαίσια,  νομικοί κανόνες κλπ επαρκώς εσωτερικευμένα  δύσκολα οδηγούν σε συνολική αναίρεση  η αμφισβήτηση του  καπιταλιστικού συστήματος που προσδιορίζει και ελέγχει μ’  αυτόν τον τρόπο τη συμπεριφορά μας προς αυτό, ακόμα κι όταν απειλείται  απ’ αυτό η επιβίωσή μας. Γιατί, όπως λέει και ο Φρ. Ενγκελς η «εργατική τάξη… δε μπορεί να βρει μια πλήρη έκφραση της βιοτικής της κατάστασης στη νομική φαντασιοπληξία της αστικής τάξης» 
   « Αλλά η αστική τάξη δημιούργησε το αρνητικό της δίδυμο, το προλεταριάτο, και  μαζί μ’ αυτό  έναν καινούργιο ταξικό αγώνα που ξέσπασε πριν η αστική τάξη συμπληρώσει την  κατάχτηση της πολιτικής εξουσίας. Όπως η αστική τάξη στον καιρό της ήταν αναγκασμένη από τη δύναμη της παράδοσης να σέρνει τη θεολογική άποψη μαζί της, για κάμποσο  καιρό, στη μάχη ενάντια στους ευγενείς, έτσι, και το προλεταριάτο,  στην αρχή πήρε τη νομική άποψη από τον αντίπαλο του και αναζήτησε σ’  αυτήν  όπλα ενάντια στην αστική τάξη. Τα πρώτα στοιχεία του  κόμματος του προλεταριάτου, όπως και οι θεωρητικοί τους αντιπρόσωποι, στηρίζονται ολοκληρωτικά  στη νομική «βάση του δικαίου», με μόνη  τη διαφορά ότι  χτίσανε για λογαριασμό τους μια διαφορετική  βάση «δικαίου» από τη βάση  της αστικής τάξης. Από τη μια πλευρά το αίτημα  για ισότητα απλωνόταν έτσι που η ισότητα στο δίκαιο θα έπρεπε να ολοκληρωθεί με την κοινωνική ισότητα. Από την άλλη μεριά, από την πρόταση του Ανταμ Σμιθ ότι η εργασία είναι πηγή κάθε πλούτου, αλλά ότι το προϊόν της εργασίας πρέπει να μοιράζεται με το γαιοκτήμονα και τον κεφαλαιούχο, βγήκε το συμπέρασμα ότι αυτό το μοίρασμα ήταν άδικο και ότι έπρεπε ή να καταργηθεί ή να τροποποιηθεί σε όφελος του εργάτη. Αλλά η αντίληψη ότι αν αφηνόταν το πρόβλημα  αυτό μονάχα στη «βάση δικαίου» σε καμιά περίπτωση δε γινόταν πιθανή η κατάργηση των κακών συνθηκών που δημιούργησε ο αστικοκεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής, δηλ. ο τρόπος παραγωγής που στηριζόταν σε μια πλατιά κλίμακας βιομηχανία, οδήγησε ήδη τότε τα ανώτερα πνεύματα ανάμεσα τους παλιότερους σοσιαλιστές – Σαιν Σιμόν, Φουριέ, ¨Οουεν, να εγκαταλείψουν ολοκληρωτικά το νομικοπολιτικό πεδίο και να κηρύξουν κάθε πολιτικό αγώνα άκαρπο.
         Και οι δυο αυτές απόψεις εξίσου δεν ήταν ικανοποιητικές για να εκφράσουν σωστά και ν’ αγκαλιάσουν πλέρια τον πόθο της εργατικής τάξης, για χειραφέτηση, που δημιούργησαν οι οικονομικές συνθήκες. Το αίτημα για το πλήρες προϊόν της εργασίας, όπως επίσης το αίτημα για ισότητα, χάθηκαν σε άλυτες αντιθέσεις, μόλις διατυπώθηκαν νομικά λεπτομερώς κι αφήκαν τον πυρήνα του προβλήματος – τη μεταβολή του τρόπου παραγωγής- περισσότερο ή λιγότερο άθικτο. Η απόρριψη του πολιτικού αγώνα από τους μεγάλους ουτοπιστές ήταν ταυτόχρονα η απόρριψη του ταξικού αγώνα, δηλ. την μόνης μορφής δράσης της τάξης που τα συμφέροντά της αντιπροσωπεύανε. Και οι δυο απόψεις έκαναν αφαίρεση του ιστορικού βάρους που σ’  αυτό  χρωστούσαν την ύπαρξή τους. Και οι δυο προσφεύγανε στο αίσθημα: μερικοί στο αίσθημα της δικαιοσύνης, άλλοι στο αίσθημα του ανθρωπισμού. Και οι δυο στόλιζαν τα αιτήματά τους με τη μορφή  ευσεβών πόθων που η καθεμιά δε μπορούσε να πει γιατί έπρεπε να πραγματοποιηθούν,  εκείνο ακριβώς τον καιρό, κι όχι χίλια χρόνια πριν ή αργότερα.
     Η εργατική τάξη, που με την αλλαγή του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής σε κεφαλαιοκρατικό τρόπο, στερήθηκε την ιδιοχτησία όλων των παραγωγικών μέσων και με το μηχανισμό του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής ασταμάτητα περιέρχεται πάλι στην κληρονομική  εκείνη κατάσταση της έλλειψης κάθε περιουσίας, δε μπορεί να βρει μια πλήρη έκφραση της βιοτικής της κατάστασης στη νομική φαντασιοπληξία της αστικής τάξης. Μπορεί να γνωρίζει  πλέρια  αυτή τη βιοτική  κατάσταση μόνη της αν κοιτάζει τα πράγματα στην πραγματικότητά τους χωρίς γυαλιά νομικά χρωματισμένα. Αλλά ο Μαρξ τη βοήθησε να το πράξει με την υλιστική του αντίληψη της ιστορίας, δίνοντας  την απόδειξη  ότι όλες, νομικές, πολιτικές, φιλοσοφικές, θρησκευτικές και άλλες ιδέες του ανθρώπου, πηγάζουν σε τελευταία ανάλυση από τις οικονομικές συνθήκες της ζωής του, από τον τρόπο παραγωγής του και της ανταλλαγής του προϊόντος. Ετσι έδωσε την κοσμοθεωρία που αντιστοιχεί στις συνθήκες ζωής και τον αγώνα του προλεταριάτου. Μονάχα η απουσία  ψευδαισθήσεων στα κεφάλια των εργατών μπορούσε ν’ αντιστοιχεί  στην έλλειψη ιδιοχτησίας τους. Και η προλεταριακή αυτή  κοσμοθεωρία απλώνεται τώρα σ’ όλο  τον κόσμο»
                                                              Φρ. Ενγκελς «Νομικός Σοσιαλισμός» μτφ. Γ. Βιστάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια: