Πέμπτη 14 Οκτωβρίου 2021

ΔΗΜΟΣΚΟΠΗΣΕΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΑ

 

Σ’ αυτά τα δυο χρόνια διακυβέρνησης της Ν.Δ, στις  επαναλαμβανόμενες δημοσκοπήσεις, στην πλειοψηφία τους,  επιδοκιμάζεται σε γενικές γραμμές η κυβέρνηση και το έργο της, με κάποια σχεδόν αδιάφορα σκαμπανεβάσματα εν μέσω μάλιστα τέτοιων δυσχερών καταστάσεων. Συνεχίζει λοιπόν να κατέχει την πρωτιά στις προτιμήσεις των εκλογέων ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης και το κόμμα του της Ν. Δημοκρατίας και στην τελευταία  δημοσκόπηση της MARC που πραγματοποιήθηκε για τον τηλεοπτικό σταθμό ΑΝΤ1, στο διάστημα που η ελληνογαλλική αμυντική συμφωνία διαφημιζόταν από την κυβέρνηση και η διαγραφή του Κ. Μπογδάνου από την ΚΟ της ΝΔ χρησιμοποιούνταν σαν αποδεικτικό δημοκρατικότητας της.  
         Όλες οι δημοσκοπήσεις μοιάζει σαν να θέλουν λιγότερο να αποτυπώσουν την έστω και στιγμιαία εικόνα της κοινής γνώμης και περισσότερο να πείσουν για τη θετική γνώμη  της πλειοψηφίας του εκλογικού σώματος στην παρούσα κυβέρνηση του Κ. Μητσοτάκη. Γι’ αυτό και ο απόηχος από την παραίτηση του πρωθυπουργού της Αυστρίας Κρουτς εξαιτίας σκανδάλου για στημένες δημοσκοπήσεις και χειραγώγηση ΜΜΕ υπέρ του, φαίνεται να έφτασε μέχρι τη χώρα μας και ο  ΣΥΡΙΖΑ, με το σύνολο των κομμάτων της αντιπολίτευσης να ανταποκρίνεται θετικά,  ζητά τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής που θα διερευνήσει "κατ’ επανάληψη πράξεις χειραγώγησης της κοινής γνώμης από την κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη με χρήματα των ίδιων των φορολογουμένων που αποτελούν και το αντικείμενο της χειραγώγησης". 
         Καθώς στις αστικές δημοκρατίες διαφημίζεται πως η θέληση του λαού είναι το ανώτατο κριτήριο για την αξιολόγηση των κυβερνήσεων, η αξία των κυβερνητικών πολιτικών κρίνεται από τη δημοτικότητά τους. Και είναι οι δημοσκοπήσεις, με  τον επιστημονικό και αντιπροσωπευτικό χαρακτήρα τους,  που ισχυρίζονται ότι προσφέρουν αξιόπιστη και επιστημονικά ανεπτυγμένη γνώση των επιθυμιών, των φόβων και των πεποιθήσεων των ανθρώπων, και έτσι δίνεται μια συγκεκριμένη μορφή στην αρχή της λαϊκής βούλησης. Μόνο που τα αποτελέσματα που προκύπτουν από τις δημοσκοπήσεις είναι στην πραγματικότητα προϊόν αλληλεπίδρασης μεταξύ της  κοινής γνώμης και του μέσου έρευνας, παρόλο που η έρευνά του διαμορφώνεται σύμφωνα με τη μεθοδολογία των φυσικών επιστημών και δίνουν μια  εντύπωση τεχνικής πολυπλοκότητας και επιστημονικής αντικειμενικότητας.
         Οι δημοσκοπήσεις πολλές φορές αποδεικνύεται πως δεν αντανακλούν την κοινή γνώμη, αλλά μάλλον ότι γίνεται προσπάθεια να χρησιμοποιηθούν για να την επηρεάσουν. Κραυγαλέο παράδειγμα μιας τέτοιας χρήσης των δημοσκοπήσεων ήταν εκείνες του δημοψηφίσματος του 2015 όπου όλες έδειχναν οριακή διαφορά μεταξύ του ΝΑΙ και του ΟΧΙ. Δίνοντας λοιπόν μια ψευδή εικόνα της κοινής γνώμης, είτε σκοπίμως είτε από αδυναμία αποτύπωσής της, καθώς θεωρείται πως αυτές είναι αξιόπιστες και χρήσιμες δεν είναι δύσκολη η παραπλάνηση των ανθρώπων. Γιατί βέβαια δεν μπορεί να υποστηριχτεί ότι οι δημοσκοπήσεις απλώς μπορεί να ασκήσουν στο κοινό επιρροή με τον ίδιο τρόπο που μπορεί να το κάνει ένα βιβλίο ή μια συζήτηση για δημόσιες υποθέσεις.  
          Οι διάφορες έρευνες γνώμης μπορούν αναμφίβολα να ενθαρρύνουν τη συζήτηση για τρέχοντα προβλήματα και μάλιστα  να θέτουν τα ερωτήματα πάνω σ’ αυτά με τρόπο που να εκμαιεύονται απαντήσεις οι οποίες  ευνοούν αυτόν που χρηματοδοτεί την έρευνα. Έτσι λοιπόν, η αίσθηση ότι υπάρχει μικρή υποστήριξη για την άποψη κάποιου μπορεί να αποθαρρύνει και ακόμη και να εκφοβίσει τους υποστηρικτές μιας μειονοτικής άποψης, αποτρέποντας το ζήτημα αυτό να τεθεί. Εδώ οι δημοσκοπήσεις μπορούν είτε να λειτουργήσουν ως διορθωτικές είτε να θέσουν ένα φρένο στη συζήτηση, κάνοντας την άποψη της μειονότητας να φαίνεται ακόμη λιγότερο δημοφιλής από ό, τι είναι στην πραγματικότητα. Αντίθετα, οι πληροφορίες σχετικά με την πλειοψηφική γνώμη προκαλούν ορισμένους ανθρώπους να υιοθετήσουν την άποψη της πλειοψηφίας γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο. Η πιο προφανής συνέπεια αυτής της αλλαγής είναι ότι η δημοσκόπηση μπορεί να παρουσιάσει λανθασμένα την ατζέντα των ανησυχιών του κοινού, καθώς αυτό που φαίνεται σημαντικό για τους οργανισμούς που υποστηρίζουν τις δημοσκοπήσεις μπορεί να αποδειχθεί εντελώς διαφορετικό από τις ανησυχίες του κοινού
        Οι δημοσκοπήσεις ολοένα και πολλαπλασιάζονται, ίσως γιατί πιστεύεται πως αυτός είναι ένα τρόπος για να δείχνει η ηγεσία πως ενδιαφέρεται να μάθει τις επιθυμίες των πολιτών, οι οποίοι έτσι πείθονται πως οι πολιτικοί τους ακούν. Κι αν οι πολιτικοί δεν μπορούν να προβλέψουν παρά σε γενικές γραμμές για τις αντιδράσεις στις αποφάσεις τους, με τις δημοσκοπήσεις μπορούν να ανιχνεύσουν το εύρος της συμφωνίας των πολιτών ως συνόλου με αυτές. Η διαπίστωση δυσαρέσκειας εκ μέρους τους ωθεί τους πολιτικούς να αλλάξουν όχι τόσο θέσεις για να ταιριάζουν με τη δημόσια διάθεση, όσο την  επικοινωνιακή διαχείρισή τους, σ’ έναν κόσμο όπου επικρατούν τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. 
        Πριν από την έλευση των δημοσκοπήσεων, θα μπορούσε κανείς να συμπεράνει συχνά την κοινή γνώμη από την πολιτική συμπεριφορά. Σήμερα, η κοινή γνώμη είναι συνώνυμη με τις δημοσκοπήσεις, ενώ αυτή και μέχρι πριν μερικά χρόνια  περισσότερο προσδιορίζονταν με τις ταραχές, διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες. Οι δημοσκοπήσεις εξάγουν, οργανώνουν και δημοσιοποιούν την κοινή γνώμη χωρίς να απαιτείται καμία ενέργεια εκ μέρους του κατόχου της γνώμης. Φυσικά, η δημόσια παρουσίαση της γνώμης μέσω δημοσκοπήσεων δεν αποκλείει με κανέναν τρόπο την επακόλουθη έκφρασή της μέσω συμπεριφοράς. Η προφανής αρετή των δημοσκοπήσεων είναι ότι επιτρέπουν την αναγνώριση και διαχείριση λαϊκών συμπεριφορών - ακόμη και συμπεριφορών των πιο ήσυχων τομέων του πληθυσμού - προτού υλοποιηθούν σε κάποια μορφή δυσάρεστης, αποδιοργανωτικής ή απειλητικής πολιτικής δράσης.το πλαίσιο των δημοκρατιών και των δικτατοριών, οι κυβερνήσεις έχουν επίσης χρησιμοποιήσει ευρείες δημοσκοπήσεις για να αποτρέψουν την πιθανότητα ανυπακοής και λαϊκής αναταραχής Η δημοσκόπηση χρησιμοποιήθηκε γενικά ως βοήθημα στην εφαρμογή της πολιτικής. Οι δημοσκοπήσεις μπορούν να παρέχουν στην εξουσία μια ιδέα για το τι είναι και δεν είναι πιθανό να ανεχθούν οι πολίτες, και έτσι να τους βοηθήσουν στη χειραγώγησή τους για να αποφύγουν εκτεταμένες λαϊκές αντιδράσεις. 
        Οι δημοσκοπήσεις συνήθως δημιουργούν ερωτήματα που ενδιαφέρουν τους πελάτες αλλά κυρίως και τους αγοραστές των αποτελεσμάτων, δηλ. κόμματα, εφημερίδες, πολιτικούς υποψήφιους, κυβερνητικές υπηρεσίες, επιχειρήσεις, κ.λ.π. Ερωτήσεις που δεν έχουν άμεση σχέση με την κυβέρνηση, τις επιχειρήσεις ή τους πολιτικούς δεν βρίσκουν εύκολα τον δρόμο τους στις δημοσκοπήσεις. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για ζητήματα που έχουν σχέση με την εγκυρότητα του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος ή τη νομιμότητα της κυβερνητικής αρχής, ζητήματα που καμιά αστική κυβέρνηση ή επιχείρηση δεν  θέλει να τίθενται, πόσο μάλλον με δικά τους έξοδα.
         Καθώς ζητείται  συνεχώς από τους ερωτηθέντες να επιλέξουν μεταξύ εναλλακτικών λύσεων που ορίζονται από αυτούς που παραγγέλλουν τη δημοσκόπηση,  οι έρευνες συμβάλλουν στη μείωση του ορίζοντα της δημόσιας συζήτησης και ενισχύουν τα όρια του τι οι πολίτες θα πρέπει να  θεωρούν ρεαλιστικές πολιτικές και κοινωνικές δυνατότητες. Μπορούν δηλ. να αλλάζουν τους προβληματισμούς και τα ζητήματα που πρέπει να απασχολούν την κοινή γνώμη. Οι απόψεις που αντλούνται από δημοσκοπήσεις σχετίζονται με  ζητήματα που αφορούν την κυβέρνηση, τις επιχειρήσεις ή άλλους χορηγούς δημοσκόπησης και  οι ερωτήσεις της έχουν μια μορφή προτροπής ως τελικό σκοπό τους.
        Εν ολίγοις,  οι εταιρείες πραγματοποιούν έρευνες για να πείσουν τους καταναλωτές να αγοράσουν τα προϊόντα τους. Οι υποψήφιοι λαμβάνουν δημοσκοπήσεις για να πείσουν τους ψηφοφόρους να τους υποστηρίξουν. Οι κυβερνήσεις διεξάγουν δημοσκοπήσεις για να κερδίσουν την υπακοή των πολιτών.  Και πολλές φορές πολλοί από αυτούς τους στόχους συμπλέκονται στενά.

Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2021

ΜΕ ΠΡΟΣΧΗΜΑ ΤΗΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

Η εκπαιδευτική λειτουργία συγκεντρώνει το ενδιαφέρον και την προσοχή των υπεύθυνων παραγόντων, καθώς η παιδεία είναι ο δρόμος που οδηγεί στο μυαλό και την ψυχή των νέων και είναι από τους πιο βασικούς παράγοντες που τους καθορίζει και κατ’ επέκταση και το κοινωνικό σύνολο.  Καθώς  λοιπόν το είδος της παρεχόμενης εκπαίδευσης αντανακλά προτεραιότητες και στόχους του πολιτικού συστήματος είναι οι νόμοι του  που τους αποκαλύπτουν πιο  ξεκάθαρα από κάθε βαρύγδουπη πολιτική δήλωση για εκδημοκρατισμό ή εκσυγχρονισμό του σχολείου και δείχνουν τις κατευθύνσεις της πολιτικής.
      Με τον νόμο 4823/2021 του υπουργείου Παιδείας για την «Αναβάθμιση του σχολείου, ενδυνάμωση των εκπαιδευτικών και άλλες διατάξεις για την εκπαίδευση» που ψηφίστηκε από τη Βουλή το καλοκαίρι, η στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αποσκοπεί στην υποταγή των εκπαιδευτικών συστημάτων των διαφόρων χωρών της Ευρώπης στα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου εφαρμόζεται και στη χώρα μας. Κι αν αυτά τα σχέδια της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθορίζονται με πολύπλευρο τρόπο από τις κυβερνήσεις κάθε χώρας, σε όλες όμως αυτά ταυτίζονται με τη συνεχή επίθεση εναντίον των φοιτητών και των εργατικών και λαϊκών οικογενειών, οι οποίες δυσκολεύονται ολοένα και περισσότερο να αποκτήσουν πρόσβαση σε τριτοβάθμια εκπαίδευση, αλλά και ενάντια στους εκπαιδευτικούς, των οποίων οι συνθήκες εργασίας συνεχίζουν να επιδεινώνονται, καθώς η συμμετοχή του ιδιωτικού κεφαλαίου στα διάφορα σχολικά συστήματα, ενισχύει την εμπορευματοποίηση τους. Αυτό το εκπαιδευτικό σύστημα που δημιουργείται στις διάφορες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν στοχεύει στην πλήρη εκπαίδευση, την προσωπική, πολιτιστική και κοινωνική ανάπτυξη της προσωπικότητας κάθε μαθητή, αλλά μάλλον σε μια αποσπασματική και κατακερματισμένη γνώση που προορίζεται για μια γενιά φθηνού εργατικού δυναμικού που χρειάζονται οι καπιταλιστές. Δεν είναι λοιπόν  η συγκεκριμένη υπουργός  Ν. Κεραμέως ο εμπνευστής των νομοθετημάτων που φέρνει στη Βουλή, αν και δεν πρέπει να της αμφισβητήσουμε τη ζέση και  προθυμία με την οποία τα υπερασπίζεται και την κακοπιστία με την οποία αντιμετωπίζει τις αντιδράσεις συκοφαντώντας τες.
     Καθώς η τελευταία παγκόσμια σύρραξη έφερε τους λαούς στο προσκήνιο με διεκδικήσεις, η πεποίθηση ότι η πρόοδος της εκπαίδευσης θα οδηγούσε στην ισοπέδωση των ανισοτήτων ενίσχυε τα προγράμματα μεταρρύθμισης του σχολείου. Το οποίο  από τη δεκαετία του 1960 έκανε άλμα σε μια γενική μαζικοποίηση του, καθώς διαπιστώθηκε η συμβολή της εκπαίδευσης στην οικονομική ανάπτυξη και η εκπαίδευση αξιολογήθηκε ως ένα αποφασιστικό μέσο κοινωνικής αναδόμησης.   Μόνο που τις τελευταίες δεκαετίες γίνεται όλο και πιο εμφανές πως οι περιορισμοί στην εκπαίδευση, με διάφορα προσχήματα, υπενθυμίζουν ότι η εκπαιδευτική διαδικασία  όπως διαμορφώνεται πια  δεν στηρίζει την καταπολέμηση των ανισοτήτων. Προωθείται η ιδιωτικοποίησή της ή ως  πανάκεια για την βελτίωση της ποιότητάς της ή ως λύση για την ελεύθερη επιλογή σχολείων.  Έτσι, από τη δεκαετία του ’90 οι χρηματοδοτήσεις από το κράτος  ιδιωτικών σχολείων μέσω ενός συστήματος κουπονιών εκπαίδευσης προσείλκυσε μεγάλους ιδιωτικούς ομίλους και επιχειρηματικά κεφάλαια, όπως π.χ. στη Σουηδία, ενώ  ή διαχείριση δημόσιων σχολείων από ιδιωτικούς φορείς επέτρεψε την είσοδο του ιδιωτικού τομέα στο δημόσιο για να αποκομίσει κέρδη, όπως στην Αγγλία.. Εξάλλου η ιδιωτικοποίηση, με όποιον τρόπο γίνεται (συστηματική ή καλυμμένη) έχει επιπτώσεις σοβαρές για τους φτωχούς μαθητές, εφόσον τα μη κερδοφόρα σχολεία υπάρχει κίνδυνος να κλείνουν αφήνοντας τους χωρίς σχολική λύση.    
     Και κάπως έτσι νομοθετούνται πρακτικές και ιδέες του ιδιωτικού τομέα για να ισχύουν στη δημόσια εκπαίδευση που θα συρρικνώνεται. Άλλωστε η εμπορευματοποίηση των εκπαιδευτικών συστημάτων αποτελεί παγκόσμια ατζέντα υπό την ηγεσία του ΟΟΣΑ. Ένας όμως εξωτερικός χορηγός δεν παρέχει μόνο οικονομική υποστήριξη αλλά και στόχους, δέσμευση και ιστορικό επιτυχίας εκτός του κρατικού σχολικού συστήματος. Και ένα ισχυρό διακύβευμα τότε προβάλλει: πώς μπορούν  ιδιωτικά εκπαιδευτικά συστήματα ή δημόσια που εμφορούνται από αξίες της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας να μεταδώσουν συλλογικές αξίες όταν ενθαρρύνουν τον κατακερματισμό της κοινωνίας σε ιδιωτικές ομάδες και συμφέροντα και προκρίνουν την κερδοφορία.
      Η κυβέρνηση Μητσοτάκη σε όλους τους τομείς συνεχίζει να υλοποιεί, με ιδιαίτερο βέβαια ζήλο, τις υπαγορεύσεις της ΕΕ όπως συμβαίνει εδώ και μια δεκαετία απ’ όλες τις κυβερνήσεις  με τα μνημόνια, και η εκπαίδευση βέβαια δεν εξαιρείται. Ο νόμος αυτός έρχεται λίγους μήνες μετά τον νόμο 4777/2021 για την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής και  την πανεπιστημιακή αστυνομία  και διαπνέεται από το ίδιο πνεύμα απαξίωσης  της δημόσιας εκπαίδευσης και αυταρχικότητας της διοίκησης.  Στην ίδια γραμμή, στη Βουλή, η υπουργός Ν. Κεραμέως  με το πρόσχημα της ενίσχυσης της αυτονομίας της σχολικής μονάδας με την αποκέντρωση του συστήματος και τη μεταφορά αρμοδιοτήτων στα σχολεία, ιδιαίτερα σε  διευθυντές που δίνεται περισσότερη δύναμη και έλεγχος,  προωθεί  στην ουσία την ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης. Ενώ την ίδια στιγμή η λύση που επιβάλλει  στο πρόβλημα της έλλειψης εκπαιδευτικών με τη συγχώνευση τμημάτων και αύξηση, εν καιρώ πανδημίας, του αριθμού μαθητών ανά τμήμα, αντανακλά ακριβώς αυτήν τη συγκεκριμένη πολιτική.  
      Οι εκπαιδευτικοί αντιδρούν στην αξιολόγηση που αφορά την σχολική μονάδα, όχι την εκπαιδευτική κοινότητα, όπως διακινείται, για να κατηγορηθούν για  επαγγελματική ανεπάρκεια.  Αυτή η έννοια της αξιολόγησης, που έχει τόσο δεινοπαθήσει μαζί με την άλλη της αξιοκρατίας, χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για να εξωραΐσει τις αντιλαϊκές πολιτικές και στον τομέα της εκπαίδευσης. Μ’ αυτήν την αξιολόγηση επιδιώκεται η κατηγοριοποίηση των σχολείων, για να δρομολογηθεί η χρηματοδότηση, σύμφωνα με τις επιδόσεις, και η προσέλκυση χορηγών, που  μπορούν να εισέλθουν στο κρατικό σχολικό σύστημα. Οι πρακτικές που νομοθετούνται ενισχύουν τη σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα με την εξωτερική ανάθεση ορισμένων σχολικών δραστηριοτήτων σε μεγάλες εταιρείες στον τομέα της εκπαίδευσης, με τους εκπαιδευτικούς να προσθέτουν στις υποχρεώσεις τους κι εκείνες τις ενέργειες που ελκύουν …επενδυτές στο σχολείο τους, το οποίο εξελίσσεται σε προθάλαμο μια άγριας αγοράς εργασίας. Το αποφασιστικό κίνητρο γίνεται ο ανταγωνισμός στην αγορά, η αυξημένη αυτονομία του σχολείου καθιστά δυνατή την ανταπόκριση  του στις επιλογές των γονέων, από την  οικονομική κατάσταση των οποίων θα εξαρτάται το σχολείο. Για να καταλήξουν μύθος  οι διακηρύξεις της αστικής δημοκρατίας για ίσες ευκαιρίες και  ίδιο δικαίωμα στη μόρφωση, τώρα που η οικονομική ανάπτυξη δεν έχει ανάγκη την μαζικοποίηση της εκπαίδευσης, αλλά αρκεί η ανάπτυξη δεξιοτήτων. 
    Η αυριανή  λοιπόν 24ωρη απεργία των εκπαιδευτικών πρέπει να είναι  μαζική για να αποδειχθεί η αποτελεσματικότητα της συνδικαλιστικής αντίστασης, που είναι η δύναμη των εργαζομένων.

Τρίτη 5 Οκτωβρίου 2021

ΕΚΠΟΙΗΣΕΩΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ

 

Οι αναθέσεις  κοινωνικών υπηρεσιών σε ιδιώτες και η πώληση επιχειρήσεων κοινής ωφελείας ήταν συνεχώς επιδιωκόμενοι στόχοι της εφαρμοζόμενης πολιτικής τις τελευταίες δεκαετίες και αποτέλεσαν απροκάλυπτα το επίκεντρό της στα χρόνια της οικονομικής κρίσης, με το αιτιολογικό της εξοικονόμησης λειτουργικού κόστους με την μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα.
        Τον τελευταίο καιρό ήρθε πάλι στο προσκήνιο η ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ με την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της, χωρίς τη συμμετοχή του βασικού μετόχου του Δημοσίου που θα μειώσει, χωρίς να πουλήσει μετοχές,  τη συμμετοχή του περίπου στο 34%, ενώ ολοκληρώνονται και οι διαδικασίες για την ανάδειξη προτιμητέου  επενδυτή για την εξαγορά του 49% των μετοχών ΔΕΔΔΗΕ. Κατά τον κυρίαρχο λόγο, όπως διαδίδεται από τα ΜΜΕ, με την Αύξηση Μετοχικού Κεφαλαίου στον οποίο καταφεύγει η ΔΕΗ διασφαλίζεται και ο μεγαλύτερος έλεγχος των συμφερόντων του Δημοσίου ως μεγαλύτερου μετόχου της εταιρείας και απεμπλέκεται η ΔΕΗ από τους περιορισμούς και την έλλειψη ευελιξίας του Δημοσίου. Συγχρόνως βέβαια υποστηρίζεται πως εξυπηρετείται η στρατηγική μετατόπισης της εταιρείας στην πράσινη ενέργεια, την πολλά υποσχόμενη  προσπάθειες για επενδύσεις και επεκτάσεις του κεφαλαίου. Βέβαια προς το παρόν, εκτινάσσονται οι τιμές ρεύματος για τα νοικοκυριά, που αποδίδονται στη διεθνή κρίση ενέργειας, και  η κυβέρνηση υπόσχεται οριζόντια για όλους απορρόφηση  των αυξήσεων,  με το Ταμείο ενεργειακής μετάβασης που θα καλύπτει το 80% των αυξήσεων.   
          Εν τω μεταξύ,  η ΔΕΗ από το 2001 έχει εισαχθεί στο χρηματιστήριο και μέχρι το 2011 το Ελληνικό Δημόσιο είχε ποσοστό μετοχικού κεφαλαίου λίγο πάνω από το 51%. Από το 2011 ένα ποσοστό της 17% μεταβιβάστηκε από το Δημόσιο στο ΤΑΙΠΕΔ, για να πωληθεί για την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους. Το υπόλοιπο 34% μεταβιβάστηκε το 2016 στο λεγόμενο Υπερταμείο,  την Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας ΑΕ (ΕΕΣΥΠ), το οποίο συστήθηκε με το άρθρο 184 του νόμου 4389/2016 που  ψηφίστηκε στη Βουλή στις 22 Μαΐου 2016.
          Και αν η κυβέρνηση και η αντιπολίτευση των αστικών κομμάτων, με τις εναλλαγές τους σ’ αυτούς τους ρόλους,  οι οποίοι υπέγραψαν και υπερασπίστηκαν τα μνημόνια εξαθλίωσης του συνόλου των εργαζομένων θέλουν να πείσουν για το τέλος της οικονομικής κρίσης, αν βέβαια δεν προέκυπτε η πανδημία, είναι όμως οι νόμοι και οι μηχανισμοί που εφαρμόστηκαν και συνεχίζουν να ισχύουν που τους διαψεύδουν. Όπως είναι ο νόμος για την ίδρυση του Υπερταμείου Ιδιωτικοποιήσεων του οποίου η λειτουργία δεν πρέπει να ξεχνιέται.
           Η ίδρυσή του προβλέπεται από το τρίτο μνημόνιο του Ιουλίου του 2015, ως προαπαιτούμενο της συμφωνίας Ελλάδας -Κομισιόν, που περιείχε τη δέσμευση της Ελλάδας  να συγκεντρώσει κάτω από μια ενιαία στέγη τα  δημόσια περιουσιακά στοιχεία, για να προχωρήσει σε ιδιωτικοποιήσεις.
         Έτσι, στο άρθρο 186 του νόμου  παράγραφος 2  του νόμου 4389/2016 για το Υπερταμείο,  αναφέρεται πως  «η διάρκεια της Εταιρείας ορίζεται σε ενενήντα εννέα (99) έτη» και ότι «Η διάρκεια δύναται να παρατείνεται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του μοναδικού μετόχου», όπου μοναδικός μέτοχος είναι το Ελληνικό Δημόσιο. Κατά το άρθρο 190 « Τα όργανα της Εταιρείας είναι η Γενική Συνέλευση του μοναδικού μετόχου, το Εποπτικό Συμβούλιο, το Διοικητικό Συμβούλιο (ΔΣ) και οι Ελεγκτές», ενώ  «Το ανώτατο όργανο της Εταιρείας είναι η Γενική Συνέλευση του μοναδικού μετόχου,  δηλαδή του Ελληνικού Δημοσίου, όπως αυτό εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών». Το Εποπτικό Συμβούλιο είναι υπεύθυνο για την εποπτεία του ΔΣ της Εταιρείας και αποτελείται από πέντε μέλη εκ των οποίων τα τρία επιλέγονται από το μοναδικό μέτοχο, μετά από σύμφωνη γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Κομισιόν) και του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας που ενεργούν από κοινού, ενώ τα δυο, μεταξύ των οποίων ο Πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου, επιλέγονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, ενεργώντας από κοινού, μετά από σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών. Είναι σαφές ότι και τα πέντε μέλη, μεταξύ αυτών και ο πρόεδρος, πρέπει, έτσι ή αλλιώς, να εγκρίνονται από την κομισιόν. 
          Στο άρθρο 201 περιγράφονται «Μέθοδοι και διαδικασία αξιοποίησης», σύμφωνα με το οποίο «Προκειμένου να προβούν σε ιδιωτικοποίηση περιουσιακών τους στοιχείων, η Εταιρεία και οι άμεσες θυγατρικές της (εξαιρουμένων των ΤΧΣ και ΤΑΙΠΕΔ) δύναται να προβαίνουν ενδεικτικά στην πώλησή τους, τη μεταβίβαση οποιωνδήποτε εμπράγματων ή ενοχικών δικαιωμάτων επί αυτών ή την εισφορά των τελευταίων σε ανώνυμες εταιρείες (Α.Ε.) ή ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρείες (Ι.Κ.Ε.) και στη συνεπακόλουθη πώληση των σχετικών μετοχών σε τρίτους». 
          Εν ολίγοις με το Υπερταμείο χρησιμοποιείται το τ σύνολο της Δημόσιας Περιουσίας  ως ενέχυρο για τα δάνεια του ελληνικού κράτους από τους Διεθνείς και Ευρωπαϊκούς Μηχανισμούς Στήριξης. Αυτό  έχει ως συνέπεια όχι μόνο την εκποίηση σε ιδιώτες καπιταλιστές και σε πολύ χαμηλές τιμές της δημόσιας περιουσίας, αλλά και  την απώλεια κρατικού ελέγχου σε κρίσιμους τομείς όπως ενέργεια και μεταφορές. Η παράταση της διάρκειας του Υπερταμείου και μετά τη λήξη των δανειακών υποχρεώσεων σηματοδοτεί τη δέσμευση της χώρας χωρίς ουσιαστικά ημερομηνία λήξης,  ενώ προβλέπεται και η δυνατότητα να ενταχθούν σε αυτό και νέα περιουσιακά στοιχεία.
           Στην ουσία το Δημόσιο με ευθύνη των αστικών κυβερνήσεων εκποιεί σε ιδιώτες και σε πολύ φθηνή τιμή  «έτοιμες αξίες», για να διευκολύνει τις επενδύσεις και την υψηλή κερδοφορία των ιδιωτικών επιχειρήσεων. 
            Επιπλέον, ούτε καν η ελληνική κυβέρνηση δεν ελέγχει το Ταμείο, αφού τα δύο από τα μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου επιλέγονται με σύμφωνη Γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του EMS και τα υπόλοιπα τρία επιλέγονται από αυτήν, ενώ το Εποπτικό Συμβούλιο διορίζει τα μέλη του Δ.Σ. με απλή διατύπωση γνώμης του Υπουργού. Τα Ευρωπαϊκά όργανα λοιπόν καθορίζουν ουσιαστικά την επενδυτική πολιτική, ενώ καμιά πρόβλεψη δεν υπάρχει για κοινοβουλευτικό έλεγχο ή λογοδοσία για  τους χειρισμούς της Εταιρείας.
          Αντίστοιχος οργανισμός διαχείρισης δημόσιας περιουσίας συστήθηκε στην ενιαία Γερμανία μετά την ανατροπή της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας,  με την επωνυμία Treuhand,  για την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας της Ανατολικής Γερμανίας, που εξελίχθηκε σε λεηλασία. Λειτούργησε από το 1990 έως το 1994, παραχωρώντας σε ιδιώτες 8.500 δημόσιες επιχειρήσεις και  σε πολλές περιπτώσεις σε τιμές πολύ χαμηλότερες από την αξία τους, με σκάνδαλα διαφθοράς  που απασχόλησαν επί σειρά ετών τα δικαστήρια.
         Κρίνοντας από τον πρωτοφανή  όγκο, τη διάρκεια και την ποιότητα του προγράμματος εκποίησης, μπορεί να συμπεράνει κανείς ότι η  πολιτική των τριών μνημονίων συνεχίζεται και  υλοποιείται σταδιακά, με τις απαραίτητες βέβαια θριαμβολογίες που θέλουν να παραπλανήσουν.
            Όσο για τις επενδύσεις, πέρα από μια λιγότερο ή περισσότερο έτσι κι αλλιώς αναιμική ανάπτυξη, αυτό που σίγουρα φέρνουν είναι  η  άγρια εκμετάλλευση των εργαζομένων και των  μικρομεσαίων στρωμάτων αλλά και των υποδομών και των φυσικών πόρων της χώρας. Αυτή η ανάπτυξη, επειδή είναι καπιταλιστική, δηλ. ταξική, ανταγωνιστική, εκμεταλλευτική, κυοφορεί και την επόμενη κρίση, ανεξάρτητα από την επιδημία, που χρησιμοποιείται μάλλον για να τη δικαιολογήσει.  Το ζήτημα λοιπόν είναι τι στάση πολιτική και συνδικαλιστική θα κρατήσουν εργαζόμενοι και άνεργοι, οι λαϊκές τάξεις των οποίων η ζωή συνθλίβεται από την καπιταλιστική επίθεση.