Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2018

ΣΥΝΕΙΡΜΟΙ ΑΠΟ ΜΙΑ ΕΚΡΗΞΗ ΒΟΜΒΑΣ


Και πριν εξαντληθούν οι εκδηλώσεις και οι δηλώσεις εθνικοφροσύνης με την ευκαιρία της συμφωνίας των Πρεσπών, έσκασε και η βόμβα στην έδρα του ραδιοτηλεοπτικού ομίλου του ΣΚΑΪ, ανανεώνοντας τις ευκαιρίες αντιπαράθεσης κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης και τροφοδοτώντας τους παροικούντες στα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας ή Κοινωνικής Δικτύωσης με υλικό που τους επιτρέπει ν’ αναδείξουν τον ηρωισμό τους, είτε ως παθόντες στο ΣΚΑΪ είτε ως αγωνιζόμενοι με τα πληκτρολόγια. Οι δράστες της βομβιστικής επίθεσης μένουν στο σκοτάδι και στόχοι τους και κίνητρά τους δεν κρίνονται παρά από το αποτέλεσμα. Δεν είναι δα και η πρώτη βομβιστική ενέργεια για να ξαφνιάσει!
           Και μεις οι αδαείς περί την τρομοκρατία θα πρέπει, παραβλέποντας τα πραγματικά και μεγάλα προβλήματα, να επιστρατεύουμε ό,τι  λογική μας έχει διασωθεί για να ξεδιαλύνουμε κάθε φορά τα αινίγματα των επιθέσεων, γιατί  σ’ αυτόν τον στόχο ή τον άλλο, γιατί τώρα κλπ.;
             Και επειδή τις περισσότερες φορές, με κάθε δράση τρομοκρατική συνειρμικά ανακαλείται ο άγονος προβληματισμός σχετικά με την  27 χρονη δράση της Ε.Ο17Ν,  αναρωτιέται κανείς για τους στόχους που έχει η επιμονή σε τέτοιου είδους δράσεις  και ακόμα περισσότερο για τα κριτήρια με τα οποία επιλέγονται οι στόχοι. Όταν πριν 26 χρόνια η Ε.Ο Ν17, ως εκδικητής-τιμωρός, για την «πολιτική αυτή ξεπουλήματος των οικονομικών μονάδων και καταστροφής του 40%του παραγωγικού δυναμικού» της χώρας από τη ΝΔ, αποφάσιζε να χτυπήσει στα πόδια έναν από τους βουλευτές που ψήφιζαν στη Βουλή υπέρ αυτής της πολιτικής και επέλεξε τον παντελώς ασήμαντο Λευτέρη Παπαδημητρίου, δεν μπορούσε να μην αναρωτηθεί κανείς εάν το βασικό κριτήριο γι’ αυτό ήταν η ευκολία πρόσβασης στο στόχο. Γι’ αυτό ήταν αναγκασμένη να μεγεθύνει το ρόλο του, τον αποκαλεί στην προκήρυξη «λοχαγό» της κοινοβουλευτικής ομάδας της ΝΔ, για να μεγεθύνει τη δική της δράση ως τιμωρού, και μ’ αυτόν τον τρόπο  να πολλαπλασιάσει τις δικές της αυθαιρεσίες. Και έμεινε βέβαια αναπάντητο το ερώτημα, και μετά τη σύλληψη των μελών της, για τις αυταπάτες ή σκοπιμότητες των μελών της γύρω από τις δυνατότητες μιας αποτελεσματικής στρατηγικής επίθεσης εναντίον του συστήματος που διακήρυτταν πως πολεμούσαν, επιλέγοντας ως στόχους ανθρώπους που και για το ίδιο το σύστημα ήταν αναλώσιμοι.
           Και για άλλη μια φορά σε θέση ντεντέκτιβ ψάχνουμε να λύσουμε αστυνομικά μυστήρια, για το  ποιος έβαλε τη βόμβα, γιατί την έβαλε κλπ. Και σ’ ένα τηλεοπτικό κανάλι, που ταυτίζει απροσχημάτιστα την προπαγάνδα, αρκούντως φασίζουσα, με την πληροφόρηση και προβάλλει την επικαιρότητα σύμφωνα με τις επιθυμίες των χρηματοδοτών του, διαμορφώνοντας την εικόνα της πραγματικότητας κατά τα συμφέροντά τους, η έκρηξη της βόμβας στο προαύλιό του, που τα σπασμένα τζάμια εκβιάζουν θέαμα εντυπωσιακό, δίνεται η ευκαιρία να παίξει το ρόλο του θύματος και του διωκομένου.
         Τέτοιες μεμονωμένες τρομοκρατικές ενέργειες, που μοιάζει να έχουν θολά κίνητρα και στόχους, βέβαιο είναι πως μπορούν να αξιοποιηθούν για  αποπροσανατολισμό από φλέγοντα προβλήματα, να βοηθήσουν στην δικαιολόγηση για αποδοχή αυταρχικών  μέτρων και  στην προώθηση και κατασκευή κρίσης στο επίπεδο της κοινωνίας που αλλοιώνει τις πραγματικότητες της υπαρκτής κοινωνικής αντιπαράθεσης. Κι αυτές οι παλαιές πρακτικές τακτικές συνεχίζουν να χρησιμοποιούνται, άλλοτε αποτελεσματικά άλλοτε όχι,  για το χειρισμό και έλεγχο της κοινής γνώμης με το φόβο, την προπαγάνδα, την παραπληροφόρηση.
            Και παρουσιάζει ενδιαφέρον που διανοούμενοι, καθηγητές πανεπιστημίου, στα πλαίσια μιας μικροπολιτικής που μοιάζει να μην αντέχει σε κριτική, ξιφουλκούν εναντίον της ακροαριστερής τρομοκρατίας με στόχο άμεσο να πλήξουν την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ως ηθικό αυτουργό της. Κι έτσι, επιδεικνύοντας μια αφέλεια που δεν συνάδει με τα βιογραφικά τους και με το κύρος που αντλούν από τις θέσεις που κατέχουν, δίνουν εγκυρότητα στον πολιτικό λόγο που ταυτίζει ΣΥΡΙΖΑ με αριστερά και τρομοκρατία με στόχο μακροπρόθεσμο να απαξιωθεί συλλήβδην ο αριστερός και βέβαια κομμουνιστικός λόγος.
           Ένας γράφει για την τρομοκρατία που προέρχεται ««από την άκρα αριστερά και στρέφεται κυρίως εναντίον του φιλελεύθερου τμήματος της κοινωνίας», άλλος παραπέμπει στην ελευθερία του τύπου που πλήττεται, ένας τρίτος κατηγορεί πως ευθύνονται για τη στοχοποίηση του ΣΚΑΪ οι  κατηγορίες που έχουν εκτοξευτεί  εναντίον του.
            Και δεν μπορεί κανείς να μην σκεφτεί πως και στον τομέα της διανόησης, που παλιότερα περιελάμβανε ένα μικρό τμήμα της κοινωνίας και η πνευματική  εργασία δεν συμμετείχε άμεσα στη διαδικασία παραγωγής υπεραξίας, τώρα ο ανταγωνισμός έχει γίνει αδυσώπητος. Ακόμα και η πνευματική παραγωγή διαμεσολαβείται από τον μηχανισμό προσφοράς και ζήτησης στην καπιταλιστική αγορά αγαθών της πνευματικής παραγωγής. Ως εκ τούτου, η υπεροχή του διανοούμενου ως ελεύθερου δημιουργού που μπορεί να  ανυψώνεται πάνω από κόμματα κι είναι ανεξάρτητος από το μεγάλο κεφάλαιο και ασφαλής στην κοινωνική του κατάσταση έχει τρωθεί. Αν παλιότερα ελεγχόταν κυρίως από την κρατική εξουσία τώρα είναι και η αγορά που αγκαλιάζει ή απορρίπτει τα πνευματικά προϊόντα του. Γι’ αυτό, καθώς η αγωνία του για τη  διατήρηση των προνομίων του συνδέεται με τη διατήρηση εκείνων των παραγωγικών σχέσεων που τον ικανοποιούν επιστρατεύει τον πνευματικό του εξοπλισμό για να τις υπερασπιστεί.
       Και στην τελική, σε δράσεις βίας με αμφίβολο στόχο και  ανεξήγητες  προθέσεις, ο διανοούμενος είτε ανακαλύπτει επαναστατικές προθέσεις είτε τις καταγγέλλει υπερασπιζόμενος ένα φαντασιακό status quo αποδεικνύει την αντιφατικότητά του που παραδοσιακά αποδίδεται στη μικροαστική τάξη.
              

Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2018

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ «ΚΑΚΟ» ΤΟΥ ΝΑΖΙΣΜΟΥ


Αν  και όλο και  περισσότερο τα τελευταία χρόνια πολλοί ιστορικοί και σύγχρονοι απολογητές του ναζισμού προσπαθούν, αν όχι  να απαλλάξουν, τουλάχιστον εμφανώς να δικαιολογήσουν τους Γερμανούς για  τις αμέτρητες θηριωδίες και εγκλήματα που διέπραξαν στην Ελλάδα και αλλού κατά τη διάρκεια του Β Παγκοσμίου, η αλήθεια των γεγονότων τους αντιμάχεται. Γιατί πώς μπορεί να δικαιολογηθεί η αγριότητα των γερμανών στρατιωτών, που βασανίζουν γέρους, βιάζουν γυναίκες και σκοτώνουν βρέφη,  προς τον άμαχο πληθυσμό;
           Ιστορικοί και πολιτικοί αναθεωρούν την ιστορία, μέσα στα πλαίσια μιας διακηρυγμένης αντικειμενικότητας, που δεν παραλείπει να μεροληπτεί για τους εγκληματίες, προσπαθώντας να ενοχοποιήσουν για τις βαρβαρότητες της αρίας φυλής τις πράξεις αντίστασης εναντίον της. Μόνο που η αγριότητα των ναζί δεν εκδηλώνεται ως εξαίρεση, αλλά ως κανόνας συμπεριφοράς σε κατεχόμενες χώρες και στην Ελλάδα, γιατί  η εγκληματική τους συμπεριφορά στηρίχτηκε, συν τοις άλλοις, στη διάβρωση των καθιερωμένων προτύπων πολέμου όπως αυτών που διαχώριζαν πολεμιστές από αμάχους. Σε εγκλήματα όπως η σφαγή στα Καλάβρυτα πριν από 75 χρόνια στις 13 Δεκεμβρίου η επικέντρωση στη συσχέτισή της με την εκτέλεση γερμανών αιχμαλώτων από τους αντάρτες υποσκιάζει την αγριότητα και κτηνωδία που επέδειξαν οι γερμανοί.
             Αλλά  αθωώνεται στην πραγματικότητα ο εθνικοσοσιαλισμός και όταν αναζητείται η αιτία για τα εγκλήματά του στην ψυχοπαθολογία, ή στις προσωπικότητες αξιωματούχων. Όταν  δηλ. η αιτία επικεντρώνεται στην ηθική ή ψυχολογία  και αντιμετωπίζεται η εγκληματική συμπεριφορά ως μεμονωμένο περιστατικό και όχι συλλογικό.
            Δεν σημαίνει ότι η ηθική δεν έχει σημασία, αλλά αν στηριζόμαστε μόνο σε ηθικές κατηγορίες  για να ερμηνεύσουμε τα γεγονότα μάλλον θα τα συσκοτίσουμε. Κι αυτό, γιατί παραβλέπονται οι υλικές βάσεις της ηθικής σκέψης, θεωρώντας ως δεδομένο τις κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες που τις διαμόρφωσαν. Και καταλήγει όλο  και περισσότερο οι ηθικολογικές αφαιρέσεις να χρησιμεύουν ως υποκατάστατο για πολιτικές αναλύσεις.
              Από τη μια λοιπόν οι ιστορικοί αναζητούν σε νομολογίες ελαφρυντικά για τις θηριωδίες των γερμανών στρατιωτών σε χώρες κατοχής και από την άλλη φιλόσοφοι και ψυχολόγοι αναζητούν στην σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης την αιτία της εγκληματικής συμπεριφοράς τους.
             Η προσπάθεια να εξηγηθούν οι θηριωδίες των ναζί, αποκομμένες από το οικονομικοπολιτικό πλέγμα που τις υποστήριζαν, περιορίζει τον προβληματισμό στις προθέσεις, γνώσεις και συναισθήματα των μεμονωμένων ανθρώπων που τις διέπραξαν. Μόνο που κάτω από το ναζιστικό καθεστώς  δεν είναι μεμονωμένοι απλοί άνθρωποι που αναγκάστηκαν να κάνουν  αποτρόπαια πράγματα, αλλά ένα μεγάλος αριθμός ατόμων, αν όχι η πλειοψηφία του πληθυσμού, μέσα σε συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες και  κοινωνικές σχέσεις υπερέβαλλαν στη διάπραξη βιαιοτήτων.   
          Στη ναζιστική Γερμανία δημιουργήθηκε εκείνο το ιδεολογικό, θεσμικό και οργανωτικό πλαίσιο που ευνοούσε δράσεις που, αν και ήταν αποτρόπαιες, εξυπηρετούσαν τους σκοπούς του καθεστώτος και το οποίο προωθήθηκε να γίνει αποδεκτό σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού. Εξάλλου αν η εμφάνιση και άνοδος του ναζιστικού κόμματος στη Γερμανία συνδέεται περισσότερο με τις εθνικές προκαταλήψεις ή τη χαρισματική δημαγωγία του Χίτλερ είναι γιατί δεν αναγνωρίζεται πόσο ελκυστική ήταν για τη γερμανική άρχουσα τάξη η πολιτική πλατφόρμα του ναζισμού που υποστηρίχτηκε.
Κι ίσως γι’ αυτό και  κάθε καθεστώς που θέλει να διαπράξει γενοκτονίες σπάνια αποτυγχάνει να βρει δημίους. Στην αποικιοκρατούμενη Αφρική δεν διαπράχτηκαν γενοκτονίες ή στην Αμερική; Μόνο που κατά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο μεταφέρθηκαν εξορθολογισμένα και επιστημονικά, σε μεγάλη έκταση και σύντομο χρόνο, οι τεχνικές γενοκτονίας από τις αποικιοκρατούμενες χώρες και εφαρμόστηκαν στην  ίδια την Ευρώπη.
          Οι Ευρωπαίοι λοιπόν του διαφωτισμού και της δημοκρατίας δεν μπορούσαν με την αποκάλυψη των ναζιστικών φρικαλεοτήτων να αποκρύψουν πια τις ολοκληρωτικές διαστρεβλώσεις που οδηγεί η  ευρωπαϊκή ηθική της εξορθολογισμένης εκμετάλλευσης και τις παραμορφώσεις της ιδεολογίας για την υπεροχή του λευκού ανθρώπου. Και ανασκουμπώθηκαν να αιτιολογήσουν τα ναζιστικά εγκλήματα ως εξαίρεση στη μακρά ευρωπαϊκή ιστορία των κατακτήσεων και της αποικιοκρατίας.              
Οι θέσεις της Χάνα Αρεντ, τα αποτελέσματα από το αμφιλεγόμενο πείραμα του Milgram συγκλίνουν στην πραγματικότητα στο συμπέρασμα πως η βασική εξήγηση του κακού στο ναζισμό, ακόμα και στην πιο ακραία μορφή του, ήταν μια λανθάνουσα τάση όλων των ανθρώπων, η  τάση να ακολουθούν διαταγές και να συμμορφώνονται. Η κοινοτοπία του κακού κατά την Άρεντ - η ιδέα της συντριπτικής δύναμης της ιεραρχικής εξουσίας ή της πίεσης από ομοτίμους – γίνεται γενικός κανόνας τόσο στα θύματα όσο και στους δράστες. Με τον ίδιο τρόπο που το Ολοκαύτωμα έγινε παγκόσμιο σύμβολο όλων των θυμάτων του ρατσισμού και μίσους, οι δράστες του έγιναν τα παγκόσμια σύμβολα της αδράνειας του ανθρώπου να μην πέσει στη βαρβαρότητα.
           Αλλά αφού γνώρισμα του κακού είναι η κοινοτοπία του, καθένας κρύβει κι ένα ναζιστή εν υπνώσει μέσα του, επομένως γίνεται πιο δύσκολο η βαρβαρότητα να προκαλέσει κλονισμό και όσοι διαιωνίζουν βάρβαρες πράξεις να θεωρηθούν υπεύθυνοι για αυτές, καθώς οι πράξεις αποπλαισιώνονται από συνθήκες και σκοπιμότητες σ’ έναν ανιστορικό χρόνο.
       Και κάπως έτσι ο ναζισμός  φεύγει από το πρώτο πλάνο, στήνονται οι θεωρίες του ολοκληρωτισμού που συγχέουν φασισμό με  κομμουνισμό, ενώ διασώζονται οι δικτατορίες και δοξάζονται οι αστικές δημοκρατίες.
           Μόνο που οι  δημοκρατίες των ΗΠΑ και της ΕΕ είναι αυτές που  καταστρέφουν χώρες, δολοφονούν τους κατοίκους τους, κλείνουν σε στρατόπεδα τους πρόσφυγες. Κι όπως οι κοσμοθεωρίες των Ναζί δεν έγιναν αποδεκτές σε μια νύκτα από τη μεγάλη πλειοψηφία των γερμανών, το ίδιο και οι βαθμιαίες αποκλίσεις προς φασίζουσες επιλογές στα πολιτικά καθεστώτα της Δύσης δεν θα προκύψουν σε πλήρη άνθιση σε μια νύκτα, αλλά μετά από μια περίοδο κατά την οποία η βία σταδιακά θα κανονικοποιείται, θα θεωρείται δικαιολογημένη, ανεκτή μέχρι να γίνει απαρατήρητη, γιατί θα έχει ενσωματωθεί στη ζωή μας.
Και μετά πόσο απέχει να θεωρηθεί η καταπάτηση της αξιοπρέπειας και ελευθερίας σε ομάδες ανθρώπων ηθικό δικαίωμα και αποστολή από την πλειοψηφία του πληθυσμού  που μπορεί να είναι πρόθυμη ακόμα και για εγκληματικές συμπεριφορές ευνοϊκές για την κυρίαρχη τάξη που τις υποθάλπει;  

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2018

ΕΠΙΒΟΛΗ ΚΡΑΤΙΚΗΣ ΔΥΝΑΜΗΣ


Κι αν οι πιθανότητες διάψευσης των προβληματισμών, των  ερμηνειών και κυρίως των προβλέψεων σε καταστάσεις ρευστές, με δράσεις αντίρροπες, μπορεί να είναι μεγάλες, αυτό δεν σημαίνει παραίτηση από την προσπάθεια ανάλυσης αιτιών και συνεπειών  κι ένταξής τους σε μια σφαιρική προοπτική.
         Έτσι, παρόλο που οι πληροφορίες για το κίνημα των κίτρινων γιλέκων στη Γαλλία, οι οποίες αντλούνται από την ειδησεογραφία, μπορεί να είναι περιορισμένες ή και κάποιες διαστρεβλωμένες, δεν ανακόπτεται η προσπάθεια για κατανόηση είτε στόχων του είτε  δράσεών του και συνεπειών τους που προκύπτουν ή κατασκευάζονται.
         Αναφέρεται πως το κοινωνικό προφίλ της πλειοψηφίας των κίτρινων γιλέκων περιλαμβάνει δυσαρεστημένους, χαμηλά αμειβόμενους εργαζομένους στην ευρύτερη περιφέρεια των Παρισίων που μάλιστα δεν έχουν παρελθόν συμμετοχής σε κινήματα και διαμαρτυρίες, αλλά ακόμα ότι περιλαμβάνει και ιδιοκτήτες μικρών επιχειρήσεων, έμπορους, επιχειρηματίες κλπ.  Εστιάζεται το ενδιαφέρον στο γεγονός  πως το κίνημα δεν προκύπτει από τις παραδοσιακές μορφές διαμαρτυρίας,  είναι ένα ακέφαλο, αυθόρμητο μαζικό κίνημα που συνδέεται με τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης και θέτει τις δικές του ιδέες για την αναδιοργάνωση της κοινωνίας. Δίνονται ερμηνείες για τον πολιτικό προσανατολισμό του –αριστερός λαϊκισμός κάποιοι,  επανεμφάνιση του Μάη του ’68 άλλοι, επιρροή φασιστική κάποιοι τρίτοι. Κι είναι αξιοσημείωτο πως, όπως και σε κάθε διαμαρτυρία ή κινητοποίηση τα τελευταία χρόνια,  και σ’ αυτή αναγνωρίζονται στοιχεία από εξεγέρσεις του παρελθόντος, σε μια προσπάθεια ενσωμάτωσής της στην επαναστατική παράδοση, θεωρώντας πως ο ίδιος ο  θυμός είναι επαναστατικός, και υπενθύμισης της βίας ως βασικού τρόπου αντιπαράθεσης.  
Κι αν μοιάζει δύσκολο να προβλέψει κανείς με βεβαιότητα την εξέλιξη που θα έχουν οι διαμαρτυρίες κι αν θ’ αποκτήσουν το βηματισμό ενός εξεγερτικού κινήματος τις προσεχείς εβδομάδες, οι αντιδράσεις όμως της εκτελεστικής εξουσίας είναι ενδεικτικές της τακτικής που φαίνεται πως δεν διστάζει πια να ακολουθήσει το αστικό κράτος. Μοιάζει η βίαιη καταστολή, η ανεξέλεγκτη δραστηριότητα των κατασταλτικών μηχανισμών, η αυταρχική αντιμετώπιση κοινωνικών προβλημάτων να σημαδεύουν στο εξής  την πολιτική της κυρίαρχης εξουσίας.
Οι σκηνές χάους, στην καρδιά του Παρισιού την προηγούμενη εβδομάδα, που κυριάρχησαν στα ΜΜΕ, απεικόνισαν τη διαμαρτυρία των κίτρινων γιλέκων ως μια διαδοχή εικόνων βίας που εντυπωσιάζουν και  φοβίζουν. Κι ήταν η ένταση των βιαιοτήτων περισσότερο παρά η μαζικότητα των κινητοποιήσεων που επιστρατεύτηκε για δικαιολόγηση  της χρήσης της  τεράστιας αστυνομικής δύναμης την επόμενη φορά της διαμαρτυρίας των κίτρινων γιλέκων.  Γι’ αυτό και η απορία παραμένει. Γιατί η κρατική εξουσία, ενώ για τα δεδομένα της Γαλλίας  έχει να αντιμετωπίσει περιορισμένο αριθμό διαδηλωτών που φαίνεται πως δεν έχουν κοινή πολιτική βάση αλλά κυρίως συναισθήματα θυμού και οργής που τους ενώνουν, κάνει ό,τι μπορεί να τα διατηρήσει ενισχύοντας τα με τις βιαιότητες της καταστολής;
Και αν ο βασικός προβληματισμός έχει να κάνει με την αντίδραση του κράτους και το μέγεθος και ένταση της καταστολής, είναι γιατί φαίνεται πως στην εποχή της καπιταλιστικής κρίσης δεν αποτελεί πια την κύρια επιδίωξη η συναίνεση μέσω ραφιναρισμένων μεθόδων ελέγχου, αλλά μέσω καταστολής και εκφοβισμού. Έχοντας εδώ και χρόνια υποσυνείδητα υπονομεύσει η αστική  δημοκρατία με τον κυρίαρχο λόγο της εκλεπτυσμένης προπαγάνδας τις εμπειρίες, επιθυμίες κι αντιλήψεις μας για να ελέγχονται οι αντιδράσεις μας, όταν ο θυμός και η οργή οδηγούν σε ανεξέλεγκτες αντιδράσεις η καταστολή μπορεί να γίνει καθοριστική για εκφοβισμό και υποταγή.
Οι δυο εικόνες, η μια με τους μαθητές στα γόνατα και τα χέρια πίσω από το σβέρκο σαν αιχμάλωτοι πολέμου και  η άλλη από βίντεο με διαδηλωτή με τα χέρια ανοιχτά να δέχεται πλαστική σφαίρα από τις δυνάμεις καταστολής, είναι χαρακτηριστικές όχι μόνο για την ένταση της καταστολής αλλά για τη σκοπιμότητά της.
Η κρατική εξουσία χρησιμοποίησε για τις δικές της σκοπιμότητες τις εικόνες χάους στο Παρίσι, χάριν των οποίων όμως το κίνημα των κίτρινων γιλέκων αναβαθμίστηκε και θεωρήθηκε ισχυρό.  Επιπλέον, η ένταση της καταστολής μοιάζει να μην είναι απλά επίδειξη δύναμης πια αλλά επιβολή της κρατικής δύναμης για πρόκληση φόβου αδιαφορώντας και για τα προσχήματα. Κι επειδή το μέγεθος των κινητοποιήσεων δεν δικαιολογεί το μέγεθος της έντασης της καταστολής δεν είναι εκτός πραγματικότητας οι υποψίες για μονιμοποίηση αυταρχικών κυβερνητικών επιλογών.
Η ταπεινωτική συμπεριφορά προς εφήβους –με δημοσιοποίηση του βίντεο όπου απεικονίζονται ανήλικοι μάλιστα- δεν μπορεί να εξηγηθεί απλά με εκφοβισμό των μαθητών ούτε και ο αναίτιος τραυματισμός του διαδηλωτή. Η εκτελεστική εξουσία που συνεχάρη την αστυνομία, και γι’ αυτές φυσικά τις πράξεις της, δημιουργεί τους όρους εκείνους που θα την επιτρέψουν απερίσπαστα να εφαρμόσει την πολιτική της άρχουσας τάξης χωρίς προσκόμματα. Τις μέρες αυτές στο Παρίσι οι πραγματικές σχέσεις  εξουσίας βρέθηκαν εντός ορατού πεδίου και απεικονίζονται θεαματικά στους γονατισμένους εφήβους.
Μοιάζει να ευσταθεί η εκτίμηση πως ο αυταρχισμός θα ενταθεί, τα γεγονότα στη Γαλλία δείχνουν πως η καταστολή δεν έχει πια όρια, και  η αναζήτηση ευθυνών για άλλες χειρότερες καταστάσεις θα αποτελούν πια πολυτέλεια. Δεν μπορούμε να περιμένουμε τίποτε λιγότερο από εντονότερη χρήση  των μηχανισμών καταστολής, δηλ. επαύξηση του  αυταρχισμού και μονιμοποίησή του. Γι’ αυτό και ο προβληματισμός δεν είναι για τη χρήση της βίας, αφού η βία είναι η βάση κάθε ταξικής κοινωνίας και η άρνησή της είναι άρνηση του βίαιου χαρακτήρα της ταξικής αντιπαράθεσης. Το ζήτημα είναι αν τα βίαια ξεσπάσματα ομάδων, που στηρίζονται στον αυθορμητισμό, μπορούν τα αντιπαρατεθούν με το πάνοπλο κράτος και τις φασιστικές εφεδρείες του χωρίς να καταστραφούν ενισχύοντας την κρατική δύναμη.

Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2018

ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ ΣΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ


Ο γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν συμπεριέλαβε στη στρατηγική της πράσινης μετάβασης τις αυξήσεις των φόρων στο ντίζελ, με σκοπό να οδηγηθούν οι οδηγοί σε επιλογές προς πιο οικολογικές πηγές ενέργειας για τις μετακινήσεις τους. Μετά όμως τις διαμαρτυρίες των διαδηλωτών των «κίτρινων γιλέκων» και τις ταραχές στο Παρίσι ο πρωθυπουργός της Γαλλίας Εντουάρ Φιλίπ ανακοίνωσε την αναβολή της αύξησης των καυσίμων για έξι μήνες. Δηλ. αν και  ο Ε. Μακρόν στην υποστήριξη της αναγκαιότητας των μέτρων προέτασσε οικολογικά ζητήματα, παρόλο που αφορούσαν και την προσπάθεια για μείωση του ελλείμματος του προϋπολογισμού, όμως  οι οικονομικές επιπτώσεις τους σε μεγάλες μάζες πληθυσμού προκάλεσαν οργή γα την αυξανόμενη οικονομική ανισότητα σε μια πλούσια χώρα και για την κυβερνητική αδιαφορία για τα δεινά τους.
               Στη Γαλλία, πέρα από το χαρακτήρα αυτών των αντιδράσεων και  την κοινωνική σύνθεση αυτού που ονομάστηκε κίνημα των «κίτρινων γιλέκων», αναδείχτηκε και ο τρόπος που εκδηλώνεται η ευαισθησία της κυρίαρχης εξουσίας για το περιβάλλον. Η λύση που προκρίνεται στα περιβαλλοντικά προβλήματα φαίνεται πως είναι η επιβολή φόρων στην ευρεία βάση των εργαζόμενων. Η επιβολή λοιπόν  φόρων που ονομάζονται περιβαλλοντικοί  και οι αντιδράσεις που προκάλεσαν είναι ενδεικτικοί του τρόπου που η κυρίαρχη πολιτική μεθοδεύει τη μετάβαση σε ό,τι χαρακτηρίζεται πράσινη οικονομία και βιώσιμη ανάπτυξη που προστατεύει το περιβάλλον.
               Οι οικολογικές ανησυχίες, που τροφοδότησαν κινήματα στις προηγούμενες δεκαετίες και  άνθισαν σε αντιδιαστολή ή και πάνω στα ερείπια αριστερών κινημάτων, κατέληξαν άλλοθι για ν’ ανοίξουν καινούργιους δρόμους οικονομικής ανάπτυξης εις βάρος των εργαζομένων. Είναι που η πρόοδος, η τεχνολογία, η υλική ευημερία, η ανάπτυξη, οι μορφές κατανάλωσης, γενικά οι τρόποι ζωής, οι ανάγκες, οι κοινωνικές προσδοκίες και στρατηγικές δεν συνδέθηκαν με τη μήτρα των καπιταλιστικών σχέσεων και δυνάμεων παραγωγής που οδηγούν στην καταστροφή του περιβάλλοντος. Πάνω ακριβώς σ’ αυτή την εν πολλοίς αθέατη σύνδεση, η καπιταλιστική κοινωνία καταφέρνει να βρίσκει  τους μηχανισμούς άμυνας και ενσωμάτωσης της οικολογικής προβληματικής.     
               Και επομένως η ευαισθησία απέναντι στην καταστροφή του περιβάλλοντος και την οικολογική επιδείνωση δεν είναι από μόνη της συνώνυμη με τη συνειδητοποίηση της ανάγκης για ανατροπή της καπιταλιστικής κοινωνίας. Γι’ αυτό και οι δυνάμεις που επιστρατεύει  η οικολογική ευαισθησία, ακριβώς εξαιτίας του διαταξικού  τους χαρακτήρα, δεν έχουν τους ίδιους λόγους  να είναι εξίσου  κριτικές και απορριπτικές απέναντι στην καπιταλιστική κοινωνία.
               Όμως εφόσον ο καπιταλισμός αποκλείει τους εργαζόμενους από την εξουσία ελέγχου πάνω στην οργάνωση και τις σκοπιμότητες της παραγωγής, εφόσον τα ζητήματα αυτά επαφίενται στην αρμοδιότητα της καπιταλιστικής επιχείρησης, η οποία για την αντιμετώπισή τους γνωρίζει μόνο το κριτήριο της κερδοφορίας και της οικειοποίησης του αδιαφορώντας για τη ληστρική εκμετάλλευση της φύσης,   δεν μπορεί το εργατικό κίνημα παρά να  θέτει στο επίκεντρο των αγώνων του το ζήτημα του πώς παράγουμε, τι παράγουμε και για ποιον παράγουμε. Ο οικολογικός έλεγχος στην πραγματικότητα σημαίνει αλλαγή  του τρόπου παραγωγής, δηλ. του καπιταλιστικού ορθολογισμού ο οποίος ξεκινά από την προσφορά, την πώληση, με επιδίωξη κέρδους, και τείνει  στην οργάνωση της παραγωγικής δραστηριότητας με βάση τις ανάγκες των ανθρώπων που χειραγωγούνται προς την κατεύθυνση της αύξησης της κερδοφορίας.
Κι επειδή ο καπιταλισμός ενσωματώνει τα επιστημονικά δεδομένα, σφετερίζεται τις οικολογικές κατακτήσεις και μπορεί να κατασκευάζει και τρομοκρατικούς μύθους για να γίνεται αποδεκτή κάθε προσπάθεια που οδηγεί  στο νέο κύκλο της καπιταλιστικής συσσώρευσης, μπορεί το καπιταλιστικό κράτος να επιβάλει μέτρα προστασίας της φύσης, που αν και διαφημίζονται ως οικολογικά κυρίως ανοίγουν και νέους ορίζοντες στη συσσώρευση του κεφαλαίου. Κι έτσι δεν υπάρχει δυτικό κράτος  που να μην φαίνεται πως  προσπαθεί  να ελέγξει  και να ρυθμίσει  τα περιβαλλοντικά προβλήματα, αρκεί το κόστος τους να μην είναι ασύμφορο ή να μπορεί να μετακυλίεται  στις εκμεταλλευόμενες τάξεις ή στις πρώην αποικίες των ιμπεριαλιστών. Η προστασία λοιπόν του περιβάλλοντος καταλήγει να ταυτίζεται μ’ ένα προσοδοφόρο και πολλά υποσχόμενο οικονομικό προϊόν.
Κι έτσι μπορεί να επιβάλλονται φόροι, όπως είναι η επιβολή φορολογίας στα ορυκτά καύσιμα ανάλογα με την περιεκτικότητα τους σε άνθρακα, δηλ.  βενζίνη, πετρέλαιο θέρμανσης, καύσιμα σε αεροπλάνα κλπ., με τον ισχυρισμό πως λειτουργούν σαν εργαλείο πολιτικής για την αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων από την ανάπτυξη, ενθαρρύνοντας την πιο αποδοτική χρησιμοποίηση της ενέργειας και δίνοντας κίνητρα για ανάπτυξη τεχνολογιών φιλικών στο περιβάλλον. Συγχρόνως το εμπόριο δικαιωμάτων εκπομπής αερίων, σύμφωνα με το Πρωτόκολλο του Κιότο,  γίνεται μια πολύ αποδοτική επιχείρηση. Για τις ιδιωτικές εταιρείες είναι ιδιαιτέρως ελκυστικό, γιατί μειώνοντας τις εκπομπές μπορούν να ωφεληθούν πουλώντας την περίσσεια των δικαιωμάτων εκπομπής.
Δηλ. οι οικολογικές ανησυχίες καθησυχάζονται από τη μια, με την επιβολή σταθερής ποσότητας συνολικών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και άλλων αερίων και από την άλλη, γίνεται εμπορεύσιμο προϊόν το δικαίωμα να εκπέμπει κάποιος. Συνεπώς,  ανοίγεται πεδίο λαμπρόν κερδοφορίας πουλώντας την περίσσεια των δικαιωμάτων εκπομπής, και για άλλη μια φορά συνεχίζεται η εκμετάλλευση των υπο ανάπτυξη χωρών από τις αναπτυγμένες.
Ο φόρος στα καύσιμα, που στη Γαλλία αποτέλεσε τη σπίθα για το ξέσπασμα μιας συσσωρευμένης οργής, ανεξάρτητα από το ίδιο το περιεχόμενο των αντιδράσεων ή τα κοινωνικά στρώματα που διαμαρτύρονται, αποδεικνύει για άλλη μια φορά πως για τον καπιταλισμό το κέρδος πάντα είναι ο σκοπός και κάθε τι, και η προστασία του περιβάλλοντος βεβαίως, χρησιμοποιείται ως μέσο για την επίτευξή του.