Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2014

ΕΡΜΜΗΝΕΥΟΝΤΑΣ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ



Ο  πρωθυπουργός αποδίδοντας στο μήνυμά του για την επέτειο του ΟΧΙ τιμές στους «ήρωες που δεν δίστασαν να προσφέρουν ακόμη και τη ζωή τους για την ελευθερία, τη δημοκρατία και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια» και θεωρώντας  ότι «το έπος του ’40,… εμπνέει και διδάσκει» για να «αντλήσουμε διδάγματα ενότητας και συστράτευσης στην τελευταία μάχη για την έξοδο της πατρίδας μας από τη μεγαλύτερη οικονομική κρίση της μεταπολεμικής ιστορίας μας» χρησιμοποιεί αυτήν την επέτειο, με το συγκινησιακό φορτίο που κουβαλά,  για να δικαιώσει την πολιτική και τις επιλογές του και να στηρίξει την απαίτησή του για  συναίνεση σ’  αυτές. Ενώ η αξιωματική αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ βλέπει ότι αποτελούν «η 28η Οκτώβρη του 1940 και το έπος της Αντίστασης τη μεγαλύτερη απόδειξη της δύναμης που έχει ο λαός, όταν οργανώνεται και παλεύει για τα δικαιώματά και για την ανεξαρτησία του» υπονοώντας ότι μέσα από τον ΣΥΡΙΖΑ  στη σημερινή συγκυρία  είναι που θα  παλέψει ο λαός για να ξανααποκτήσει δικαιώματα και ανεξαρτησία.
      Το παρελθόν ερμηνεύεται, ή παρερμηνεύεται,  κάτω από το πρίσμα του παρόντος. Χρησιμοποιείται για τη συναγωγή  συμπερασμάτων και  τη διατύπωση κρίσεων  τέτοιων που ευνοεί αναλόγως αυτούς που τα εκφέρουν και τα χρησιμοποιούν. Η αναφορά στο ΟΧΙ και τον νικηφόρο αγώνα εναντίον των Ιταλών χρησιμοποιείται ως πρότυπο εθνικού αγώνα, μ’ ενωμένους όλους τους έλληνες, για να δικαιώνει επιλογές που γίνονται  και επικαλούνται εθνική συναίνεση, (Ν.Δ) αλλά και  για να συντηρείται, με ένα δημαγωγικό τρόπο, η προσδοκία για τη δύναμη του λαϊκού παράγοντα σ’ ένα φανταστικό σύμπαν (ΣΥΡΙΖΑ).            
  Τα ιστορικά βέβαια γεγονότα δεν μπορούν να αλλάξουν. Η απόρριψη του ιταλικού τελεσίγραφου από τον Ι. Μεταξά και η κήρυξη πολέμου είναι γεγονός. Η αναζήτηση όμως των αιτίων και η συσχέτιση τους το  φωτίζουν διαφορετικά και  του δίνουν άλλη  διάσταση.
          Στην ομιλία του Ι. Μεταξά στους εκδότες και αρχισυντάκτες του αθηναϊκού τύπου στις 30 Οκτωβρίου 1940 εκφράζει το φόβο του ότι αν δεν στρεφόταν  ενάντια στην ιταλική επίθεση δεν θα μπορούσε να αποφύγει τη συρρίκνωση της Ελλάδας και τη διαίρεσή της, πράγμα που θα έστρεφε τον ελληνικό λαό εναντίον της κυβέρνησής του που θα έπαιρνε μια τέτοια απόφαση. «Tο Έθνος ουδέποτε θα συνεχώρει εις τόν Βασιλέα και την Εθνικήν Κυβέρνησιν της 4ης Αυγούστου, τοιαύτην πολιτικήν». Αυτό που πρωτίστως τον ενδιέφερε ήταν να διατηρήσει το καθεστώς του και γι’  αυτό αρνήθηκε την απελευθέρωση των φυλακισμένων κομμουνιστών για να πολεμήσουν. Η πολιτική ισορροπίας που προσπαθούσε να εφαρμόσει ανάμεσα στη Γερμανία και τη Μ. Βρετανία με την προσδοκία ότι θα αποσοβηθεί η ιταλική απειλή με τη βοήθεια της Γερμανίας, οδήγησε τον ελληνικό λαό στην καταστροφή. Δεν είναι μόνο ότι επικρατούσε ηττοπάθεια  στις ανώτατες στρατιωτικές υπηρεσίες είναι που και ο Μεταξάς  ακολουθώντας γερμανική συμβουλή ούτε επιστράτευση έγκαιρα  έκανε ούτε πήρε άλλα μέτρα στην Ηπειρο. Τελικά η απόκρουση την ιταλικής επίθεσης έγινε εξαιτίας της μαζικής κινητοποίησης ολόκληρου του λαού.
          Ο πόλεμος και η μετέπειτα κατοχή άλλαξαν άρδην το πολιτικοκοινωνικό σκηνικό. Η πολιτική διαμάχη  στην πραγματικότητα μέχρι τότε περιοριζόταν ανάμεσα σε ανταγωνιστικά αστικά συμφέροντα και η αντιπαλότητα για μοναρχία ή δημοκρατία  περισσότερο δήλωνε την κυριαρχία  της μιας ή της άλλης ομάδας της κυρίαρχης τάξης.  Μ’  αφορμή τον πόλεμο η πλειονότητα του λαού έπαψε να είναι κομπάρσος στις πολιτικές εξελίξεις. Αντιθέτως είναι στην κατοχή που εξερράγησαν οι ταξικές αντιθέσεις κι έκαναν πρωταγωνιστή τον λαό, που απελευθερωμένος από τις καταπιέσεις που επέβαλλε το πολιτικό κατεστημένο απέκτησε, σ’ ένα μεγάλο μέρος, ταξική συνείδηση. Συγχρόνως αποκαλύφτηκε και ο ρόλος  του πολιτικού κατεστημένου τόσο με την κυβέρνηση συνεργασίας με τους κατακτητές στην Αθήνα όσο και με την εξόριστη κυβέρνηση που είχε προσκολληθεί στην προστάτιδα δύναμη Μ. Βρετανία που της πρόσφερε την υποστήριξή της. Ο πόλεμος λοιπόν και η κατοχή έβαλαν σε ενέργεια τη διαδικασία  σταδιακής αφύπνισης των λαϊκών τάξεων που συνειδητοποίησαν την πραγματική τους ταυτότητα με τη συμμετοχή τους στη αντιστασιακή οργάνωση του ΕΑΜ. Γιατί είναι το κόμμα της εργατικής τάξης, το ΚΚΕ,   που παίρνει την πρωτοβουλία στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, ενώ συγχρόνως επαγγέλλεται πολιτικές και κοινωνικές  μεταβολές.
          Στις μέρες μας, απλοϊκά  ερμηνευτικά σχήματα, με αιχμή του δόρατος την ενότητα  ολόκληρου του έθνους, και αφελείς προβληματισμοί  για τις αιτίες της παλλαϊκής αντίσταση των χρόνων εκείνων αναπτύσσονται για να ερμηνευτούν σύγχρονες καταστάσεις. Στην κακοδαιμονία μας και τη διχόνοια χρεώνονται τόσο η εμφύλια σύρραξη τότε όσο και η τωρινή μας αδράνεια. Στη σκιά μένουν οι συγκρούσεις ιδεολογιών, πολιτικών και κοινωνικών επιλογών που εκφράζουν αντιτιθέμενα  ταξικά συμφέροντα.
             Κι αν στις μέρες μας η βαθιά οικονομική κρίση δεν υπήρξε καταλύτης για σύγκρουση με την κυρίαρχη πολιτική είναι γιατί  έχει προηγηθεί η προσχώρηση  από μεγάλο μέρος των λαϊκών μαζών σε επιβεβλημένα από την κυρίαρχη εξουσία πρότυπα που  εγκλωβίζουν την όποια αντίσταση  σε αιτήματα για ενότητα των προοδευτικών δυνάμεων  και ηθικοποίηση της πολιτικής ζωής,  με προσδοκίες για έναν καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο. Κι αν στην κατοχή η αντιφασιστική  πολιτική των ενιαίων μετώπων της αντίστασης μπορούσε να χωρέσει κι άλλες, εκτός από τις λαϊκές,  κοινωνικές τάξεις και ιδεώδη της αστικής δημοκρατίας, παίρνοντας βέβαια σε κάθε χώρα διαφορετικές μορφές οι συμμαχίες που προέκυπταν, στα χρόνια μας ο ανταγωνισμός, αν και υπόγειος και μάλλον ανέκφραστος,  είναι ανελέητος ανάμεσα στις αντιτιθέμενες τάξεις,  τα επιμέρους συμφέροντα  των ταξικών ομάδων, τα  ιδεολογικά  ρεύματα. Κι επειδή αυτή η αναμέτρηση περιορίζεται σε οικονομικό περισσότερο επίπεδο με την κυρίαρχη πολιτική να συνεχίζει   να επικαλείται την ευημερία των ανθρώπων και  τα δημοκρατικά δικαιώματα  για να μη αποκοπεί από τις επιθυμίες των λαϊκών τάξεων, τελικά καταφέρνει να  τις εγκλωβίζει στις επιλογές της. Συγχρόνως, με  τη συνεχή ιδεολογική προπαγάνδα της ταύτισης φασισμού και κομμουνισμού, που απροκάλυπτα πια  είναι η κυρίαρχη ιδεολογία της ΕΕ, ο  κομμουνισμός επιχειρείται να πάψει να αποτελεί  την απελευθερωτική προοπτική της εργαζομένης ανθρωπότητας.
          Αβεβαιότητα κα φόβος  κυριαρχεί στις ψυχές εκατομμυρίων ανθρώπων της Ευρώπης χωρίς να χρειαστεί να βομβαρδιστούν, τουλάχιστον όλοι,  όπως στον β παγκόσμιο πόλεμο. Εβδομήντα σχεδόν χρόνια από το τέλος εκείνου του πολέμου οι λαοί έχουν οδηγηθεί μέσα από ψευδαισθήσεις που καλλιεργήθηκαν και προσδοκίες που ενισχύθηκαν, στη χωρίς όρους  και ελπίδες υποταγή στην κυρίαρχη πολιτική, νιώθοντας συνυπεύθυνοι και συνένοχοι για τις επιλογές και αποφάσεις των κυβερνώντων.

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2014

ΗΘΙΚΑ ΚΑΙ ΙΔΕΑΛΙΣΤΙΚΑ



Κοντά πέντε χρόνια τώρα έχουμε πειστεί ότι η οικονομική κρίση που μας μαστίζει είναι θέμα μεταρρυθμίσεων, εις βάρος πάντοτε του κόσμου της εργασίας,   να ξεπεραστεί για να πετύχουμε πλεονάσματα και μηδενικά ελλείμματα για βελτίωση της ζωής μας. Και η κρίση όλο τελειώνει και όλο και σταθεροποιείται.  Εκεί λοιπόν που ο πρωθυπουργός Α. Σαμαράς  καλλιεργούσε τις ελπίδες για αποπομπή του ΔΝΤ νωρίτερα από τη χώρα, σαν απόδειξη της βελτίωσης της οικονομικής κατάστασης, με την  πτώση του χρηματιστηρίου και την εκτίναξη του επιτοκίου του δεκαετούς ομολόγου   στα ύψη, περιορίστηκε σε συμφωνία για «προληπτική γραμμή στήριξης». Συγχρόνως  οι ανησυχίες της ΕΕ για την κατάσταση της οικονομίας και της απασχόλησης εξακολουθούν, με τις χώρες του ζώνης του ευρώ να  εμφανίζονται διχασμένες ως προς τον δρόμο που οδηγεί στην ανάπτυξη και ανάκαμψη της οικονομίας.  Ενώ ο  ΣΥΡΙΖΑ με ένα νεφελώδες λόγο εν ολίγοις εντοπίζει το πρόβλημα στην αλλαγή πολιτικής λιτότητας για την Ευρώπη με ένα βιώσιμο σχέδιο που θα είναι ωφέλιμο για όλους  τους λαούς και χρηματοδότηση της ανάπτυξης που θα είναι το τέλος της κρίσης.
Οικονομικές θεωρίες, οικονομολόγοι και πολιτικοί  χρόνια τώρα προτείνουν στρατηγικές και χειρισμούς για αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης που οι κυρίαρχες απόψεις γι’  αυτήν είναι είτε ότι φταίει ο κρατικός παρεμβατισμός  και τα κρατικά ελλείμματα είτε αντίθετα η εγκατάλειψη των πολιτικών του κρατικού παρεμβατισμού και η υιοθέτηση νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Κι επειδή και στις δυο περιπτώσεις το πρόβλημα δεν εντοπίζεται  στον ίδιο τον καπιταλιστικό τρόπο οργάνωσης της παραγωγής, το καπιταλιστικό σύστημα δεν αμφισβητείται κι επομένως  ούτε αναζητείται η λύση για τα προβλήματα που αυτό γεννά στην ανατροπή του. Κι έτσι αναλύονται, με πολλές λεπτομέρειες μάλιστα, ορισμένες πτυχές της κατάστασης αφήνεται όμως στην άκρη ο πυρήνας των αιτίων που την προκάλεσε.   Σαν να οικοδομείται ο κόσμος μόνο στη σκέψη τους, ενώ  «οι οικονομικές κατηγορίες δεν είναι παρά οι θεωρητικές εκφράσεις,  αφαιρέσεις των κοινωνικών σχέσεων της παραγωγής», όπως επισημαίνει στην «αθλιότητα της φιλοσοφίας» ο Κ. Μαρξ.
               Κι αν πρέπει να αποδεικνύεται το αδιέξοδο όλων αυτών των λύσεων ή προσδοκιών για την οικονομική κρίση είναι γιατί καλλιεργώντας φρούδες ελπίδες οδηγείται σε πλήρη αποπροσανατολισμό το εργατικό κίνημα, που όλο περιμένει τη σωτηρία πότε από τον Σαμαρά πότε από τον Τσίπρα. Και γίνεται κατανοητός  για άλλη μια φορά ο τρόπος που απέρριψε ο Κ. Μαρξ το έργο του Προυντόν «Η αθλιότητα της φιλοσοφίας», ξεκαθαρίζοντας τους λογαριασμούς του και με την ουτοπική  σοσιαλιστική παράδοση. Δεν αντιμετωπίζεται η πολιτική οικονομία σαν θρησκεία, αφαιρετικά και ιδεαλιστικά, ούτε η ιστορία είναι διαδοχή ιδεών, για να αρκούμαστε σε ηθικές καταγγελίες του νεοφιλελευθερισμού, της παγκοσμιοποίησης ή  της «αλλοτριωμένης» κοινωνίας, ούτε μεταβάλλεται   ένα οικονομικό γεγονός  επειδή βρίσκεται σε αντίφαση με το ηθικό αίσθημα.  Τα πάντα κινούνται μέσα από τη διαλεκτική και ανταγωνιστική σχέση  κεφαλαίου και εργατικής τάξης
«Οι οικονομολόγοι περιγράφουν τις σχέσεις της αστικής παραγωγής, τον καταμερισμό της εργασίας, την πίστη, το νόμισμα κλπ. σαν σταθερές αναλλοίωτες και αιώνιες κατηγορίες (…) Οι οικονομολόγοι μας εξηγούν πώς παράγουμε μέσα σε τούτες τις δοσμένες σχέσεις, μα κείνο που δεν μας εξηγούν είναι πώς δημιουργούνται οι σχέσεις αυτές, δηλαδή δε μας εξηγούν την ιστορική πορεία που τις έκαμε να γεννηθούν(…)
Οι κοινωνικές σχέσεις  είναι σφιχτοδεμένες με τις παραγωγικές δυνάμεις. Αποχτώντας καινούργιες παραγωγικές δυνάμεις, οι άνθρωποι  αλλάζουν τον τρόπο παραγωγής τους. Κι αλλάζοντας  τον τρόπο  παραγωγής, τον τρόπο να κερδίζουν  τη ζωή τους, αλλάζουν όλες τις κοινωνικές τους σχέσεις. Ο χερόμυλος  θα σας δώσει την κοινωνία με το χωροδεσπότη (τον αφέντη). Ο ατμόμυλος την κοινωνία με τη βιομηχανική κεφαλαιοκρατία.
Οι ίδιοι οι άνθρωποι που δημιουργούν τις κοινωνικές σχέσεις, σύμφωνα με την παραγωγικότητά τους σε υλικά αγαθά, δημιουργούν το ίδιο και τις αρχές, τις ιδέες, τις κατηγορίες, σύμφωνα με τις κοινωνικές τους σχέσεις.
Ετσι αυτές οι ιδέες, αυτές οι κατηγορίες είναι τόσο λίγο αιώνιες όσο κι οι σχέσεις που εκφράζουν. Είναι ιστορικά και μεταβατικά δημιουργήματα (προϊόντα)
Υπάρχει μια αέναη κίνηση ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, ανατροπής των κοινωνικών σχέσεων, σχηματισμού των ιδεών. Δεν υπάρχει ακινησία παρά με την αφαίρεση της κίνησης –mors immortalis (θάνατος αθανάτου)(…)
Οι οικονομολόγοι έχουν ένα ξεχωριστό τρόπο ενέργειας. Για τους οικονομολόγους δεν υπάρχουν παρά μονάχα δυο λογιών θεσμοί, οι τεχνητοί κι οι φυσικοί (…) Όταν λένε, οι οικονομολόγοι, πως οι σύγχρονες σχέσεις – οι σχέσεις της αστικής παραγωγής –είναι  φυσικές, θέλουν να  πουν πως είναι  οι σχέσεις που μέσα σ’  αυτές δημιουργείται ο πλούτος κι αναπτύσσονται οι παραγωγικές δυνάμεις σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους. Οι σχέσεις λοιπόν αυτές, είναι οι ίδιοι  οι φυσικοί νόμου, ανεξάρτητα απ’  την επίδραση του χρόνου. Είναι οι αιώνιοι νόμοι που πρέπει να κυβερνούν πάντα την κοινωνία. Υπήρξε λοιπόν η ιστορία, μα δεν υπάρχει πια. Υπήρξε η ιστορία γιατί υπήρξαν οι φεουδαρχικοί θεσμό και γιατί μέσα στους φεουδαρχικούς θεσμούς, βρίσκουμε ολότελα διαφορετικές παραγωγικές σχέσεις από εκείνες της αστικής κοινωνίας, που οι οικονομολόγοι θέλουν να παρουσιάσουν σα φυσικές και συνακόλουθα αιώνιες(…)» 
  (Κ. Μαρξ «Η αθλιότητα της φιλοσοφίας», εκδ. Αναγνωστίδη, μτφ. Γ. Δεληγιάννη-  Αναστασιάδη)

Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

ΖΩΗ ΜΕΛΟΔΡΑΜΑ



Η δημοσιοποίηση  του προβλήματος στέγης της τετραμελούς οικογένειας η οποία τις τελευταίες 15 μέρες ζούσε στο παλιό της αυτοκίνητο από εφημερίδα και πρωινή τηλεοπτική εκπομπή προκάλεσε την κινητοποίηση πολλών ανθρώπων και μάλιστα ένας συνταξιούχος πρόσφερε και σπίτι για στέγαση της οικογένειας. Η παρουσιάστρια της πρωινής εκπομπής Πόπη Τσαπανίδου δεν μπορούσε να συγκρατήσει τη συγκίνησή της και αναρωτιόταν γιατί δεν δίνεται  το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα που είναι γι’  αυτούς τους απόρους και γιατί θα έπρεπε να βγουν στα κανάλια για βοηθηθούν, ενώ ομολογούσε ότι ντρέπεται που γίνεται από την τηλεόραση ο χειρισμός τέτοιων θεμάτων.
               Κι είναι  αυτός ο τρόπος θέασης της πραγματικότητας  που επικρατεί. Ποτέ δεν βλέπουμε τη συνολική εικόνα, ψηφίδες της μόνο  μας δίνονται που σπάνια συνδέονται μεταξύ τους για να αποκτήσουμε γνώση της συνολικής εικόνας των κοινωνικών φαινομένων. Είναι που η τρέχουσα δημοσιογραφία και  πολιτική δεν εγκαταλείπουν ούτε στιγμή την προσπάθεια για διαμόρφωση της κοινωνικής συνείδησης  εστιάζοντας σε μια κοινωνική ηθική που τροφοδοτείται  είτε με νέα σύμβολα είτε ανανεώνοντας τα παλιά. Ο προσανατολισμός  του ενδιαφέροντος στην προσωποποίηση και εξατομίκευση κοινωνικών προβλημάτων εύκολα πυροδοτεί την κοινωνική ευαισθησία για προσφορά βοήθειας στον παθόντα αποσυνδέοντας τα όμως από μακροκοινωνικές λύσεις, χωρίς να διατυπώνονται ούτε καν ερωτήματα που να αμφισβητούν ορισμένα θεσμικά, κοινωνικά ή και πολιτικά αυτονόητα, χωρίς να έχουμε καθαρή εικόνα για τη συνολική εικόνα. Βέβαια,  το τηλεοπτικό  δελτίο ειδήσεων φορές φορές  θυμίζει ενημερωτικό δελτίο ενορίας,  (ο ΣΚΑΙ ιδιαίτερα πρωτοστατεί) με  το πρόγραμμα των φιλανθρωπικών εκδηλώσεων να  είναι πιο γεμάτο από το  πρόγραμμα των διαμαρτυριών που ανακοινώνονται  κι αυτό στηρίζεται στο σκεπτικό ότι σε μια επείγουσα κατάσταση όπως αυτή που βιώνουμε ο στόχος είναι να επιτευχθούν άμεσα αποτελέσματα σε συγκεκριμένες καταστάσεις εδώ και τώρα. Και κάπως έτσι διαλυμένοι συναισθηματικά από τη θέα περιπτώσεων εξαθλίωσης ούτε που αναρωτιόμαστε για την αποτελεσματικότητα τέτοιων φιλάνθρωπων δράσεων όταν οι περιπτώσεις ανέχειας δεν είναι μεμονωμένες εξαιρέσεις αλλά κανόνας.
               Η προβολή μάλιστα  περιπτώσεων οικονομικής εξαθλίωσης με ένα μελοδραματικό τρόπο στοχεύει κατευθείαν στη συγκίνηση και στην πλήρη παγίδευσή μας σ’  αυτή την οπτική του κόσμου, με  απλοποίηση σχέσεων και καταστάσεων, απόκρυψη  κοινωνικών αντιφάσεων, οικονομικών αιτιών. Κι έτσι  επιτυγχάνεται  η  παγίδευσή μας  σε μια προμελετημένη  συγκινησιακή ροή, αφού πρώτα  αποκοιμίζεται η κρίση μας με ενέσεις τραγικοφανών εικόνων. Μια απροσδιορίστου  προέλευσης λοιπόν αδικία θα πρέπει να αποκατασταθεί με τη συνδρομή θεατών αλλά και κυβερνώντων, κι έτσι ο αδικημένος και καταφρονεμένος να δικαιωθεί  με ένα ευτυχισμένο τέλος. Αυτή η μονοσήμαντη οπτική ακουμπά πάνω σε παραδομένους ηθικούς κανόνες  για δίκαιο και άδικο που θέλει μάλιστα να προσδίδει και τελεολογικό χαρακτήρα σε τέτοιες τραγικές περιπτώσεις εξαθλίωσης, χωρίς στην πραγματικότητα να αμφισβητείται η υπάρχουσα  κοινωνική τάξη πραγμάτων.(Το πολύ πολύ να απαιτείται βοήθημα για να μη βρίσκεται στους δρόμους μια οικογένεια)  Κι είναι  αυτό το ηθικό περίβλημα που αποτελεί και  το σημείο επαφής  με τον κόσμο των ψευδαισθήσεών μας για αποκατάσταση της  αδικίας.  Η εμμονή στο κύρος ανεξάρτητων ηθικών αρχών συνιστά  και τον τρόπο που τέτοια περιστατικά προβαλλόμενα από την τηλεόραση εξαπατούν την πραγματικότητα. Τέτοια περιστατικά απολιθώνουν την πραγματικότητα σε προκαθορισμένη  κοσμοθεωρία απαράβατων νόμων που μας φέρνει πίσω στο 19ο αιώνα με τον ουτοπικό σοσιαλισμό, όταν θεωρούνταν, όπως λέει ο Φρ. Εγνγκελς,  ότι ήταν καθήκον της λογικής να εξαλείψει τις καταχρήσεις της κοινωνίας και πίστευαν ότι «χρειαζόταν  να εφευρεθεί ένα καινούργιο, τελειότερο σύστημα κοινωνικής οργάνωσης, που να επιβληθεί απ' έξω στην κοινωνία, με την προπαγάνδα και, όπου ήταν δυνατό, με το παράδειγμα, με πειραματικά μοντέλα».
 Κι έτσι μαθαίνουμε στη διαστρέβλωση της κοινωνικής πραγματικότητας που σχεδόν μας επιβάλλει ένα κυνήγι ουτοπίας. Αυτή η μελοδραματική αντιμετώπιση της πραγματικότητας, είτε συνοδεύεται με δάκρυα είτε με υπερβολικές ή και πομπώδεις  εκφράσεις,  δημιουργεί ένα σωρό μύθους που  καθιστούν απρόσιτη  την κατανόηση της κοινωνικής πραγματικότητας και οδηγεί σε μια προσωποκεντρική  προσέγγισή της. Συντελεί στο  να βιώνουμε τον κόσμο δια μέσου μιας μη κριτικής ιδεολογίας κρατώντας μας επ’  αόριστον δέσμιους σ’  αυτήν.
Αυτός ο μελοδραματισμός δεν είναι διαφορετικός από κείνον στις ταινίες του ’60, τα ριάλιτι του Μικρούτσικου, τις τηλεοπτικές κοινωνικές ιστορίες της Χατζηβασιλείου. Κάθε φορά προσαρμόζεται στις συνθήκες και στο καινούργιοι ήθος που η ιστορική συγκυρία προσδιορίζει. Το δίκαιο και το άδικο, το καλό και το κακό θα είναι το  ηθικό δίλημμα  που θα παραμείνει. Κι έτσι θα διατηρείται  το κλειστό κύκλωμα αναπαραγωγής  της ουτοπικής και πάντα χαμένης προσδοκίας για κοινωνική δικαιοσύνη έξω από χώρο και χρόνο και η δημιουργία της ψευδούς συνείδησης, γιατί  αυτή η μελοδραματική θεώρηση του κόσμου έχει για στέρεες  υλικές βάσεις  τη σημερινή  ταξική διάρθρωση που παράγει  στερημένες συνειδήσεις.   
Κι αναρωτιέται κανείς αν έχουν ολότελα εξοστρακιστεί  οι μηχανισμοί άμυνας που ανέπτυξε η διαλεκτική απέναντι  στους ιδεολογικούς και επιστημονικούς τρόπους συγκάλυψης  της πραγματικότητας, ώστε να είναι ακόμα αποτελεσματικοί και να μην αφοπλίζονται σαν μέσα εκμετάλλευσης της ευάλωτης συνείδησής μας.

Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2014

ΣΥΝΥΠΕΥΘΥΝΟΤΗΤΑ

Ιστορικοί και πανεπιστημιακοί τάχτηκαν προ μηνός  κατά του άρθρου 2  του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου που προβλέπει  την ποινικοποίηση των αρνητών γενοκτονιών, εγκλημάτων πολέμου, εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας και του Ολοκαυτώματος, θεωρώντας ότι πλήττει το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου. 
        Ο Πρύτανης  του πανεπιστημίου Αθηνών   Θ. Φορτσάκης την Παρασκευή έκλεισε το κτίριο της πρυτανείας του Πανεπιστημίου Αθηνών στη λογική της προληπτικής αντιμετώπισης κινητοποιήσεων, απαγορεύοντας την είσοδο σε εκπρόσωπο των εργαζομένων του Πανεπιστημίου, αλλά και σε αντιπροσωπεία της ΑΔΕΔΥ, με τους εργαζόμενους να  υποχρεώνονται να δουλεύουν κλειδωμένοι στα γραφεία τους.
        Αφού προέτρεψαν  με υπογραφές την ταχύτερη και προθυμότερη εφαρμογή των αποφάσεων της ΕΕ, αφού σιώπησαν σε κάθε αυθαιρεσία των κυβερνώντων,   διακηρύσσοντας συγχρόνως  την αυτονομία τους απέναντι στην εξουσία   κι επομένως την αντικειμενικότητά τους σχετικά με τα πολιτικά δρώμενα, θυμήθηκαν να υπερασπιστούν το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και την υπεράσπιση του νόμου από «μειοψηφίες» που τον αμφισβητούν.
      Σκέφτεται κανείς πόσο ριζοσπαστική στα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια φαινόταν η ακαδημαϊκή διανόηση, που προγραμμάτιζε, οραματιζόταν, υποσχόταν αγώνες  για την κατάλυση των καταπιεστικών  μηχανισμών, που φαινόταν πως πειραματιζόταν και αμφισβητούσε, που κατήγγειλε ιμπεριαλισμούς και οικονομικά και πολιτιστικά  μονοπώλια, την εμπορευματοποίηση του πνεύματος, σχεδιάζοντας νέους τρόπους  εκπαίδευσης και διάδοσης της γνώσης για να διαφωτίσει συνειδήσεις. Ήταν τότε που προσανατολιζόταν  στον εκσυγχρονισμό  και στην ενίσχυση ουσιαστικά του καπιταλιστικού συστήματος.  Και γι’  αυτό  κατέληξε η μεγαλύτερη πλειοψηφία να επιδίδεται σε ένα τρελό κυνήγι θέσεων και αξιωμάτων, κατά τη διάρκεια των οποίων ξεχάστηκαν όχι μόνο η αλλαγή της κοινωνίας, αλλά ακόμα και περιορισμένες μεταρρυθμίσεις που δεν την  ευνοούσαν. Στυγνός καριερισμός, αριβισμός, τεχνοκρατισμός κυριάρχησαν σε όλα τα επίπεδα. Και δεν άργησε το πρόσωπό της ακαδημαϊκής διανόησης να φθαρθεί ανεπανόρθωτα και να αποκαλυφθεί πια στα χρόνια του μνημονίου χωρίς φκιασίδια να βυθίζεται σε ένα ιδεολογικό κενό.  Ένα κοινωνικό στρώμα που ζεί την ψευδαίσθηση ότι είναι άρχουσα τάξη ή τουλάχιστον ότι μοιράζεται μ’  αυτήν τα ίδια συμφέροντα, που μόνη της έγνοια μοιάζει όχι πια η ελάττωση των ταξικών διαφορών ή της κοινωνικής αδικίας και  η απελευθέρωση των συνειδήσεων όπως διακήρυσσε, αλλά η διατήρηση των ταξικών του προνομίων, η παγίωση των θέσεων που έχει καταλάβει. Κι αν κάποιοι πανεπιστημιακοί κάτω από την πίεση  άμεσων οικονομικών συμφερόντων ή υπεράσπισης του χαρακτήρα της εργασίας τους ή του κοινωνικού ρόλου που πιστεύουν πως έχουν με πύρινους λόγους, θεαματικές διαμαρτυρίες κατήγγειλαν μνημόνια και πολιτικές συμπεριφορές κυβερνώντων και ομοτέχνών τους, στην τελική, και ιδιαίτερα με τις ευρωεκλογές και τις υποψηφιότητές τους, έγινε αντιληπτό ότι δεν υπήρξε μετακίνηση θέσεων αλλά απλώς αλλαγή φοράς. Για μια μεγάλη πλειοψηφία η εκλογική  άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ άνοιξε νέες προοπτικές για παιχνίδια ρόλων με άρωμα επαναστατικότητας, με την ελπίδα ότι θα ανταλλαγούν με κάποια ψιχία εξουσίας με την επικείμενη πολιτική αλλαγή.
       Και αν και οξύνεται η καπιταλιστική  κρίση  οι περισσότεροι διανοούμενοι, και όχι μόνο οι ακαδημαϊκοί, στην πλειοψηφία τους διατηρούν την σχεδόν  καθαρά υπαλληλική σχέση  με την κυρίαρχη τάξη, και, αν και το ισχυρίζονται, δεν καταφέρνουν να  λειτουργήσουν ούτε με μια σχετική έστω αυτονομία απέναντί της. Γι’  αυτό και έχουν καταστήσει τους εαυτούς τους  συνυπεύθυνους  των επιλογών της κυρίαρχης εξουσίας.  Η σχέση τους με την πολιτική χαρακτηρίζεται από μια δουλοπρεπή  καθυπόταξη στην κυρίαρχη εξουσία,  και το πιο επαναστατικό που υποστηρίζουν είναι ότι η επιστήμη, η τέχνη, η εκπαίδευση δεν μπορούν παρά να είναι  μακριά κι ανώτερα  από την πολιτική.  Μόνο που όλες οι εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής  στην καπιταλιστική οργάνωση της κοινωνίας εμπλέκονται στην αναπαραγωγή της ταξικής δομής και είναι ακριβώς η εκπαίδευση που  σαν τμήμα του ιδεολογικού μηχανισμού αναπαράγει τις σχέσεις παραγωγής, εδραιώνει πρότυπα συμπεριφοράς. Παράγει διανοούμενους,  για να δικαιώνουν το καπιταλιστικό σύστημα.
    Σ’ αυτόν το ρόλο του σχολείου στο καπιταλιστικό σύστημα αναφέρεται στο λόγο του ο Β. Λένιν στο 3οΠανρωσικό Συνέδριο της Κομμουνιστικής Ενωσης Νεολαίας Ρωσίας, στις 2 Οκτωβρίου 1920   
        "Το παλιό σχολείο  διεκήρυσσε ότι θέλει να δημιουργήσει έναν άνθρωπο ολόπλευρα μορφωμένο, ότι διδάσκει γενικά τις επιστήμες. Ξέρουμε ότι  αυτό  ήταν πέρα  για πέρα ψέμα,  γιατί όλη η κοινωνία στηριζόταν και κρατιόταν στο χωρισμό των ανθρώπων σε τάξεις, σε εκμεταλλευτές και καταπιεζομένους. Είναι φυσικό ότι όλο το παλιό σχολείο, που ήταν ολοκληρωτικά διαποτισμένο από  ταξικό πνεύμα, έδινε  γνώσεις μόνο στα παιδιά της αστικής τάξης. Κάθε λέξη του ήταν προσαρμοσμένη στα συμφέροντα της αστικής τάξης. Σ’  αυτά τα σχολειά, περισσότερο ντρεσάρανε τη νέα γενιά των εργατών και αγροτών προς το συμφέρον αυτής της ίδιας αστικής τάξης παρά την διαπαιδαγωγούσαν. Τους διαπαιδαγωγούσαν έτσι, ώστε να δημιουργούν γι’ αυτή την αστική  τάξη κατάλληλους υπηρέτες, που να είναι ικανοί να της αποδίνουν κέρδος και ταυτόχρονα να μην ενοχλούν την ησυχία της και την τεμπελιά (...)
 Το παλιό σχολείο έπλαθε τους υπηρέτες που χρειάζονταν οι καπιταλιστές, το παλιό σχολείο έκανε τους ανθρώπους της επιστήμης  ανθρώπους που πρέπει να γράφουν και να μιλούν όπως  αρέσει στους καπιταλιστές (… )"

(Από την ομιλία του Β. Λένιν «Τα καθήκοντα των ενώσεων νεολαίας» από το Σοσιαλισμός και Κουλτούρα 1917-23, του Αντώνη Βογιάζου (εισαγωγή, επιλογή, μετάφραση, σημειώσεις), εκδ. Θεμέλιο, 1979)