Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2025

ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟΙ ΕΜΠΑΙΓΜΟΙ

 

Με τον πρωθυπουργό Κ. Μητσοτάκη  και όλους τους παρατρεχάμενους του να αναφέρονται στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ σαν να μην αφορά την κυβέρνηση, με διαβεβαιώσεις τους για επίλυσή των προβλημάτων που παρουσιάστηκαν,  γιατί ήταν ανεπαρκές το κράτος, γιατί ήταν χρόνια η παθογένεια, με την   εξεταστική επιτροπή για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, όπου πολλές από τις στιχομυθίες μαρτύρων εμπλεκομένων στις επιδοτήσεις και βουλευτών να μην έχουν τίποτε να ζηλέψουν από επιθεωρησιακά κείμενα, δίνεται γενικότερα η εντύπωση εμπαιγμού του αγροτικού κόσμου και όχι μόνο.
         Οι αγρότες με τα μπλόκα στους δρόμους κάνουν ξανά τη φωνή τους να ακουστεί με τις διαμαρτυρίες τους για ένα άδικο και διεφθαρμένο σύστημα που στην ουσία ευρωπαϊκές και εθνικές επιδοτήσεις συγκεντρώνονται σε χέρια λίγων. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι οι αγρότες χρειάζονται δίκαιες τιμές για τα προϊόντα τους, πολιτικές που να εξασφαλίζουν το μέλλον τους, ασφαλείς δεσμεύσεις χρηματοδότησης τους, αλλά επί του πρακτέου ελάχιστα γίνονται.  
          Ο αγρότης πάντα εξασφάλιζε μια ιδιαίτερη θέση στην κοινωνία, αφού αυτός παράγει τα βασικά αγαθά για την ανθρώπινη διαβίωση. Τα οικογενειακά αγροκτήματα πάντα ήταν κάτι περισσότερο από μια ευκαιρία για να κερδίσει κανείς χρήματα. Η προστιθέμενη αξία ήταν η προσκόλληση σε παραδοσιακές αξίες, το δέσιμο με τη  γη, η διατήρηση των χωραφιών στην οικογένεια για γενιές, η συμμετοχή όλης της οικογένειας στην καλλιέργειά τους. Με τη μηχανοποίηση  η απασχόληση στη γεωργία μειώθηκε, το μέσο μέγεθος των εκμεταλλεύσεων αυξήθηκε, οι παραδοσιακές δομές άλλαξαν. Και φαίνεται ότι έχει ξεκινήσει η διαδικασία ολοκληρωτικής υπαγωγής της γεωργίας στο κεφάλαιο. Η έλευση της ψηφιακής γεωργίας, η δυναμική των φυτικών γονιδιωμάτων κ.λ.π., είναι οι προάγγελοι της γεωργίας υψηλής έντασης κεφαλαίου. Η καπιταλιστική γεωργία βασισμένη στη συγκέντρωση της εκμετάλλευσης στα χέρια των καπιταλιστών επιχειρηματιών θα μετατρέψει τους  μικροκαλλιεργητές σε υπαλλήλους. Και ο γεωργικός τομέας θα λειτουργεί με τις αρχές του ανταγωνισμού για μεγιστοποίηση του κέρδους.
           Αν λοιπόν  η γεωργία προωθήθηκε και επιδοτήθηκε σε μεγάλο βαθμό από την Ε.Ε, με συνέπεια πολλοί οικογενειακοί αγρότες να διαφύγουν από τη φτώχεια, αλλά και μεγάλοι γαιοκτήμονες να μετατραπούν σε παγκόσμιους κολοσσούς τροφίμων, όμως τα τελευταία χρόνια για τους μικρούς και οικογενειακούς αγρότες τίποτε δεν ανταποκρίνεται στις  ελπίδες που δόθηκαν παλιότερα, με πάρα πολλούς να αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες ή και τα χειρότερα, την εγκατάλειψη της αγροτικής καλλιέργειας.  Η Ε.Ε θεωρείται, και είναι πλέον για πολλούς, εχθρός, καθώς  αδιάφορη επιβάλλει γραφειοκρατικούς κανόνες στους μικρούς αγρότες, ενώ οι ηγέτες της φαίνονται να χαλαρώνουν μια χαρά τους περιορισμούς στις εισαγωγές για τις παγκόσμιες γεωργικές δυνάμεις.
          Είναι που το όραμα της γεωργίας της Ε.Ε από νωρίς ήταν η οικονομία κλίμακας, μεγαλύτερες αγροτικές ιδιοκτησίες, μεγαλύτερες εκμεταλλεύσεις, καθορισμός τυποποιημένων κανόνων πέρα ​​από σύνορα. Και όσο οι επιδοτήσεις ήταν άφθονες, τα παράπονα περιορίζονταν. Αντί για πείνα, υπήρχε σπατάλη με τη δημιουργία «βουνών από βούτυρο» ή, όπως το ζήσαμε κι εμείς,  απόσυρση πλεονάζουσας παραγωγής, επειδή τα γεωργικά προϊόντα πληρώνονταν ανεξάρτητα από τη ζήτηση των πελατών.
Γρήγορα όμως δημιουργήθηκε ένα ρεύμα ανησυχίας μεταξύ των αγροτών, που ζούσαν με την αστάθεια των εποχών και του κλίματος, και των αξιωματούχων της Ε.Ε που νομοθετούσαν στα γραφεία τους. Κάθε αναθεώρηση της λεγόμενης Κοινής Αγροτικής Πολιτικής της Ε.Ε προκαλούσε γκρίνιες, καθώς οι μικροκαλλιεργητές ένιωθαν όλο και πιο αποξενωμένοι από τις νέες πολιτικές, αλλά αναγκάζονταν να προσαρμοστούν αν ήθελαν να επιβιώσουν. Με επίκληση κάθε φορά της σωτηρίας του περιβάλλοντος περισσότεροι κανόνες, που συνεπάγονταν μεγαλύτερο κόστος, επιβλήθηκαν στους αγρότες και διεύρυναν περαιτέρω το χάσμα μεταξύ των αγροτικών καλλιεργειών και των πολιτικών γραφείων. Κι αν όμως αυτοί έρχονται  αντιμέτωποι με κάθε είδους αυστηρούς κανόνες, οι εισαγωγείς δεν είναι απαραίτητο να συμμορφώνονται με τους ίδιους κανονισμούς και διευκολύνουν προς όφελός τους τον ανταγωνισμό με  τις χαμηλότερες τιμές.  
               Στη χώρα μας τα προβλήματα έχουν φτάσει σε κρίσιμο σημείο για τους αγρότες και γενικά με όσους ασχολούνται με τον πρωτογενή τομέα, που η θέση τους επιδεινώθηκε και από την κακοκαιρία Ντάνιελ και από την κυβερνητική ολιγωρία στην εξάπλωση της ευλογιάς στα αιγοπρόβατα,  ενώ  και  με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ γίνεται φανερή η αδιαφορία των κυβερνώντων, σε βαθμό προσβλητικό,  για το μέλλον  του πρωτογενούς τομέα  στη χώρα μας. Η διαφθορά βέβαια που αποκαλύπτεται με αυτό το σκάνδαλο δεν είναι η μόνη και κύρια αιτία της κακοδαιμονίας της γεωργίας.
         Εξάλλου η έννοια της πολιτικής διαφθοράς είναι ένα από τα νήματα στο εννοιολογικό οικοδόμημα στις αστικές μας δημοκρατίες, που ξετυλίγονται για να δικαιολογηθούν ανισότητες και ανάλγητες πολιτικές. Και αν στο ζήτημα του ΟΠΕΚΕΠΕ η κινητοποίηση για αποκάλυψή του έχει αφετηρία την Ε.Ε δεν γίνεται για άλλους λόγους παρά ακριβώς για μεγιστοποίηση της κινητικότητας των κεφαλαίων με όρους και κανόνες που έχουν επιβληθεί απ’ αυτήν και πρέπει να ακολουθηθούν. Και μ’ αυτόν τον τρόπο, όπως και στην αναζήτηση δικαιοσύνης στο έγκλημα των Τεμπών, η Ε.Ε των ισχυρών πολυεθνικών συμφερόντων παρουσιάζει την πολιτική της ως καθολικό αγαθό, κάτι που γίνεται προς όφελος και των πιο αδύναμων, παρά ως μέρος της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Κι ενισχύεται έτσι και εγχωρίως ότι μια πιο διαφανής  και ηθική κυβέρνηση μπορεί να ωθήσει και σε μεγαλύτερη οικονομική ανάπτυξη και άμβλυνση των ανισοτήτων. 
Επειδή όμως ο πυρήνας  της αστικής πολιτικής είναι οι συγκρούσεις ιδιωτικών συμφερόντων, η επιμονή στη διαφάνεια δεν έχει ως αποτέλεσμα μια κυβέρνηση πιο ανοιχτή στα συμφέροντα και τις απαιτήσεις των αδύναμων, αλλά μάλλον βοηθά στην απόκρυψη του τρόπου λειτουργίας και στόχων των καπιταλιστικών κρατών.  Καθώς χρέος, φτώχεια, υπανάπτυξη στις καπιταλιστικές κοινωνίες παρουσιάζονται ως προϊόντα διαφθοράς, ενώ είναι εγγενή του καπιταλιστικού τρόπου οργάνωσης της παραγωγής, η αναζήτηση έντιμων και ηθικών πολιτικών γίνεται το αέναο, χωρίς αποτέλεσμα, διακύβευμα των εκλογών.
Βέβαια, όσο ο φόβος και η ανασφάλεια των εργαζομένων αποθρασύνει τους κυβερνώντες, όσο το μαζικό λαϊκό κίνημα είναι αποδυναμωμένο, κυβερνήσεις όπως του Κ. Μητσοτάκη δεν θα διστάζουν με έπαρση και αλαζονεία να εμπαίζουν τους εργαζομένους με ελεημοσύνες επιδομάτων και  φρούδες υποσχέσεις. Όπως τώρα  που  αποκαλύπτεται η διαπλοκή της βιωσιμότητας του πρωτογενούς τομέα και των μικροπολιτικών συμφερόντων και η κυβέρνηση παριστάνει την έκπληκτη και ανίδεη.  Για να φτάνει σε τέτοιο σημείο  η ανημποριά μας  που να αρκούμαστε  ακόμα και μόνο στην αποπομπή όλου αυτού του κυβερνητικού συρφετού με παρατρεχάμενους πολιτικάντηδες ή προπαγανδιστές δημοσιογράφους, πιστεύοντας ότι θα βελτιωθεί η κοινωνική μας πραγματικότητα. Μέχρι να ξαναέλθει η διάψευση.

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2025

«ΔΕΝ ΜΕ ΠΕΙΡΑΖΕΙ»

 

O ιμπεριαλισμός και ο καπιταλισμός εισέρχονται σε μια βαθιά κρίση νομιμότητας, η οποία ακολουθεί μια χρόνια κρίση υπερπαραγωγής, παραγωγικότητας και κερδοφορίας, ενώ οι ζωές των ανθρώπων χειροτερεύουν. Η άρχουσα τάξη δεν σταματά να ψάχνει και να βρίσκει λύσεις που τη βγάζουν από αδιέξοδα. Η πιο …κλασική και συχνά η πιο αποτελεσματική για την προώθηση των συμφερόντων της είναι η προώθηση λύσεων που να μοιάζουν για τους καταπιεσμένους ριζοσπαστικές, έως και επαναστατικές, όπως ήταν στα καθ’ ημάς η προώθηση της εκλογής του ΣΥΡΙΖΑ,  όπως αντικατοπτρίζεται ακόμα και στις ΗΠΑ στην επιλογή για δημάρχου της Νέας Υόρκης του Ζ. Μαμντάνι. Η νίκη του χαρακτηρίστηκε νίκη προοδευτικών δυνάμεων ενώ ο πρόεδρος Τραμπ δεν δίστασε  να τον χαρακτηρίσει και κομμουνιστή.
        Μόνο που  αποφεύγεται η υπενθύμιση ότι πίσω από τη νίκη του βρίσκονται εκατομμυριούχοι χρηματοδότες και προβάλλονται στο προσκήνιο οι ωραίες του ομιλίες, χωρίς και πάλι να επισημαίνεται ότι οι πράξεις υπερισχύουν των λέξεων και ότι αμέτρητες φορές στο παρελθόν τα όμορφα λόγια τα μεγάλα δεν λύνανε προβλήματα, μόνο ξεγελούσαν όσους τα είχαν. Κι αναρωτιέται κανείς πόσες φορές ο εργαζόμενοι πρέπει να εξαπατηθούν από την ελπίδα για την αλλαγή των συνθηκών διαβίωσης τους, πριν συνειδητοποιήσουν ότι δεν είναι η αλλαγή των ανθρώπων στην εξουσία που θα το καταφέρει, αλλά η πίεση των μαζικών κινημάτων,  γιατί είναι το καπιταλιστικό σύστημα και όχι απλώς κάποιοι άνθρωποι ανάλγητοι που υποχρεώνει την πλειοψηφία των εργαζομένων ανά τον κόσμο να περιμένει κάτω από το τραπέζι για τα αποφάγια της άρχουσας τάξης.
           Οι εκλογές ξεκάθαρα δεν έχουν αρκετή σημασία για να μετακινήσουν τη βελόνα έτσι που να επηρεάζει, αλλά αντίθετα το  status quo συνεχίζει μετά από κάθε εκλογική διαδικασία  σαν να μην συνέβη τίποτα στην κάλπη, εκτός από ένα θέατρο. Οι συμβολικές εκλογές έχουν σχεδιαστεί και ελέγχονται για να δώσουν στους ψηφοφόρους την ψευδαίσθηση της ελπίδας και της προόδου.
        Ειδικά, πρέπει να γίνεται κατανοητό  γιατί οι δισεκατομμυριούχοι χρηματοδοτούν όλα τα κόμματα που εμφανίζονται σε πολιτικές  κοκορομαχίες, αλλά δεν αμφισβητούν, ίσα ίσα που υποστηρίζουν, τον πυρήνα της αστικής πολιτικής. Για να  έχουν τα αποτελέσματα που θέλουν και με τη συναίνεση  της μεγάλης πλειοψηφίας.
Αυτό λοιπόν  που έκανε τον  Ζ. Μαμντάνι να εκλεγεί στην Ν. Υόρκη δεν ήταν μόνο οι υποσχέσεις του.  Ήταν ο θυμός του κόσμου. Είναι μια ένδειξη ότι η γενοκτονία στη Γάζα και η παλαιστινιακή αντίσταση, μαζί με τις δυσμενείς συνθήκες διαβίωσης έχουν αλλάξει μεγάλο μέρος του κόσμου, με τις δυτικές κυβερνήσεις να ψάχνουν τρόπους να τιθασεύσουν αυτήν την οργή και θυμό.  Παρόμοια με αυτό που οδήγησε στα καθ’ ημάς στην εκλογή Μητσοτάκη, από θυμό για την «προδοσία» Τσίπρα και προηγουμένως, η αγανάκτηση για τα μνημόνια,  στην εκλογή ΣΥΡΙΖΑ.  Η πλειοψηφία θέλει την αλλαγή, μόνο που αυτή δεν συμβαίνει ποτέ, όταν δεν οργανώνεται κανένα μαζικό κίνημα ενάντια στον καπιταλισμό, τον πόλεμο, τις συνθήκες διαβίωσης. Κι απλώς παρασυρμένο ένα πλήθος ανθρώπων από τις υποσχέσεις αρχηγών που προβάλλονται ως εναλλακτικοί οδηγούνται ξανά να υπερασπίζονται ό,τι καταστρέφει τη ζωή τους.
Κι αφού κατάκατσε η σκόνη με την εκλογή του Μαμντάνι, αποδεικνύεται ότι μάλλον περισσότερο βοηθά παρά πληγώνει το σύστημα, γιατί  το προμηθεύει με σημαντικά πολιτικά πυρομαχικά με ελάχιστο έως μηδενικό κόστος, συμβάλλοντας στη διαιώνισή του.  Και φαίνεται αυτό από τον  ιδεολογικό του αντίπαλο, τον Ντ. Τραμπ που βρήκε εύκολο πεδίο αντιπαράθεσης και κυριαρχίας του, καθώς αυθαίρετα τον  αποκαλεί κομμουνιστή, κι έτσι εξασφαλίζει  εύκολα απεριόριστα σημεία συζήτησης σ’ ένα εικονικό περιβάλλον αντιπαλότητας.
            Τελικά η σχέση αυτών των δυο πόλων αποτυπώνεται στην εικόνα του Μαμντάνι που χαμογελά με τον πρόεδρο Τραμπ στη συνάντηση μαζί του, ιδιαίτερα τη στιγμή που ο Τραμπ άνετα  επιτρέπει να τον αποκαλούν φασίστα σε ζωντανή μάλιστα μετάδοση. Κι αυτή η χαλαρότητα δεν είναι απλώς ένα προειδοποιητικό σημάδι, είναι η συμπύκνωση του είδους την πολιτικής που προωθείται και από τους εναλλακτικούς υποψήφιους. Σε ερώτηση δημοσιογράφων στον Μαμντάνι αν επιβεβαιώνει ότι πιστεύει πως ο Τραμπ είναι φασίστας, ο ίδιος ο πρόεδρος, πατρονάροντάς του, τον προέτρεψε να το παραδεχτεί. Κι ενώ ο Μαμντάνι προσπάθησε να προχωρήσει σε μια μακροσκελή, αμήχανη και ήπια εξήγηση των δηλώσεών του ο Τραμπ τον γλίτωσε …ευγενικά από την αμηχανία και του επέτρεψε να πει απλώς «ναι», αφού «Είναι πιο εύκολο από το να εξηγήσεις. Δεν με πειράζει» Κι έτσι έκανε το δήμαρχο σαν μαθητούδι να φαίνεται γελοίος.
             Μόνο που τα πράγματα είναι πολύ πιο σοβαρά. Η ιστορία έχει δείξει ότι όταν η αυθαιρεσία  γίνεται αστείο, όταν ο αυταρχισμός γίνεται φυσιολογικός, όταν η λογοδοσία γίνεται προαιρετική τότε ακόμα και η αστική δημοκρατία δεν έχει πολλά περιθώρια να κρατήσει έστω και τα προσχήματα. Δεν είναι μια απλή ατάκα η προτροπή του Τραμπ, αλλά αποκαλύπτει πόσο άνετη έχει γίνει η εξουσία με το δικό της σκοτάδι που δεν τη νοιάζει πια να το κρύβει. Και φαίνεται για άλλη μια φορά με την εκλογή του Μαμντάνι  ότι η όποια γοητεία ή σαγήνη των πολιτικών δεν λειτουργεί στον πραγματικό κόσμο της πολιτικής που έχει να κάνει με την καθαρή εξουσία, παρά μόνο στο βαθμό που θα πρέπει να παραπλανήσει τα πλήθη.
             Στον πραγματικό κόσμο όλη η Δύση υποκρίνεται ότι στη Γάζα υπάρχει κατάπαυση πυρός, ενώ η καταστροφή και βία της εθνοκάθαρσης συνεχίζονται, με το Ισραήλ ανεξέλεγκτα σε ρόλο τρομοκράτη. Οι ΗΠΑ με την σιγουριά  της υπερδυναμίας τους παρακάμπτοντας τους Ευρωπαίους προωθούν σχέδιο ειρήνευσης,  που ευνοεί τη Ρωσία, στην Ουκρανία, 28 σημείων πιέζοντας την τελευταία να το αποδεχτεί.  Αρχηγοί κρατών και λοιποί αξιωματούχοι ανά την Ευρώπη με δηλώσεις τους συμμετέχουν σε μια ιδεολογική προθέρμανση για πιθανή πολεμική σύγκρουση, ενώ αυξάνονται οι στρατιωτικές δαπάνες και μεθοδεύεται η προπαγάνδα που θα παρασύρει τα μεγάλα πλήθη.  Και οι σαγηνευτικοί πολιτικοί που δεν θίγουν καν τους καπιταλιστικούς ανταγωνισμούς για ζώνες επιρροής, νέες αγορές δεν είναι παρά μέρος αυτής της προπαγάνδας που εφησυχάζει και πραγματικά «δεν πειράζουν».

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2025

ΚΟΜΒΟΣ …Η ΘΥΜΑΡΙΑ

Οι θριαμβολογίες την προηγούμενη εβδομάδα  της κυβέρνησης για τις συμφωνίες για γεωτρήσεις ορυκτών καυσίμων στη Μεσόγειο Θάλασσα, με τη βοήθεια των ΗΠΑ, συνεχίστηκαν, την παραμονή της επετείου του Πολυτεχνείου,  με τη συμφωνία που υπογράφηκε με τον Β. Ζελένσκι για μεταφορά αμερικανικού υγροποιημένοι φυσικού αερίου από την Ελλάδα στην Ουκρανία.
         Παραπάνω από μισό αιώνα μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου και τα συνθήματα στην πόρτα του, έξω το ΝΑΤΟ, έξω οι ΗΠΑ, που ήταν και βασικά αιτήματα του λαϊκού κινήματος ιδιαίτερα των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης φαίνεται να ξαναποκτούν στις μέρες μας την βαρύνουσα σημασία τους. Κι αν πενήντα χρόνια τώρα κανείς από τη πολιτική μας ηγεσία δεν αναθεώρησε τους πάγιους προσδιορισμούς της χώρας στο διεθνές πεδίο, με την τελευταία όμως κυβέρνηση Μητσοτάκη όχι απλώς συρρικνώνονται, αλλά ακυρώνονται a priori όλες οι δυνατότητες και του ελάχιστου αναπροσανατολισμού. 
         Δεμένοι στο άρμα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, με την αστική μας τάξη να επιδιώκει πάση θυσία συμμετοχή στα κέρδη από πολέμους και αποκλεισμούς από τους οποίους δεν λείπει η χώρα μας, η πολιτική μας ηγεσία για το μόνο που ενδιαφέρεται είναι να κάμψει εσωτερικές αντιστάσεις, ακόμα και την ελάχιστη κριτική, καθώς μας προετοιμάζει για έναν μελλοντικό
         Κι ενώ για να γεμίσουν βουνά και λαγκάδια με ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά δεν σταματούσε η προπαγάνδα για  την πράσινη ενέργεια  και σε κάθε αδυναμία αντιμετώπισης των  συνεπειών  ενός φυσικού φαινομένου η επίκληση  στην κλιματική αλλαγή αθώωνε την ολιγωρία  των αρμοδίων, όλα αυτά ξεχάστηκαν όταν απαιτήθηκε από τη μεγάλη μας προστάτρια.  
Την ίδια ημέρα λοιπόν που οι παγκόσμιοι ηγέτες έφτασαν στη σύνοδο κορυφής COP30 στη Βραζιλία για να πιέσουν για περισσότερη δράση για την κλιματική αλλαγή, η Ελλάδα ανακοίνωσε ότι θα ξεκινήσει γεωτρήσεις για ορυκτά καύσιμα στη Μεσόγειο Θάλασσα, με τη βοήθεια των ΗΠΑ. Σύμφωνα με τη συμφωνία, η μεγαλύτερη πετρελαϊκή εταιρεία της Αμερικής, η ExxonMobil, που θα κατέχει το 60% του έργου μαζί με τον μεγαλύτερο ενεργειακό όμιλο  στην Ελλάδα, την HelleniQ Energy που θα κατέχει το 10%  και την ανεξάρτητης διεθνή εταιρεία Energean    θα κάνουν  γεώτρηση  για εξερεύνηση φυσικού αερίου στο Block 2 στο Ιόνιο Πέλαγος.
Η Ελλάδα ήταν πριν τον πόλεμο στην Ουκρανία, στο τέλος ενός συστήματος ενεργειακού εφοδιασμού που κυριαρχούσε η Ρωσία. Σήμερα γίνεται η πύλη προς την Ευρώπη για το αμερικανικό ενεργειακό εμπόριο και η άρχουσα τάξη της θριαμβολογεί γι’ αυτό, χωρίς προβληματισμό για την αντικατάσταση της μιας εξάρτησης από την άλλη, αφού εξάλλου το μόνο ενδιαφέρον της είναι  η κερδοφορία.  Φυσικά και για τον πρόεδρο Τραμπ είναι μια νίκη για να ενισχύσει την παγκόσμια κυριαρχία της αμερικανικής βιομηχανίας ορυκτών καυσίμων. Η άρχουσα τάξη της χώρας μας συντονίζει το βηματισμό της με την κυβέρνηση των ΗΠΑ.
Και αποδεικνύεται  πια όλο το ενδιαφέρον περί πράσινης μετάβασης ένα προπέτασμα καπνού για να κρύβονται οι επιδιώξεις ισχύος και οι κερδοφορίες επιχειρήσεων με φωτοβολταϊκά και ανεμογεννήτριες.  Τώρα, που τα συμφέροντα άλλα επιτάσσουν, δεν σταματούν οι θριαμβολογίες για τις γεωτρήσεις φυσικού αερίου, ένα ορυκτό καύσιμο που συμβάλλει σημαντικά στην υπερθέρμανση του πλανήτη, όμως αποτελεί και κινητήρια δύναμη οικονομικής ανάπτυξης και στρατηγικός μοχλός.
Μόνο που η εξόρυξη και εκμετάλλευση του φυσικού αερίου της Ανατολικής Μεσογείου συνοδεύεται από σημαντικές γεωπολιτικές εντάσεις. Οι επικαλυπτόμενες αποκλειστικές οικονομικές ζώνες (ΑΟΖ) μεταξύ παράκτιων κρατών, οι διαφωνίες σχετικά με την αναγνώριση τους ορισμένων κυβερνήσεων και οι ιστορικές αντιπαλότητες μεταξύ Τουρκίας, Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ, Λιβάνου και Αιγύπτου περιπλέκουν την εκμετάλλευση και την εμπορία αυτών των πόρων. Γι’ αυτό αυτοί οι πόροι φυσικού αερίου, δεν είναι  απλώς ένα οικονομικό ζήτημα, αλλά  βρίσκονται στη διασταύρωση ενεργειακών στρατηγικών, διεθνών σχέσεων και γεωπολιτικών συγκρούσεων, μετατρέποντας την Ανατολική Μεσόγειο σε έναν χώρο όπου, επειδή είναι ταυτόχρονα πολλά υποσχόμενος και ασταθής, η ενέργεια γίνεται μέσο ισχύος και διπλωματίας. Και στη μέση οι λαοί που πάλι θα υποστούν τις συνέπειες των ανταγωνισμών μέχρις εσχάτων.
Στην πραγματικότητα ο πόλεμος στη Ουκρανία, που με τα χρήματα των φορολογουμένων της ΕΕ επιδοτείται τρεισήμισι χρόνια τώρα, έχει εδραιώσει τα ενεργειακά συμφέροντα  των ΗΠΑ στην Ευρώπη μέσω των αυξημένων εξαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου, με την Ελλάδα να παρέχει τις αποθήκες για τη διαμετακόμισή του. Τρεισήμισι χρόνια  μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, εκατομμύρια Ουκρανοί συνεχίζουν να ζουν με φόβο και οικογένειες σε όλη την Ευρώπη βαδίζουν σε τεντωμένο σχοινί λόγω των υψηλών λογαριασμών ρεύματος. Αντίθετα, οι μεγαλύτερες εταιρείες ορυκτών καυσίμων στον κόσμο έχουν αποκομίσει τεράστια κέρδη από  όλη αυτή τη δυστυχία, συσσωρεύοντας πλούτο που δεν θα μπορούσαν να ονειρευτούν πριν ο Πούτιν εισβάλει στη Ρωσία.
Πενήντα χρόνια από την εξέγερση του Πολυτεχνείου, που οι εξεγερμένοι φοιτητές με το λαό  απαιτούσαν την απεμπλοκή της χώρας από νατοϊκούς σχεδιασμούς των ΗΠΑ,  και πια όλο το αστικό πολιτικό σύστημα συναινεί στην άσκηση  μιας εξωτερικής πολιτικής που εξυπηρετεί τις επιλογές των ΗΠΑ ή της ΕΕ, ακόμα κι αν θα πρέπει να δικαιολογηθούν τα εγκλήματα του Ισραήλ ή οι υπέρογκες αυξήσεις της ενέργειας. Κι αν ο φόβος και η αχνή ελπίδα  μικροαστικών κοινωνικών στρωμάτων για διατήρηση και ίσως βελτίωση της κοινωνικής τους κατάστασης τα οδηγεί να υποστηρίζουν τις διάφορες κυβερνήσεις που ασκούν την ίδια  εξωτερική πολιτική, στην εφαρμογή της όμως  στην ταξική πραγματικότητα αυτή η πολιτική αποκαλύπτει τα αντιλαϊκά, ακόμα κι αντιδραστικά χαρακτηριστικά της, που τίποτε καλό δεν προμηνύουν για τους καθημερινούς ανθρώπους.
  Πόσο βαθιά οι κυβερνήσεις μας εμπλέκουν στους ανταγωνισμούς  της περιοχής  γίνεται πασιφανές από τις δηλώσεις της Γκίλφοϊλ για τη μετατροπή της χώρας σε ενεργειακό κόμβο και την επιθυμία για αμερικανικές υποδομές στην Ελλάδα σαν αντιστάθμισμα στην κινέζικη επιρροή με το λιμάνι του Πειραιά.
Κι ύστερα αναρωτιόμαστε αν η εξέγερση εκείνου του Νοέμβρη δικαιώθηκε και αν το μήνυμα εκείνου του αγώνα φοιτητών και εργαζομένων είναι ακόμα επίκαιρο.

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2025

«ΜΕ ΤΗ ΔΩΡΕΑ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ»

 

Πολύς ο λόγος και η δημοσιότητα για την απόφαση του δημοτικού συμβουλίου της Πάτρας να αφαιρέσει  από τα σχολεία πινακίδες  που διαφημίζονταν  τράπεζες ως χορηγοί του προγράμματος «Μαριέττα Γιαννάκου» που ανακαινίζει και αναβαθμίζει σχολεία. Από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο Π. Μαρινάκη που απέδωσε την απόφαση αυτή στην ιδεοληψία του δήμαρχου Πάτρας Κ. Πελετίδη  μέχρι το δημοσιογράφο Κ. Παπαχλιμίντζο στην ΕΤ1 με τις εξυπνακιαδίστικες ατάκες να προτείνει  ο δήμαρχος λίστα αυτών που επιτρέπεται να κάνουν χορηγίες, κοινός παρονομαστής είναι η απαίτηση για έκφραση ευγνωμοσύνης για τις δωρεές και χορηγίες επιχειρήσεων και ομίλων που χρηματοδοτούν δημόσια αγαθά                                                      Κι αναρωτιέται κανείς πόσο αυτή η αντίληψη απέχει από εκείνη του 19ου  αιώνα, που  εύρισκε τη λύση για τις άθλιες συνθήκες που ο καπιταλισμός επεφύλασσε στην εργατική τάξη στη φιλανθρωπία των βικτωριανών βιομηχάνων. Δύο αιώνες από την εποχή του Ντίκενς, που τα κοινωνικά προβλήματα πιστεύονταν ότι λύνονται ή τουλάχιστον βελτιώνονται  από τον καλοσυνάτο πλούσιο  που δίνει γαλοπούλες τα Χριστούγεννα στους φτωχούς, ο κυβερνητικός λόγος και ο υποστηρικτικός της, και όχι μόνο στην Ελλάδα, υποστηρίζει τις καινούργιες μορφές φιλανθρωπίας για να καλύψει την κοινωνική ανισότητα.  
        Στη σύγχρονη εποχή γίνεται λόγος για εταιρική κοινωνική ευθύνη, με τις επιχειρήσεις, τις πολυεθνικές να κάνουν δωρεές, ενώ απομυζούν τους υπαλλήλους τους, με τις τράπεζες να χρηματοδοτούν κοινωνικά προγράμματα, ενώ βγάζουν σε πλειστηριασμούς τα σπίτια των οικονομικά αδύναμων.  
        Σε μια εποχή που το εργατικό κίνημα ψάχνει να ξαναβρεί το βηματισμό του σ’ ένα καπιταλιστικό περιβάλλον που επιδιώκει πάντα και παντού κερδοφορία, με το κοινωνικό κράτος να έχει διαλυθεί,  η  παιδεία, υγεία, πολιτισμός υποχρηματοδοτούνται, παρόλη τη φορολογία των εργαζομένων. Η  πρακτική λοιπόν  της χορηγίας έρχεται, όχι βασικά να επιλύσει, αλλά να εξωραϊσει σειρά ζητημάτων που αφορούν κυρίως στην εξεύρεση των οικονομικών πόρων για δημόσια αγαθά  από δωρεές χορηγών.  Μόνο που αν εστιάσουμε λίγο πιο προσεκτικά στη χορηγία, μάλλον θα εντοπίσουμε όψεις που της προσδίδουν μια αρνητική χροιά και μονιμοποιούν τις σχέσεις εξάρτησης από τους χορηγούς.
         Γιατί και η χορηγία δεν είναι παρά μια σχέση συναλλαγής, αν και οι όροι της δεν είναι πάντα εμφανείς. Μια τέτοιας μορφής οικονομική στήριξη παροχής δημόσιων αγαθών θεωρείται τις τελευταίες δεκαετίες σχεδόν αναγκαία, αφού η μειωμένη κρατική τους χρηματοδότηση είναι από τα πρώτα μέτρα που λαμβάνονται στις καπιταλιστικές μας δημοκρατίες για χάριν υποτίθεται της ανάπτυξης. 
         Ακόμα όμως κι αν  αποκρύπτονται οι  υπόγειες στοχεύσεις των χορηγών, με όρους που δεν είναι διαυγείς και με κίνητρα αδιευκρίνιστα, σίγουρα έχουν θετικό αντίκτυπο για την επιχείρηση οι φοροαπαλλαγές, η προβολή ενός κοινωνικού προφίλ της χορηγού επιχείρησης, η διασημότητα που αποκτά ο χορηγός και το αναβαθμισμένο κοινωνικό του προφίλ.  Κι επειδή οι επιχειρήσεις φυσικά δεν δίνουν σχεδόν ποτέ χρήματα υπό μορφή χορηγίας με κριτήρια εξωοικονομικά, δηλ. ηθικά ή κοινωνικά, αλλά βασικό τους κίνητρο είναι το οικονομικό, με τις χορηγίες το πιο πιθανό είναι να δημιουργούνται  εξαρτήσεις, ώστε να χρησιμοποιούνται ως μοχλό πίεσης στην κρατική εξουσία. Όσο μάλιστα αυξάνει η εξάρτηση μέσω χορηγιών της προσφοράς δημόσιων αγαθών τόσο αυξάνει και η αδυναμία πραγματοποίησης μακροχρόνιου σχεδιασμού, εφόσον οι χορηγίες συνήθως ορίζονται σε βραχυχρόνιο διάστημα χωρίς συνέχεια. Εξάλλου η εξάρτηση της παροχής δημόσιων αγαθών από αποφάσεις του επιχειρηματικού κόσμου δεν οδηγεί παρά σε έναν ανταγωνισμό,  με αύξηση της πιθανότητας άσκησης πιέσεων και εκβιαστικών πρακτικών,    όπου αυτοί που παίρνουν τελικά τις αποφάσεις  δεν έχουν  ούτε απαραίτητα τη γνώση ή το ενδιαφέρον για ζητήματα που πρέπει να λυθούν. Είναι ενδεικτικά τα  περιστατικά με την πτώση σοβάδων  και  θερμοσίφωνα σε σχολεία της Ηγουμενίτσας που είχαν ενταχθεί στο πρόγραμμα ανακαίνισης σχολείων «Μαριέττα Γιαννάκου» 
       Τελικά, η σύγχρονη πρακτική της χορηγίας, ως διελκυστίνδα μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού, με τη μορφή του εταιρικού, στην πραγματικότητα αντιμετωπίζει και τα δημόσια αγαθά ως μια ακόμα αγορά. Συγχρόνως βέβαια  μετασχηματίζεται το οικονομικό κεφάλαιο σε κοινωνικό, που θα συμβάλει στην περαιτέρω συσσώρευση οικονομικού κεφαλαίου. Κι αυτό αποδεικνύεται ιδιαίτερα κρίσιμο για επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε πεδία με κακή φήμη, όπως οι τράπεζες.
       Το αξιοσημείωτο είναι  ότι με τις δωρεές στην παιδεία, αυτά τα ψίχουλα ελεημοσύνης από τα αμέτρητα κέρδη τους,  οι τράπεζες αναδεικνύουν κοινωνική δράση που βοηθά στη δημιουργία του ανθρωπιστικού τους προφίλ. Κι έτσι μπορεί  να αξιοποιηθεί η όποια αίγλη από τη σύνδεση με την παιδεία, προκειμένου να εξασφαλιστεί μια σειρά συμβολικών και άυλων πλεονεκτημάτων, φήμη, εξασφάλιση εμπιστοσύνης του κοινού, με μακροπρόθεσμα οικονομικά οφέλη. Οι τράπεζες επιδιώκουν την ενσωμάτωση στην στρατηγική τους της μέριμνάς τους για την παιδεία αλλά και τον πολιτισμό, σε μια προσπάθεια προσέγγισης των καταναλωτών στον απόηχο της οικονομικής  κρίσης και της κακής τους φήμης με την ανακεφαλαιοποίησή τους εις βάρος των εργαζομένων.
        Κάπως  έτσι  λοιπόν η ανάδειξη των εταιρειών ως χορηγών σηματοδοτεί και την αλλαγή στην πρόσληψη των επιχειρήσεων από αποδιοπομπαίους τράγους σε ιερές αγελάδες, που μόνο προσφέρουν στην κοινωνία, γιατί η ευημερία της εξαρτάται απ’ αυτές.  Οι χορηγίες γίνονται το όχημα δημόσιων σχέσεων για τις επιχειρήσεις που αποκτούν κοινωνική ορατότητα και τοποθετούνται και στην αγορά της κοινωνικής προσφοράς,  με τους εργαζόμενους να  πρέπει να είναι και ευγνώμονες γι’  αυτές τις χειρονομίες καλοσύνης.  Που δεν είναι όμως παρά ελεημοσύνες με λογότυπο.