Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2020

ΣΕ ΑΡΜΟΝΙΑ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

 

Από τη μια η σύλληψη μαθητών μετά το πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο στην Αθήνα και η τετραήμερη κράτησή τους στη ΓΑΔΑ, από την άλλη η πρόταση της εισαγγελέως Α. Οικονόμου για αναστολή των ποινών, μέχρι την εκδίκαση της έφεσης, για όλους τους καταδικασθέντες για εγκλήματα της Χρυσής Αυγής, πλήν  Γ. Ρουπακιά, είναι  πρόσφατα παραδείγματα αποκαλυπτικά για την εναρμόνιση της αστικής δικαιοσύνης με τις επιδιώξεις του αστικού κράτους. Το δίκαιο σ’ ένα ταξικό κράτος γίνεται όργανο στα χέρια της κυρίαρχης τάξης, για να μπορούν να συγκροτούνται, συστηματοποιούνται, αναπαράγονται και επιβάλλονται οι σχέσεις εξουσίας, συγκαλύπτοντας τη βία και την εκμετάλλευση.

               Κι αν ο ευσεβής μας πόθος, καλλιεργημένος από την κυρίαρχη ιδεολογία, για το σύστημα δικαιοσύνης  είναι  πως πρόκειται για θεσμό ο οποίος επανορθώνει τις αδικίες και γι’ αυτό απαιτείται σεβασμός προς αυτό, είναι όμως οι άπειρες αποφάσεις του που ενισχύουν τη διαπίστωση πως ανεξαρτήτως της σύνθεσης του δικαστηρίου οι αποφάσεις εξαρτώνται από ένα σύνολο νόμων όπου ενσωματώνονται όλα τα προνόμια του κεφαλαίου και όλη η έλλειψη προνομίων των εργαζομένων μαζών.

               Για την κράτηση των μαθητών στη ΓΑΔΑ, σύμφωνα και με τον υπουργό Προστασίας του Πολίτη Μ. Χρυσοχοΐδη, αποφάσισε η δικαιοσύνη που μαζί με την προανάκριση «πήρε αυτά τα μέτρα», αφού βέβαια  συνελήφθησαν και προσήχθησαν στο αστυνομικό τμήμα από τις μονάδες καταστολής. Από τη μια λοιπόν μονάδες των πάνοπλων αστυνομικών έχουν ως αποστολή να προκαλούν φόβο στους διαδηλωτές για καταστολή των κινητοποιήσεων, από την άλλη η δικαιοσύνη  πολλές φορές έρχεται αρωγός τους, συγκαλύπτοντας, σαν αμερόληπτη και ανεξάρτητη, με τις αποφάσεις της  την άσκηση εξουσίας προς το συμφέρον της άρχουσας τάξης.

               Οι εικόνες με  μαθητές δεμένους με  χειροπέδες, με αστυνομικούς να ψάχνουν τσάντες μαθητριών ή να κυνηγούν διαδηλωτές στο πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο δεν είναι πρωτόγνωρες ούτε  είναι αποκλειστικότητες της ελληνικής αστυνομίας. Πριν περίπου δυο χρόνια, από τις διαδηλώσεις των κίτρινων γιλέκων στη Γαλλία, το βίντεο με μαθητές Λυκείου γονατιστούς στο έδαφος με τα χέρια πίσω στην πλάτη σαν αιχμάλωτοι πολέμου, μπορεί να προκάλεσε αγανάκτηση, αλλά δεν περιορίστηκε η άσκηση βίας της αστυνομίας, όπως φάνηκε και στις πιο πρόσφατες διαδηλώσεις. Οι τάσεις αυταρχισμού των κυβερνήσεων στις αστικές δημοκρατίες της Ευρώπης προληπτικά εκφοβίζουν για να αποτρέψουν οποιαδήποτε αντίδραση, κάνοντας επίδειξη δύναμης με χρήση και της άμεσης βίας.

               Και βέβαια κάθε φορά με την επίδειξη του αυταρχισμού από την κυρίαρχη εξουσία προβάλλεται η υπεράσπιση της νομιμότητας με σκοπό να δικαιώνεται, για να κερδίζεται η συναίνεση, η πολιτική πυγμής που εφαρμόζεται  για εκφοβισμό και καταστολή κάθε κινητοποίησης. Μόνο που η νομιμότητα, την οποία  η κάθε  κυβέρνηση επικαλείται με επιμονή και την χρησιμοποιεί σαν ένα μέσο για την εξασφάλιση  της λειτουργικότητας της εξουσίας,  δεν είναι παρά ένα σύνολο όρων που θέτει και επιβάλλει, ακόμα και με δημοκρατικές διαδικασίες, η αστική εξουσία και οι οποίοι  πρέπει να διέπουν τις πολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις. Έτσι ο νέος νόμος για τις διαδηλώσεις που στην πραγματικότητα αποτελεί, σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία μάλιστα,  αδικαιολόγητη παρέμβαση στο δικαίωμα στην ελευθερία της ειρηνικής συνάθροισης, στενεύει πολύ τα όρια της νομιμότητας για κινητοποιήσεις και αγωνιστικές διεκδικήσεις και διευρύνει τα περιθώρια ακόμα και για άσκηση βίας εν ονόματι της υπεράσπισης της νομιμότητας, από τις δυνάμεις καταστολής. Και σ’ αυτή την περίπτωση, η άρχουσα τάξη ακόμα κι αν έχει χάσει τη συναίνεση των μαζών  μπορεί να διατηρήσει την κυριαρχία της λόγω και μέσω της λειτουργίας των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους.

               Αυτή η νομιμότητα επομένως, η οποία εκφράζεται μέσω νόμων που καλύπτει την άσκηση εξουσίας και χρησιμοποιείται ως μέσον αυτής της εξουσίας, δεν είναι σε μια ταξική κοινωνία παρά ένας καθρέφτης ανισοτήτων, που συγκαλύπτονται από την παρουσίαση της δικαιοσύνης ως αμερόληπτης και ανεξάρτητης. Η εισαγγελέας λοιπόν  στη δίκη της Χρυσής Αυγής  με τις προτάσεις της και την επιμονή της  για ευνοϊκή μεταχείριση των καταδικασθέντων της Χρυσής Αυγής  άφησε να φανεί η σύνδεση της δικαιοσύνης του σύγχρονου κοινωνικοοικονομικού συστήματος με τις επιδιώξεις της κυρίαρχης τάξης. Γιατί αν όλοι στην πολιτική ηγεσία, και όχι μόνο, όψιμα έχουν γίνει αντιφασίστες και αποκήρυξαν κάθε σχέση με την Χρυσή Αυγή, για χρόνια  όμως την κανάκευαν υπογείως  και την προωθούσαν  διευρύνοντας την εξοικείωσή μας με φασιστικές πρακτικές που δικαιολογούν κάθε είδους ρατσισμό, αποκλεισμό και βία. Είναι που με τη στοχοποίηση των  μειονοτήτων  και μεταναστών συγκαλύπτονται τα εγκλήματα του καπιταλισμού και η ευθύνη της άρχουσας τάξης, είναι που με την άσκηση  βίας δήθεν για  υπεράσπιση  των κατατρεγμένων Ελλήνων   επιδιώκεται η διάλυση των οργανώσεων της εργατικής τάξης και γίνεται αποδεκτή κάθε καταστολή.

Η Χρυσή Αυγή, με την ανοχή της κυρίαρχης εξουσίας, δρούσε στα όρια, διατύπωνε θέσεις  οριακές και δρούσε στις παρυφές της νομιμότητας, αν δεν τις ξεπερνούσε. Κι έτσι ενσωμάτωσε το όριο στον πολιτικό λόγο, ώστε από εδώ και πέρα να γίνεται κριτήριο του αποδεκτού ό,τι δεν το ξεπερνά.   Το θράσος της, όπως φαίνεται από τη διεξαγωγή της δίκης, στηριζόταν σε βεβαιότητες για τη ισχύ της όχι τόσο στην κοινωνία όσο στο οικονομικοπολιτικό κατεστημένο. Κι αν με τη δολοφονία του Π. Φύσσα έκαψε τις όποιες προοπτικές της με το αντιφασιστικό κίνημα να διογκώνεται,  πρόλαβε όμως, και ήταν το επιδιωκόμενο,  να εισάγει  στο δημόσιο χώρο τις φασιστικές ιδέες για  να ενσωματωθούν σε πολιτικά κόμματα όπως η Ν.Δ  και να διευρυνθεί στην κοινωνία και την πολιτική η προσαρμογή στα φασιστικά επιχειρήματα.

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2020

ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΥΠΟΨΙΕΣ


Κάτι οι  θριαμβικές ανακοινώσεις και δηλώσεις όψιμων αντιφασιστών για την καταδίκη ως εγκληματικής οργάνωσης της Χρυσής Αυγής από το δικαστήριο, κάτι οι δηλώσεις υπουργών, όπως της Ν. Κεραμέως, που δικαιολογούν την αντιδραστική πολιτική τους με πρόσχημα το ενδιαφέρον για «τους οικονομικά και κοινωνικά ασθενέστερους», ανακαλούνται στη μνήμη πολιτικές συμπεριφορές των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης. Όλα αυτά μοιάζουν μιμήσεις πολιτικής συμπεριφοράς του πάλαι ποτε ΠΑΣΟΚ, που με τον ψευδεπίγραφο σοσιαλισμό του έπειθε στη διαστρέβλωση  της ιστορίας και στην ισοπέδωση των  ταξικών διεκδικήσεων. Αυτές οι ομοιότητες, τηρουμένων βεβαίως των αναλογιών, έχουν κοινή αφετηρία την ίδια αστική ιδεολογία που θέλει να δικαιώνει την κυρίαρχη τάξη όταν υπερασπίζεται τα συμφέροντά της.

Ο Κ. Μαρξ εδώ και εκατόν εβδομήντα περίπου χρόνια, στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» μας βοηθά να κατανοήσουμε αυτήν την πραγματικότητα.

«Ένα τμήμα της αστικής τάξης θέλει να απαλύνει τα «κοινωνικά δεινά» για να διασφαλίσει τη διαιώνιση της αστικής κοινωνίας.

(…) Οι σοσιαλιστές αστοί θέλουν τις συνθήκες ζωής της σύγχρονης κοινωνίας δίχως τους αγώνες  και τους κινδύνους που αναγκαία εκπορεύονται από αυτή. Θέλουν την υπάρχουσα κοινωνία δίχως τα επαναστατικά και διαβρωτικά της στοιχεία. Θέλουν την αστική τάξη δίχως το προλεταριάτο. Η αστική τάξη θέλει, φυσικά. Να πιστεύει ότι ο κόσμος όπου κυριαρχεί είναι ο καλύτερος δυνατός.  Ο αστικός Σοσιαλισμός παίρνει τούτη την παρήγορη πίστη και κατασκευάζει κουτσά –στραβά από αυτήν ένα σύστημα.

(…)Μια δεύτερη, λιγότερο συστηματική αλλά περισσότερο πρακτική εκδοχή αυτού το Σοσιαλισμού προσπάθησε να αποτρέψει την εργατική τάξη από κάθε επαναστατική ενέργεια, με το επιχείρημα ότι δεν είναι η τάδε ή δείνα πολιτική αλλαγή που θα μπορούσε να την ωφελήσει αλλά μόνον η αλλαγή των υλικών όρων διαβίωσης, των οικονομικών συνθηκών. Κάνοντας όμως λόγο για αλλαγή των υλικών όρων διαβίωσης, ο Σοσιαλισμός αυτός δεν εννοεί  κατά κανένα τρόπο την κατάλυση των αστικών παραγωγικών σχέσεων –πράγμα εφικτό  μόνο δια της επαναστατικής οδού- παρά μόνο κάποιες βελτιώσεις διοικητικού χαρακτήρα που δεν αποκλίνουν ουσιωδώς σε τίποτα τη σχέση  κεφαλαίου  και μισθωτής εργασίας, αλλά στην καλύτερη  περίπτωση μειώνουν προς όφελος της αστικής τάξης το κόστος της κυριαρχίας της και ελαφρύνουν τα δημοσιονομικά βάρη του κράτους της»

                Όταν επομένως η κριτική μας  περιορίζεται να χρεώνει απλώς σε ανικανότητα ή διαφθορά την πολιτική εξαθλίωσης και αυταρχισμού που εφαρμόζεται στον καπιταλισμό από την αστική τάξη,  δεν ξεφεύγει από τη βασική γραμμή της που οδηγεί στη συναίνεση και αποδοχή της. Η αδυναμία  μας να κατανοήσουμε για να ερμηνεύσουμε την κοινωνικοοικονομική  πραγματικότητα είναι το πρώτο βήμα που συμβάλλει, ερήμην μας,  στην διαμόρφωσή της κατά τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης. Και καταλήγουμε να εθελοτυφλούμε.  Επιλέγουμε να αγνοούμε τα όσα τρομερά συμβαίνουν γύρω μας, επειδή πολλές φορές δεν εμπλεκόμαστε άμεσα, προσπαθώντας να ζούμε στα κενά που αφήνονται μεταξύ  κυρίαρχων πολιτικών αποφάσεων και δράσεων, ανεχόμενοι, αν όχι βοηθώντας μάλιστα,  να δημιουργηθούν πολιτικοκοινωνικές καταστάσεις που μοιάζουν εξαιρέσεις μέχρι να τις συνηθίσουμε σαν κανονικότητα.

               Συνηθίσαμε την εξαθλίωση που εδώ και μια δεκαετία μας επιβλήθηκε εν είδει τιμωρίας, γιατί ζούσαμε πάνω από τις δυνατότητές μας, γιατί είμαστε τεμπέληδες, γιατί… γιατί …

               Και τώρα με την πανδημία πρέπει να συνηθίσουμε να ζούμε με το φόβο, ενοχοποιημένοι για τις κοινωνικές συναναστροφές, κατηγορούμενοι για τις αγωνιστικές κινητοποιήσεις. Σε όλους τους τόνους επαναλαμβάνεται πως αν δεν υπάρξει πλήρη πίστη και υπακοή στις υπαγορεύσεις της κυρίαρχης εξουσίας διακινδυνεύουμε τη ζωή μας.

               Μόνο που η  προστασία της δημόσιας υγείας αλλά και οι οικονομικές επιπτώσεις από την πανδημία, ένα εξάμηνο τώρα, φαίνεται πως χρησιμοποιούνται ως προσχήματα για την επιβολή της πιο αντιλαϊκής  πολιτικής, στα εργασιακά και την καταστολή,  η οποία θα αντιμετώπιζε προβλήματα στην εφαρμογή της χωρίς την κατάλληλη ιδεολογική μεταμφίεση, για να υποκλέψει τη συναίνεσή μας. Η κυρίαρχη τάξη δεν είναι φιλεύσπλαχνη, ή και υποχόνδρια για να  ανησυχεί υπερβολικά για την υγεία μας. Από τη μια  έχει κλείσει ιατρικές υπηρεσίες και δεν μεριμνά για τη στελέχωση των υπηρεσιών υγείας, από την άλλη όμως δεν παραλείπει με λεκτικά τεχνάσματα να παραπλανά υποκρινόμενη  ενδιαφέρον για τη δημόσια υγεία.  Μόνο που αποδεικνύεται πως το ενδιαφέρον  για την υγεία εξαρτάται από την εγρήγορση των λαϊκών στρωμάτων στο βαθμό που κινητοποιούνται και  διεκδικούν προστασία της υγείας τους. Γιατί δεν επιτυγχάνεται η απαίτηση για εκπλήρωση των υποχρεώσεών μας, ώστε να είμαστε υγιείς για μας τους ίδιους  και αβλαβείς για τους άλλους, όταν στερούμαστε τα μέσα για να συμβεί αυτό.

  Στην τελική,   όλους αυτούς του μήνες αιωρείται το ερώτημα, μήπως η πολιτική των καπιταλιστών που συνδυάζει την αύξηση της λιτότητας και ανεργίας με την υγειονομική απειλή και τον αυξημένο και διευρυμένο έλεγχο  δεν εξυπηρετεί παρά μόνο το δικό τους στόχο, να  συνεχίζουν να ζουν όπως ζουν για πάντα έχοντας αποδυναμώσει κάθε αντίδραση των εργαζομένων.  

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2020

ΟΛΟΙ ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΕΣ;

Και η Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση; Και ο Νίκος Μαστοράκης; Μόνο αυτοί! Ακόμα κι όσοι υπέθαλψαν, προώθησαν, νομιμοποίησαν το φασιστικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής, ξαφνικά δηλώνουν πως θέλουν να αποτελούν μέρος του τείχους της δημοκρατίας, που κατά το πρωτοσέλιδο της Εφημερίδας των Συντακτών περιλαμβάνει όλα τα κόμματα του συνταγματικού τόξου. 

             Πεντέμισι χρόνια σερνόταν η δίκη της Χ.Α, με ευθύνη των κυβερνήσεων της ΝΔ και ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ με ΑΝΕΛ, για τη δολοφονία του Π.Φύσσα, τις δολοφονικές επιθέσεις εναντίον στελεχών του ΚΚΕ στο Πέραμα και εναντίον Αιγυπτίων ψαράδων, με τα ΜΜΕ στην πλειοψηφία τους να την έχουν εξοβελίσει στην ουσία από την ειδησεογραφία, εκτός από μερικούς δημοσιογράφους που επέμεναν και δημοσιοποιούσαν υλικό από τη διεξαγωγή της. Και τώρα που έφτασε η μέρα της απόφασης του δικαστηρίου έσπευσαν και όλοι οι απόντες να δηλώσουν το «παρών» τους στο αντιφασιστικό μέτωπο, σε μια προσπάθεια οικειοποίησής του, για υποστήριξη της αστικής μας δημοκρατίας. 

Μόνο που η αστική μας δημοκρατία εξέθρεψε και περιέθαλψε όλα τα φασιστικά κομματίδια μια δεκαετία τώρα. Από το περιθωριακό μόρφωμα του Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού του Καρατζαφέρη που συμμετείχε, το Νοέμβριο του 2011, στην κυβέρνηση συνεργασίας ΝΔ και ΠΑΣΟΚ με βουλευτές του, μεταξύ των οποίων ο Αδωνις Γεωργιάδης και Μάκης Βορίδης, υπουργοί τώρα της κυβέρνησης της Ν.Δ. Μέχρι τους τραμπούκους της Χρυσής Αυγής που τα ΜΜΕ ασμένως δεν έχαναν ευκαιρία να προβάλλουν σαν εναλλακτική φωνή, ακόμα από το μακρινό 1995 που ο Γ. Πρετεντέρης κάλεσε στην εκπομπή του για τα πενηντάχρονα της λήξης του Β παγκοσμίου τον Ν. Μιχαλολιάκο και Κ. Πλεύρη.  

Μόνο που δεν αρκεί η αστική μας δημοκρατία να επαναλαμβάνει την αντίθεσή της με τον ιστορικό φασισμό του μεσοπολέμου, που ο τιτάνιος αγώνας των λαών σύντριψε την εξουσία του ούτε απλώς να επιμένει στη αποκήρυξη των απολιθωμένων τελετουργικών του, όταν την ίδια στιγμή εξαφανίζει τη μνήμη για τις κινητήριες κοινωνικές δυνάμεις που δημιούργησαν την παρελθούσα φασιστική βαρβαρότητα, ενώ τη διαχέει σταθερά και συστηματικά σε όλο το κοινωνικοπολιτικό φάσμα.

 Γιατί στη σύγχρονη εποχή μας υπάρχουν πολλοί περισσότεροι τρόποι για υπονόμευση η και καταστροφή κι αυτής της αστικής δημοκρατίας, χωρίς να χρειάζονται τάγματα εφόδου και στρατεύματα στους δρόμους με ρητορική απροκάλυπτου μίσους και αποκλεισμού. Ο φασισμός στις μέρες μας μπορεί να έχει ρίζες στον ιστορικό φασισμό, αλλά έχει προσαρμοστεί στις συνθήκες του σύγχρονου καπιταλισμού και μοιάζει να ρέει στις φλέβες τις αστικής μας δημοκρατίας. Κάθε εστίαση λοιπόν μόνο στο δημόσιο λόγο ή και πρόγραμμα του σύγχρονου φασισμού κινδυνεύει να συγχέει την εξωτερική του μάσκα με το πραγματικό του περιεχόμενο. 

Ακόμα κι αυτό το αντιφασιστικό μέτωπο που, με πρόσχημα την απόφαση του δικαστηρίου για τη Χρυσή Αυγή, θέλουν Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, αστικά πολιτικά κόμματα και αστικοί πολιτιστικοί οργανισμοί να οικοδομήσουν, στην πραγματικότητα στηρίζεται στη λογική του συμψηφισμού, γι’ αυτό και οι συνεχείς αναφορές στους νεκρούς της Marfin, που βάζει στην ίδια μοίρα καταπιεστές και καταπιεζόμενους, αγωνιστές και εγκληματίες. Το φασιστικό φαινόμενο εξετάζεται σε κατ’ αντιδιαστολή περιγραφή των πρακτικών των δυο άκρων, αναβιώνοντας τις βασικές καταβολές του ψυχρού πολέμου με την προώθηση της ιδιαίτερης κατηγορίας πολιτικών καθεστώτων, τα ονομαζόμενα ολοκληρωτικά, παραβλέποντας πως ο φασισμός έχει βάση καπιταλιστική. 

Χρόνια τώρα, και η κυρίαρχη ρητορική χρησιμοποιείται ως πολιτικό εργαλείο για χειραγώγηση της καθημερινότητας και διαστρέβλωση της ιστορικής μνήμης. Ιδιαίτερα την τελευταία δεκαετία της οικονομικής κρίσης που εξαθλίωσε τους εργαζομένους, με την ατέλειωτη επανάληψη λέξεων, φράσεων, επιχειρημάτων, ριζώνονταν στην κοινωνία μας όλες οι φασιστικές ιδέες του αποκλεισμού και της βίας που καταπίνονται χρόνια τώρα απαρατήρητα. Δεν είναι μόνο νέες λέξεις που εμφανίζονται, λαθρομετανάστες, ισλαμοτρομοκρατία, είναι που και οι παλιές αποκτούν νέες έννοιες, όπως αξιοκρατία, δικαιώματα κλπ. και σχηματίζονται συνδυασμοί που καθιερώνουν στερεότυπα, όπως του τεμπέλη εργαζόμενου, οι οποίες επιδιώκουν να αποκρύψουν τις υποκείμενες κοινωνικοπολιτικές αλλαγές. 

Η απάντηση λοιπόν στην άνοδο του φασισμού που προκρίνει η κυρίαρχη εξουσία είναι η συμμαχία όλων των δυνάμεων από την αριστερά, προς το παρόν δεν αποκλείονται ξεκάθαρα οι κομμουνιστές, μέχρι τη δεξιά, σαν απαραίτητη συμφωνία ενός μικρότερου κακού ενάντια στο μεγαλύτερο κίνδυνο που είναι ο φασισμός. Προς δόξαν της αστικής δημοκρατίας που δεν πρέπει να αμφισβητείται και πρέπει να προστρέχουμε σ’ αυτήν και τα θεσμικά της όργανα για τη συγκράτηση του φασισμού. Κι έτσι να υποβαθμίζεται η σημασία της μαζικής κινητοποίησης και των λαϊκών αγώνων. 

Κι ας είναι αυτή που πνίγει τους πρόσφυγες στη Μεσόγειο, που κάνει τις εκστρατείες ισλαμοφοβίας, που δημιουργεί ανασφαλείς εργασιακές συνθήκες, που φτωχοποιεί μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, που χρησιμοποιεί την αστυνομία  κυρίως ως μηχανισμό καταστολής κάθε αγωνιστικής κινητοποίησης.

Η αυριανή απόφαση του δικαστηρίου, εκτός αν αναβληθεί η ανακοίνωσή της σε μια επίδειξη δικαστικής δύναμης, έχει τη σημασία της κυρίως ως προς την αναγνώριση ή όχι ως εγκληματικής οργάνωσης της Χρυσής Αυγής, για να αποδοθούν ευθύνες και στην ηγετική ομάδα και όχι μόνο στους φυσικούς αυτουργούς. 

Κι αν μοιάζει θετική όλη αυτή η αντιφασιστική κινητοποίηση είναι που αναγκάζονται όλοι, εκόντες άκοντες, να δηλώνουν τον αντιφασισμό τους κι αυτό δείχνει τη δυναμική που έχει στις λαϊκές δυνάμεις ο αντιφασισμός. Την ίδια στιγμή όμως είναι μια επικίνδυνη τροπή αυτή η συστράτευση των πάντων κάτω από την αντιφασιστική ομπρέλα, όχι μόνο γιατί λειτουργεί σαν δημοκρατικό πλυντήριο των διαχεόμενων φασιστικών πρακτικών και νοοτροπιών της άρχουσας τάξης, όσο γιατί είναι υπαρκτός ο κίνδυνος χειραγώγησής του και χρησιμοποίησής του για τις αντιλαϊκές επιλογές της. Είναι αναγκαία λοιπόν η κυριαρχία σ’ αυτό το αντιφασιστικό μέτωπο του κομμουνιστικού λόγου, για να μην εργαλειοποιηθεί προς όφελος της κυρίαρχης τάξης.

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2020

ΜΕ ΠΡΟΣΧΗΜΑ ΤΗΝ ΠΑΝΔΗΜΙΑ


Η υγειονομική κρίση της πανδημίας εξελίσσεται στο μεγαλύτερο κοινωνικό πείραμα της ζωής μας, που δεν ξέρουμε πότε ή πώς θα τελειώσει. Στα πρώτα στάδια της κρίσης, υπήρχε διάχυτη η αντίληψη για αναστολή της πολιτικής και για στοίχιση πίσω από τις ενέργειες των εθνικών κυβερνήσεων. Με το κλείδωμα οι πολίτες στάλθηκαν σε εσωτερική εξορία στα σπίτια τους, πολλοί παρέλυσαν από φόβο και αβεβαιότητα. Οι κυβερνήσεις έδειχναν να κινούνται γρήγορα για να εισαγάγουν τα έκτακτα μέτρα για ανάσχεση της εξάπλωσης της ασθένειας, να υπόσχονται ενίσχυση των συστημάτων υγειονομικής περίθαλψης, να βεβαιώνουν για  διάσωση των θέσεων εργασίας  και των επιχειρήσεων από την κατάρρευση. Μόνο που τώρα, στο επόμενο στάδιο της κρίσης, καθώς οι πολιτικές τους αποδεικνύονται ανεπαρκείς  στην αντιμετώπιση της ζοφερής πραγματικότητας και αποκαλύπτουν την άσχημα κρυμμένη αδιαφορία τους σχετικά με  τη δημόσια υγεία,  όλη τους η ενέργεια καταναλώνεται για να βρουν τη σωστή γλώσσα και επιχειρηματολογία για να υποκλέψουν τη δημόσια στήριξη σ’  αυτές.                                                              Γι’ αυτό και τόσο από τη μεριά της κυβέρνησής μας όσο και από τα ΜΜΕ, στην πλειοψηφία τους σε ρόλο κυβερνητικού εκπροσώπου, στοχοποιούνται ομάδες του πληθυσμού ως αίτιοι διασποράς της επιδημίας, ώστε οι ευθύνες της κυρίαρχης εξουσίας να παραμένουν νεφελώδεις.  Μάλιστα, τη βασική γραμμή της πολιτικής του  συνόψισε στο τελευταίο μιας σειράς διαγγελμάτων του σχετικά με την επιδημία ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκη, που με πατερναλιστικές νουθεσίες θέλησε να κάνει πειστικό τον εκβιασμό, σε μορφή διλήμματος, «αυτοπροστασία ή καραντίνα» χρεώνοντας στην ατομική ευθύνη του καθενός την έξαρση των κρουσμάτων τους τελευταίους δυο μήνες. Η απροθυμία της κυβέρνησης να ενισχύσει το δημόσιο σύστημα υγείας και να  αντιμετωπίσει το συνωστισμό στα μέσα μαζικής μεταφοράς, στα σχολεία ή στους χώρους δουλειάς με διαφορετική πολιτική, που δεν προκρίνει το κέρδος, είναι ενδεικτική της ευθύνης  της για τα προβλήματα της  δημόσιας υγεία.                                                                        Η πανδημία covid-19 αποδεικνύεται μια αποκαλυπτική εμπειρία των προθέσεων της κυρίαρχης τάξης. Από τη μια φαίνεται  τα κράτη να παίρνουν το προβάδισμα από την ονομαζόμενη αγορά, μετά από χρόνια περιορισμού τους, από την άλλη όμως πρόκειται για καπιταλιστικά κράτη που έχουν οργανωθεί με αυταρχικούς, αν και επιφανειακά δημοκρατικούς, κανόνες για τους εργαζόμενους, προς όφελος των ιδιοκτητών μέσων παραγωγής και διαχειριστών κεφαλαίων. Κι αν διακηρύττεται πως κύριος στόχος τους είναι να προστατεύσουν τις ζωές μας, όμως γίνεται φανερό όλο και πιο έντονα, πως ρυθμίζονται για να υποστηρίξουν μια αναδιοργάνωση του καπιταλισμού που απειλεί να διαβρώσει όχι μόνο μισθούς και εργασιακές σχέσεις αλλά και την καθημερινότητά μας με συνεχή κυβερνητικό έλεγχο προς όφελος της κυρίαρχης τάξης. Και δημιουργούνται συνθήκες που  κάθε ακροδεξιά και φασιστική φωνή να βρίσκει ευκαιρίες για να  εκμεταλλευτεί την πανδημία και να προωθήσει τις αντιλήψεις της, αποδίδοντας ευθύνες στις μειονότητες και τους αλλοδαπούς. Παίζοντας με τους φόβους για την υγεία, αλλά και την καθημερινότητα της ζωής των ανθρώπων ο φασιστικός λόγος ενσωματώνεται στον κυρίαρχο σαν άλλη άποψη, όταν οι αντιλήψεις του κυρίαρχου ρεύματος μοιάζουν ανεπαρκείς για κατανόηση και πολύ περισσότερο επίλυση της κρίσης.                                                                                                                  Ο ακροδεξιός και φασιστικός λόγος λοιπόν φαίνεται, με την αρωγή και της κυρίαρχης εξουσίας, πως καταφέρνει να διαχέεται, γιατί από τη μια έχει εισβάλει στο πολιτικό παιχνίδι στοχεύοντας σε βάθος χρόνου και από την άλλη βρίσκει τρόπους να προωθούνται και να στηρίζονται  οι φασιστικές ιδέες, ακόμα κι αλλοιώνοντας την κοινή λογική όταν αποτελεί εμπόδιο σ’ αυτό. Ένα παράδειγμα ανέλιξης ακροδεξιού κομματιδίου στην κεντρική πολιτική σκηνή είναι ο ΛΑ.Ο.Σ του Γ. Καρατζαφέρη που για χρόνια, από το 2000,  μέσω τηλεοπτικών εκπομπών ή εθνικιστικής ρητορικής του δόθηκε η ευκαιρία να αποκτήσει παρουσία στην πολιτική σκηνή και να μετατρέψει τις ακροδεξιές ιδέες από περιθωριακές σε δύναμη που καθορίζει την κυρίαρχη πολιτική  με τη συμμετοχή του στην συγκυβέρνηση το 2011. Η εκμετάλλευση της οικονομικής κρίσης βοήθησε ακροδεξιά και φασιστικά κομμματίδια, όπως η Χρυσή Αυγή,  να έρθουν στο προσκήνιο υποσχόμενα εναλλακτικές λύσεις. Το ίδιο περίπου συνέβη και το 2015 με την προσφυγική κρίση, όταν προκλήθηκε πανικός και η απαίτηση για ισχυρότερα σύνορα και αυστηρότερες πολιτικές ασύλου ενίσχυσε ακροδεξιές αντιλήψεις που η Νέα Δημοκρατία ενσωμάτωσε, πάτησε πάνω σ’ αυτές για να κερδίσει τις εκλογές. Κι αν φαίνεται πως στην παρούσα Βουλή δεν υπάρχει φασιστικό κόμμα, στην πραγματικότητα όμως έχουν αλλάξει οι όροι που όλοι συζητούν για την πολιτική κατάσταση, υιοθετώντας σε πολλά ζητήματα, απολύτως φυσικά, φασιστική οπτική.                                                                                               Στην πρωτοφανή συγκυρία που ζούμε, τα μέτρα που έχουν θεσπιστεί για την ανάσχεση της επιδημίας προκαλούν ανησυχία για τις οικονομικές επιπτώσεις τους και την αύξηση της  αστυνομικής καταστολής με χρήση βίας. Αλγεινό παράδειγμα είναι η αστυνομική επίθεση ενάντια σε μέλη της ΠΟΕΔΗΝ που διαμαρτύρονταν έξω από το  υπουργείο Υγείας. Το μεγαλύτερο μέρος της πανδημικής κρίσης φαίνεται  λοιπόν πως μάλλον είναι μια απάντηση της αστυνομίας παρά μια απάντηση των υγειονομικών υπηρεσιών. Κι έτσι δίνεται η ευκαιρία στον ακροδεξιό λόγο να εμφανίζεται ως αυτόκλητος υπερασπιστής δημοκρατικών ελευθεριών, στοχοποιώντας βέβαια  μειονότητες και μετανάστες.                                                                                                   Κατά τη διάρκεια της κρίσης, οι σοβαρότερες επιπτώσεις μπορεί να είναι αποτέλεσμα διαταραχών σε βασικές ή σημαντικές υπηρεσίες δημιουργώντας ένα κενό που πλήττει τους πιο ευάλωτους της πιο ευάλωτης κοινωνίας. Υποκρινόμενοι οι φασίστες πως φροντίζουν να καλύψουν το κενό διαφημίζουν τη βοήθειά τους μόνο σε έλληνες ή δεινοπαθούντες από μετανάστες, κάνοντας έτσι το λόγο τους και τη συμπεριφορά τους να φαίνονται λιγότερο επιθετικές και απειλητικές. Και καθώς  προωθείται η αφήγηση ότι η πανδημία είναι σφάλμα της αριστεράς με την ανεκτικότητά της στις  μεταναστευτικές ροές,  αποσιωπάται η ευθύνη της κυρίαρχης εξουσίας σχετικά με τα  συστήματα υγειονομικής περίθαλψης που δεν χρηματοδοτούνται και την εξαθλίωση των πόλεων που μαστίζονται από τη φτώχεια και τις ταξικές διαιρέσεις. Έτσι οι αφηγηματικές εκδοχές του φασιστικού λόγου ταυτίζονται με μερικές από τις ιδέες που  προωθούνται από τους ηγέτες αστικών δημοκρατιών, οι οποίοι κάνουν ό, τι μπορούν για  να αποποιηθούν κάθε ευθύνη για την κρίση.                                                            Η πανδημία COVID-19 και η σχετική οικονομική κρίση έχουν εντείνει τα υφιστάμενα δεινά της καπιταλιστικής κοινωνίας. Η ακροδεξιά ελπίζει να μετατρέψει την κατάσταση προς όφελός της - για να ωθήσει τον κόσμο πιο κάτω στο δρόμο της βαρβαρικής ανισότητας, της ρατσιστικής διαίρεσης και του ακραίου αυταρχισμού που υποστηρίζεται από τη βίαιη καταστολή. Οι φασίστες και η ακροδεξιά έχουν οικοδομήσει ιστορικά τις δυνάμεις τους σε περιόδους κρίσης. Γι’ αυτό και χρειαζόμαστε μια ισχυρή κομμουνιστική αριστερά για να τα αντιμετωπίσουμε, γι’ αυτό είναι αναγκαία και η ενίσχυση του κομμουνιστικού κόμματος, ώστε κάθε αγώνας ν’ απλώνεται οργανωτικά και πολιτικά για ν’  αντιστέκονται οι λαϊκές δυνάμεις στις φασιστικές, με όποια μορφή, επιθέσεις.

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2020

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ

Το κύμα κακοκαιρίας των προηγούμενων ημερών άφησε πίσω του νεκρούς και ανυπολόγιστες ζημιές με πλημμυρισμένα σπίτια, που στην περιοχή της Καρδίτσας φτάνουν τα 5000, και με κατεστραμμένες την αγροτική παραγωγή και κτηνοτροφία  αλλά και αγροτικό εξοπλισμό, μιας ολόκληρης περιοχής. Και για άλλη μια φορά, όλη η αγωνία της πολιτικής ηγεσίας μας  είναι για την επικοινωνιακή διαχείριση αυτής της καταστροφής, με τη βοήθεια των ΜΜΕ. Εντοπίζοντας και πάλι τις αιτίες της συμφοράς στα ακραία καιρικά φαινόμενα, με την οικονομική ενίσχυση, σε μορφή φιλανθρωπίας, των πληγέντων, μοιάζει όλη η  φροντίδα της κυβέρνησης να είναι η ανάδειξη τόσο των ικανοτήτων του πρωθυπουργού ως ηγέτη, αφού κάθε μέτρο για ανακούφιση των πληγέντων αναμένει την εντολή του, όσο και η κυβερνητική επάρκεια, αφού και κάθε δράση, αυτονόητη και αναγκαία, στις πληγείσες περιοχές βιντεοσκοπείται σε μορφή θεάματος με την παρουσία κυβερνητικών παραγόντων.                              
             Το ίδιο και  στην αντιμετώπιση της επιδημίας covid-19, η επικοινωνιακή διαχείρισή της  μοιάζει να είναι το  πρώτιστο μέλημα της κυβέρνησης. Μ’ αυτόν τον τρόπο δεν επιδιώκεται μόνο ο εφησυχασμός μας, αλλά και η μοιρολατρική αποδοχή, όπως και στο σύνολο των καπιταλιστικών κρατών,  όλων των αποφάσεων της κυρίαρχης εξουσίας, που μέσα από το φόβο και την ανέχεια, με πρόσχημα την επιδημία, οδηγούν στην  εξαθλίωση την εργατική τάξη.
              Στα καθ’ ημάς, επειδή το αφήγημα του μεγάλου ηγέτη, του Κ. Μητσοτάκη, που βγήκε νικητής στον πόλεμο με την πανδημία δεν άντεξε ούτε δυο μήνες αναζητούνται τώρα εναγωνίως ένοχοι για την απειλητική εξάπλωσή  της. Κι αφού όλο το καλοκαίρι η πολιτική μας ηγεσία και οι παρατρεχάμενοί της  στοχοποιούσαν τους νέους που συνωστίζονται στις πλατείες κατέληξαν τώρα, σε αγαστή συμφωνία με ρατσιστές και φασίστες,    στους μετανάστες ως αίτιους για τη διασπορά. Οι οποίοι, σύμφωνα με τον υπουργό Υγείας Β. Κικίλια, κατοικούν στο κέντρο της Αθήνας, «προσέρχονται με Covid» στα νοσοκομεία και οι περισσότεροι είναι ασυμπτωματικοί και νεαροί, ενώ ένας καθηγητής φαρμακολογίας Αχ. Γραβάνης με σιγουριά αποφαίνεται, χωρίς αποδείξεις,  πως «οι μισοί νοσηλευόμενοι είναι μετανάστες».
            Επιπλέον, καθώς τα κρούσματα αυξάνονται, οι φόβοι για την αντοχή του συστήματος υγείας, που παρά τις υποσχέσεις στην αρχή της πανδημίας παραμένει με περιορισμένους πόρους, υποχρεώνει την κυβέρνηση με διοικητικά και κατασταλτικά μέτρα  ν’ αποκρύπτει την ανεπάρκειά της. Γι’ αυτό και οι νοσοκομειακοί γιατροί προχωρούν σε  εικοσιτετράωρη πανελλαδική απεργία διεκδικώντας ενίσχυση του συστήματος υγείας,  με την  Ομοσπονδία Ενώσεων Νοσοκομειακών Γιατρών Ελλάδας σε ανακοίνωσή της να  αναφέρεται στα επικοινωνιακά πυροτεχνήματα και ψέματα της κυβέρνησης  που δεν θωρακίζουν το σύστημα υγείας, να επισημαίνει  τις ελάχιστες προσλήψεις όλο αυτόν τον καιρό και να καταγγέλλει τη μετατροπή του συστήματος υγείας σε σύστημα μιας νόσου με ολέθριες επιπτώσεις για την υγεία των ασθενών. 
            Συστάσεις και απειλές των κυβερνώντων που οι δικές τους  πράξεις τις καθιστούν αναξιόπιστες, όπως η μετάληψη του Γ. Κουμουτσάκου, μέτρα και υποσχέσεις που οι νομοθεσίες τους αναιρούν, όπως η ρύθμιση του υπουργού Εργασίας Βρούτση για τις απλήρωτες υπερωρίες  εργαζομένου που θα πρέπει να αναπληρώσει τις ώρες απουσίας του λόγω κορωνοϊού, δεν αποδεικνύουν παρά πως η πανδημία χρησιμοποιείται σαν άλλοθι για την πλήρη αποδυνάμωση της εργατικής τάξης.
         Ασάφειες, αλληλοαναιρέσεις ή αντιφάσεις  των μέτρων έκτακτης ανάγκης που λαμβάνονται   μεταθέτουν αρμοδιότητες στις αστυνομικές δυνάμεις  για να αποφασίσουν τι επιτρέπεται και τι όχι. Επιβάλλονται ποινές για εγκλήματα που επινοούνται, άλλοτε ο συνωστισμός, άλλοτε οι  μάσκες κλπ. Σε ενίσχυση του κατασταλτικού ρόλου της αστυνομίας έρχεται και η εγκύκλιος του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για ποινική δίωξη, με ενεργοποίηση του αυτόφωρου, σε βάρος αυτών που τάσσονται κατά της χρήσης μάσκας. Η τρομερή κρίση της υγειονομικής περίθαλψης γίνεται προσπάθεια να εξαφανιστεί πίσω από τα κατασταλτικά μέτρα και να μετατραπεί σε ζήτημα καταστολής. Η κυβέρνηση χρησιμοποιεί αυτήν την πανδημία,  για να επιτεθεί μεθοδευμένα σε όποιες   πολιτικές ελευθερίες έχουν απομείνει και οι εργαζόμενοι τρομοκρατούνται από τα μεγάλα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Κάθε διεκδίκηση και αγωνιστική κινητοποίηση κατασυκοφαντείται ή γίνεται προσπάθεια καταστολής της,  όπως οι καταλήψεις σχολείων που συστημικά μέσα ενημέρωσης επέμεναν πως γίνονται για τις μάσκες και επιστρατεύονται αστυνομία και εισαγγελείς για τρομοκράτηση των μαθητών.     
           Επειδή όμως η προσπάθεια  να επιβληθεί στους εργαζόμενους, για να τους εκμεταλλευτούν περισσότερο, η αντίληψη πως όλοι, τραπεζίτες, εργοδότες, κυβερνώντες, εργαζόμενοι, είναι μια οικογένεια υπό τον καπιταλισμό με κοινά συμφέροντα διαψεύδεται τραγικά από την πραγματικότητα, η επικοινωνιακή διαχείριση, για να γίνει πειστική, φτάνει σε ακραίες καταστάσεις, με τις δοξολογίες στον πρωθυπουργό, την απόκρυψη, διαστρέβλωση ή υποβάθμιση γεγονότων.
          Δεν θα μπορούσε η κυρίαρχη τάξη, και όχι μόνο στη χώρα μας, να ανταπεξέλθει στη διαχείριση της υγειονομικής κρίσης χωρίς τη συνδρομή των ΜΜΕ, χωρίς τα εκατοντάδες παπαγαλάκια της φωνής της εξουσίας που δηλώνουν δημοσιογράφοι, χωρίς τους επιστήμονες με δημόσια  εκφρασμένες μυστικιστικές θεωρίες, όπως η Ε. Γιαμαρέλου για τη θεία κοινωνία της χριστιανικής εκκλησίας, που υποσκάπτουν το κύρος της επιστήμης, χωρίς τον ατέλειωτο αριθμό από ακαδημαϊκά συντρίμμια που απεγνωσμένα προσπαθούν να πουλήσουν τη γνώση τους για μια θέση στην κυρίαρχη τάξη.
          Η πολιτική ρητορική των καπιταλιστών σχετικά με την αντιμετώπιση της πανδημίας ενδύεται το λεξιλόγιο του πολέμου παραπέμποντας σε αντιμετώπισή της  με όμοιο τρόπο με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις τους που οδηγούν σε μαζική συσσώρευση κεφαλαίου γι’ αυτούς, ενώ σε δυστυχία, εκμετάλλευση και θάνατο για όλους τους άλλους